Μαριαλένα Δισακιά, Δύο ποιήματα

Ρίζες

Σε βάρκα δεδομένων
χωρίς κουπί
δίχως πανί
και ο χρόνος
φευγάτος
Σκοτεινιά του μυαλού
βαραίνουν
τα άστρα
άφωνο δάκρυ
κυλά
Σε σπασμένες
χορδές
οι ρίζες των ματιών
ξεσκίζουν
τον πόθο.

***

Φωτογραφία

Νόμιζες πως θα παγίδευες
τον χρόνο
Έτσι πως απλά
θα πάγωνες την στιγμή
Πίστεψες πως θα χαμογέλαγες
σαν τότε
μα εσύ κρατάς
ένα χρωματιστό χαρτί
στα χέρια σήμερα
για να σου θυμίσει πως
υπήρξε και
το χτες!

*Από τη συλλογή “Στροβιλισμοί της Αστάρτης”, Αθήνα 2018.

Σοφία Κουφού, Δύο ποιήματα

Νίσυρος

Ανατολές σε δεύτερη σελήνη.
Το έδαφος αναφύει φωτιά
ο ήλιος την καθρεπτίζει πίσω.
Βελανιδιές -καρφωμένοι δορυφόροι
κόντρα στον ήλιο
σε συγκλίνουσα ακολουθία.
Σπίτι μου το δάσος.
Τα ερίφια θρέφονται από την ύλη
εγώ απ’ τη μαγεία του.
Πρωινά στραφύλια
βραδινά βιολιά.
Φεγγάρια πλήρη
λουστράρουν τους αμμόλοφους.
Χοροί σε κύκλο ατέρμονα.
Κυκλικό μονοπάτι
ως τη γη
που δε βιάζεται να σβουρίζεται.
Από κείνες τις γαίες.
Συγκρατούν την ελευθερία
σ’ ένα τόπο
σε στιγμές χρόνιας γαλήνης.
Οι μέρες μου στη Νίσυρο.
Πλήρεις.

***

Το λουτρό

Απειροσύνη επιλογών.
Μάζες άγνωρες
ελεύθερες περιγραμμάτων
βιάζονται να τις χωρέσουν.

Θυμήσου,
Στο θερμό λουτρό που τότε απολάμβανες
αγκαθωτά μπικουτί τρυπούσαν το μικρό σου
κεφάλι.
κατόπιν μαλλιά σπείρες περιστρέφονταν ως
τη ρηχή σου κλείδα.
Κι εσύ τα τράβαγες για να μακρύνουν.
Τα περισσότερα κορίτσα τα είχαν μακριά.
Λουτρό λάτρας;
Λουτρό ιδιόμορφης λατρείας;
Απειροσύνη επιλογών.

Υστερόγραφο.
να θυμάσαι
μικρά σετ τσαγιού
σερβίρουν επιτηδευμένα κόκκινα στόματα.
Μικρές σιδερώστρες
αποστειρώνουν μακριά γάντια
φορεμένα για σαγήνη.
Μικρά ρούχα
ντύνουν μεγάλα στερεότυπα.

*Από τη συλλογή “Έβδομη μεγάλη”, εκδ. lulu, 2018.

Οι καμπάνες | Ντέμης Κωνσταντινίδης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

sar

Στα χωριά
όταν χτυπάνε πένθιμα οι καμπάνες
κάνει μια στάση η ζωή
για να συλλογιστεί.

Την ώρα εκείνη
δε μιλά κανείς.
Την ώρα εκείνη
πιο πολύ παρών ο απών
από ποτέ.

Σκαφτιάδες γης
οργώνουν τον
αποχαιρετισμό στα χείλη.

View original post

Αντιγόνη Ηλιάδη, Ένεκα Ιούνη

Ι.
έχω πολλούς φόβους
κάποτε τους αναγνωρίζω
το ερώτημα είναι αν
θες να με βοηθήσεις
να περάσω
τον δρόμο που φοβάμαι

για χάρη σου θα τον περνούσα
κάθε μέρα
κι ας νομίζω
πώς όταν λέω κάθε
ίσως
σημαίνει τελευταία

ο κωλόδρομος

ΙΙ.
μερικές φορές
είμαστε τέτοια όντα
που βάζουμε
στο αυτόματο την ανασφάλεια
κι όποιον πάρει ο χάρος

πρόβα τζενεράλε

ΙΙΙ.
σε αγάπησα όλο
και περισσότερο
αυτή την εβδομάδα
και κάθε εβδομάδα
προηγούμενη από αυτή
αυτό ένιωθα από την αρχή
σε αγάπησα όλο
και περισσότερο

βδομάδα τη βδομάδα
άρχισε να μοιάζει όλο
και πιο καινούργιο

κι εσύ έχεις τον τρόπο σου
να το χαλάς στο άκυρο
δευτερόλεπτο
δεν αλλάζει ότι
σε αγάπησα όμως

όλο και περισσότερο

ΙV.
όσο άνθισα μαζί σου
τόσο θέλω να σαπίσω

φυσική ροή

V.
κόπιασε πλάι μου
να κάψουμε
τις καρδιές μας
με ό,τι βρούμε
αυτό μας έχουν
εκπαιδεύσει
να κάνουμε

σωστή εκπαίδευση

VI.
την επόμενη φορά
που θα βρεθούμε
αν μου πεις απόρριψη
θα σου πω άρνηση
και θα σε φιλήσω
μέχρι να πεθάνεις

τέτοιο το πάθος

VII.
δεν είδα ποτέ
Ιντιάνα Τζόουνς
ίσως για αυτό
δεν αναγνωρίζω
τη γενναιότητα
που χρειάζεται
για να είμαι
μαζί μου
με σένα

πάει λέγοντας

VIII.
κάποια πράγματα
περνάνε σαν κακό μοντάζ
και κάποια άλλα δεν περνάνε
με τίποτα

θέμα αισθητικής

IX.
τα λόγια λένε
με αγαπάς να προσέχω
τίποτα δεν κατάλαβες
εσύ μου το είπες κι έφυγες

ασυνεννοησία

Θεσσαλονίκη 2018

Στρατής Πασχάλης, Δύο ποιήματα

τη νύχτα εκείνη διασθάνθηκα τα γεγονότα
να πλησιάζουν
αφού ο καιρός είχε αλλάξει δραματικά
η βροχή πύκνωνε τα φώτα λιγόστευαν οι μέρες
ήταν πένθιμες και αργές
και τα όνειρα μου μιλούσαν όλο και πιο ανάγλυφα

***

ρήμα που ανοίγεται η ζωή και πώς τα έργα υπάρχουν
όπως οι οπτασίες – όλα συμβαίνουν
σε μια διαρκή αναχώρηση
όταν λυνόμαστε απ΄ τα δυό μάτια
κι απ’ την κρυφή της σκέψης πολιορκία.

*Από τη συλλογή ¨Κωμωδία”, εκδόσεις Το ΡοΔΑΚΙΟ, Δεκέμβρης 1998.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Όταν θα μας σκεπάσουν οι πέτρες

Όταν θα μας σκεπάσουν οι πέτρες
Θα είναι αργά για έρωτες
Και γλυκούλικα λόγια
Θα διαδεχθούμε τις πέτρες
Όλων των προηγούμενων πολιτισμών
Και δεν θα έχουμε τον καιρό
Ούτε να αναφωνήσουμε
«ο αναμάρτητος πρώτος το λίθον βαλέτω»
Όταν θα μας σκεπάσουν τα κυκλάμινα
Της λησμοσύνης
Άλλοι θα υποκλέπτουν τη υστεροφημία μας
Φτιάχνοντας χείμαρρους από λέξεις
Και ουρές από νοήματα
Που θα τρέχουν αλαφιασμένα να προλάβουν
Τον εσμό κάθε επίπλαστης ανάγκης
Όταν το μεγάλο χιόνι σκεπάσει τα μαλλιά μας
Θα επέλθει ψύχος στις συνειδήσεις
Παγετός θα είναι η σκέψη μας
Και θα κοιτάξει πώς και πώς να ζεσταθεί
Από το κυνήγι μιας τόσο δα λεξούλας
Να απαλύνει το είναι μας

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα



ΧΩΡΙΣ ΑΔΙΑΒΡΟΧΟ

Καταμεσής του Θεού
(υπάρχω, δεν υπάρχω)
περιμένει κι ο μπόγιας
να μαζέψει τα πτώματα
τα υπόλοιπα στο εφετείο

Αν δικαιωθώ έχει καλώς
αν όχι, σας υπόσχομαι
να μην ξαναενοχλήσω
το αξιότιμο ακροατήριο

Επί τη ευκαιρία να συστηθώ:
δε γνωρίζω τ’ όνομά μου
έχω δυο παιδιά στην κοιλιά
και μια γάτα στο κρεβάτι
κατά τα λοιπά βρέχει πολύ
κι έγινε μούσκεμα το ποίημα

ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ

Το έμαθες το τροπάριο
να κόβεις φέτες τη μέρα
γιατί το παν δεν είναι
η κολλητή σου μπλούζα
ή το ξυρισμένο κεφάλι
μα η άδεια σου κοιλιά
η πείνα δε σβήνεται
με τα οκτάωρα ύπνου
δε μασιέται ο ουρανός

Και επιπλέον οι κάδοι
μούσκεμα απ’ τη βροχή
άλλη μια νύχτα ασιτία
δόντια που ακονίζονται
στο σφύριγμα τ’ ανέμου

Λοιπόν τέρμα τα αστεία
δε βγαίνεις απ’ το ποίημα
αν δε σου κάνω το τραπέζι

ΓΙΑ ΠΛΑΚΑ ΓΡΑΦΩ

Έστω κι έτσι ακόμη ζω
και μετά η κατεδάφιση
σ’ έναν κόσμο αδέσποτο
γυρνώντας σαν τα σκυλιά

Προφανώς και ηττήθηκα
χωρίς κανένα προσχέδιο
ή έστω μιαν ανεμόσκαλα

Δεν παραδίνομαι εύκολα
νομίζω πως το κατάλαβες
έτσι πεισμωμένος βγαίνω
κατά τις δώδεκα στην πόλη
ξεκολλάω τα ενοικιαστήρια
από την οδό Αναπαύσεως
κι αργεί πολύ να ξημερώσει

Τι διάολο Ποίηση γράφω
κι ούτε ένας αναγνώστης
να μου θυμίσει ότι δε ζω;

Georges Bataille, Εγκληματικό άπειρο

Εγκληματικό άπειρο
του απείρου ραϊσμένο βάζο
ερειπιώνα ασύνορε.

άπειρο που με θλίβεις τρυφερά
ξύπνιος είμαι χωρίς φτερά
κι αν είν’ ένοχη η φύση

η τρέλα φτερώνει την παραζάλη μου
που διασχίζει το άπειρο
και είναι το άπειρο που μ’ ερημώνει

είμαι μονάχος
τυφλοί θα διαβάζουν ετούτες τις γραμμές
σ’ ατέρμονα τούνελ

βουλιάζω στο αχανές
που κι εκείνο βουλιάζει στον εαυτό του
είναι πιο καταθλιπτικό αυτό κι από τον ίδιο τον θάνατο

ο ήλιος είναι σκοτεινός
κάποιας ύπαρξης η ομορφιά βαθύ μυστήριο
της στερνής νύχτας στεναγμός

αυτό που στο φως αγαπώ
το ρίγος που απ’ αυτό μαρμαίρει
είναι ο πόθος για σκοτάδι

*

Ψεύδομαι
και ο κόσμος όλος καθηλώνεται
στα αντιφατικά ψέματά μου

το σύμπαν
κι εγώ
βγάζουμε στη φόρα τα ψέματα ο ένας του άλλου

η αλήθεια πεθαίνει
και το φωνάζω
πως η αλήθεια ψεύδεται

το απρόσωπο κεφάλι μου
που το λυώνει ο πυρετός
είναι η αυτοκτονία της αλήθειας.

*

Για τους άλλους τα πάντα είναι γαληνεμένα
στην αδιατάραχτη μονοτονία τους
οι κόσμοι περιστρέφονται μεγαλόπρεποι

με μένα το σύμπαν ταυτίζεται όπως και με τον ίδιο του τον εαυτό

δεν μας χωρίζει πλέον τίποτα
μέσα μου μαζί του αντιδικώ

στην άπειρη γαλήνη
αλυσσοδεμένο από τους Νόμους
το σύμπαν γλυστράει αναπότρεπτα προς τον αφανισμό.

*

Τρόμος
από έναν κόσμο που όλο περιστρέφεται
αυτό που εγώ ονειροπολώ βρίσκεται πολύ πιο μακριά

η δόξα στον άντρα μετράει
όσο μεγάλη κι αν είν’ αυτή
σαν φλέγεται για μιαν άλλη

υπάρχω
κι ο κόσμος προχωρεί μαζί μου
πέρα από το εφικτό

δεν είναι παρά το γέλιο
και η νύχτα η παιδική
όπου γέρνει να ξανασάνει η οικουμένη.

*Από το βιβλίο Georges Bataille, Ποίηση, στη Σειρά “Το Μικρό Δένδρο”. Μετάφραση: Νίκος Κοντομήτρος.

e.e.cummings, Μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα σου

μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα
σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα.
Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη σπονδυλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή
κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα … Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,

και ίσως μου αρέσει το ρίγος

του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο

*Aπό το [μόνο με την άνοιξη] 44 ποιήματα, μτφρ. Βασίλης Αμανατίδης, εκδ. Νεφέλη. Αναημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2018/09/15/soma-mou-cummings/

Κατερίνα Ζησάκη, φόρεσα ένα λουλουδάτο φουστάνι

φόρεσα ένα λουλουδάτο φουστάνι
και πήγα στον περιπτερά
ν’ αγοράσω καπότες
να κλέψω γλυκά
όσο αυτός θα
κοιτούσε τα μπούτια μου από την κάμερα
που είχε για τους κλέφτες

πάλι καλά που πρόλαβα και τα άρπαξα
με κατάλαβε τελικά
από ‘κείνο που φούσκωνε στον καβάλο
λύσσαξε και φώναζε φρικιό
δεν περιγράφω τι έγινε μετά
τα ποιήματα για εγκλήματα θυμίζουν περιττώματα

στην κηδεία οι φίλες μου έτρωγαν γλυκά