γράμματα

Artwork: Maria Koniavitis

Η ζωή προηγείται της τέχνης.

Η τέχνη προηγείται της ιδέας.

Η ιδέα προηγείται της κοινωνίας.

Η κοινωνία προηγείται της ιστορίας.

Η ιστορία προηγείται της επιθυμίας.

Η επιθυμία προηγείται της τρέλας.

Η τρέλα προηγείται της ελευθερίας.

Η ελευθερία προηγείται της ζωής.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/04/13/%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/

Μαρία Πανούτσου, Η σκιά

η σκιά μου, με ακολουθεί
εσύ, μαζί της
κι οι δυό,
στις φτερούγες μου επάνω,
η θάλασσα από μακριά,
στέλνει την ευωδιά της
και ένα καράβι, στο χρώμα της ώχρας
αργοπλέει,
σε γαλήνια νερά,
ήσυχα,
ένας χρόνος άχρονος με επισκέπτεται
τελευταία
κι ομοιάζει,
με κάτι, που οι άνθρωποι,
το αποκαλούν ευτυχία,
προσευχές και αμαρτήματα
προπορεύονται της αγάπης
αγναντεύοντας την θάλασσα

12 Απριλίου 2018
Καλαμάκι

Artwork: Αλέξης Γεωργαντάς

Παύλος Δ. Πέζαρος, Τρία ποιήματα

Καταλαγιάστε

Φάσματα ονείρων τυραγνούν το έρμο το κορμί.
Μέρες χαντακωμένες.
Σπαράκι φαντασίας μου,
τι κι αν σ’ ασήμωσα με πρόσθετο ασήμι,
σπαρτάρισες και λύγισες στου καμακιού την άκρη.

Καλλιεργώ τις λέξεις
και έρημο θερίζω των αισθήσεων.

Σ’ αυτή τη μεταβατική περίοδο της σάρκας
καταλαγιάστε, επαναστάσεις μου ενδόμυχες.

Ας κοπάσουν οι θόρυβοι,
ν’ αποδεχτούμε ταπεινά την ήττα,
για να μπορέσουμε και πάλι να μιλήσουμε.
Μια μικρή θρυαλλίδα απομένει.
Κουράγιο.

Μάαστριχτ, 28.1.1998

***

Κατευόδιο

Γραμμένα χείλη που δεν παίρνουν
αναγραμματισμούς και άλλα κόλπα
γνωστά σε δόκιμους κι επίδοξους ποιητές.

Γραμμένα χείλη, κι αν αλλάξεις
τις συλλαβές ή και το σχήμα,
θα ’ναι σαν ν’ άλλαξες την ίδια την ψυχή σου.
Και πώς θα πάρεις ύστερα
το δρόμο για τον ελαιώνα!

Με υγρά τα χείλη απ’ τα καυτά φιλιά της
καμία χρεία για έτερες προμήθειες,
πήρες την άγουσα για το μακρύ ταξίδι
πετώντας στους αιθέρες,
θάλασσες διασχίζοντας
αφήνεις κατά μέρος παλτά και μάλλινα,
το σώμα σου ζεσταίνεται ακόμη από το σώμα της.

Κι η ζήλια να ζυμώνεται
μες στων παθών τη ζάλη.

Αεροδρόμιο Αθηνών, 6.1.2010 – Μάρτιος 2011

***

Επιβίωση

Ζόφος τριγύρω και παντού
κι εσύ να επιμένεις
να μεταβάλουμε τη θλίψη σε χαρά,
χαμένους θησαυρούς να βρούμε,
μα πού η ανθρωπιά και πού οι συγκινήσεις,
πού οι εκφράσεις των προσώπων για να σβήσουν
τη δίψα μας, να ευφρανθούν τα μάτια μας στις όψεις,
με τα χαμόγελα να σείσουμε το σύμπαν,
πού είναι η καρδιά μας, πού το πνεύμα μας,
να ξαναβρούμε λέξεις ξεχασμένες,
έστω και πεταμένες σε κάδους σκουπιδιών,
η ανελέητη πείνα μας να καλμάρει,
όλα για επιβίωση απλή ή αναβίωση
από τη λήθη.

12.7.2013

*Από τη συλλογή “Ο αχός κι ο βυθός”, Εκδόσεις Κέδρος, Μάρτιος 2016.

Σαλέρο, Εξάρχεια, Σάββατο, 27 Γενάρη 2018

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Τρωαδίτη “Δίοδος διαφυγής” από τις Εκδόσεις Κύμα. Παρουσίαση Μηνάς Βιντιάδης και ανάγνωση ποιημάτων και παρεμβάσεις από Γιώργο Δάγλα, Άκανθο, Βασίλη Βασιλειάδη, Γιώργο Κεντρωτή, Θεόδωρο Μπασιάκο, Αλεξάνδρα Δήμου, Στρατή Φάβρο, Κώστα Λουκόπουλο, Βαγγέλη Αλεξόπουλο και άλλους.

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Τρία ποιήματα

Πλοκή

Σε κάθε ανάσα και ένα μαστίγιο να σε λυγίζει όλο και περισσότερο.
Τα χαλίκια να χτυπούν στο περβάζι και να σκάνε ελεύθερα χάμω.
Στο σενάριο θα έχει δούλους και έναν μονάχα κομπάρσο,
ένα μισοφαγωμένο παξιμάδι και ένα ποτήρι ξυδάτο κρασί.
Να παπαριάσεις το παξιμάδι στο κρασί και να το πετάξεις στον σκηνοθέτη
Ακούς ρε;
Και μετά βούτα στην σιωπή και πες πως ξέχασες,
άφησες τα πράγματα όπως έχουν και το μαστίγιο μέσα στα αίματα –
ελεύθερος και αβάγιστος σαν τα χαλίκια.

***

Η Βαστίλη του 21ου αιώνα

Οικοδόμοι, φοιτητές, δημόσιοι υπάλληλοι,
βιαστικά ανηφορικά βήματα,
κάθε πρώτη του Μάη διπλό espresso,
ο παράξενος φίλος μας μιλάει για τους έρωτές του,
πίνει μια γουλιά, φτύνει και παραληρεί.
Στο παρακάτω στενό πλαστικές σακούλες κάνουν βόλτα
κουβαλώντας ανθρώπους,
οι γριές παραμυθιάζονται κρατώντας pom pom,
τα μικρά παιδιά βαστάνε όπλα
και ρυθμικά τουφεκίζουν τα νιάτα τους.
Άλλοι στην πόλη βαριούνται και άλλοι κοπιάζουν,
εγκλωβισμένοι μέσα σε ένα σπιρτόκουτο,
άλκιμοι μα τιμωρημένοι σε μια παραβολή:
Κύριε Διευθυντά, η γάτα σας πέθανε.

***

Έστω η Άνοιξη

Ο κρίνος με μια χούφτα χώμα και μια στάλα νερό.
Εσύ αμίλητη
με μια συνθήκη στο χέρι.
Η υποχρέωση της άνοιξης,
μου λες, είναι
οι αδιέξοδες καληνύχτες,
οι ραγάδες της ακροποταμιάς,
τα χιλιοποτισμένα νυχτολούλουδα που μπερδεύουν τους υδροχόους,
και οι γκροτέσκ επιγραφές στην άσφαλτο.

*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, Εκδόσεις Παλινωδίαι, Φεβρουάριος 2018.

Dimitris Troaditis, Tight-rope walking / Ακροβασία

By Dean Kalimniou

Ακροβασία, renderable in English as “tight-rope walking,” literally signifies walking on tiptoes. In his recently released poetry collection of same name, poet Dimitris Troaditis takes the reader upon a journey through a world poised precariously upon a knife-edge, one in which one steps through unguided, at their peril.

Undoubtedly, the world of the text is a dystopian one, a world in crisis. We “discover the world through graves” (Tight-rope walking), this being a cosmos where: “troubles, pains, generous receptions, constitute incidents in our lives,” (The Uprooting), and where “murder [is] completed when the red of the sky become mauve and then black.” (As Blood), imagery reminiscent of a bloody and bruised Stendhalian charnel house. Poised upon the ends of our toes, we walk “with chains….naked before slaughters/ at the dance of lies,” (Cohabitation).

The poet’s blasted landscape of “polluted atmospheres,” (Faith), where “counterfeit unforeseen” dominate “rhythms and symbols” (As Blood), appears to be inimical to life itself. It is for this reason that the first poem of the collection “Tight-rope Walking” commences as a perilous journey and ends up as a manifesto: “Whoever doesn’t adhere to this poetry/ is buried alive/ by regimes of calamity/ in white posthumous circles/ with stones erected in the soul/ giving up the spirit in an unequal battle.”

Here then, in the “poetry of our bodies,” the interrelation of human beings, as defined by the poet, lies salvation. As a prophet of the chthonic and the urban, his are words of grit and gravel. Truths here are not to be discovered, but rather, to be constructed: “I want to construct a truth in my heart,” he proclaims in “As Blood”, “one I’ve been seeking for years now, in moments when I resignedly accompany my embrace.” There is no pacifism here. Even embraces are given and guided, rather than merely received,

Should we be deemed worthy to be initiated into the poet’s mysteries, he will “engrave [his] secrets on ..our body and all those revealed to [him] by the sun [he] will stamp, and all those revealed to [him] by the birds [he] will draw,” (My Secrets). The inference is that the poet’s insights are nothing miraculous. There are no novel revelations or original patterns of thought. Instead, his mysteries lie in the correct re-articulation of the cosmos, in all its proper constituent parts. Once this is achieved, a glimpse of a Lennonesque paradise is offered, where there is: “no more grief in the valley of thought/ no more souls in the feeble frost on sunrise.”

The main body of the poems were written prior to the poet’s arrival in Australia from Greece in 1992. Having borne witness to seminal political changes in Greece, the early poems are strident, self-assured and replete with revolutionary fervour. The poet’s confidence, seems to ebb away by the times we arrive at the poem “The Uprooting.” Here, any sense of a linear progression is arrested and in its place, a multitude of unanswerable questions are posed. Our perseverance may be imperishable, to paraphrase the poem, but what exactly is the product of such an endeavour? The former fervour of the early part of the poetic narrative, viewed in this disillusioned light, almost assumes the form of a cautionary fable. It is the “flame of a fancy which is extinguished after each awakening.”
Thus, in the next poem, “Terra Australis,” the poet, having left one reality for another, can only rail at is artificiality and especially that of those like him, who are caught between two ersatz cultures, the ontopathological issues of both not having been resolved, in a lament that is almost a fear at the failure of poetry itself: “So what is left of their own?/ A pruned apathetic language/ a fragmentary movement in infinity/ which also tends towards extinction?”

Where words defy or betray us, the old revolutionary, forged in the fires of of the Heimat’s political upheavals will, Mayakovsky-like, “break” the false reality on the “anvil of assimilation.” “And who is the one that will revolt, setting fire to the fast food of culture?” he asks. The problem is, we are also no longer certain that the poet considers himself to the the man for the job. Everything seems to new, too raw, too disconcertingly familiar, and the secret crypt that absorbs his kin, too painful and labyrinthine to traverse.

Nonetheless, the prophet, as a victim of the derailment of his own spatial and ideological journey, realises that there is no going back. Reality must be reconciled in the land in which he lives, not in an ambiguous state between the old and the new, for despite any official rhetoric about pluralism, in “On the Community” he observes that: “The flashes of our star/ are not dually voiced.” In such a condition, recourse to tried and tested customs or insights from the old culture are not only cacophonous (“the untuned instruments. Of paleontological orchestras”), but positively fatal as well: “The return to holy landscapes…like being hung from a belfry/ as a harbinger of doom.”

By the time we get to the final poem of the narrative, “Wandering,” what we are treated to is a recapitulation of where we have come thus far with the poet. His trials have taken their toll: “Something [has] broke[n] on the payment of our inner existence…/ it cut us in two:/ a slivered moon and a pale truth.” While the annihilation of the self is usually a condition precedent in many creeds for enlightenment, in this dualistic, shattered, sundered form, is the poet no longer able to guide us?

Or does he perceiving that we no longer need him, as he can no longer offer us any meaningful sense of direction? “What truth can we hide/ and which ship shall be board/… when the tremors of this night/ do not allow us to experience/ the joy of life’s overflowing glass?” Either the poet is admitting defeat or ultimately shifting responsibility for social renovation and the hope of a rosy dawn upon the reader. From our journey together, what we do know is that any further voyage in this direction will be anything but painless, for we called upon, albeit grudgingly to defer pleasure, for the greater good.

Citing Yiannis Ritsos and Tasos Leivaditis as his great influences, the poet’s own style is unique, bearing no relation to either. His words drench the page with the force of a torrent. Expresses, images swirl and eddy around each other, often incongruously, threatening to sweep away the reader upon their contrapuntal tides. In so doing, the poet is artfully conveying to us, the bewildering force of modern urban life itself, at assails us with all its “rains and hurricanes” (My secrets), its contradictions, its injustices and iniquities. Indeed, he comes to personify that which he wishes to reform.

The poems that comprise this singular narrative, which are presented in the original Greek and in an English form rendered by me, a unique privilege, ultimately accept that the existential problems they seek to address cannot be solved by one person alone, nor should one expect a solution to emanate from any self-appointed guru. Instead, the poet, in keeping with his social philosophy, fully admits that it is only through the communal struggle of his readers that the requisite capacity can be achieved. In producing poetry of such force, refreshing candour and immense sensitivity, the poet’s approach to the fundamental questions of modern society are truly unique within Greek-Australian poetry.

Ηλίας Θ. Παππάς, Τρία ποιήματα

09:00
(άγουρο ξύπνημα, άνευ ονείρου)

Όσο στέκομαι και την κοιτάζω δεν θα βγάλει άχνα
η παλιά, μισοτελειωμένη ζωγραφιά.

Οι σκόρπιες μολυβιές, οι πολύχρωμες μουντζούρες
δε χαρίζουν εικόνα – μόνο πάνω, ψηλά
κάτι σαν ουρανός απλώνεται
την ώρα που κάτω, χαμηλά, κάτι σαν άνθρωπος ή σκύλος
πάει να ξεκινήσει.

Απ’ τον ορίζοντα – αν είναι – αχτίδες ή βέλη ρέουν
στην ανοικτή παλάμη της γης
και γύρω τριγύρω στο σπίτι – αν είναι –
χορεύει ο φαφούτης φράχτης μες στα αγριόχορτα.

Ανοίγω την πόρτα χωρίς να ξέρω ποιος είναι ο δρόμος
και ποιος ο λαβύρινθος.

***

10:00
(γνωστός προορισμός, άγνωστο ταξίδι)

Έφτασα άξαφνα στην πρωτεύουσα
κι η σημαδούρα του ανθρώπου εχει χαθεί.

Μπλέχτηκαν οι λεωφόροι και τα σοκάκια
η νύχτα με τη μέρα
παραπόταμοι σκοτάδια βαθειά στο φως κυκλοφορούν
το δίκαιό μας σε ξένα σώματα
και το εγκλωβίζουν.

Απ’ άκρη σ’ άκρη επικρατεί η τάξη του τέλους
καθώς περνάνε με τα ατροφικα τους άκρα
ηλιοκαμένοι οι γερανοί.

Ερείπια συμμαζεύονται
ελπίδες συγυρίζονται.

***

11:00
(μετεκλογική συγκέντρωση, έκλειψη)

Ο Πρωθυπουργός έβγαλε επινίκιο λόγο κι όλες οι μυθολογίες εκτροχιάστηκαν:
«Η ΕΚΑΤΗ ΑΠΕΡΧΕΤΑΙ! ΑΝΑΙΜΑΚΤΕΣ ΟΙ ΦΛΕΒΕΣ ΣΑΣ!»
…ζητωκραυγές…
«ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΛΕΡΝΑΙΑ ΠΤΩΣΗ!»
…επευφημίες…
«ΣΙΣΥΦΟΣ ΕΜΕΙΣ, ΒΡΑΧΟΣ ΕΣΕΙΣ!»
…πώρωση…
«ΜΑΥΡΗ ΣΗΜΑΙΑ ΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ!»
…λύτρωση…
…λύτρωση!

Έβγαλε λόγο ο πρωθυπουργός και τα χειροκροτήματα έπεφταν βροχή
όπως οι νυχτερίδες σύννεφα απ’ τα σκοτάδια του ήλιου.

*Από τη συλλογή “Οι αρνήσεις μιας ημέρας”, Εκδόσεις Στοχαστής, Χειμώνας 2013-2014.

επί προσωπικού

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Αφήνομαι να κολυμπήσω
στη μέλανα συρμή
που τακτικά με επισκέπτεται/
μια κυρία επί των τιμών,
με υποδέχεται:
– εσείς δεν είστε που κοιμάστε με τα χελιδόνια του χειμώνα;
με ρωτά,
ή μήπως είστε,
ο σεβάσμιος κύριος
που εγκατέλειψε τα ποιήματα,
χρόνια όπως αφρίζανε στα ποτήρια τους,
δίχως λόγια;
Στη δυτική βεράντα
εκείνο το κορίτσι που θα γίνει η μάνα μου,
τρυπώνει μια φούστα με ένα σκουριασμένο σουβλί/
με το θάνατο
όλα της τα ρούχα
ολοκληρώθηκαν/
-μην ανησυχείς!
δεν είναι σάβανο,
λέει,
-μια πλισέ φούστα για την παρέλαση είναι•
κι ας μην έχει καν συμβεί το έπος του ’40,
ο πάππος μου ακόμη να κυνηγάει τσίχλες στο πευκόδασος,
με ένα προπολεμικό κανόνι
κι όλα τα πτώματα,
να τα ανακτά το γαλάζιο πουλόσκυλο του Κωτσηδάρα,
καθαρίζοντας τα σκάγια με το σάλιο του/
Στο τραπέζι
χωράνε επτά ορφανά και μια πεθαμενη μάνα (έγκυος ξανά)•
τους σερβίρει τζόλια με ξύλινη κουτάλα,
λέει στη μεγάλη…

View original post 78 more words

Ειρηναίος Βρούσγος, Τρία ποιήματα

«εγώ δε σαρκικός ειμί»

ΤΟ ΣΩΜΑ

Το σώμα μου, όταν πεθαίνει,
γίνεται χώμα.
Το χώμα, όταν ξεπλένεται στη θάλασσα,
γίνεται άμμος.
Η άμμος, όταν λιώνει στη φωτιά,
γίνεται γυαλί.
Το γυαλί όταν το κοιτώ,
μου μιλάει.

«Ας είσαι τυφλός, απλά μη φωνάζεις.
Άφησε να φωνάζουν αυτοί που βλέπουν».

Αυτοί που βλέπουν,
πάντοτε μιλούν σιγανά.
Μιλούν σιγανά,
για να μπορέσουν ν’ ακούσουν.

«Η ελπίδα πεθαίνει μονάχη της.
Δεν σε χρειάζεται να την σκοτώσεις».

***

ΠΑΧΝΗ

Η πόλη έσβησε μέσα στην πάχνη.
Απ’ την παραλία του Μπαχτσέ δε φαίνεται ούτε ένα φωτάκι.
Κι η ίδια η παραλία, μια σειρά από λάμπες
πνιγμένες στο σκοτάδι της υγρής ομίχλης.
Οικοδομή παρά οικοδομή, κτίσμα παρά κτίσμα,
συναντάς από ένα μοναδικό φωτάκι,
από έναν μοναδικό κάτοικο ή και κανέναν.
Πρώτη μέρα των Χριστουγέννων.
Μου δανείζεται, για αρκετή ώρα,
τη προσοχή μου μια μαρμάρινη πλάκα.
Σ ένα απ’ τα εγκαταλελειμμένα σπίτια-παλάτια-γιαπιά,
με τους επιβλητικούς τους φράχτες,
να προστατεύουν
το τίποτα απ’ το τίποτα,
έγραφε:
«Σήμερον εμού, αύριον ετέρου, ουδέποτε κανενός»
Ν. Σουγιάς

Απόψε τη μοναξιά τη νιώθω πολύ πηχτή.
Μονάχα η τρέλα ενός έρωτα θα μπορούσε
να μου σφαλίσει τα μάτια πιο σφιχτά απ’ το σκοτάδι.

***

«το μέλλον είναι αναπότρεπτο,
αλλά μπορεί και να μην επέλθει»

X. Λ. Μπόρχες σε μτφρ. Α. Κυριακίδη

ΧΡΟΝΟΣ

Αν και ο χρόνος μας
κινείται μονάχα προς το μέλλον
-χωρίς ποτέ του να το φτάνει-
η συνείδηση του χρόνου
κινείται μονάχα προς το παρελθόν:
Αφού υπάρχω,
άρα υπήρχα.
Θα ήταν ωραία να μπορούσα να πω:
Αφού υπάρχω,
θα υπάρχω.
Όμως κάτι με συγκρατεί.
Ίσως ο Θεός του Μπόρχες
που «καραδοκεί στα ενδιάμεσα» των επαγωγών.
Όμως και προς τα πίσω πηγαίνοντας
(αν ως πίσω ορίσουμε το παρελθόν)
πόσα «άρα υπήρχα» χωράνε;

Δε θυμάμαι
τη στιγμή που δεν υπήρχα.

*Από τη συλλογή «στα ενδιάμεσα, παραμυθία», Εκδόσεις ΣΙΑΞΠΗΡΙΚόΝ, Μάρτιος 2013.