Γεωργία Τρούλη, Η φυγή

Πάνω στη διαμάχη του τρένου
Με την ροή της ράγας
Πάνω στην ίδια την λέξη φυγή
Στέκομαι χρόνια ολόκληρα
Και το Φ γίνεται Ύψιλον
Γάμμα
Και
Ήττα
Και στέκομαι συνέχεια
Σαν νεφέλωμα πάνω από σπίτι
Που κάνει πάντα το σπίτι να μην φαίνεται
Τα παράθυρα
Οι πόρτες
Οι συνδαιτημόνες της έπαρσης
Έτσι, τίποτα από την φυγή
Δεν τρέμει
Τίποτα από τη στασιμότητα πάνω
Και τα γράμματα συνεχώς
Επιζωγραφισμένα σημεία του ίδιου
Καλά συντηρημένα
Στο αναπόδρασο μέχρι
Να
Φύγουν οι ένοικοι
Οι αγοραστές
Οι γκρεμοσαστισμένοι διαβάτες
Τα θεμέλια του εφήμερου
Και όλη η φασαρία

Να διαλύσει το νέφος
Στο πιο λίγο του ουρανού
Και
Να ταξιδέψει κάπου
Έτσι,
Σου λέω πάνω στο τρένο
Πάνω στο κάθισμα
Πάνω στη ράγα
Πάνω στην ταχύτητα του ίδιου του δρόμου
Που δεν ξέρεις
Πού θα φθάσει να τελειώσει
Το σίδερο να γίνει
Κασσίτερος
Χαλκός
Ασημένιο
Χρυσάφι και
Χορτάρι
Και μετά
Πάλι θάλασσα
Και
Μόνον πλαγκτόν
Σε πρώτη ύλη
Ο αλληλοσπαραγμός
Η επαναφορά
Η φυγή

*Από τη συλλογή “ακρογωνιαία πορεία στο και”, Εκδίσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2012. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Μάνος Ελευθερίου, Η γριά γοργόνα

Πώς είναι μια γριά γοργόνα; Πώς είναι τώρα
που βαριέται να ρωτάει
που ξέρει το παιχνίδι του καιρού κι αναγνωρίζει
λάθη και συμβάσεις
και με φανταστικές κινήσεις εννοεί
ό,τι ρωτούσε πάντα;

Πάντα και πάντα ό,τι ρωτούσε και πώς είναι
όταν σε γύρευε μες στις σπηλιές του ύπνου
μες στα χαράματα του πόντου και στα τρελά νερά
παίζοντας με κόκαλα πνιγμένων
τυφλή, κουφή, ξεδοντιασμένη, με ρευματισμούς,
πώς είναι μια ζωή γονατισμένη
τώρα που η δίκαιη κλεψύδρα μένει ακίνητη
καρφωμένη μέσα στο χρόνο της που περιέχει

ή με τα δώρα κάποιου που γερνάει μόνος του στα καφενεία και στα
πορνεία

κυνηγημένος από σένα κι από φιλιά φαντάσματα
μ’ ένα κορμί που το κατάντησες σαν λατομείο
και δεν ελπίζει να το κοιτάξεις
ή προς το βράδυ να ξεδιαλύνεις τον προσφυγικό του ύπνο
τώρα που σ’ αιχμαλώτισαν άλλοι καθρέφτες κι άλλα φώτα
και δεν υπερασπίζεις πια το σώμα σου·
ανακαλύπτεις τους καθρέφτες μες στο σώμα σου
ή σκουριασμένα σύνεργα ενός παλιού μηχανουργείου
και λες μεταμορφώσεις είναι, τίποτ’ άλλο.
Το ξέρει αυτός, ο συγγενής του κόσμου,
αυτός που είδε αμαρτίες κι αμαρτίες,
στρατούς, παραλυσίες και φυλές,
το ξέρει αυτός πως η ψυχή έχει δικές της αποφάσεις
κι άλλους δρόμους. Πώς δεν σ’ το δίδαξε;
Πώς είναι όμως δίχως φάρμακα ε κ ε ί ν η
ελπίζοντας μια κάμαρα σ’ ένα γηροκομείο
την Κυριακή επισκέψεις από γέρους ναυτικούς
γιατί πια τώρα το ’μαθε καλά

το άλλο μισό του ανθρώπου είναι
το παραμύθι

αλλά κι εσύ γιατί να της παραφερθείς
αφού κοντά της βούλιαξες ολόκληρος
και μόνο το τραγικό σου χέρι φαίνεται
να κρατάει, σαν ψάρι, σπαρταρώντας,
την ψυχή σου.

Χρήστος Ρουμελιωτάκης, Ποιήματα

Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΕΦΤΑΣΕ ΝΩΡΙΣ

Σεπτεμβρίου δεκαεπτά μέρα Τετάρτη

ανοίγω το σάκκο με τα χειμωνιάτικα

το σακκάκι μου το παντελόνι μου

δυό πουλόβερ

στην εσωτερική τσέπη μια απόδειξη συστημένου

(η απάντηση δεν ήλθε ποτέ).
Ο χειμώνας έφτασε νωρίς φέτος απροσδόκητα.

ΑΛΛ΄ ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ

΄Ολο το λέω εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας

αλλ΄ όταν βλέπω τα μάτια σας

να χαμηλώνουν στο ίδιο συρματόπλεγμα

αλλ΄ όταν βλέπω τα μάτια σας

το νιώθω πως είμαστε από το ίδιο αίμα

εσείς κι εγώ σύντροφοι επαγρυπνητές.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Δεν είναι τα όνειρα

αυτά και πότε ήταν

ούτε ο πρακτικός βίος που ανατράπηκε ξαφνικά

την μάνα μου συλλογίζομαι απόψε

στρατόπεδο παραμονή Χριστούγεννα

που θα γυρίζει μοναχή της μέσ΄ στο σπίτι

που θα κοιτάζει τα βιβλία μου

και θα κλαίει.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Τώρα ο καθένας

ας απλώσει τη δική του τη θάλασσα

άλλη θάλασσα ας μη περιμένει

τώρα ο καθένας

ας ανοίξει τους δικούς του ασκούς

άλλος άνεμος δε θα υπάρξει

και πια τι να τις κάνουμε τις σάλπιγγες

τώρα που ο πόλεμος τελείωσε.

Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιήματα

[Συγχώρεσε με που σε ξέχασα]
Συγχώρεσε με που σε ξέχασα
τις νύχτες που με τύλιξε ο έρωτας στα ακριβά του
τα βελούδα
κι αν σε ξεχνώ και τώρα
παραδομένη στα χάδια μέρας χαλαρής
ευφρόσυνες στιγμές του βίου λίγες.

Βλέπεις εσύ είσαι για τα δύσκολα
για τα τραχιά
τα ερημικά
τη μοναξιά, το φόβο

πέτρα που κρύβεται ο λαγός
ο κυνηγός
να ξαστοχήσει.

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Μας δίναν εικονίτσες
που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα.
Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες
και τις βαστούσα στην παλάμη μου.
Παρηγορούσα κάθε πίκρα.

Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ
στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,
ως χαλεπόν η νεότης,
άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα
Τι ζεστασιά. Τι βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.

Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί
τους παρηγορητές και τους προστάτες.
Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλύτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
Άγιοι Πάντες.

Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,
τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν
τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν.

Η ΕΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Κάθε φορά που ταχυδρομεί ένα βιβλίο του
– αφιερωμένο εξαιρετικά –
για την τύχη του αγωνιά.
Θα διαβαστεί;
Θα πεταχτεί;
Θα ξεχαστεί
σε μια γωνιά;

Και σκέφτεται μοιραία
τη συλλογή του Καρυωτάκη
αφιερωμένη – κι άκοπη –
στη βιβλιοθήκη του Καβάφη.

[Ακολουθώ τις νύχτες …]
Ακολουθώ τις νύχτες
το φεγγάρι, τις σκιές
παίρνω από πίσω τη σκιά μου.
Γιατί τι είναι
ο ποιητής;

Ένα υπάκουο σκυλί
που ιχνεύει τη σκιά του
ψάχνει τα θηράματα
που χτύπησε ο Θεός
να του τα πάει.

*Από τη συλλογή “Ποιητών και αγόιων πάντων” (2013).

Ειρηναίος Βρούσγος, ΕΡΩΣ ΚΤΛ. KTΛ. …

«You are innocent when yon dream»
Tom Waits

Κάθε φορά -πια- που ερωτεύομαι,
αυτή η μυστηριώδης βία,
σκέφτομαι ότι θα πεθάνω.
Σ’ αυτή την επιβλητική κατάσταση,
που καθόλου δεν ελέγχω,
βρίσκω μια κάποια παρηγοριά
στη σκέψη του θανάτου.

Κι ενώ περπατούσα μονάχος
στο δάσος με τις καστανιές
συνάντησα ένα μοναχό.
Του μίλησα.
Απ’ έςω φορούσε μαύρα
μέσα όμως ήταν λευκός και γελαστός,
μου είπε:
«Ο έρωτας είναι θάνατος.
Δεν υπάρχει πια εγώ,
δεν υπάρχεις πια εσύ.
Κι ο θάνατος είναι σχέση».
Κι ύστερα γελώντας:
«δηλαδή το τέλος του προσωπικού χρόνου».

Έτσι περνούσα την ημέρα μου,
ωσότου τη νύχτα,
η νύστα νίκησε τον έρωτα!
Δεν θυμάμαι αν σε ονειρεύτηκα.
(You are innocent when yon dream)
Είμαστε αθώοι οταν ονειρευόμαστε.
Τουλάχιστον στα όνειρα που ξεχνάμε το πρωί
Κι όταν είμαστε αθώοι
είμαστε λεύθεροι.

*Από τη συλλογή “στα ενδιάμεσα, παραμυθία”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2013.

Ζαχαρίας Στουφής, Πάνω από τα προβλήματα της τέχνης

Ξεκίνησα από νεαρή ηλικία να δημοσιεύω ποιήματα και να εκδίδω ποιητικές συλλογές. Φέτος λοιπόν κλείνουν είκοσι χρόνια παρουσίας μου στο ελληνικό ποιητικό τοπίο. Όλα αυτά τα χρόνια της καλλιτεχνικής μου δημιουργίας ήρθα αντιμέτωπος με τα μεγαλύτερα (κατά τη γνώμη μου) προβλήματα της νεοελληνικής ποίησης.

Προβλήματα όπως η έλλειψη σχολών ή έστω και ρευμάτων της τραγικής και της σατιρικής ποίησης. Η από κάθε άποψη επικράτηση της μετριότητας στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή αυτής της χώρας. Η δικτατορία που επιβάλουν οι παρεούλες-κλίκες των περισσότερων λογοτεχνικών περιοδικών. Η από κάθε άποψη αστεία και υποτιμητική για τον ποιητή, βιομηχανία των βραβείων, κρατικών ή μη. Η οικονομική εκμετάλλευση και εξαπάτηση των ποιητών από τους εκδότες τους. Η τεράστια αδιαφορία και πολλές φορές άρνηση των βιβλιοπωλείων να φιλοξενήσουν στα ράφια τους ποιητικά βιβλία (ευτυχώς υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις). Ο κοινωνικός αποκλεισμός των ποιητών ως ένα είδος φρενοβλαβών και ασύμφορων ανθρώπων, αφού η ποίηση δεν εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες ούτε έχει οικονομικά οφέλη και τέλος, η άρνηση των ίδιων των ποιητών να σκύψουν πάνω από τα προβλήματα της τέχνης τους και οργανωμένοι να τα επιλύσουν.

Κανένα από αυτά τα προβλήματα δεν κατάφερα να επιλύσω και εκτός από την πίκρα που μου έχουν προσφέρει, τίποτα άλλο δεν έχουν να προσφέρουν σε κανέναν. Η συνειδητοποίηση, όμως, αυτών των προβλημάτων συνέβαλε στο να αντιληφθώ νωρίς τη μοναχικότητα της τέχνης μου και να έρθω αντιμέτωπος με τη δική μου ηθική στάση ζωής. Έτσι, έχοντας απέναντι τον εαυτό μου, δύο θεωρώ πως ήταν τα μεγάλα ερωτήματα που κλίθηκα να του απαντήσω. Όμως, και τα δύο έχουν μείνει αναπάντητα μέσα μου και μάλλον δεν θα καταφέρω να τα απαντήσω ποτέ.

Στο πρώτο ερώτημα που δεν είναι άλλο από το τι είναι τέχνη, το μόνο που κατάφερα να εντοπίσω, είναι τι δεν είναι τέχνη. Έχω την βαθιά πεποίθηση πως ό,τι έχει να κάνει με τη διασκέδαση-ψυχαγωγία δεν μπορεί να είναι τέχνη. Αυτό όμως θα μπορούσε να σημαίνει πως ό,τι δεν είναι διασκέδαση-ψυχαγωγία, είναι απαραίτητα και τέχνη; Για το καλύτερο ξεκαθάρισμα του τοπίου, πρώτα θα πρέπει να προσδιορίσουμε τη βλακεία και να την εντοπίσουμε, μιας και στους ανθρώπους και στα έργα όπου αυτή κατοικεί, η τέχνη απουσιάζει. Φυσικά, εδώ γίνονται ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα μιας και θα πρέπει να έρθουμε αντιμέτωποι με την προσωπική μας βλακεία (πράγμα αδιανόητο και αντικρουόμενο με τη ματαιοδοξία των ποιητών), άσε δε που ελάχιστοι άνθρωποι στην ιστορία αυτού του πλανήτη το έχουν καταφέρει.

Το άλλο ερώτημα είναι φαινομενικά όμοιο με το προηγούμενο, αλλά στο βάθος του δεν είναι. Στο ερώτημα τι είναι ποίηση, όχι μόνο δεν κατάφερα να απαντήσω, αλλά ούτε ποτέ κατάφερα να προσδιορίσω τι δεν είναι ποίηση. Νομίζω πως έχω νιώσει να γεννιούνται ποιήματα από τη διασκέδαση, νομίζω πως η βλακεία έχει σταθεί αφορμή για τη συγγραφή σπουδαίων έργων και τελικά νομίζω πως η ποίηση μέσα μου, έχει πιο χαοτικές διαστάσεις απ’ ό,τι ο έρωτας και ο θάνατος. Εξάλλου, αλήθεια είναι πως κανείς δεν ξέρει που μπορεί να συναντήσει την ποίηση, ίσως ακόμα και στα πιο αδιανόητα σημεία, πάντως, πολύ σπάνια μέσα στα βιβλία.

Μη μπορώντας λοιπόν να προσδιορίσω μέσα μου την τέχνη και την ποίηση, πώς θα μπορούσα να μιλήσω για αυτές; Φυσικά, οι θεωρήσεις περί ποίησης που έχουν κατά καιρούς δοθεί από ποιητές και διανοούμενους με βρίσκουν απολύτως σύμφωνο και ούτε θα τολμούσα ποτέ να αμφισβητήσω την άποψη κάποιου περί ποίησης, αντίθετα η κάθε τέτοια άποψη που πέφτει στον δύσβατο δρόμο μου, απλά τον φωτίζει. Το «πρόβλημα» είναι πως εγώ δεν έχω μπορέσει ακόμα να έχω τη δική μου θεώρηση για την τέχνη στην οποία έχω αφιερώσει την ζωή μου. Είναι σα να μου ζητούν να διαβάσω μία γραφή που για πρώτη φορά βλέπω, αλλά που δυστυχώς, την έχω γράψει εγώ πριν από λίγο. Σχήμα οξύμωρο όσο και πραγματικό. Λυπάμαι πραγματικά που δεν έχω και δεν ξέρω να σας πω τίποτα για την ποίηση, εκτός του ότι, πριν από είκοσι χρόνια, χάθηκα περιπλανώμενος στα χαοτικά της τοπία και τώρα πλέον είναι αργά να επιστρέψω.

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Ο Σίσυφος” τεύχος 11, το 2016.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δύο ποιήματα

Το γνήσιο της υπογραφής
Κρεμάστηκες στις σελίδες
Από το γνήσιο της υπογραφής
Του συγγραφέα

Και ζαλισμένη έπεσες
Στο κάτω ράφι
Με τα εξώφυλλα
Γλιστρώντας στα περιεχόμενα
Που ορίζει ο κανόνας

Κινδύνεψες σε μετωπική
Με λέξεις ξεχασμένες
Σώθηκες τελευταία στιγμή
Τινάζοντας τη σκόνη

Μα κάτι θα ψάχνεις πάντοτε
Μια το εγώ
Μια το εσύ
θα ξεφεύγουν νύχτα μέρα

***

Ψευδώνυμη φυγή

Σάστισα σαν είδα
Το δείπνο των ανέμων
Στο δείλι της βροχής
Κι αναστέναξα απορώντας

Τι θέλω εγώ απρόσκλητος
Ανάμεσα σε ήχους
Γέλιων και θρήνων
Σε αλήθειες και ψέματα
Γάμων και κηδειών;

Δείκτης σιωπής
Φως αντοχής
Και δώδεκα χτύποι
Της καρδιάς μου
Σαν χάθηκα χαράματα
Στα εντός μου

Ανήμπορος πειρατής
Στα ίχνη
Ψευδώνυμης φυγής

*Από τη συλλογή “Γραβάτα δημόσιας αιδούς”, Εκδόσεις Κέδρος, 2018.

futurabooks's avatarΕκδόσεις futura

cendrars-EXOFΜπλεζ Σαντράρ
Σκότωσα

Στο «J’ai tué», ο Σαντράρ εξιστορεί μια όψη της ποίησης, πιθανόν τη δυσμενέστερη μα ταυτοχρόνως αγλαή. Λέξη προς λέξη όλα όσα συνέβησαν στο μέτωπο. Το κείμενο επιβεβαιώνει τον εξευτελισμό, την αγριότητα και τη φρίκη του πολέμου, με τον σκοτωμό ενός Γερμανού στρατιώτη να μετατρέπεται σε νίκη της ζωής, της ελεύθερης βούλησης, δίχως ενοχή. Ο Σαντράρ απεικονίζει το αίσχος του πολέμου τόσο έντονα, τόσο περιγραφικά, που αμέσως μετά την έκδοση του κειμένου, το 1918, ένας αρθρογράφος τον αποκάλεσε βάρβαρο και αμφισβήτησε τη λογοτεχνική φύση και αξία του κειμένου.

Ο ποιητής δεν δημιουργεί πολέμους, δεν τους χρειάζεται, δεν τους επικαλείται, μολαταύτα καλείται να τους αντιμετωπίσει, ώστε να παραμείνει ζωντανός, ώστε να διασώσει την ποίηση της ζωής. Αφού η, λεγόμενη, πασιφιστική τοποθέτηση που ωθεί στην άρνηση της αντιμετώπισης ενός τόσο κρίσιμου και τρομακτικού γεγονότος, εν ολίγοις νίπτει τας χείρας, ή έστω, συντηρεί την ευτράπελη πραγματικότητα του ποντικού που τρέχει εγκλωβισμένος…

View original post 87 more words

Δημήτρης Δημητριάδης, [Η ΑΛΛΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ]

Κι όμως
μία αλόγιστη στιγμή
παραδομένη στην εμβέλειά της
και αφημένη να καταλήξει στον προορισμό της
δεν έχει άλλη κατεύθυνση
απ’ την καρδιά του χρόνου
που χάνεται όταν δεν πλήττεται
ολοταχώς με τόλμη καίρια και ακαριαία
επιδιώκοντας να μετατρέψει
την ακαμψία σε κάμψη της αδράνειας
και την σιωπή σε λόγο παραινετικό
Έτσι σιγά η οχλαγωγία
τέμνεται το μηδέν
θίγεται το προαιώνιο
και επανέρχεται το αρχικό
Τότε όλα ηρεμούν
όχι από χορτασμό και άδειασμα
αλλά από εκπλήρωση
εκείνου του ελάχιστου που είναι
η έλευση του πλήρους
και σπινθιροβολεί για μια στιγμή
εκείνο που είναι στιγμιαίο
ενώ θα έπρεπε
αν ήμασταν στ’ αλήθεια ζωντανοί
να διαρκεί
όσο το Σύμπαν

17 Μαρτίου 2013- 17:59μ.μ.

*Περιλαμβάνεται στην έκδοση Δημήτρης Δημητριάδης – Γιώργος Αλισάνογλου, προς αυτή την αλόγιστη κατεύθυνση, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, β’ έκδοση, Δεκέμβρης 2013.

Ειρηναίος Μαράκης Δύο ποιήματα

PRIDE

έψαχνε τον εαυτό του

σε άφτερ, στάσεις φορτηγών και ουρητήρια

αδρά πληρώνοντας μια νύχτα επαφής

μα κάποτε σταμάτησε αυτή την αναζήτηση

δεν άντεχε πλέον τον τόσο ανδρισμό

συζητήσεις για μπάλα και για πόλεμο

κι αιτήσεις για σιωπή

από τυχαίους εραστές

με γυναίκα, παιδιά

σπίτι στο χωριό και σκύλο,

τώρα πια παρηγοριά ζητούσε

σε αγκαλιές Πακιστανών και αγοριών στην εφηβεία

δίνοντας κάτι λιγότερο από τον βασικό μισθό

ύστερα κρύφτηκε

ακόμα περισσότερο στο σπίτι του

μετά από μια απόπειρα ληστείας

κι έναν εκβιασμό

απογοητευμένος σκέφτηκε την αυτοκτονία

με κόκκινο κρασί και χάπια της κατάθλιψης

σώθηκε δύσκολα κι ύστερα από μεγάλη νοσηλεία

έφυγε απ’ την πόλη μετά από λίγα χρόνια

σε Ευρώπη κι Αμερική ταξίδεψε

ψάχνοντας την αγάπη

ανθρώπους γνωρίζοντας ίδιους όπως αυτός

που αν μία φορά λύγισαν

χίλιες φορές σηκώθηκαν

(βασισμένο σε πραγματική ιστορία)

Χανιά-Αθήνα, Ιούλιος του 2016

***

18%

είμαι ένας άνθρωπος μοντέρνος

ή μάλλον σύγχρονος θα πω

ίσως της εποχής μου, ακούγεται καλύτερα

και το μοντέρνο πια λέξη είναι

ξεπερασμένη,

ναι, είμαι ένας άνθρωπος της εποχής μου

τώρα πια τα πρωινά δεν βάζω τη μαμά

καφέ να μου φτιάχνει ελληνικό

ούτε πίνω φραπέ

απλά με το ντελίβερι σπίτι μου φέρνουν

φρέντο καπουτσίνο με καστανή ζάχαρη

εννοείται ακατέργαστη

κι ύστερα αφού στο ίνσταγκραμ μοιράσω καρδουλίτσες

όπως κάποιοι άλλοι θα μοίραζαν φιλιά

ειδήσεις βλέπω στο τάμπλετ μου

που ακόμα και για καιρό

σε δόσεις ευκαιρίας θα πληρώνω,

ναι, ειδήσεις βλέπω και θυμώνω

φτώχεια, πείνα και κακό

και σχέδια μυστικά ενάντια στην πατρίδα μου

στο ήθος, στην ψυχή της

με φοβίζουν, με αγχώνουν και με θάρρος οδηγούν

να ζητήσω πραξικόπημα για να σωθεί ο τόπος

αναστενάζω: «μας λείπεις Παπαδόπουλε»

κι ύστερα στο νετφλιξ θα γυρίσω

για μια σειρά μου είπαν με κέφι, αίμα και σασπένς

με οχτώ στα δέκα αστέρια, πολύ καλή, αμερικάνικη

(σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος» ένα 18% των Ελλήνων πολιτών δεν θα έλεγε όχι σε ένα… πραξικόπημα…)

9/7/2018