Χριστόφορος Τριάντης, Παιχνιδάκια

Πάρτε τα παιχνιδάκια σας
μικροαστοί μου
και κρύψτε τα (προσεκτικά)
στα κρεβάτια σας.
Θα γεννήσουν
μπόλικες ηδονές
για ν’ αντέξετε πλήξη
και ύπαρξη
(έχουν κοινά σημεία).
Και μετά βγείτε στους σωρούς
με τ’ αναθέματα
κι εκεί κλείστε τις βολές σας,
μην τύχει
και τις αδυνατίσουν
οι διαδικασίες
των ρυθμίσεων
και ορφανοί ξετελέψετε
απ’ τον κόσμο,
χάνοντας τα παιχνιδάκια σας,
(σταθερό μέτρο για τις αξιολογήσεις).

Γιάζρα, Σπίτι μου, σπιτάκι μου

Ζούμε σε χρόνο δανεικό από τις χήρες της Σρεμπρένιτσα’
ζυγίζει τόνους σίδερο η μνήμη,
είναι γαλβανισμένη η μνήμη, δεν οξειδώνεται,
πολώνει η μνήμη, ξεχωρίζει τους ανθρώπους:
από δω ο αντάρτης, από κει ο ταγματασφαλίτης,
από δω η μάνα, από κει ο δολοφόνος,
από δω ο εργάτης, από κει τ’ αφεντικό,
από δω εκείνος που λησμονεί,
από κει εκείνος που βομβαρδίζει.
Έτσι έπεσε η Σρεμπρένιτσα, πολιορκημένη και ξυπόλυτη’
έπεσε γιατί τη λησμονήσαμε οπισθοχωρώντας,
έπεσε γιατί δεν μπορέσαμε να βαστήξουμε τη μνήμη της,
ήμασταν άοπλοι απ’ τα χέρια ως το κεφάλι’
κι έχει η λησμονιά τα ματωμένα γόνατα της ταξικής μας ήττας,
γιατί πριν απ’ τη Σρεμπρένιτσα είχαμε πέσει εμείς,
δίχως πολιορκία, δίχως κανόνια, δίχως πόλεμο.

Έτσι έπεσε η Σρεμπρένιτσα’
είδα την Ελλάδα να βγάζει τα φρύδια της
λίγο πριν οργανώσει τα τάγματα εφόδου,
λίγο πριν ανέβει στη σκηνή’
τα πλήθη στην πλατεία
χειροκροτούσαν δολοφονίες μεταναστών,
βιασμούς μουσουλμάνων γυναικών,
τη νίκη του πολιτισμού,
τον θρίαμβο της δημοκρατίας,
το πρωτοκοσμικό στριπτίζ.
Είδα παιδιά να πετάνε πέτρες σε τεθωρακισμένα,
λιπόσαρκα, αμείλικτα,
παιδιά να παίζουνε κρυφτό στα χαλάσματα.
Στρατιώτες με τη γαλανόλευκη στο μπράτσο τα σημάδευαν’
«όχι, όχι τα παιδιά», φώναξα,
«τα παιδιά δεν είναι το μέλλον, είναι το παρελθόν όλων μας».
«Τα παιδιά έχουν μολυνθεί απ’ τον χρόνο», μου απάντησαν,
«είναι αργά πια γι’ αυτά».
Ελλάδα, σε βύζαξα αλλά εσύ ποτέ δε μ’ αγάπησες
(όπως τα ναζί παιδιά σου).
Γι’ αυτό λέγε με ξένο’
μ’ έχει ευλογήσει ο Χριστός αυτοπροσώπως,
με μισούνε σαν κι αυτόν, τον καθολικό ξένο.
Ναι, μιλάω σοβαρά, είμαι αυτός ο ξένος,
ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος για τον καπιταλισμό,
είμαι το μαύρο χρώμα της δουλείας,
κατοικώ σε κάθε στιγμή της ιστορίας.
Με πουλάνε στα φαρμακεία σε χάπια,
με τα χέρια μου έχω ξεγεννήσει κάθε πολιτισμό’
μα πού βρίσκομαι εγώ σ’ αυτή τη μεταφορά;
Κοροϊδεύω τη μισθωτή εργασία, τη φτύνω όταν γυρνάει την πλάτη,
της κλέβω τα αντίντας της, γιατί δεν είμαι κάποιος τυχαίος,
δεν είμαι σαν κι αυτή’ είμαι πριν από αυτή.
Μα πού είναι οι σύντροφοί μου;
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν απ’ το βάρος της μνήμης,
οι σύντροφοί μου δολοφονούνται σε ορυχεία,
οι σύντροφοί μου θάβονται σε ομαδικούς τάφους,
οι σύντροφοί μου βασανίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης,
οι σύντροφοί μου πεθαίνουν εξαιτίας του χρόνου.
Ελλάδα, Ελλάδα, μπάσταρδοι, έχω ξοφλήσει πια με σας, μπάσταρδοι!
Πυροβολισμός,
πυροβολισμός,
πυροβολισμός.

*Από τη συλλογή “Γκρόζνι”, εκδ. υποκείμενο 2016.

Agostinho Neto, Δημιούργησε

Δημιούργησε δημιούργησε
δημιούργησε με φρόνηση δημιούργησε με δύναμη δημιούργησε με θάρρος
δημιούργησε στον άνθρωπο δημιούργησε στις μάζες
δημιούργησε
δημιούργησε με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
δημιούργησε πέρα από την βλασφήμια του δάσους
πέρα απ’ τα ξετσίπωτα οχυρά της βάρβαρης πειθαρχίας
δημιούργησε πέρα από το άρωμα των πριονισμένων κορμών
δημιούργησε
δημιούργησε με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
εκρήξεις γέλιου πάνω από την βούληση της βίτσας
κουράγιο στην αιχμή της μπότας του φυτευτή
δύναμη στα θρύψαλα των γκρεμισμένων θυρών
πυγμή στο κατακόκκινο αίμα της ανασφάλειας
δημιούργησε
δημιούργησε με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
άστρα πάνω απ’ του πολεμιστή
την βαριοπούλα
γαλήνη πάνω απ’ το κλάμα των παιδιών
γαλήνη πάνω απ’ τον ιδρώτα πάνω απ’ τα δάκρυα των συμβολαίων εργασίας
γαλήνη πάνω απ’ το μίσος
δημιούργησε
δημιούργησε γαλήνη με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
δημιούργησε ελευθερία στα σκλαβωμένα άστρα
χειροπέδες αγάπης στα παγανιστικά μονοπάτια του έρωτα
ήχους γιορτινούς πάνω απ’ τα κορμιά που πάλλονται λες και βρίσκονται στην κρεμάλα

#Μετάφραση: Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος
* O Αγκοστίνιο Νέτο (António Agostinho Neto, 1922 – 1979) ήταν επαναστάτης, πολιτικός και συγγραφέας, που υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος της Ανγκόλας, από το 1975 ως το 1979. Ηγήθηκε του Λαϊκού Κινήματος για την Απελευθέρωση της Ανγκόλας (MPLA).
** Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1989. Ασχολείται με τη δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση. Η Βαβέλ (εκδόσεις Anima,2017) είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.

10 Εντολές || Του Prattler

The Prattler's avatarLos Innuendos

Πήδα

Το φράχτη που έχτισες γύρω απ’το “εγώ” σου

Και βγες στο κρύο και τη βροχή,

Είναι ωραία η ζωή μα όχι τέλεια,

Οι πρωταγωνιστές το κρίνουν,

Όχι οι παρατηρητές.

~

Σπάσε

Τα δεσμά που χαλιναγωγούν το πνεύμα σου,

Και άστο να οργιάσει στης ζωής τον πυρετό,

Η ζωή είναι δική σου,

Όχι δική τους,

Κι ας στα μάθανε αλλιώς.

~

Γράψε

Για ότι θέλεις να αλλάξει,

Ποτέ δεν ξέρεις,

Αν κάποιος άλλος, που ποτέ δε θα γνωρίσεις,

Μοιράζεται την ίδια τρέλα με εσένα.

~

Σκότωσε

Ότι σε σκοτώνει,

Ότι θεοποιεί τις μαύρες σκέψεις,

Ότι δίνει αξία στο τίποτα,

Ότι σου στερεί το χαμόγελο,

Ότι κρύβει τον ήλιο.

~

Μίλα

Εκεί που η σιωπή κυβερνά,

Εκεί που το δίκιο σε πνίγει,

Εκεί που απαγορεύεται,

Εκεί που η λαλιά σου δε θέλουν να ακουστεί.

~

Ζήσε

Τα όνειρα σου,

Τις πιο τρελές σου σκέψεις,

Χωρίς όρους και συμβάσεις,

Χωρίς “αν”, χωρίς…

View original post 109 more words

Η επόμενη επανάσταση θα είναι χρωματική

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ο επιθανάτιος ρόγχος αυτού του κόσμου έχει ήδη πληκτρολογηθεί.
Κανείς δεν κατάφερε να αντισταθεί στο φέγγος της άγραφης σελίδας.
Κανείς, ποτέ, δεν θέλησε να περιθάλψει την καταστροφή.
Κανείς, πια, δεν μπορεί να επινοηθεί.
Κανείς δεν το επιθυμεί, επίσης, για κανέναν.
Τα λίγα χρόνια που μείνανε μέχρι την ασήμαντη θλίψη
ενός μωβ διατάγματος
ή ενός χρυσαφί εραστή
ας σπαταληθούν με τις κατάλληλες λέξεις.

View original post

Μαρία Αγγελοπούλου, Δύο ποιήματα

8.

Τα μάτια της
αποκεντρωμένα
ίπτανται εικονικά.
Δυσπνοϊκό, το πρόσωπο
οξύ και αφαγία
η οσμή του.

Εμετική.

Το άγγιγμα
βραχυκύκλωμα
κινήσεων, τανάλια.

Το στήθος της.

Μαύρο.

Στέκει όρθιο
τεράστιο και σκληρό
παραγεμισμένο πέτρες, καβούρια και θάνατο.

Δεν είναι στήθος αυτό
ο διάβολος είναι.

9.

Πρόσωπο ωχρό.
Το σώμα
κουβάρι.
Η πλάτη μου αναβλύζει
ιδρώτα
από τον σβέρκο
στον κόκκυγα.
Τα δάχτυλα
στριμώχνονται
χωμένα
κάτω απ’ τα πλευρά μου.
Ρουθούνια
ορθάνοιχτα.

Μπρος-πίσω το σώμα μου.
Το στόμα μουγγανίζει.
Μμμμμ
Γμμμμ

Δίχως μυοχάλαση
χειρουργώ.
Μυρίζει καμένο δέρμα
αχνίζει λίπος
η διαθερμία.
Μια πέτρα από χολή
μια αιμάτινη στάμπα
στο πράσινο σεντόνι.

Εγώ καπνίζω
εσύ μονολογείς

“Πέτρα
απλή πέτρα
είναι”.

*Απο τη συλλογή “η απουσιολόγος”, εκδόσεις Θράκα, 2016.

Δημήτρης Γ. Καφετζής, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Μην κοιτάς τις στάχτες,
κόβεται η ανάσα σου και ποιος θα μας δώσει φωνή;

Τις νύχτες που αγκαλιάζεις τα λάθη σου
να μιλάς, να μιλάς!

Κι όταν στάζουν οι καθρέφτες το βλέμμα της απελπισίας
η σιωπή σου να ’ναι δυνατή!

Ένα ψέμα να ’σαι μες στην αλήθεια των άλλων, είναι αβάσταχτος ο πόνος.

Κι αν βλέπεις χέρια στους τοίχους και πεταλούδες να σου ψιθυρίζουν
είμαστε εμείς,
εμείς που στέκουμε πίσω από το τζάμι στους κατακλυσμούς,
εμείς τα παιδιά σου.

Τα δάκρυα είναι καυτά και τα μάτια έχουν πολλά να δουν ακόμα,
γι’ αυτό να μιλάς, να μιλάς
κι όταν έρθει η ώρα εμείς όρθιοι θα στέκουμε στην πόρτα.

Τα μάτια σου μην τα μισείς τώρα που φεύγω
και τα χέρια σου μην τα δικάζεις
γιατί η αλήθεια είναι ελεύθερη.

***

ΚΑΜΕΝΕΣ ΙΘΑΚΕΣ

Καμένες Ιθάκες εδώ κι εκεί.
Κάπου στ’ αλατοφαγωμένα βράχια της Μήλου
και στις όχθες του Αλιάκμονα.

Ατάκες και κλισέ ματιές
στο Θερμαϊκό καθώς ο γλάρος στέκεται στην πρύμνη των ματιών μας.

Λόγια δειλά, ανέξοδα, μικρά
για λίγη επιβεβαίωση όλων όσα μένουν εδώ,
εδώ να θυμίζουν το μάταιο πέρασμά μας
κι άλλοτε τον κόπο για λίγο ορίζοντα πιο καθαρό.

Μικροί σε παράγκες μιας άλλης εποχής,
αδιέξοδοι δρόμοι
και δρόμοι που σπάνε καθρέφτες.
Γαϊτανάκι «μία έξω, μία μέσα» στα εντός μας.
Λίγα «γιατί» και μια σκέψη που φέρνει ελπίδες.

Μπορεί όχι και τόσο ανώφελες…

Καλημέρα στη θάλασσα, στα μάτια τα κλειστά, στους ουρανούς τους
γαλανούς και στα σύννεφα που τόσο αγαπώ και μ’ αγαπάνε.
Γεια σου, Νεφέλη, σιωπή και χάδια του Απρίλη.

*Από τη συλλογή «Ροές» Εκδόσεις Ιωλκός, 2015.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

Αν δεν μπορείς

Ό,τι κι αν κάνεις
ό,τι κι αν πεις

αν δεν μπορείς να ξεχυθείς
παντού να μοιραστείς
να πάρεις όλες τις μορφές
να κατεβείς ως το βυθό του κόσμου

αδιάβαστος θα πας.

Ξυπόλητος δια βίου
στ’ αγκάθια θα πηγαίνεις
θα πέφτεις
ξανά θα πέφτεις και ξανά
και πάλι

σαν Σίσυφος της συμφοράς
στο λάκκο με τους λέοντες
εσύ και η αιώνια πέτρα σου.

***

Νησίδες

Όλα παίζονται
όλα μπορούν απ’ την αρχή.

Κι εσύ να βαδίζεις
να χάνεσαι στο άνοιγμα της άνοιξης
στο αίνιγμα

κι όλα να γίνονται λούνα παρκ
και παιγνιότοποι
κι οι μονοκατοικίες να λάμπουν στον ήλιο –

νησίδες ηδύτητας μες στο τσιμέντο
λυτρωτικές χρονοκάψουλες

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Οι πληγές των αγαλμάτων

Απ’ τις πληγές των αγαλμάτων
έτρεχε βροχή σ’ ένα παλιό μου ποίημα.
Κάποιες λέξεις όμως μείναν πεισματικά εκεί,
μωρές παρθένες,
περιμένοντας κάποια ανταλλαγή χέρι με χέρι.
Οι πληγές συνεχώς ακριβαίνουν από τότε
καίνε όλο και πιο πολύ συναίσθημα.
Έσχισα μια φθινοπωρινή μέρα,
τα κουρέλια της έφθασαν να ντυθεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι.
Πέταξα βότσαλα στη θάλασσα
και εν αγνοία μου πετροβολούσα νεκρούς.
Κι απ’ τις πληγές των αγαλμάτων τρέχει βροχή.

*Από τη συλλογή «Στρατός ξυπόλητων λέξεων», εκδόσεις Βακχικόν, 2018.