Νίκος Α. Κατσικάνης, Δύο ποιήματα
TO SPLEEN ΩΣ ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ
Στον λεπτεπίλεπτο χρόνο
που είναι φτερά πεταλούδας
χτίζουμε όνειρα και αγάπες
με θρασύτατη τσιμεντοκονία
και ανήξερα τραπουλόχαρτα.
Να όμως που το οστέινο χέρι
του θανάτου
μ’ εκείνο το αβάσταχτο
τίναγμα του καρπού
καταργεί κάθε εφαρμοσμένη γεωμετρία
γκρεμίζοντάς τα στο αιώνιο τίποτα.
Με κάθε τρέλα της ψυχής μου
τρέχω ο σκύλος να προλάβω
ψήγματα απ’ το μεδούλι της μέρας
γλείφοντας της ζωής το μηριαίο.
Το κουφάρι μου μια βόλεψη
στα σκιρτήματα της νύχτας
αγκαλιάζει τη μελαγχολία
με τραχύτητα.
***
ΤΑ ΓΚΡΙΖΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΤΗ ΧΩΡΑ TOY SPLEEN
Ένα γκρίζο πρωινό
τ’ ανήσυχα σπλάχνα μου
μια δικαίωση.
Οι άδειες ώρες
που λείπεις από τα μαλλιά σου
με διεκδικούν ακατάπαυστα
απ’ την αυτοχειρία.
Θυμάμαι
όταν γινόμουν καλά
σ’ έκανα πάλι μαχαίρι
και ξαναμάτωνα.
Με ανάσκελα μάτια
τρυπώ αδιάκοπα ταβάνια
αποφεύυγοντας σιωπηλός τους καθρέφτες
κι ο χρόνος αδέκαστος εισαγγελέας
με καταδικάζει εις έναν θάνατο
που δε διαλέγω.
*Από τη συλλογή “Εγχειρίδιο μικρών θανάτων”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017.
My precious

Ο ορισμός της Ποίησης ανήκει στον καθένα
μα η ίδια η Ποίηση, μέχρι στιγμής
ανήκει σε μένα.
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα
ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ
Καθώς συνθλίβονταν σιγά σιγά το τσιμεντένιο πλέγμα
κι αιμορραγούσε απ’ τους προβολείς, δε μίλησα
για ολονύχτιο όργιο αίματος μες στα θεμέλια
για κρύσταλλα κι ασημικά της αίθριας νύχτας
για μουσική καθώς αργά το γλέντι ανάβει
σ’ ένα αναπάντεχο φιλί. Δεν τα αντέχω πια
παρόμοια παραμύθια. Ίσως τριμμένα κόκαλα
μες στα νερά που βρήκε ο εκσκαφέας
λευκότητας δήθεν αγγελικής. Τέχνη πιο βρόμικη
από το ποίημα δεν ξέρω άλλη τώρα
***
ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ
Το φθινοπωρινό του φως λάμπει στα κρύσταλλα της πόλης
καθώς σιγά σιγά το καλοκαίρι λιώνει
Κι όμως ταξίδεψα πολύ κατά τις δυτικές ακτές
είδα τα σώματα των όψιμων κολυμβητών να φθίνουν
μέσα στο ηλιόγερμα, κάτω απ’ τις λάμπες του γκαζιού
Θε μου, τα είδα σε αμμουδιές από άσπρη πορσελάνη
Μα εγώ εκείνον θέλησα. Στην πόλη του ξαναγυρνώ
στους πολυέλαιους της νύχτας ξαναρχίζω
*Από τη συλλογή “Αργό πετρέλαιο” (1974).
Παύλος Πέζαρος, Δύο ποιήματα στο αυστραλιανό “Tirra Lirra”
Μέχρι και το γύρισμα του 20ού με τον 21ο αιώνα, κυκλοφορούσε στη Μελβούρνη, ένα καλό λογοτεχνικό περιοδικό με το όνομα “Tirra Lirra”. Στο τεύχος του καλοκαιριού (για την Αυστραλία!) 1999/2000, φιλοξενήθηκαν δύο ποιήματα από τη συλλογή “Η σταδιακή οξείδωση της Αφής”, εκδόσεις “Τα Τραμάκια, 1990, σε μετάφραση και με τη φροντίδα του αξέχαστου φίλου David E. Hutchison (1927-2017), συγγραφέα, μουσειολόγου, ιστορικού και “ερασιτέχνη Ελληνιστή” από το Fremantle της Δυτικής Αυστραλίας. Αυτή η ανάρτηση, ως αφιέρωση στη μνήμη του.
Παύλος Πέζαρος.
Νίκος Σφαμένος, Καθώς νυχτώνει…
Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τούτο
το βροχερό απόγευμα
ένας άνδρας απέναντι καίγεται
οι κουρτίνες κουνιούνται θλιβερά
ανασηκώνω τους ώμους και αγγίζω
τα σκονισμένα βιβλία
-δεν μου έμαθαν ποτέ τίποτα-
κι εκείνος εξακολουθεί να με κοιτά
καθώς ακούμε τη βροχή
τίποτα δεν μας ταράζει στο βυθό μας
τίποτα δεν θα συμβεί
μια γαλήνη περιφέρεται
όμως να
κάποτε ξεκίνησες αλλιώς
και ο ουρανός είχε λίγο ίσως χρώμα
μα ο χειμώνας ήρθε γρήγορα
και μας βρήκε απροετοίμαστους
και έτσι θα κοιταζόμαστε όλο το βράδυ
εγώ και εκείνος ο άγνωστος άνδρας
που καίγεται
λίγο πριν η βροχή δυναμώσει
ναι
κάποιες ζωές ξοδεύτηκαν άσκοπα
*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.
Ηλίας Μέλιος, ένα χαΐκού
Costis, u n I t op I a
a part of the verse in my mouth
in my ear
a part of the universe in my eye
in my soul
united verses uniques
the universe
as a collective creative imagination the unitopia
stop the black projects control of the panopticon
out of our body of our planet out in the universe i met Icarus
co(s)mique destination
poétiques sources never quit earth
your body
your humanity
in the utopique yet horizon a new man
for
a new world
Athens 2018
Ρωξάνη Νικολάου, Τρία ποιήματα
Άυπνα σπίτια
Πέρασα από το σπίτι σου- με είδε
ήπιε νερό και πικρογέλασε.
Στο στόμα του έλαμψαν
χρυσά δυο δόντια
ο αραμπάς με την αρτηριοσκλήρωση
και το αναπηρικό του Κρίτωνα.
Κυλούσανε σε αφράτους δρόμους
και συνέχιζαν
πέρα απ’ το τέρμα
μέσα στον ουρανό.
***
Στα μετόπισθεν της όρασης
Θέλω να σας χαρίσω τον χρόνο που έζησα
σ’ έναν κόσμο που υπήρξε χάρη στη φαντασία μου
– όπως κι εγώ η ίδια άλλωστε –
συμφωνεί κι ο θάνατος μαζί μου
καθώς βαρύθυμα βαδίζει
πάνω στα μνήματα, μετράει την αχνάδα των ονομάτων
τη λιπόσαρκη αναμέτρησή τους με τον χρόνο
πώς νικιούνται –
(Τι χάσμα αβυσσαλέο
ανάμεσα σε δυο στιγμές
ενώ ακούς τη γλυκομίλητη
ανάσα του αέρα
σ’ ένα πετάρισμα βλεφάρων
πώς γίνεται ουρλιαχτό)
Αφουγκραστείτε το χοχλάκισμα του αδικημένου αίματος
στα μετόπισθεν της όρασης
τη στάχτη που πέφτει ασταμάτητα πέφτει
πάνω στο πρόσωπό του κόσμου.
Μη φοβηθείτε. Μονάχα συμπονέστε ό,τι χάνεται
με ανερμήνευτους φθόγγους.
***
Λαθραία σκιά
Από τις παλαιός γυναίκες
κλέβω
καθώς τον δρόμο τους τυλίγουν
και ξετυλίγουν
όταν νυχτώνει.
Πίσω από τα κλειστά τους
βλέφαρα
λαμπηδόνες λιγοστεύουν
το σκοτάδι
πεθαμένοι περιπατούν
αίμα φωνής
γυρεύουν.
Ο θόρυβος
της λαθραίας μου σκιάς
διασπά την αγκαλιά
του βλέμματος
στα νερά του
καθρεφτίζεται
το χέρι μου απλωμένο.
*Από τη συλλογή “Ψαλιδιστής”, εκδόσεις τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018. Σχέδιο εξωφύλλου: Νεοκλής Κυριάκου.
Anastasia N. Margeti, Four poems
Zeus Dialogue
It plunged from the border
of the senses.
Gypaetus barbatos or golden eagle
I had no time to see.
Its claws
sank in my back,
I bled the antithesis.
Its beak tough,
deep in the canyons of the mind
it screeched to my feelings.
With the clasp of its feathers
it warmly composed me.
I surrendered to the synthesis.
I felt its heart-ache
which, like a lightning bolt,
everyone shuns.
Then it vanished.
Thus it is
with species
threatened by extinction.
***
Poetic Ethics
…for where we are free to act
we are also free to refrain from acting,
and where we are able to say No
we are also able to say Yes.
Aristotle, Nicomachean Ethics
It aged upon her,
the role’s
attire.
Now
she sheds it
in silence.
All of her
beholds
her naked image
in the mirror.
Shadows of night
listen secretly
to mid-life hopes,
curves of air
and sadness
hollows of anger
at the edge of touch.
Unsmiling
she again tightly dons
the same past.
And turns her gaze
on the unspoken.
***
Alterations
We can control our actions
from beginning to end,
and we are conscious of them at each stage. . . .
Aristotle Nicomachean Ethics
It aged upon her,
the role’s
attire.
Awkward her truths,
they wring her neck.
Her extremities
tear the seams.
And the hours become impassable.
Now
she is clad
in silence.
She adheres
to the present tense
of possibilities.
Into her knapsack she tosses
the bold colors
and syllables
of revolt.
Then she departs hastily
dressed as a rebel.
So that her presence
shall not remain
unjustified.
***
Urns of Concepts*
Scarlet
moments
float in darkness
when the surge of love
–illicitly you would think –
glimmers in the Erebus of the mind
and with bold synapses
breathes life,
flesh and blood,
into the pulp of clay.
All the while
silently
are aligned
continually
in legions
the white
memorial urns.
*White urns (Urns of Concepts): burial urns decorated with scenes that represent the dead, their tombs, or scenes from the underworld.
**From the collection “Third from Truth”. Translated by Robert Crist and Despina Lala Crist.










