Νίκος Βουτυρόπουλος, Τρία ποιήματα

Ι
ΑΝΤΙΕΡΩΣ

Όταν πια δε θα υπάρχει τίποτα
ανάμεσα σε σένα και μένα,
παρά το τραγούδι της σάρκας,
οι δρόμοι σα γλώσσες θα κρέμονται,
αγγίζοντας το μέλλον της θάλασσας.
Του κόσμου η βουή θα σωπάσει
στη δίψα ενός χρόνου ασήμαντου,
και το φως θα μας ξεχάσει
στ’ απομεινάρια της διάρκειας.
Τα φιλιά μας θα επιστρέφουν οι άνεμοι
σε μέτωπα που ρήμαξε η μνήμη.
Σαν πεπρωμένο θα ηχήσουν οι λέξεις
στο άδειο στόμα της μέρας που φεύγει,
δίχως να νιώσει τον σκοπό μας.
Τα μεσημέρια του κόσμου,
σε μάγουλα μεθυσμένα
απ’ της νύχτας την έμφαση,
χέρια θα γίνουν μιας άρνησης
του υπερενικού αριθμού.

ΙΙ
ΝΕΚΡΑΥΓΕΣ

Απ’ τις παλάμες ενός τρελού θεού
κρέμονται τα όνειρα της νύχτας.

Η πίκρα της απόλαυσης
μας ταξιδεύει ως τη σκληρότητα
του ήλιου,
κάθε που στη λήθη σκύβουν
οι πρωινές ανθοφορίες.
Όταν χλωμιάζουν τ’ αστέρια,
μοιάζει ο κόσμος με προσκύνημα
στη σκιά τ’ αγνώστου.

Ένα ακόμη καρδιάς φτερούγισμα,
στιγμών ελάχιστο χάδι,
ίσως δάκρυ αόρατο,
να ’ναι άραγε αυτό που κρατά
τα μάτια μακριά,
σφιχτές τις γροθιές,
τη ζωή μέσα
σ’ ανεπίστρεπτα λόγια;


ΙΙΙ

Στην Εύα

Νέκυιες λέξεις στης αυγής το συνάντημα
όταν άδηλοι στόχοι οι φωνές μας.
Κι είναι μια οπτασία,
μωρό μου σαν χιόνι απέραντο,
την ώρα που λάμπει τ’ ανθόφως,
συμβαίνει τότε να ξυπνά
ξεχασμένο το αίμα.

Ας προκόψει λοιπόν το κοντινότερο βήμα!
Να υποφέρει η αφή σαν ηλιοτρόπιο
σκυμμένο από ένα φιλί.
Οι νότες ελπίδες
αγκαλιές στεναγμών,
όσο μας μοιράζεται ο έρωτας
χωρίς προθεσμία
στης τρικυμίας τα σύνορα.

*Από τη συλλογή “μικρά κερωτικά”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2012.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Μόλις σε πρωτοείδα
Και σ’ αγαπάω χίλια χρόνια
Προτού το ρίσκο της σιωπής
Μαρτυρήσει ποιος να είσαι

Μπορείς πάντα να είσαι
Πριν ακόμα επιστρέψεις
Λιγό αφότου πια χαθείς
Κάθε μια καρδιά

Δεν έχει συμβεί
Δίχως εσένα
Το πρίν ή το μετά
Από εμένα

View original post

Alfonsina Storni, Δύο ποιήματα

ΓΥΜΝΗ ΨΥΧΗ

Είμαι μια ψυχή γυμνή σε τούτους τους στίχους
γυμνή ψυχή. που μοναχή και θλιμμένη
τα πέταλά της αφήνει παντού σκορπισμένα.

Ψυχή που μπορεί να είναι μια παπαρούνα
θα μπορούσε να είναι κρίνο, να είναι βιολέτα,
κύμα και βράχος, άγρια βλάστηση.

Ψυχή που σαν αγέρι περιπλανιέται ανήσυχη
και βρυχάται σαν είναι πάνω απ τα πέλαγα
Και αποκοιμιέται γλυκά σε κάποια ρωγμή.

Ψυχή που λατρεύει στους βωμούς της επάνω
θεούς που δεν κατεβαίνουν να την αφήσουν τυφλή
Ψυχή που δε γνωρίζει από εμπόδια.

Ψυχή που θα ‘ταν εύκολο να τιθασεύσεις
με μια μόνο καρδιά που θα ραγίσει
και μες στο ζεστό της αίμα να την ποτίσει.

Ψυχή που όταν στην άνοιξη βρίσκεται
λέει στο χειμώνα που αργεί: επέστρεψε,
στο μεγάλο λιβάδι να πέσει το χιόνι σου.

Ψυχή που όταν χιονίσει σκορπίζεται
σε θλίψεις, ικετεύοντας για τριαντάφυλλα
που μ’ αυτά η Ανοιξη να μας σκεπάσει

Ψυχή που κάποιες φορές πεταλούδες αφήνει
σ’ ορθάνοιχτους κάμπους παρά την απόσταση
και τις λέει: ρουφήξτε από τα πράγματα

Ψυχή που να πεθάνει πρέπει, από ένα άρωμα,
κάποια ανάσα, ένα στίχο που ικετεύει,
χωρίς να χάσει, αν γίνεται, καθόλου τη χάρη της.

Ψυχή που δεν ξέρει τίποτα και όλα τα αρνιέται
και το καλό ευνοεί καβώς το καλό απαρνιέται
Γιατί μέσα από την άρνηση περισσότερα δίνουμε.

Ψυχή που συνήθως υπάρχει σα μια απόλαυση
άλλες ψυχές ψηλαφίζει. το ίχνος υποτιμά
κι ένα χάδι νιώθει μες στο χέρι της.

Ψυχή που διαφωνεί με τον εαυτό της πάντα
πλανιέται σαν τον άνεμο, τρέχει, στριφογυρνά
ψυχή αιμορραγούσα, παραληρεί ακατάπαυστα
γιατί είναι το καράβι στου άστρου την πορεία.

***

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΧΑΔΙ

Φεύγει απ’ τα δάχτυλά μου το χάδι χωρίς λόγο
απ’ τα δάχτυλα μού γλιστρά. Στον άνεμο, καθώς περνά,
το χάδι που πλανιέται χωρίς λόγο και προορισμό,
το χαμένο χάδι… Ποιος θα το μαζέψει;

Μπορούσα ν’ αγαπήσω απόψε με ατέλειωτη ζέση,
μπορούσα ν’ αγαπήσω τον πρώτο που θα τύχαινε να ‘ρθει.
Κανείς δεν έρχεται. Μόνα μένουν τ’ ανθισμένα μονοπάτια.
Το χαμένο χάδι. θα κυλήσει… θα κυλήσει…

Αν στα μάτια σε φιλούν απόψε, ταξιδιώτη,
αν συνταράζει τα κλαδιά ένας γλυκός στεναγμός,
αν σου σφίγγει τα δάχτυλα ένα μικρό χεράκι
που σε πιάνει και σ’ αφήνει, σε κατακτά και φεύγει

Αν δε βλέπεις αυτό το χέρι και το στόμα που σε φιλά
αν είναι το αγέρι που υφαίνει την ψευδαίσθηση του φιλιού
ω. ταξιδιώτη, που το βλέμμα σου. βαθιά μες στον άνεμο,
είναι σαν ουρανός… θα μ’ αναγνωρίσεις;

*Από το βιβλίο “Alfonsina Storni Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση, σε επιλογή και μετάφραση Στέργιου Ντέρτσα, Εκδόσεις Θράκα, 2014.

Γεωργία Τρούλη, Έχει λάβει χώρα μια άνευ σημασίας ενόχληση (κατακέφαλα)

Artwork: Γεωργία Τρούλη

Παρά την σύντομη ζωή τους
μερικά φτερωτά έντομα αυτοκτονούν ακαριαία
Κυρίως απογευματινές ώρες καλοκαιριού
καθώς πέφτουν με δύναμη πάνω στο μέτωπο, στο κράνος ή στα γυαλιά ηλίου
ανθρώπων που- χαλαροί, αλατισμένοι, αμέριμνοι -γυρνούν με μοτοσικλέτα από παραλία

Το κάνουν ίσως για να μιμηθούν πέτρες που κάποιοι θα ‘θελαν να ρίξουν.
Μάλλον για να τους ξαφνιάσουν. Να νιώσουν οι αναβάτες -έστω στιγμιαία-
κάτι απ’ τη μοναξιά της έντομης ζωής, την γρηγοράδα και τη ματαιότητά της
-γιατί λίγα από αυτά κατάλαβαν πως βοηθούν άνθη, αράχνες, βατράχια..

Ίσως πάλι θέλουν να κάνουν ανθρώπους ν’ αλλάξουν πορεία
Να μειώσουν ή ν’ αυξήσουν ταχύτητα
‘Η ν’ αλλάξουν την προσδοκία να ξεπλύνουν αλάτι και να φάνε έπειτα παγωτό
στη χώρα κάποιου νησιού

Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει

Όλα ένα σκουπιδάκι στο μάτι
ή μια ενόχληση άνευ σημασίας

Παρ’ όλ’ αυτά ένας θάνατος
έχει λάβει χώρα
στο μέτωπο
στο μάτι
ακόμη ακόμη
στο πιο ανοιχτό σημείου του στέρνου

Κωνσταντίνος Νικολόπουλος, Απόκρυφα λόγια

Roland Oudot, Les jetées de port en bessin

I. ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ
Μέσα από νύξεις
Ξεπρόβαλλες
Εισροή σε τόπο αναμνήσεων
Σαν αποτροπή πηγαίων λαθών
Ξεπρόβαλλα
Ποτάμι μεγάλο με πλούσια χλωρίδα στις ακτές
Σε συνεπήρα
Ακόμα κυλάς
Στον προορισμό μου.

II. ΠΕΖΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ
Ονειροπόλησης εφεδρεία
Ποδηλατώ στην παραλιακή
Παρατηρώτη θάλασσα
Αφήνω τα χέρια ελεύθερα
Ψηλό στον αέρα
Πίσω από την πλάτη μου
Σε συναντώ να περιπλανιέσαι
Πεζή, αμίλητη
Κατεβαίνω να σου κάνω παρέα
Ξέρω εσύ
Δε θα ανέβαινες στο ποδήλατο.
Ομως κι εγώ
Δεν ποδηλατώ πια.

ΙΙΙ. ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ
Πληρότητα και έλλειψη
Παροδική αυταπάρνηση
Ανταποδώσαμε το χρέος μας
Τώρα συλλέγουμε τον οίκτο τους
Αξιοποιούμε τον ιδρώτα τους
Κι εκείνοι μας συμπαραστέκονται
Νομίζουνε ότι είναι εμείς
Κι εμείς το ίδιο νομίζουμε
Όμως όπως διαπιστώσανε
Είμαστε εκείνοι.

IV. ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΛΟΓΙΑ
Είδωλο που εξασθενεί
Νερό που πόλλεται
Μια μορφή εμφανίζεται
Υπαγορεύει μια ομιλία
Κάποιος κρυφακούει
Την ομιλία εξιστορεί
Μα δεν είναι η ομιλία που υπαγορεύτηκε
Έτσι καταδικάζεται
Γιατί μόνο ένας άκουσε την ομιλία
Κι αυτός ορκίστηκε σε σιωπή
Κι η ομιλία που ακούστηκε
Δεν επρόκειτο να ομολογηθεί ποτέ
Γιατί όποιος μιλούσε θα καταδικαζόταν
Κι ο σιωπηλός γνώστης
Είχε πεθάνει ήδη
Μην αντέχοντας αυτά που άκουσε.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Ένεκεν”, τεύχος 45, Ιούλιος- Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2017.

Θ. Δ. Τυπάλδος, Στον πυθμένα με τ΄άστρα της γαίας

Εκεί όπου ο βασιλεμός του ήλιου με το πορτοκαλί χρώμα
Διαγράφει τη μαύρη σιλουέτα της ομορφιάς
Υπερούσια ακατάλυπτη προέχει της ουσίας
Μαζί κάναμε το ανύπαρκτο υπαρκτό
Τ’ όνειρο χορεύει στροβιλιζόμενο στον αέρα μιας ορχιδέας
Η σύγκρουση της αυγής με το πηγάδι του σπιτιού σου
Δονίζει στον πυθμένα του τ’ άστρα της γαίας
Εθελούσιος ικέτης μιας απροκάλυπτης μεταμέλειας
Σκοπού ατέρμονου παράκληση τεθλασμένη

Η μορφή σου χρυσανθέμου μορφή
Τα λόγια σου στίχοι που θέλουν να ζήσουν για παντοτινά
Στα μάτια των κυττάρων
Στις σκέψεις των πλατάνων
Στις καρδιές των τοίχων κάποιων μεγάρων που χορεύουν
Στου χρώματός σου τις μουσικές
Στο πέταγμα που το χνούδι των ματιών σου ξεκινάει
Παίρνει μαζί του τη διόγκωση του κάβουρα με τα χίλια πόδια
Οι ζωντανοί μιμητές του νεκρού μίμου
Τρέχουν γυμνοί στον ζωολογικό κήπο
Πάνω σε γραμμές του τραμ
Στέκουν τρία πόδια ενός αγάλματος κουτσού
Αναπαράσταση σχεδιασμένη σε γραφεία αρχιτεκτόνων τυφλών
Πάντα θα λατρεύω τη μορφή της
Θα την κλέψω μέσα στον ύπνο της
Καθώς η ανάσα της θα βαραίνει
Εγώ θα ’λαφρύνω το βάρος ενός φτερού
Και θα το αφήσω να πέσει με δύναμη από την ταράτσα της Μνήμης
Οι λύκοι από αύριο θα τραγουδάνε τ’ όνομά της
Η ερυθρά ασθένεια μεταβάλλεται σε θρησκεία
Οι προμηθευτές προμηθεύουν δυόσμου οδοντοστοιχίες
Ενώ τα κίβδηλα πρόσωπα του παρελθόντος που θα ’ρθει
Σκοντάφτουν πάνω σε φωτογραφίες που δεν έχουν γεννηθεί

*Από τη συλλογή “Τα θολωμένα μάτια της στίλβης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς 2016.

Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα

ΠΟΓΚΡΟM

σε αυστηρή παράταξη
με πνεύμα αδάμαστο, σε πειθαρχία
τον εχθρό θα αντιμετωπίσουμε
υψώστε τις σημαίες
τα λάβαρα σηκώστε της πατρίδας
εμπρός, της Ελλάδος παιδιά, επίθεση
σε πρόσφυγες και μετανάστες
σε άρρωστα παιδιά
στις μητέρες τους που σταυρώνονται
για την ανάπτυξη του πολέμου
για την υπεράσπιση των τραπεζών
σε κάθε γωνιά της Μεσογείου, στο Αιγαίο
πνίξτε τη φωνή, τα όνειρα τους
τσακίστε τη ζωή τους
κι ύστερα, σαν έτοιμοι από καιρό
τα όπλα στρέψτε
στους συμπατριώτες σας
η δουλειά δεν τέλειωσε ακόμα

ξημερώματα Δευτέρας 23/4/2018 στο πλοίο για τα Χανιά

***

ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΛΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

έρχονται μέρες
που δεν γνωρίζουμε
τι ή ποιός
θα μας πνίξει πρώτος
η αφρικάνικη σκόνη
η ανοιξιάτικη υγρασία
τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
ο πόλεμος στη Συρία
η φτώχεια μας,
έρχονται μέρες
που μέσα απ’ το σκοτάδι
πάλι το φως θα
γεννηθεί

15/4/2018

ΤΑ ΝΑΥΑΓΙΑ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

θάλασσα

Μακριά στον ορίζοντα γίνεται

ένα ναυάγιο, είναι πολύ μακριά

και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους,

τους φίλους και τους συγγενείς που

τους θρηνούν.

Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο

ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε

τους πνιγμένους, καθώς και τους

φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ

1998

View original post

Λουκάς Αξελός, Τρία ποιήματα

Όπως πάντα

Είχαμε μαζευτεί πάλι, όπως κάθε μέρα
όμοιοι δίχως αλλαγή,
με τα ίδια πρόσωπα και πουκάμισα
τις ίδιες τυπικές λέξεις κι ιδέες.
Καθόμασταν στο σκουριασμένο κήπο
με τα κίτρινα δέντρα και χόρτα του
χαμένα στη σκιά της μάντρας.
Άξαφνα η σιωπή σκίστηκε στα δυό:
Ο Άρης πέθανε…
και πώς και τί, πάει κι αυτός, κρίμα.

Είχαμε μαζευτεί πάλι — φθινόπωρο άρχιζε —
όπως κάθε μέρα
όμοιοι δίχως αλλαγή,
μόνοι εμείς οι πέντε «εκλεχτοί»
μακριά απ’ τους θόρυβους της πόλης.

Αθήνα, 10 Αύγουστου ’66

***

Πέτρινο καλοκαίρι

Αίσθηση δεν υπάρχει
αυτές τις πύρινες στιγμές, αυτές τις λαθεμένες νύχτες.
Η εκνευριστική ησυχία
των φαινομενικών αντικατοπτρισμών
τη ραχοκοκαλιά σου ερεθίζει.
Άραγε η εξάτμιση των υδάτων
κι η αφαλάτωσή μας
στην άναρχη οδό που περπατάμε
οριστική θε νάναι;
Το στόμα σου ξεραίνεται, ενώ
ποτάμια, χείμαρροι ο ιδρώτας,
πελώριος υδάτινος λαός, ξεχύνεται απειλητικά
στο βάθος
ποτίζοντας τη χλόη σου
τρυπώντας σου τα μέλη.

Καλοκαίρι 1967, ασφυχτικά
ξερή εικόνα
δάσους τροπικού (πυρακτωμένου κάκτου)
σε Μεσογειακό μοτίβο.

Αθήνα, 10 Ιούνη 67

***

Χαραγμένα στην πέτρα

Στο Μάνο

Πέτρα αμίλητη
και πόρτα σφαλιστή.
Χαθήκαμε μες τα σχίνα
να διαβάζουμε χαραγμένα στην πέτρα
Γιάννης Βρεττός 1948,
Νίκος Σούκας 1936…

Πώς πέρασε αυτή η ζωή
και σκάλωσε στο πλακόστρωτο…

Ανάλαφρα πατάει στο πεζούλι.
Όμως δεν κοιτά το ίδιο.
Το βλέμμα άγριο κάτω απ’ το δάσος του φρυδιού
τρυπάει το σώμα των φυλάκων
και πηδώντας τα βράχια
χάνεται στα φουσκωμένα κύματα.

Κάστρο της Πύλου, 28 Αυγούστου ’73

*Από τη συλλογή “Περιπέτεια ή Επιστροφή αρ. 2”, Εκδόσεις Στοχαστής, Γενάρης 1981.

Γιώργος Ζησιμόπουλος, Δέκα ποιήματα

Peter Steinhauer, Taikoo Windows (Hong Kong, 2008)

ΚΑΛΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Αυτός ο ήλιος
δεν φωτίζει
ούτε ένα πρόσωπο
ούτε μια σκιά
δεν προφητεύει.
Συνεχώς εξημερώνει.

***

ΟΤΑΝ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ

Αυτός ο ήλιος
είναι ακαταβύθιστος.
Διαπλέει τις ανταρκτικές των ψυχών
χωρίς να κλαίει
ούτε ένα σώμα.

***

ΑΝΕΞΟΔΟΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Μεσημεριάζω.
Μέχρι ο ήλιος
να δακρύσει
το μυστικό μου απόσταγμα
σφιχτά κρατώ
μεσοσπονδύλιο δίσκο
των ονείρων.

***

ΞΥΣΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΟ

Χρόνια πολλά
του γύρισαν τις πλάτες
να μάθει επιτέλους
να βλέπει με τα νύχια.

***

ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ
ΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΟΥ

Από τα μάτια μου
στα μάτια σου
την πτώση μου
από τον ουρανό στη γη
ραφή ραφή ξηλώνω.

***

ΓΟΗΤΕΥΜΕΝΟΙ ΑΠΟ
ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΑΠΟ

Από τη νοσταλγία ξεκινώ
απόμερα σε συναντώ
και απόμακρα σε ψάχνω

*

Απόνερα κατακλυσμών
ανάβουνε τους ήλιους μας.
Απόσταγμα της σκέψης μας
τα αποκαΐδια της οργής μας.

***

ΤΕΛΕΙΑ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ
ΟΠΩΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Όταν όλα τα χρώματα
με αναζητούν
εγώ
δεν έχω πρόσωπο
να κρύψω.

***

ΛΑΘΡΑ

Μια φορά κι έναν καιρό
θα ζήσουμε για πάντα

***

ΠΕΡΑΤΙΚΗ ΟΛΙΓΩΡΙΑ

Όπου με στέλνεις
φεύγω.
Όπου κοιτάζεις
ταξιδεύω.
Όπου να ‘ναι
θα συναντηθούμε.

***

ΕΝ ΡΙΠΗ ΟΦΘΑΛΜΟΥ

Η νύχτα
η λύσσα
εμείς
φωτιά στα επιτελεία
πασών των αιτιών.

*Από τη συλλογή “Αφήλιον ήμαρ”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017.