οι νικολακόπουλοι

είμαι εγώ αυτό το άλλο
με επίθετο κενό;
… σαν την κενή σελίδα
που έχω μπροστά μου;
μπορεί, αλλά νομίζω πως οχι.

Το όνομα φίλε μου,
μόνο κενό δεν είναι.
Βαφτίζει σελίδες
και στην αγιοσύνη του σε παραπλανά.

έχω κολλήσει λίγο…

Φοβάσαι πως στο βάλτο που μας φύτεψαν
δεν υπάρχουν πατημασιές.

αυτός ο βάλτος είναι
η προσωπική μου ήττα,
στενά δεμένη στην κανονικότητα,
με ρουφά μέσα του
και εγώ κάνω πως
κοιτώ αλλού.

Μα οι σκιές των ονομάτων
κρύβονται στο χρώμα του λόγου.
Όσα μάτια κι αν άλλαξα,
ποτέ δε βρήκα τη σύνταξη
και τη γραμματική της εξουσίας.

Επιμένεις σε ένα όνομα,
μήπως επίθετο να πω;
που δεν έχει καμιά αξία.
Ίσως γι’ αυτό και να σημαίνει
τόσα πολλά μέσα μου.

Δεν ξέρω τι σημαίνει, τι.
Η πιο σημαντική επί-θεση
είναι η αναγνώριση που έπεται της γέννησης.
Το αποδεικτικό ότι ανήκεις κάπου.
Μονάχα η ανάσα μου,
το κλάμα μου,
επανέρχονται
για να μαρτυρήσουν την ανώνυμη θυσία.

Δεν έχω “μέσα” να ανατρέξω
ούτε άλλες λέξεις
για να περιγράψω το παράδοξο.
Δε βρίσκω σώμα στη σκιά της ύβρεως
κι απ’ το φόβο απλώς βαβίζω
μπαμπαμπα
προστάτεψέ με
pater familia αγκάλιασέ με
κι εγώ ως αντάλλαγμα
θα τιμώ το όνομά σου.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “τσακμάκι”, τεύχος 07, άνοιξηκαλοκαίριφθινόπωρο 2017.

δεκ7 – Ερωτικό

Περπατάμε
στο μεγάλο κήπο μας.
Ο ένας τον άλλο ακουμπάμε
με ερεθίζουν τα φιλιά μας
ντρέπομαι όμως να του πω `’αγάπη μου `’

Και για πρώτη φορά στις ζωές μας δε μας νοιάζει που πάμε
δεν βιαζόμαστε να χαμογελάμε
ληγμένα θεολογικά ερωτήματα αναδύονται στο φιλί
με εμάς θεούς μα και απόλυτα υπόδουλους. σε τι;

στα ένστικτα μας σαν τα ζώα
σε βαθμό που θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε γιατί χτίζαμε συνείδηση
γινόμαστε το ποίημα δεν υπάρχει άλλη ποίηση,
εκτός από τον Χριστιανόπουλο βέβαια

Τέλεια.
Ζωγραφίζουμε το ωραίο μας συννεφάκι και μπαίνουμε μέσα
Γινόμαστε καλύτεροι ο ένας για τον άλλο
κυνηγάμε να προφτάσουμε ο ένας τον άλλο
Για πρώτη μας φορά πονάμε και χαιρόμαστε πραγματικά για κάποιον άλλο
Δεν είμαστε άτομα

Και φοβόμαστε, τρέμουμε μα δε το λέμε
τι θα γίνει όταν γνωριστούμε και ο μύθος διαλυθεί
όταν φανερωθεί και αποδειχθεί η μικρότητα και η ασχήμια μας
κρυβόμαστε ο ένας απ’ τον άλλο ενώ ξεντυνόμαστε
Χαλιόμαστε αρκετά ώστε να έρθει η στιγμή που μαθαίνουμε κάτι για μας

Πως είμαστε ικανοί να αγαπήσουμε άνθρωπο και όχι ιδέα ή εικόνα
να χτίσουμε μαζί να δεχτούμε λάθη να κάνουμε λάθη
μα ξανά από την αρχή να προσπαθούμε
Να γκρεμίζουμε τοίχους να μιλάμε και να ακούμε
να βλέπουμε πως μπορούμε
Δε πα’ να λένε
Ξέρουμε τι θέ’ με
Και μπορούμε
Είμαστε ικανοί
Ο καπιταλισμός στο μεταξύ μας έχει πλέον καταρριφθεί

Τι θα φάμε το βράδυ;
Κάτι ελαφρύ με λίγο λάδι
Ντρέπομαι όμως να του πω `’αγάπη μου `’

Μαγείρεψα φακές, είναι πάνω στο μάτι
τέλειες βγήκαν, έφαγες έξω; εντάξει
όχι δε βγήκα, άμα θες έχει στο ψυγείο κρασί
βάλε ένα να κάτσουμε παρέα

Κατέβασα καινούργιο επεισόδιο
εδώ ή πάμε στο κρεβάτι;
Ήθελα κάτι να σου πω αλλά γάμα το
Το ξέρεις ότι σ’ αγαπώ. Ε;

Απλά καμιά φορά νομίζω το ξεχνάμε και
απλά ήθελα να το πω.

*Άλμπουμ “Άναπνοές”, Τραγουδά η Σαβίνα Γιαννάτου.

https://www.facebook.com/dektipota

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Γενοκτονία ν’ αοιλλή εμάς

η γιάγιαμ έλεεν* ιστορίες για τ’ ασκέρ’*
τον πάσακαμ ούλς τ’ ασλάντς έφαγανατσε* θρηνούσε
μουρμούριζε ακατάληπτα για το ξερίζωμα α σην πατρίδαν *
στη Μερσίνα σακιά μας φόρτωσαν στα καράβια κόμπιαζε
μπόγους λερούς μας πέταξαν στου Πειραιά τις αποβάθρες
κι αφού μας ξέβγαλαν στ’ απολυμαντήρια της Καλαμαριάς
μας έχρισαν Ακρίτες στ’ άγονα βουνά της παραμεθορίου
ν’ αοιλλή εμάς πε χάσαμε τ’ αγούρτσεμουν, το σπίτεμουν*
μοιρολογούσε γοερά και καταριόταν και βλαστήμαγε
κι αναθεμάτιζε τους πολεμοχαρούς για τη γενοκτονία

η γιάγιαμ έλεεν*=η γιαγιά μου έλεγε
ασκέρ’*= τουρκική asker «σώμα στρατού»
τον πάσακαμ ούλς τ’ ασλάντς έφαγανατσε*=τον αδελφό μου, όλα τα “λιοντάρια” τα έφαγαν α σην πατρίδαν *=απ’ την πατρίδα
ν’ αοιλλή εμάς πε χάσαμε τ’ αγούρτσεμουν, το σπίτεμουν*^ αλίμονο σ’ εμάς που χάσαμε τους άνδρες μας, τα σπίτια μας

Βασίλης Τσιρώνης, Αιώνια, το Βερολίνο – Μόλις κυκλοφόρησε!

ΙΙΙ.

Γεννήτορα
Αδερφέ μου
Herr, εσύ
Κοίτα το στήθος μου γυμνό
Το φως που διαρρέει από τα οστά και δεν σωπαίνει
Τόσο φως φυλάσσω ακόμα
Φονικό και θείο
Κι είναι όλο για σένα

Στέλλα Πετρίδου, Αντίο δε θα πω

Το αντίο δεν το θέλησα ποτέ μου
κι εσύ μ’ ανάγκασες πολύ
να ξεριζώσω την καρδιά μου,
να πεθάνω
μπήγοντας με τα νύχια μου βαθιά στα σωθικά μου,
κουρέλι να μ’ αφήσω,
άψυχο κορμί να κουβαλώ
κάθε βουβό μου πόνο.

Αίμα στις φλέβες μου να ξέρεις δεν κυλά.
Νεκρώθηκε κι αυτό,
νέκρωσε κι η ψυχή μου.

Το αντίο δεν το θέλησα ποτέ μου
κι εσύ μ’ ανάγκασες πολύ
να τυλιχτώ στο τίποτα,
να διαλυθώ
σκορπίζοντας στο δρόμο τα όνειρά μου,
μονάχη να μ’ αφήσω,
έρμαιο μιας τύχης ξοφλημένης
προσμένοντας το τέλος για καλό.

*Από την ποιητική συλλογή «Ο καιρός», Εκδόσεις «άλφα πι».

Βαγγέλης Κούταλης, προστατευόμενο είδος

στην Πανσέληνο που τώρα με βυθίζει
μαζί της στο νερό

Κάθε τόσο, μια ριπή ακούγεται στα βάθη της καρδιάς μου
Δεν διακόπτει τη ροή του αίματος
Ούτε το ρυθμό της διαστολής
Ούτε το ρυθμό της συστολής
Δεν διακόπτει τίποτα

Η ζωή, όπως λένε, συνεχίζεται
Ο χρόνος που της αναλογεί
Είναι, όπως επίσης λένε, αναντίστρεπτος
Βέλος που καρφώνεται στο στόχο του
Αλλά, παρόλα αυτά, δεν βγαίνει, αν το τραβήξεις, ούτε σπάει:
Μια παρατεινόμενη κι επιδεινούμενη αλλεργική καταρροή

Κάποτε τα μάτια μου ήταν αιχμηρά
Και μπορούσα να κρατηθώ από την άκρη του γκρεμού
Σφίγγοντας στο βλέμμα μου την πέτρα
Χωρίς να χάνω το μέτρημα
Χωρίς να διστάζω να μετρήσω τις απώλειες
Ή να αφήσω τους νεκρούς
Να θάψουν τους νεκρούς τους
Κλίμακες πτυσσόμενες,
Περιστρεφόμενες,
Ελικοειδείς,
Κυλιόμενες στο πιο πυκνό σκοτάδι
Ο ίλιγγος των προσπεράσεων
Από την ατέλειωτη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης
Από την ατέλειωτα πυκνή λωρίδα του απροσπέλαστου δικού μου
σκοταδιού
Καθώς έτεινα να πιάσω το χέρι που μου έδινε,
Συσπώμενη επιδέξια, η εικόνα στον καθρέφτη

Και ύστερα, διαπίστωσα ότι είχα παραβλέψει την κλεψύδρα:

‘Tis common indeed to say,
We feel such a Blow, or we feel such a Wound,
But this must not be allow’d but in a popular Latitude;
For to speak strictly and Philosophically,
’tis not the Blow that we feel,
But Pain (1)

Ερχόμουν να σε βρω και επαναλαμβάνα το ίδιο αυτοσχέδιο κουπλέ
Που είχα σκαρώσει όταν, κάποιους αιώνες ίσως πριν,
Άφησα την Κλυταιμνήστρα
Ή την Κλάριμοντ
Πίσω μου να αιμορραγεί
Και έκλαιγα ασταμάτητα
Γιατί το ήξερα ότι εκείνη ήταν πίσω
Κι ότι εκείνη, επίσης, ήταν που αιμορραγούσε
Αλλά ερχόμουν να σε βρω
Διανύοντας, με μια πρωτόγνωρη αμηχανία, την απόσταση που χωρίζει
Την πλευρική αποβάθρα του σταθμού
Από το δάπεδο της προσωρινά σταματημένης αμαξοστοιχίας
Ερχόμουν να σε βρω
Και τραγουδούσα κάτι που, ακόμα και τότε, μου φαινόταν ακατάληπτο:

Primus amoris huius effectus,
Est indissolubilis,
Animorum vestrorum nexus.
Fiaec autem unio non tarn de corpore,
Quam de animo, affectu,
& amore intelligenda est (2)

Και είχα ήδη αρχίσει να αντιλαμβάνομαι
Ότι δεν πρόκειται για πλήγμα ή πληγή
Αλλά, «ακριβολογώντας και φιλοσοφικά μιλώντας»,
(όπως το αντέγραψα προ ολίγου)
Για πόνο
Βαθύ, ανεξοικείωτο, σιωπηλό, ανελέητο πόνο
Κι ως εκ τούτου, ήμουν βέβαιος
Πως αυτή τη φορά θα σε προλάβω
Πως θα γαντζωθώ από τους δείκτες
Ορμώντας στην προτεταμένη κάννη, στο λευκό τροχό του Χρόνου
Πως θα φτάσω την κατάλληλη, την ύστατη, και γι’ αυτό κατάλληλη,
στιγμή
Πριν να σταματήσει εντελώς η αιμορραγία

Θυμαμαι πως όταν, κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής μου
Έμαθα να περπατάω
Προσπάθησα να διαπεράσω
Πέφτωντας από ψηλά με την πλάτη
Το κρύσταλλο του μικρού τραπεζιού στο σαλόνι
Σηκώθηκα χωρίς την παραμικρή αμυχή
Αλλά δεν ζεπέρασα ποτέ τον πόνο της πρόσκρουσης
Σε αυτήν την παγωμένη θάλασσα που τέσσερα ξύλινα πόδια συγκροτούσαν
Σε αυτόν τον καταμετρημένο, στεγνωμένο ωκεανό με τις σκιές να αποδημουν
Κάθε φορά που ο ήλιος βυθιζόταν αύτανδρος,
Καταπώς πραγματι όφειλε ανά τακτά διαστήματα να κάνει,
Στο, άλλοτε υδάτινο, καθρεφτισμά του

Τότε η ακεραιότητα του σώματός μου
Μπορούσε να διαφυλαχθεί από την τύχη
Τώρα προστατεύω όλο το αίμα που έχω χάσει
Κρατώντας το ζεστό,
Μέσα σε ερμητικά σφραγισμένες φιάλες
Κλειδωμένες στο συρταρωτό μου όστρακο

Εκεί όπου το βάθος
Σχηματίζεται απ’ τις ριπές

1.John Norris, Practical Discourses upon Several Divine Subjects, Vol. III, London, printed for S. Manship, 1693, p.43.

2. Fransiscus Salesius, Introduction ad Vitam Devotam, Lovanii: types Hieronumii Nempaei, 1668, p, 390.

*Από τη συλλογή “αχυρένιος σκύλος”, Εκδόσεις Φαρφουλάς 2010.

Χρήστος Ντάντος, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΘΕΣΗ

Θέλω να πω οι φόβοι, τα γεγονότα.
Μόνο τα γεγονότα και μόνον οι φόβοι.
Πάντως κενό φωτισμένο ξαφνικά, έκπαγλον.
Έπειτα εγγαστρίμυθη τρύπα, αθέατη
κι όμως εκεί να υπάρχει σημείο.
Τρέφεται απ’ τα σπίρτα του βίου, τα ελάχιστα.
Σε άλλη διάσταση θα με ρουφήξει
σε εξάντληση άλλη.

Έτσι ή αλλιώς γυαλιά κομμάτια
στου ξυπόλητου γυρισμού το μονοπάτι.
Και τις ακούω που κλέβουν στα νώτα.
Κίσσες βραχνές, περιττώματα μετουσιώνοντας
τα αυθεντικά μου φωτόνια.
Τις πυγολαμπίδες επιστροφής
δεν θα ξανάβρω ποτέ.

Θέλω να πω μήτε γεγονότα μήτε φόβοι.
Μονάχα πορεία σε αχαρτογράφητο ναρκοπέδιο.
Λάσπες, κατολισθήσεις, νερά πλημμύρες.
Η πιθανή αυτοέκρηξη.

Ακριβώς για τη λάμψη της.

***

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ

Καταρρακτώδη λόγια.
Τσακίζουν τα βρεγμένα αγάλματα.
Αδειάζουν κέρματα απ’ τον ουρανό
ολημερίς πάνω στην τρύπια ομπρέλα.
Χτυπούν, αναπηδούν και λιώνουν.

Υγρό μολύβι σε χούφτες κρύες
κόβει του καθενός το νόμισμα.
Ακίνητα τα δάκρυα στις άκρες
σαπίζουν περιμένοντας
αίμα πριν τον κλοιό του κυνηγού
λύπη πριν απ’ τη λύπη
δικαιοσύνη πριν.

Σκυφτά οι ασκητές αποσύρονται
στα σκοτεινά πράσινα.
Πίσω από το φράγμα του καταρράκτη
στις μουχλιασμένες σάρκες της σπηλιάς
κουνάει την κομμένη ουρά της η γραφή
γλείφει τα υπάκουα χέρια.

Πνίγεται τώρα ο ήχος των κερμάτων
στο άσαρκο κεφάλι τους.
Κυπροκούδουνα φιλούν τη σιωπή των νερών.
Ο δρόμος δεν αντιστρέφεται, δεν συγχωρεί
μόνο τα σώματα αποκλίνουν, ταλαντεύονται
χρονοτριβούν.

Πλιτς-πλατς, πλιτς-πλατς απομακρύνομαι
στα πράσινα στα σκοτεινά
με το πιστό
το χάρτινο σκυλί μου.

*Από τη συλλογή “Το πέρασμα των νερών”, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2001.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δικαιούσαι έναν κόσμο!!

με τα παράθυρά του ξηλωμένα
να κρέμονται απ’ το σύμπαν,
στις οκτώ να περνάει ένα τρένο αγχωτικών συλλαβών,
στη σκιά ενός μεγάλου ανθρώπου
να ξεκουράζονται πολλοί μικροί ἀνθρωποι
και αυτό να το λεν Εξορία.

Οι φούρνοι που ‘ψηνε τα ψωμιά της η πραγματικότητα
κλείσανε
μιά σιωπή ρίζωσε στις μέρες,
έκτοτε έπεσε η τιμή τους κατακόρυφα..

Δεν αγοράζεται όμως ο χρόνος.
Άνθρωποι συντεταγμένοι απέναντί του,
πόνεσαν με τον ίδιο τρόπο,
φόρεσαν τις ίδιες λύπες,
και βγήκαν να λουστούν
στις ανοιξιάτικες μέρες.

Όλοι μέσα τους έχουν ένα μικρό δάσος,
εκτεθειμένο στον κίνδυνο ερωτήσεων.

Εκεί ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον
γίνονται περίεργες συναλλαγές,
που δυστυχούν οι λέξεις όταν πρόκειται να τις περιγράψουν.

Λουκία Πλυτά, Περβάζι του ήλιου

Όταν καταφέρω να ομολογήσω
την αδυναμία μου να εκφραστώ,
θα σταματήσω να γράφω
και ο τρόπος που τα γράμματα
δίνουν παράξενες μορφές,
δεν θα είναι απλά και μόνο ένας τρόπος
να δένω σιγά-σιγά το σχοινί στο λαιμό μου.
Ελπίζω τότε,
να πάψει το εγκεφαλικό μου τρέμουλο
καθώς θα εισχωρώ στην αφαίρεση
όχι των λέξεων,
ούτε των σκέψεων,
αλλά των συναισθημάτων
που γεννούν οι εικόνες
στα μάτια μου,
όταν ηθελημένα ή αθέλητα εστιάζουν
από το περβάζι του ήλιου στον κόσμο των νεκρών.

*Από τη συλλογή «calcarea carbonica». Εκδόσεις Κύμα, 2017