Δημήτρης Τρωαδίτης – Λοξές Ματιές, Στοχαστής 2018 – (γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία)

Βαγγέλης Αλεξόπουλος

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με αρχές της δεκαετίας του ’80 συμμετείχε σε ομάδα θεάτρου σκιών και μουσικό συγκρότημα. Με την ποίηση ασχολείται από τα γυμνασιακά του χρόνια. Από το 1992 ζει μόνιμα στην Μελβούρνη. Εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες, κυρίως της ομογένειας. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά τόσο στην Ελλάδα όσο και Αυστραλία, στα Ελληνικά και στα Αγγλικά. Οργανώνει ποιητικές εκδηλώσεις στην Μελβούρνη, ενώ ασχολείται με την ποιητική μετάφραση.
Έχει, επίσης, κάνει μεταφράσεις πολλών άρθρων πολιτικού και ιστορικού περιεχομένου. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης “Το Κόσκινο” στη διεύθυνση http://tokoskino.me

Πριν από τις Λοξές Ματιές Εκδόσεις Στοχαστής 2018, έχουν προηγηθεί οι ποιητικές συλλογές: «Η οργή, το όνειρο και η ζωή», 1997, «Με μια κόκκινη ανάταση» Εκδόσεις Στοχαστής 2016, «Η μοναξιά του χρόνου» Εκδόσεις Οδός Πανός 2016, «Ωδή στο ανικανοποίητο» Εκδόσεις Παλινωδίαι 2017, «Ακροβασίες», Owl Publishing, 2017και «Δίοδος διαφυγής» Εκδόσεις Κύμα 2018.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στην ελληνική ποίηση μας έδειξε ότι έχει κατακτήσει τη δική του μονοσήμαντη και αυτόφωτη ποιητική φωνή. Αυτό το τονίζω γιατί είναι μία από τις συνιστώσες που κάνουν την ποίηση να διαρκεί στο χρόνο. Η ιδιαίτερη φωνή του κάθε ποιητή. Το «στυλ», είναι σημαντικό. Να διαβάζουμε δηλαδή ποιήματα και να αναγνωρίζουμε τον συγγραφέα πριν διαβάσουμε το όνομά του στο βιβλίο. Ειδικά αν τα ποιήματα αυτά τα έχει γράψει κάποιος άλλος τότε μιλάμε για σπουδαία ποίηση καθώς ο δημιουργός έχει αφήσει το στίγμα του επηρεάζοντας άλλους δημιουργούς. Κάπως έτσι δημιουργούνται οι ποιητικές σχολές.

Ο Ίταλο Καλβίνο είχε γράψει το 1984 μια σειρά διαλέξεων τις οποίες σκόπευε να δώσει στο Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, δεν πρόλαβε γιατί στο μεταξύ εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο. Ωστόσο οι διαλέξεις αυτές συγκεντρώθηκαν και εκδόθηκαν με τον τίτλο Τα Αμερικανικά Μαθήματα.

Εκεί περιγράφει τα κριτήρια που πρέπει να πληροί ένα έργο τέχνης.
Τα κριτήρια αυτά είναι: η Ελαφρότητα, η Ταχύτητα, η Ακρίβεια, η Οπτικότητα και η Πολλαπλότητα.
Τα στοιχεία αυτά είναι αναγνωρίσιμα με σαφήνεια στην ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη.

Σημαντικό στοιχείο στη ποίηση του Τρωαδίτη είναι το γεγονός ότι οι ποιητικές του συλλογές συνομιλούν μεταξύ τους όπως και τα επιμέρους ποιήματα συνομιλούν στην κάθε συλλογή.

Και άρωμα Γκίνσμπεργκ θα ανιχνεύσουμε στην ποίησή του και πινελιές από τον Μιχάλη Κατσαρό. Ο Τρωαδίτης έχει διαβάσει πολλή ποίηση, έχει μελετήσει τις ποιητικές σχολές και μέσα από την ιστοσελίδα του Το Κόσκινο τις έχει παρουσιάσει σε όσους ξέρουν να αναζητούν. Εκεί θα ανακαλύψουμε μια μεγάλη βάση δεδομένων ποιητών και ποιημάτων, όχι μόνο Ελλήνων αλλά και αγγλόφωνων και ισπανόφωνων ποιητών σε Ελληνικές μεταφράσεις αλλά και στο πρωτότυπο.

Έτσι έχει δημιουργήσει το στέρεο υπόβαθρο για να αποτυπώσει τη δική του ποιητική άποψη. Και φυσικά δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να εξελιχθεί ένας ποιητής.

Είχα γράψει στο παρελθόν για την ποίηση του Τρωαδίτη και συνεχίζω να το διαπιστώνω και σε αυτή τη συλλογή ότι τρεις είναι οι κύριοι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή του.

Βεβαίως και είναι πρωτίστως ένας κοινωνικός ποιητής, ταυτόχρονα όμως είναι και τα υπαρξιακά ζητήματα παρόντα στην ποίησή του όπως και η ίδια η ποιητική τέχνη που τον απασχολούν.

Ο ποιητής κάνει τέχνη για να διαχειριστεί τη θνητότητα, να νικήσει τον θάνατο..

«Και πάντα η γη θα σκίζεται κάτω από τα πόδια του ποιητή» γράφει.

Καμία σχέση δεν έχει ο Τρωαδίτης με τους λεγόμενους ποιητές της κρίσης. Ο δημιουργός γνώριζε την κρίση, πριν αυτή γίνει παγκόσμια και την είχε προαναγγείλει. Η αδικία, η εκμετάλλευση ο πόλεμος η προσφυγιά προϋπήρχε της ελληνικής κρίσης απλά οι Έλληνες δε το γνώριζαν. Η έκφραση «μακριά από εμάς κι όπου θέλει ας είναι», αποτελεί ένα από τα mόto του Σύγχρονου Ελληνικού πολιτισμού μετά τη μεταπολίτευση.

Σημειώνει:

Οι πρόγονοί μου αμαξηλάτες
σε παρόδους σκοτεινές
σε ουρανούς χωρίς φώτα
αφήνοντας παραλλαγμένες
ανάσες τα πρωινά
πυροβολώντας άστοχα.

Και διαπιστώνει πως «η αντίσταση πρόδωσε τον εαυτό της»

Και είναι «ένα κερί που τείνει να αντισταθεί»

Πως «το ζητούμενο δεν είναι να ξεγελάσουμε την πείνα μας.»

Υπάρχει ρυθμός, υπάρχει μελωδία στα ποιήματα του Τρωαδίτη. Τα τριάντα οκτώ (38) ποιήματα της συλλογής αποτελούν συνιστώσες μιας ολοκληρωμένης σύνθεσης.

Το μόνο που δεν περιλαμβάνει η ποίηση του Τρωαδίτη είναι οι αγάπες και τα λουλούδια.

Τα ποιήματα του Τρωαδίτη, συνομιλούν σε τραπέζια στρογγυλά χωρίς κεφαλές και υπονοούμενα. Σε τραπέζια που δε σερβίρουν μόσχο σιτευτό αλλά φακές και κόκκινο κρασί.

Ο ποιητής διαπιστώνει τα προβλήματα, δεν τα κοιτά όμως άπραγος και απογοητευμένος. Αντίθετα μας καλεί να πράξουμε, να συνεργαστούμε και να συμβάλλουμε με την τέχνη μας, με την εργασία μας, με την αγάπη μας προς το συνάνθρωπο.

Επαναλαμβάνω τους στίχους του:

«Όμως εμείς οι τυφλοί ζωγράφοι δε θα κρεμάσουμε τις παλέτες μας δε θα παραδώσουμε τα χρώματά μας.»

«Και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφήσουμε το άσπρο να εξορίσει τα άλλα χρώματα.»

Γιατί;

«Μα γιατί η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.»

Αθήνα, 22 Ιανουαρίου 2019

Ζωή Καραπατάκη, Τρία ποιήματα

Άλαδε, Μύσται

Ανησυχούσα για τον ύπνο σου
Περισσότερο από σένα
Τον είχα δει να σε φωτογραφίζει
Ενώ εσύ δεν ήθελες
Παρά τις κραυγές σου
Τις συσπάσεις του σώματος
Και τις βίαιες εκτινάξεις
Η φωτογράφιση γινόταν

Στον σκοτεινό θάλαμο
Ήμουν και εγώ
Βοηθούσα έφερνα τα απαραίτητα
Και συχνά σε κρατούσα ακίνητο
Για να βγεί καλύτερη
Η φωτογραφία

Ο ύπνος δούλευε όλη τη νύχτα
Αυτή άλλωστε ήταν η δουλειά του
Να προσηλώνεται στην εστίαση
Έπρεπε να χαρτογραφήσει περιοχές
Που κανένας άλλος δεν θα μπορούσε
Παρά μόνον αυτός

Υπήρχε τόσο σκοτάδι

Άλλωστε την ημέρα καθαρμοί
Δεν γίνονται πια

***

Λάμπα θυέλλης

Καμμιά φορά
Το ποίημα έρχεται
Όταν είναι αργά για πράξεις ή για μετάνοια
Έρχεται σαν επανόρθωση
Έρχεται για να καλύψει
Το χώρο του βιωμένου κενού
Να εισχωρήσει τοποθετώντας

Στη θέση του μια μικρή σοφία

Και μια πικρή επιτελεστικότητα
Ύστερη βέβαια

Ανάβει το φως μιας
Λάμπας θυέλλης ο ποιητής
Που τρεμοπαίζει
Και βαδίζει ενώ
Το γεννηθήτω φως
Παραμένει κυρίαρχο

***

Τόσκα

Θα ζητήσω απ’ το θείο Βάνια
Ένα μικρό χώρο κοντά του
Να δουλέψουμε μαζί
Αυτός τους λογαριασμούς του
Για τα χωράφια κι εγώ τα δικά μου
Διάβασμα και ίσως γράψιμο
Αφού ταιριάζουμε….
Το λοιπόν καλύτερα
Να ‘μαστε παρέα
Έχοντας τη θαλπωρή της συντροφιάς
Και τα συνήθεια της μέρας

Τσάϊ το πρωί
Στη μία φαγητό όπως όλοι οι άνθρωποι
Το βράδυ δείπνο

Κάπου κάπου θα μπαίνει
Και η Σόνια

“Θ’ αναπαυτούμε, θ’ αναπαυτούμε
θ’ ακούσουμε τους αγγέλους
Θα δούμε ολόκληρο τον ουρανό
Σπαρμένο με διαμάντια
Το πιστεύω”

*Τόσκα: λέξη ρώσικη ουσιαστικά αμετάφραστη, ίσως νοσταλγία, βαρυθυμία, ερημιά.

**Από τη συλλογή “Ο παίκτης και το παίγνιο”, εκδ. Νησίδες.

Βλασφημία

Ι.Μ's avatarLos Innuendos

Σήμερα ήρθα στο σπίτι σου.

Δεν ήσουν εκεί.

Κάλεσα το όνομα σου αρκετές φορές και δεν απάντησες ούτε μια.

Είχαν έρθει κι άλλοι για τον ίδιο λόγο.

Σε καλούσαν κι αυτοί.

Κανεις τους δε σε είδε.

Όσο κι αν κάποιοι προσποιήθηκαν.

Έχω έρθει τόσες φορές από το σπίτι σου. Και σε έχω φωνάξει άλλες τόσες.

Παλιά πίστευα ότι δεν έρχεσαι επειδή «είμαι κακό παιδί».

Μετά μεγάλωσα

Δεν είμαι παιδί πια.

Γέρασα.

Και σίγουρα δεν είμαι κακός.

Με τα κριτήρια που εσυ ορίζεις την κακια.

Γυρνώντας από το σπίτι σου, κοίταξα λίγο πιο έξω, στο δρόμο.

Ήταν κάποιοι που είχαν χάσει κάθε ελπίδα να σε δουν. Δεν είχαν καν τα ρούχα για να έρθουν μέχρι εκεί.

Έβγαλα κάποια από τα δικά μου και τους τα έδωσα.

Με κοίταξαν.

Κι είδα κάπου εκεί στα μάτια τους εσένα.

Ξανακοιταξα κι είχες χαθεί.

Στην επόμενη στροφή είδα κάποιους άλλους. Αυτοί σε είχαν ξεχάσει. Δεν…

View original post 99 more words

Kadya Molodowsky, Τρία ποιήματα

Επιλογή-Μετάφραση-Επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος


Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΗΡΘΑ


Σ’ αυτόν τον κόσμο ήρθα για ν’ αγαπώ και να προσεύχομαι,
Σ’ έναν τέτοιο κόσμο,
Σ’ έναν τέτοιο καιρό,
Όταν, κάτω από τα ανοιχτά παράθυρα
Τίμιων ανθρώπων,
Χτυπούν δεκαεξάχρονα παιδιά με ατσάλινους λοστούς –
Πόσο γελοία έγινα
Με τις αγάπες και τις προσευχές μου.
Και πολύ αργότερα, ίσως
Πολύ αργότερα απ’ ό,τι να δεχθεί θα μπορούσε το μυαλό μου,
Παντού
Στα σπίτια πλάι,
Θα στηθούν γκιλοτίνες.
Το βλέμμα στρέφω προς τη γη, το φιλέσπλαχνο τούτο πλάσμα
Που αναβλύζει και ταΐζει
Και, για να ζεσταίνω το στρώμα μου, κουβαλώ
Μια κοκκαλιάρα γάτα, να κλαίει γοερά
Μες στο παγερό ψύχος του χειμώνα

1935

ΕΛΕΗΜΩΝ ΘΕΟΣ


Ελεήμων Θεέ,
Διάλεξε άλλο λαό,
Εξέλεξε άλλο για εκλεκτό σου.
Έχουμε σιχαθεί το θάνατο, τον πεθαμό,
Έχουν στερέψει οι προσευχές μας.
Διάλεξε άλλο λαό,
Εξέλεξε άλλο για εκλεκτό σου.
Άλλο αίμα δεν έχουμε
Για να θυσιαστούμε.
Ερήμωσε το σπίτι μας.
Δε φτάνει πια η γη για τα μνήματά μας,
Κανένας θρήνος για εμάς,
Κανένα μοιρολόι
Στα παλιά, ιερά βιβλία.

Ελεήμων Θεέ,
Άλλη καθάγιασε χώρα.
Ένα όρος άλλο.
Έχουμε γιομίσει όλους τους αγρούς, την κάθε πέτρα
Με στάχτη, με στάχτη ιερή.
Με τους γέρους,
Με τους νέους,
Με τα μωρά, πληρώσαμε
Για κάθε γράμμα των Δέκα Εντολών σου.

Ελεήμων Θεέ,
Το πύρινο ανασήκωσε φρύδι σου,
Και δες τους λαούς του κόσμου–
Τις προφητείες αποκάλυψέ τους και τις Ημέρες του Δέους.
Ο λόγος σου ψελλίζεται σε κάθε γλώσσα–
Τις θαυμαστές δίδαξέ τους πράξεις,
Τους τρόπους του πειρασμού.

Ελεήμων Θεέ,
Σ’ εμάς δώσε ενδύματα απλοϊκά,
Σαν των ποιμένων στη βοσκή,
Των σιδεράδων στο σφυρί,
Των πλυστρών, των βυρσοδεψών,
Aκόμα και των κατώτερων αυτών.
Και κάνε μας μια χάρη ακόμα:
Ελεήμων Θεέ,
Απάλλαξέ μας από τη Θεϊκή Παρουσία της διανοίας.

1945

ΟΤΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΜΕ ΦΩΝΑΖΕΙ

Η μάνα μου δε με φωνάζει με τ’ όνομά μου –
Γιατί η μάνα μου είναι πεθαμένη.
Ο πατέρας μου δε με φωνάζει με τ’ όνομά μου –
Γιατί ο πατέρας μου είναι νεκρός.
Μήτε ο Θεός με φωνάζει με τ’ όνομά μου –
Γιατί ο Θεός διασκεδάζει στο καρναβάλι του Πουρίμ,
Μεταμφιέστηκε σε σκύλο
Και θρηνεί φωναχτά μες στη νύχτα.
Τον διώχνω μ’ ένα κλαδί
Ήσυχη να μ’ αφήσει.

Αναπαύσου, καρδιά μου –
Αναπαύσου μια στιγμή τώρα που ο Θεός λείπει.
Αναπαύσου μια στιγμή
Τώρα που του κορμιού μου η υπομονή έχει εξαντληθεί.
Αναπαύσου μια στιγμή
Ωσότου μια καμπάνα χτυπήσει,
Ωσότου με καλέσει ο θρήνος που
στη ράχη μου κρέμεται σα σακί.
Μια στιγμή αναπαύσου –
Μια στιγμή δίχως Θεό.

*Μετάφραση από τα γίντις στα αγγλικά: Kathryn Hellerstein
**Μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνκά: Νικολέττα Σίμωνος.

Επίμετρο

Η Κάτια Μολοντόβσκυ [Kadya (ή Kadia) Molodowsky, 1894-1975] ήταν Αμερικανοεβραία ποιήτρια, συγγραφέας και εκδότρια στη γλώσσα γίντις. Γεννήθηκε στη σημερινή Λευκορωσία, όπου τελείωσε το σχολείο και σπούδασε παιδαγωγικά. Συνέχισε τις σπουδές της στη Βαρσοβία, όχι για πολύ, ωστόσο, καθώς οι εν λόγω σπουδές στην Πολωνία εντέλει την οδήγησαν στην Ουκρανία, και συγκεκριμένα στην Οδησσό. Μετά από απανωτές και ανεπιτυχείς προσπάθειες να επιστρέψει στην πατρίδα της, αναγκάστηκε να ζήσει, για πολλά χρόνια, πρώτα στο Κίεβο (όπου είχε εγκλωβιστεί κατά τη διάρκεια των πογκρόμ του 1919) και έπειτα στη Βαρσοβία (όπου, ομοίως, βίωσε την εκεί βία που είχε ήδη ξεσπάσει εναντίον των Εβραίων). Το 1935, ήδη παντρεμένη, μεταναστεύει στις ΗΠΑ. Ωστόσο, το 1949, επιχειρεί να ζήσει στο Τελ Αβίβ, στο νεοϊδρυθέν τότε κράτος του Ισραήλ, όπου και διαμένει μέχρι το 1952, οπότε και επιστρέφει οριστικά πια στις ΗΠΑ. Το 1974, χάνει το σύζυγό της, στη Νέα Υόρκη όπου και διέμεναν από της άφιξής τους στην Αμερική, και έναν χρόνο αργότερα καταλήγει και η ίδια, στη Φιλαδέλφεια κοντά σε συγγενείς της.


Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Μολοντόβσκυ εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές, ενώ καταπιάστηκε και με τη συγγραφή ποιημάτων και ιστοριών για παιδιά, μυθιστορημάτων, διηγημάτων, καθώς και θεατρικών και αυτοβιογραφικών έργων. Αφιέρωσε τη ζωή της στη διδασκαλία των γίντις και των εβραϊκών σε παιδιά κατά κύριο λόγο, μεταδίδοντας, πρωτίστως, την αγάπη και την έγνοια της για τη μητρική της γλώσσα. Το 1971, τιμήθηκε, στο Τελ Αβίβ, με το Itzik Manger, το σημαντικότερο βραβείο των εβραϊκών γραμμάτων. Υπήρξε μία από τις πλέον διακεκριμένες ποιήτριες της σύγχρονης εβραϊκής λογοτεχνίας· πολυδιαβασμένη από τους αναγνώστες της λογοτεχνίας στα γίντις, αλλά σχεδόν άγνωστη στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό, αφού έλαχιστο μέρος του έργου της έχει μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα. Σύμφωνα, μάλιστα, με την ακαδημαϊκό Kathryn Hellerstein, η οποία έχει μεταφράσει μεγάλο μέρος του ποιητικού της έργου και αποτελεί τη σημαντικότερη, ίσως, μελετήτρια του συνόλου του έργου της, «η ποίηση της δυναμικής και ανεξάρτητης αυτής γυναίκας αξίζει να γίνει ευρύτερα γνωστή και προσβάσιμη». Η Μολοντόβσκυ δέχτηκε επιρροές από το ρωσικό συμβολισμό, τον εβραϊκό μοντερνισμό (και, μέσω αυτού, από τον αμερικανικό και τον ευρωπαϊκό), την εβραϊκή Βίβλο, τη ραββινική φιλολογία, την εβραϊκή παράδοση, τον εβραϊκό λαό και τις δοκιμασίες του, τους κοινωνικούς αγώνες, κλπ. Στο έργο της, καταπιάνεται, επίσης, με θέματα όπως η θέση της γυναίκας, η πολιτική ευθύνη του ποιητή, η εθνική ταυτότητα, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, ο αισθητικισμός και η ατομικότητα. 

Το πρώτο ποίημα από τα ανωτέρω πραγματεύεται τις εμπειρίες της από τη βία που είχε διαδοθεί σε όλη την Πολωνία ενάντια στον εβραϊκό πληθυσμό μεταξύ 1935-1937, με το περίφημο πογκρόμ του Przytyk, η οποία και την ανάγκασε να εγκαταλείψει τη χώρα για την Αμερική. Μέσα από τα εν λόγω γεγονότα γεννήθηκε, την ίδια περίοδο, και το τρίτο ποίημα. Το ποιητικό υποκείμενο θρηνεί την εγκατάλειψη από τους γονείς του, αλλά και από τον ίδιο το Θεό ο οποίος έχει αφήσει τον εβραϊκό λαό στην τύχη του. Ενώ θρηνεί, λοιπόν, επωμίζεται και το βάρος της ευθύνης για τη σωτηρία του, προσπαθώντας να διαχειριστεί το διπλό τούτο ψυχικό φορτίο. Τέλος, το δεύτερο ποίημα, γραμμένο το 1945, θεωρείται ως ένα εκ των σπουδαιοτέρων της. Αξίζει δέ να σημειωθεί πως γράφτηκε από μια ποιήτρια που ενώ μεγάλωσε στην Ανατολική Ευρώπη και είχε πλήρη επίγνωση των γεγονότων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος, εντούτοις βίωσε τη φρίκη τους από «απόσταση ασφαλείας».

έχω ήδη σβηστεί

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Από το μία παρά τέταρτο μαξιλάρι καμπάνα το χάος.
Τρέμει το σκοτάδι μην αγιάσει.
Οι άνθρωποι όπως το σύμφωνο διαδέχεται το φωνήεν.
Αν ήταν όμως άνθρωποι ή δεν ήταν μια σταγόνα νερό
στην πορεία της προς το χώμα.
Κάθε λέξη στην θέση της και μία θέση για κάθε λέξη.
Αν ήταν όμως λέξεις ή δεν ήταν η ίδια σταγόνα νερό
στην πορεία της προς τον ουρανό.
Την στιγμή που η επιθυμία αχνοφέγγει μισάνοιχτη πόρτα
έχω ήδη σβηστεί από την επιφάνεια του κρεβατιού.

View original post

Κατερίνα Ζησάκη, Δύο ποιήματα

Ποίημα για το τέλος του κόσμου

και δε μου λες: γιατί είναι χάρτινα τα μάτια σου;

είπε εκείνος

δε βρίσκω πια κανένα νόημα στους ποιητές
εκείνη

τυλίχτηκαν ύστερα κόκκινο
ύστερα τυλίχτηκαν
κόκκινο μελάνι
κάθισαν ήσυχα
και τους κατάπιε η νύχτα

το σώμα της δε βρέθηκε ποτέ
της νύχτας λέω
δε βρέθηκε ποτέ το σώμα

***

και να σκεφτείς πως μόνο
θελήσαμε τη ζωή

υπάρχει
ο κόσμος των ποιητών
ο κόσμος των μουσικών
ο κόσμος των ζωγράφων
των χορευτών
των ηθοποιών
των σκηνοθετών

και υπάρχει
κι ο κόσμος

*Από τη συλλογή “μισέρημος”, εκδ. Μανδραγόρας, 2018.

Anna Niarakis, Two poems

Ruby Red in the Garden of Eden

Laying naked on my back, a sudden rush bewildered me
Was I not now in my bed, the softly matressed nest of mine, of
pillow fights and sweaty sleeps; of agave siruped dreams of love,
And nightmares of lonely deaths
But I was now among green trees, vibrant colorful autumn leaves
And serpents singing in one voice
the moonlight serenade
I didn’t know if I should scream, pinch my skin to get a grip
or just call up the fire brigade
I thought I was alone at first, but as my eyes wondered around
I saw him sitting on his feet in a weird
lotus pose; naked on the ground,
holding two glasses in one hand, ready to fill them straight up
with something red inside a cup.
His eyes were icy blue and cold, inviting though and very bright,
starring steadily into mine
Got up and headed up to him, with lips all blushed and dancing hips
And as I approached he leaned right back, smiled and offered me a place
I felt like I was hypnotized; couldn’t speak but nodded back with grace
He gave me a glass of wine, a ruby red French Bordeaux
asking my views on the dasein
Shocked as I was to hear myself elaborate on perfect French,
I changed the subject right away
asking him for Wittgenstein
We talked in Greek, German and French for hours and hours long
laughing and having a good time, completely innocent for the crime
The morning found us drinking beers, in Absenta bar in Barcelone
trying to hide from our peers; and from the guilts that were long gone
As we were sitting outside there was no fire escape
no way out from this ordeal that felt so fucking hot and great
We kissed and kissed and kissed right back
and never really ever stopped (even if we leaved so far apart)
we kissed until our lips were chopped

I never wanted to wake up; I longed for Adams’s arms and lust
But dreams don’t last — No dreams don’t last
more than a night

The day dawns, the garden’s gone, and Adam’s nowhere to be found
He ate the apple and left my town
in the morning light

***

Ugly pug Jo

The dog of Mr Hulin is black as deep dark oceans
Small and ugly like dead pigeons on a winter’s day.
Its saliva droops along the side of a comic mouth
It barks like a coughing baby, has no tail to show its joy.
If it ever had.
Tail or joy
Mr Hulin calls it Jo
Everyday he takes it out twice. Once early in the morning
And one late at night.
I hear them as they come down the stairs; their feet tapping on the old wooden stairs,
His step heavy and slow, its step vague and limp.
I watch them from the window
As they cross the street
Improbable duo of old lonely males
In this city built for youngsters
They survive out of stubbornness and persistence
Every day same route
Routine and safety and life
Taken aback by rheumatism and invisible tails.

*Anna Niarakis is a chemist with postgraduate studies (Msc, PhD) in Biochemistry and postdoctoral studies in Computational Systems Biology. She is an Associate Professor in the Department of Biology at the University of Evry Val d’Essonne. In 2009 she was awarded by the Committee for Equality of the Prefecture of Achaia, Greece, for the writing of a Theatrical Play on the subject of the equality between men and women reacting to sex discrimination and eliminating stereotypes. Her poems, texts and translations have been published in anthologies as well as in print and electronic magazines in Greek and other languages. Her latest volume of poetry is Sunrise Over Nothing: snapshots of poetry (Plan B Press, 2018) She directs the online magazine The Window, a magazine for poetry and other sins, and her personal website, Antipoetry.

**Link: http://eratiopostmodernpoetry.com/issue27_Niarakis.html?fbclid=IwAR3m_oHOFx11T29nhB862plN1wGDkmuqEKRZTrJHb1QcRJE-HAEHip6Y-4s

Θεία ευθυμία

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Περιμένω ακόμα την μικρή
μικρή ψυχή
που θα φτύσει στα μούτρα της
το χρέος αυτουνού του κόσμου
πληρώνοντας με όλο τον θάνατο
τον θάνατο της.

View original post

Χρήστος Αντισθένης Ζάχος, Τρία ποιήματα

Συγκυρία μυστυριακή

Κόκκινη φωτιά η όψη σου
υπό το φως των αστραπών
κυριαρχεί στις αισθήσεις

Σε έχω μάθει Σελήνη
και δεν με νοιάζει
Μόνο να σε θαυμάζω

Ας βρέξει λοιπόν.

***

Καταστάλαξη

ας αφήσουμε όλα τα περίτεχνα νοήματα κι ας δούμε την ουσία
τον ανύπαρκτο χρόνο που τον μετράμε σε στιγμές
και την αλήθεια που υπάρχει πίσω από κάθε ψέμα
κι ας αφεθούμε ελεύθεροι να ζήσουμε επιτέλους
τον εναπομείναντα χρόνο

***

Σταλαγματιές

Έσταζε η σκουριασμένη οροφή του πλοίου
πάνω στο τραπεζάκι
ένα κίτρινο υγρό
μουσκεύοντας και τις γύρω καρέκλες
σταγόνες βρώμικες
κι αληθινές

Όπως κι ο μόχθος πάνω στη ζωή.

*Από τη συλλογή “Ασημαντότητες” , εκδ. Κύμα, 2018.

Λάζαρος Γεωργιάδης, Απέραντα ματωμένοι και τρελοί

ξέρω πως αγαπούσες
τους ήλιους που λειώνουν οι νύχτες στα σοκάκια

ξέρω πως κοιμόσουν
με τον Φάουστ αγκαλιά και το αψέντι τελειωμένο

ξέρω πως κοίταζες
χαμηλωμένες κορυφές
Και με τη γλώσσα χάιδευες διάφανα κοράκια

ξέρω πως φίλαγες
Τα χίλια στόματα του μωβ
Κι ανέπνεε μέσα σου ένα πελώριο “γιατί” κρυμμένο

ξέρω πως όλες οι πληγές σου
ήταν μια έξοδος εξαίσια
της καπνισμένης κάννης η παράταιρη φωνή

ξέρω πως όλες οι ζωές σου
ήταν το λούνα παρκ
του μεγάλου κλόουν θεριστή

ξέρω πώς είναι το κρύο
να ιδρώνει στις γιορτές μας
και της καρδιάς μας η βενζίνη
να θέλει τη γεύση μιας ακατάπαυστης φωτιάς

ξέρω πως
όσο πιο γρήγορα θα τρέξεις να ξεφύγεις
τόσο πιο εύκολα το παρελθόν θα γελάσει στη γωνιά

ξέρω πως
όλα τα δώρα κάποτε μαζεύουν τις παγίδες τους
και ένας ήχος του απέραντου
δεν πρέπει ποτέ να σιωπήσει από ανία

ξέρω πως είναι όμορφα
Τα πιο βαθιά λημέρια σου
όταν κανέναν και τίποτα στον κόσμο δεν ακους

βάλε για φόρεμα ένα μαύρο πεντάγραμμο
θα γίνω κόκκινες νότες όλο παύσεις να φωνάξουμε μαζί

απέραντα γαντζωμένοι στο άγνωστο

απέραντα ματωμένοι

και τρελοί

*Από τη συλλογή “Τέλος”, εκδ. Στοχαστής, 2018.