Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Ριπή ανέμου στη μικρή γειτονιά

Ποιός τραγουδά μες στη νύχτα τα τραγούδια μας;
Ποιά σκέφτεται τη χτεσινή ημέρα;
Ποιά νυχτερίδα σιμώνει την κουκουβάγια;
Και ποιός τροχός σκαλώνει στο γύρισμά του;

Φιλίες αντάμα με τις φοβίες κι έρωτες γνωστοί
με τις άγνωστές τους προδοσίες

Τα παραμύθια, ένθερμα στοχεύουν στις καρδιές μας
μας κάνουν πλάκες και μας κυκλώνουν, εν χορώ

Δεν θα’ναι πάντα έτσι ο καιρός
στη βροχερή πλατεία των αναμνήσεων
κι ούτε κόβεται η φεγγαροφωτιά στα δύο,
και να,φωτίζει μια στιγμή ολόκληρη τη μέρα:

Θυμάσαι Μαρία,που μάζευες μαργαρίτες
δίπλα στο μικρό αλώνι;
Σε ζήσαμε τόσο πολύ που μας έμεινες αξέχαστη

Και τη Φιλιώ,μες στο κόκκινο φόρεμα της
να παίζει κιθάρα κι η κοτσίδα της
να τινάζεται;…
τη θυμάστε σύντροφοι;

κι ο Αντόνιο που ασθένησε και μας έστελνε
γράμματα φλογερά
λες και φτιαγμένα απ’τη ζεστή φωνή του

Χανόμασταν σιγά σιγά
σε βαθύσκιωτα πελάγη που τ’αρμενίσαμε
σαν τα καλύτερα παιδιά
που μας ξεχάσαν σιωπηρά

Ειρήνη κι Ησυχία,στο κέντρο του χειμώνα

*Ιούλιος 2003

***

Το Σκίρτημα σε βαλς’89 (ΙΙ)

στην αγαπημένη Ιωάννα R

Δυο βήματα,άντε τρία μακρύτερα από κείνη
Άγνωστοι μεταξύ μας,μόλις δυο βήματα,άντε τρία
Βρεθήκαμε να μιλάμε για ώρες επί ωρών
και σε κάθε σταθμό σηκώνονταν στο παραθύρι
να γελά φωναχτά και με μια φράση ξεχωριστή
να βρέχεις τα μαλλιά σου και να μοιράζεσαι τη μουσική
Velvet, Lou Reed,Nick Cave

Απ’το παραθύρι του τραίνου δεν έβλεπα τίποτε
σε κοιτούσα στα ματια και συ γελούσες
κι ήταν μόλις δυο βήματα,ούτε τρία
γίναν ένα και μετά κανένα
τα φώτα σβήσανε,περπατούσαμε μαζί
στα καλντεριμια της ανω πολης

θα σε ξαναδώ και δεν θα ξαναφύγω
έφυγες από εδώ κι έμεινα εκεί
κάποτε και κάπου
μην ξαναφύγεις,να μην σκορπίσουμε στη σκόνη

έτσι σκορπάει στα τέσσερα σημεία
το σκίρτημα,

***

Άτιτλο

Σεμνέ λαμνοκόπε
πού αψήφισες; Σειρήνες
και περάσαν χίλιοι μήνες

Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Δημήτρη Π. Κρανιώτη στη Θεσσαλονίκη

H Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και οι εκδόσεις Κέδρος διοργανώνουν την παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής «Γραβάτα δημοσίας αιδούς» του Δημήτρη Π. Κρανιώτη, ιατρού ειδικού παθολόγου, την Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018 στις 7μ.μ. στη Στέγη της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (Δημοσθένους 4, παράλληλος της πλατείας Αριστοτέλους, Θεσσαλονίκη).
Πρόκειται για την ένατη ποιητική συλλογή του Λαρισαίου ποιητή σε Ελλάδα και εξωτερικό, με 52 ποιήματα που έγραψε την τελευταία επταετία 2010-2017.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Βαγγέλης Τασιόπουλος (ποιητής, Γεν. Γραμματέας της ΕΛΘ), Τόλης Νικηφόρου (ποιητής, πεζογράφος), Αλεξάνδρα Μπακονίκα (ποιήτρια), Σταύρος Γκιργκένης (ποιητής, δρ. φιλολογίας, μεταφραστής).
Ποιήματα της συλλογής θα διαβάσουν: η Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή (ποιήτρια) και ο ίδιος ο ποιητής. Η είσοδος είναι ελεύθερη.

https://www.kedros.gr/article.php?articles_id=1478
https://www.kedros.gr/product/8800/grabata-dimosias-aidoys.html
https://www.kedros.gr/author/2337/kraniwtis-dimitris.html

Ο άγνωστος Νίκος Καββαδίας

Ανέκδοτη αλληλογραφία, άγνωστες συνεντεύξεις, αθησαύριστο υλικό, μαρτυρίες, ντοκουμέντα και τεκμήρια που ήρθαν στο φως μέσα από μια πολυετή έρευνα παρουσιάζονται σε έναν τόμο που συμπληρώνει την εικόνα του αγαπημένου ποιητή

«Ο Πειραιάς είναι η κατ’ εξοχήν ανήσυχη πόλις που αντλεί από την αέναη άρυθμη κίνηση του πολύβουου λιμανιού της, την ακαταστασία των πόθων, το μικρόβιο της μετακινήσεως, την αίσθηση της ζωής – αυτό περισσότερο από όλα -, της πραγματικής ζωής, κι όχι της ζωής των σαλονιών και των κοσμοπολίτικων μυθιστορημάτων». Η παρατήρηση για τον χαρακτήρα του Πειραιά, εισαγωγή σε ένα κείμενο για τη φιλολογική κίνηση της πόλης κατά το προηγούμενο έτος που δημοσιεύθηκε στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο του 1933 στην τοπική εφημερίδα «Νέοι Καιροί», ανήκει σε έναν 22χρονο, ο οποίος είχε ήδη προλάβει να κάνει το πρώτο του ταξίδι ως ναυτικός και προοριζόταν να ταράξει τα νερά της ποίησης την ίδια χρονιά με τη συλλογή «Μαραμπού».

Ο Νίκος Καββαδίας (1910-1975) υπήρξε μια ξεχωριστή, ιδιότυπη περίπτωση της Γενιάς του ’30: ολιγογράφος ποιητής με μόλις δύο συλλογές και ένα πεζογράφημα δημοσιευμένα στη διάρκεια της ζωής του, εκφραστής του κοσμοπολίτικου και του εξωτικού στοιχείου, ασυρματιστής που πέρασε δεκαετίες στη «λαμαρίνα», σε φορτηγά και επιβατηγά πλοία, ταξιδεύοντας ανά τον κόσμο. Σαράντα τρία χρόνια μετά τον θάνατό του ο τόμος «Νίκος Καββαδίας. Ο αρμενιστής ποιητής» σε επιμέλεια του δημοσιογράφου και μελετητή Μιχάλη Γελασάκη κομίζει αθησαύριστο υλικό, συνεντεύξεις και μαρτυρίες που προσθέτουν ψηφίδες στο πορτρέτο του.

Judith Rodriguez: η Aυστραλή ποιήτρια που αγκάλιασε την ελληοαυστραλιανή λογοτεχνία

Η Judith Rοdriguez σε επίσκεψή της στην Αθήνα το 2014 όπου και συνάντησε για τελευταία φορά τον Δημήτρη Τσαλουμά

ΕΛΕΝΗ ΝΙΚΑ

Στον «Νέο Κόσμο» του περασμένου Σαββάτου, ο Δημήτρης Τρωαδίτης δημοσίευσε ένα εκτενές βιογραφικό, στα Ελληνικά, της Αυστραλής ποιήτριας Judith Rodriguez, η οποία, προς μεγάλη λύπη όλων, άφησε τα εγκόσμια πριν μερικές εβδομάδες. Ποια όμως η σχέση της με την ελληνική παροικία; Θεωρώ καθήκον μου να κάνω μια αναφορά σ’ αυτή την καταπληκτική ποιήτρια, μεταφράστρια, ακαδημαϊκό και με μεγάλη παρουσία στον ευρύτερο, αυστραλιανό λογοτεχνικό κόσμο της Μελβούρνης, η οποία έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην εξέλιξη του Δημήτρη Τσαλουμά ως «Αυστραλού» ποιητή και στη συνέχεια αγκάλιασε και υποστήριξε το έργο της Ντίνας Αμανατίδου και αρκετών άλλων.
Να σημειώσω παρενθετικά ότι όντας Αγγλοκελτικής καταγωγής, η Judith Rodriguez χρωστάει το ισπανικής προέλευσης επίθετό της στον πρώτο της γάμο με Ισπανοαυστραλό. Μετά τον χωρισμό της, διατήρησε το όνομά του και μ’ αυτό ήταν ευρέως γνωστή. Επιπλέον, ήταν ίσως και μια ένδειξη της αγάπης της για μια πιο κοσμοπολίτικη Αυστραλία.
Ιδού λοιπόν πώς έγινε η πρώτη και λίαν ευτυχής γνωριμία της με τον Δημήτρη Τσαλουμά. Όπως έχει δηλώσει επανειλημμένα η Judith, η πρώτη συνάντησή της με τον άγνωστο τότε ποιητή έγινε το 1979 στη βιβλιοθήκη Carringbush του Richmond όπου γινόταν μια εκδήλωση ποιητικών αναγνώσεων. Η Judith συνοδευόταν από τον δεύτερο σύζυγό της, τον γνωστό Αυστραλό συγγραφέα Tom Shapcott, ο οποίος ήταν τότε υπεύθυνος των ποιητικών δημοσιεύσεων στον εκδοτικό οίκο University of Queensland Press (UQP).
Σ’ αυτή τη βιβλιοθήκη άκουσαν τον Τσαλουμά να διαβάζει ποιήματά του (μεταφρασμένα στα Αγγλικά από τον φιλέλληνα φιλόλογο Philip Grundy). Στη φωνή του Τσαλουμά με τη διαφορετική θεματολογία του, την επιγραμματικότητα και τον λυρισμό του, συνειδητοποίησαν και οι δύο ότι η εποχή του πολυπολιτισμού είχε πλέον φθάσει και ότι η αυστραλιανή λογοτεχνία δεν θα αποτελούνταν μόνο από αγγλοσαξωνικά ονόματα. Πράγματι, το 1983 ο Tom Shapcott δημοσίευσε από τον εκδοτικό οίκο UQP ποιήματα του Τσαλουμά σε δίγλωσση μορφή με τίτλο The Observatory [Το παρατηρητήριο]. Η έκδοση αυτή απέσπασε το πρώτο βραβείο ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς, πρωτάκουστο για τα αυστραλιανά δεδομένα να βραβευτεί ένα έργο από μετάφραση.
Μετέπειτα, η πορεία του Τσαλουμά στο χώρο της ευρύτερης αυστραλιανής λογοτεχνίας απέδειξε ότι πράγματι άξιζε της υποστήριξης των δύο αυτών ποιητών του αυστραλιανού λογοτεχνικού κατεστημένου. Η ποιητική του πορεία, με πολλά βραβεία για την ποίησή του, συνεχίστηκε μέχρι το 2014 όταν πια ο Τσαλουμάς αποφάσισε να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα. Πέθανε το 2016 στο νησί του, τη Λέρο,την οποία ύμνησε τόσο λυρικά στο έργο του. Η Judith και ο Tom Shapcott παρέμειναν στενοί φίλοι και υποστηρικτές του έργου του από το 1979 μέχρι το θάνατό του.
Μέσω της δικής μου έρευνας και δημοσίευσης Ελλήνων λογοτεχνών της παροικίας, ήμουν τυχερή να γνωρίσω το ζευγάρι αυτό, των οποίων έτυχα της θερμής τους υποστήριξης για τις εκδόσεις μου Ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας. Με την Judith είχαμε συχνή επικοινωνία και πάντοτε ήθελε να γνωρίζει τι καινούργιο έχει εκδοθεί, ενώ δεν παρέλειπε να στέλνει τα σχόλιά της και να ενθαρρύνει συνεχώς. Λόγω του ότι δεν γνώριζε Ελληνικά, μπορούσε μόνο να διαβάζει Έλληνες συγγραφείς από μετάφραση. Έτσι γνώρισε και αγάπησε το ποιητικό έργο της Ντίνας Αμανατίδου που τη δεκαετία του ‘80 άρχισε να εμφανίζεται σε ποιητικές εκδηλώσεις με αγγλικές μεταφράσεις.
Όταν συναντιόμασταν, πάντα με ρωτούσε πότε θα δημοσιεύσω την Ντίνα Αμανατίδου σε αγγλική μετάφραση και ότι αν χρειαζόμουν τη βοήθειά της, θα μου την έδινε ευχαρίστως. Έπρεπε να περιμένει μέχρι το 2011 να χαρεί την όμορφη και πολυσέλιδη έκδοση της ποιητικής συλλογής Dreams of Clay, Drops of Dew σε μετάφραση της Κωνσταντίνας Ντούνη, που εξέδωσα και όπου στην παρουσίαση στην Ελληνική Κοινότητα ήλθε και τίμησε με την παρουσία της η Judith.
Όταν το 2016 αποφάσισα να συμπεριλάβω την Ντίνα Αμανατίδου σε μια σειρά ποιητικών βιβλιαρίων ήξερα ποιος θα έγραφε την εισαγωγή. Η Judith χάρηκε ιδιαίτερα που αυτή τη φορά θα έπαιζε έναν πιο λειτουργικό ρόλο διαβάζοντας προσεκτικά τα επιλεγμένα ποιήματα της Ντίνας (σε μετάφραση Κυριάκου Αμανατίδη) και γράφοντας μια εισαγωγή για το αγγλόγλωσσο αναγνωστικό κοινό. Σ’ αυτή την εισαγωγή, η Judith γράφει:

«Τα επιγραμματικά ποιήματα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, τα πιο δύσκολα να γραφτούν. Αυτά τα ποιήματα που απαρτίζονται από τέσσερις μέχρι επτά στίχους, αποτελούν το απόσταγμα της ποιητικής δεξιότητας της Ντίνας Αμανατίδου. Σύντομα, περιεκτικά και βαθυστόχαστα, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που βρίσκονται στο επίκεντρο του προβληματισμού της ποιήτριας… Από τα επιγράμματα ζητούμε την αλήθεια και ραφιναρισμένο, πνευματώδη λόγο. Η Nτίνα Αμανατίδου συνδυάζει και τα δύο. Ειλικρινής, ανυποχώρητη, η δύναμη της ποίησής της έγκειται στην εξερεύνηση του νοήματος της ζωής μας, και στην αδιάκοπη επιβεβαίωσή του.»
(Dina Amanatides, Fragile World / Εύθραυστος Κόσμος, Owl Publishing 2016)

Ίσως διερωτηθεί κανείς, γιατί άραγε χρειαζόμαστε, ή επιζητούμε, την επισφράγιση των έργων μας από Αγγλοαυστραλούς συγγραφείς; Μέσα στην παροικία εμείς οι ίδιοι είμαστε κύριοι του έργου μας και μεταξύ μας μπορούμε κάλλιστα να αξιολογήσουμε τη λογοτεχνία μας, θα έλεγε κανείς. Σωστό. Έξω όμως από την παροικία και μέσα στον αγγλόγλωσσο κόσμο, χρειαζόμαστε την δική τους ματιά για να δεχτούν και να προωθήσουν το έργο μας. Ιδίως όταν γράφουμε στα Ελληνικά και διαβαζόμαστε μόνο από αγγλική μετάφραση. Αν σκεφτούμε τον σπουδαίο ρόλο που έπαιξαν στον αγγλόγλωσσο χώρο της Αγγλίας και της Αμερικής φιλέλληνες λογοτέχνες, πανεπιστημιακοί και μεταφραστές λογοτεχνίας για την ευρύτερη αναγνώριση των ποιητών Σεφέρη και Καβάφη (όπως π.χ. οι Edmund Keeley and Philip Sherrard) μπορούμε να εκτιμήσουμε περισσότερο τη συμβολή Αυστραλών λογοτεχνών και πανεπιστημιακών, όπως η Judith Rodriguez, στο να γίνει πιο γνωστή η λογοτεχνία μας στον κυρίαρχο αυστραλιανό χώρο. Γι’ αυτό της είμαστε ευγνώμονες, καθώς και για το ότι η ίδια ήταν ένα τέλειο παράδειγμα του τι σημαίνει να ζει και να δημιουργεί κανείς σε μια πολυπολιτισμική χώρα.

Το εξώφυλλο της τελευταίας της ποιητικής συλλογής

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ JUDITH RODRIQUEZ (όχι τελική)

Poetry Collections

– A Question of Ignorance in Four Poets [with David Malouf, Don Maynard and Rodney Hall] (Melbourne: Cheshire, 1962).
– Nu-Plastik Fanfare Red: and other poems (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1973).
– Poems: selections (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1975).
– Water Life (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1976).
– Shadows on Glass (Canberra: Open Door Press, 1978).
– Poems (North Melbourne, Vic: Charles Johnston, 1979).
– Mudcrab at Gambaro’s (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1980).
– Witch Heart (Carlton, Vic: Sisters Publishing, 1982).
– Floridian Poems (Florida, USA: Rollins College, 1986).
– The House by Water: New and Selected Poems (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1988).
– The Cold (Canberra: National Library of Australia, 1992).
– Manatee and other poems (Warners Bay, NSW: Picaro Press, 2007).
– Flares (Melbourne, Vic: Mark Time Books, 2016).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ:

– Jenny Digby, ‘Bathing in a Great Sea of Wonderful Words,’ A Woman’s Voice: Conversations with Australian Poets (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1996), pp. 154-73.
– Lyn McCredden, ‘ “By What Sign/Are You Walking?”: The Poetry of Judith Rodriguez,’ Australian Literary Studies 18.2 (1997), pp. 136-44.
– Lyn McCredden, ‘An Interview with Judith Rodriguez,’ Australian Literary Studies 18.2 (1997), pp. 179-84.
– Jennifer Strauss, ‘ “A Lifetime Devoted to Literature”: A Tribute to Judith Rodriguez,’ Southerly 52.3 (1992), pp. 168-75.
– Jennifer Strauss, ‘Judith Rodriguez,’ in Selina Samuels, ed., Australian Writers 1975-2000 (Detroit, USA: Gale Research, 2006), pp. 273-77.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Στην περίπτωση που κι αυτή η στιγμή
επαναλαμβάνεται για πάντα
θα ήθελα μόνο να πως
πως ούτε κι αυτή η στιγμή
χώρεσε την αλήθεια μας.
Μα δεν πειράζει.
Τουλάχιστον έτσι σας νιώθω κοντά μου.

View original post

Το όνομά μας || του Ανανία Ραφτόπουλου ||

ραφτόπουλο's avatarLos Innuendos

Γρηγόρη τον λέγανε
και ύστερα, Σωτήρη.
Ή Νίκο;
Δεν θυμάμαι πια.
Χθες όμως, άκουσα τ’ όνομά του.
Αλέξης.
Η ίδια σφαίρα που μαχαίρωσε
τον Παύλο.
Στο πτώμα του έπεφταν κλωτσιές.
Είναι ο Ζακ!
Τον ρίξαν από τον γκρεμό.
Μεταμορφώθηκε σε μία ωραία Μαρία, Χριστίνα, Ελένη
σ’ ένα στενό χαντάκι
όπου ξεπλένει η λάσπη
την ανθρωπιά του κ. Πετρίτ.

Χθες,
σήμερα, αύριο,
ίσως σε χρόνια δέκα
ονόματα θ’ αλλάζουν.
Θα ‘ρθει,
εν μία νυκτί,
και η δική μας σειρά.
Πες μου λοιπόν.
Πως είναι τ’ όνομά σου;

View original post

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Στο καφενείο των αγγέλων

Όταν οι άγγελοι μεθύσουν
τότε είναι που αρχίζουν
φιλοσοφίες και συζητήσεις
για την καταγωγή τους άλλοι
για τον πατέρα, τη μητέρα
για το υπόλοιπο το σόι

κάποιοι πάλι συνεχίζουν
να πετούν το ζάρι –

Και αντί γνα απαντήσεις
αρχίζουν τα συνθήματα
για τις ομάδες, για τα κόμματα
και ανοίγουν τις εφημερίδες
και φτάνουν στη γη αποκόμματα

Και οργιάζουν οι φήμες

*Από την ενότητα “Η Σελήνη”

***

Η ραστώνη

Την ώρα της μεσημεριανής
ραστώνης του Αυγούστου
ζωγραφίζω φίδια, που
δαγκώνουν τις ουρές τους
καθώς τα κίτρινα ταξί
αχνίζουν πυρωμένα
ακόμα πιο κίτρινα –
και ακίνητα, στις εξόδους
της Αττικής οδού

Αποφασίζω να κατηφορίσω στη θάλασσα
το νερό ξεπλένει τις αισθήσεις
το αλάτι επουλώνει τις πληγές-
Όμως, με κερδίζει η βαρύτητα
Έτσι, θα πιω μερικά aperol spritz ακόμα
και θα γυρίσω – πάλι
τα μέσα έξω

*Από την ενότητα “Η Πτώση”

*Από το βιβλίο “Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2018.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Η ΣΤΙΓΜΗ

Οι μάσκες άρχισαν να υποχωρούν
τώρα τα πρόσωπα φωτίζονται από ρυτίδες
κι η αντοχή εγκλωβίστηκε σε δωμάτια μπαρόκ.
Στο μεταξύ το βιβλίο της ζωής
γεμίζει από παρενθέσεις
(όλη η ζωή μια παρένθεση χωρίς υπόθεση)
κι οι πρώτες πασχαλιές μια περιφρόνηση
από τα πολλά σκουπίδια
τα στοιβαγμένα μπροστά στις πόρτες μας
κι οι μαργαρίτες μια διαμαρτυρία.

Αυτά τα βλέπεις κάθε πρωί
που λογαριάζεις τη μέρα αλλιώς
ενώ εκείνη έχει τις δικές της αρχές
κι εσένα σ’ αφήνει να μετράς τις ώρες της
μήπως κι απομονώσεις μια Στιγμή
που χρόνια παζαρεύεις στα βιβλία,
ακόμη και σε γιορτές και σ’ επετείους
σ’ όλες τις αργίες που μυρίζουν ξεκούραση
εσύ κυνηγάς δύσκολους ουρανούς:
η κρυφή γοητεία της αλήθειας.

***

0Ι ΔΡΟΜΟΙ

Μαζέψαμε τα πανιά απ’ τον ορίζοντα
αφήσαμε ανοιχτή πληγή τις οπτασίες να μοχθούν για μας
και μαζευτήκαμε στις γωνιές της άνοιξης
διπλώνοντας καλά τα λίγα ακρογιάλια που απόμειναν·
γύρω μας η φωνή η πληρωμένη
να καλεί εθελοντές κι άλλους
που θα λατρέψουν τους ψεύτικους αρχηγούς –
μια στάχτη ιδανικών και δίπλα η φωτιά
μασάει τα ξύλα που εμείς κόψαμε.

Χωρίς πολλά λόγια κοιμηθήκαμε·
λίγα όσα είδαμε αυτή τη μέρα
τα όνειρα δείχνουν περισσότερα
αλλά κι αυτά μια εξαρτημένη παρουσία
στις ανάγκες μιας ζωής
παραγεμισμένης από φτηνά πούπουλα,
όγκοι οι πέτρες σχημάτισαν οροσειρές
και πάνω τους απολιθώματα ναυαγών·
αυξήθηκαν οι εξερευνητές χαμένων ψυχών
οι σκαπάνες χτυπούν ανελέητα τους βράχους
και καμιά φορά την εξώπορτά σου.

Οι δρόμοι τυλίχτηκαν καλά στο χώμα τους
και περιμένουν να τους πατήσεις.

*Από τη συλλογή “Ανάπηροι δρομείς”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2012.

Αντώνης Στασινόπουλος, Πέντε ποιήματα

Αναζήτηση

ΒΑΦΤΙΖΩ το βλέμμα μου στο γαλάζιο της θάλασσας,
η ψυχή υψώνεται στο ουρανό.
Ένα φιλί για σένα,
στολίζεσαι με αστέρια και φεγγαρόσταλες.
Σε προσμένω.

***

Προσμονή

ΣΕ ΦΙΛΗΣΑ με τη ματιά μου,
παράξενη τριανταφυλλένια γυναίκα,
Αιθέριο το λίκνισμά σου.
Γυναίκα, τι προσμένεις εκεί πάνω
με το βυσσινί φουστάνι να ανεμοδέρνεται;
Περιμένω το άγγιγμά σου
Να προλάβουμε την αγάπη.

***

Άλλος Χρόνος

ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΑΜΕ στη βροχή
αστραπές και βροντές
γίναμε μούσκεμα.
Αναριγούν τα σώματα
και σκιρτά η καρδιά.
Τούτη τη νύχτα λες και έχουμε μείνει σε άλλο χρόνο.
Πίνουμε κονιάκ να ξεσταθούμε
και μεθάμε το νου μας στο παρόν.

***

Πάλη

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ κυλάνε κατω από τα πόδια μου.
Το αερικό συναντά τη σκιά του στο λυκόφως.
Και αναρωτιέμαι τι φταίει για την περσινή λειψή σοδειά.
Τούτος ο αγρότης μόχθησε
Για να καρπίσει το δέντρο τη νιότης.
Ατέρμονη πάλη με τα στοιχεία της φύσης και του εαυτού.

***

Όνειρα

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ έγχρωμα εναλλάσσονται εντός μου,
αλλόκοτες μορφές εποσκέπτες στον ύμνο μου,
συνταξιδιώτες στο είναι και στο γίγνεσθαι,
μάρτυρες κατολισθήσεων και ανεγέρσεων.
Κι όμως συμβιώνουμε.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι Ολόγιομο”, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.