Γιώργος Βασιλακόπουλος, Δύο ποιήματα

τα φιλιά σου
αφανισμένοι ναοί

τα χάδια μου
ορφανές ψαλμωδίες

πέρα
στον χαμηλό ορίζοντα
που τυφλός πια δεν μας κοιτά

ανάμεσα σε λέξεις ψυθιρίζεις
ψιθύρους θανάτου

περιΜΕνω

*

your kisses –
sacked temples

my caresses –
abandoned psalms

and further out
beyond a blind horizon
which no longer returns our gaze

your whisper between words:
a deathly whisper

I wait

***

στο βάθος
το βάθος του κόσμου

ξεχειλίζεις
(σα σκοτάδι μέσα από γαλαξίες
σαν Ιστορία μέσα από καημούς)

βαστώ το ποτήρι
ψιθυρίζοντας τ’ αυριανά

“αργά πολύ αργά
μέσα στη νύχτα” (1)

πιο αργά

μετά

πιο πέρα

μιλάς
τραβώντας τις λέξεις σου

πίσω

(ο ορισμός της ποίησης)

*

in the deep –
the depths of this world

you spill over
(like the darkness from the galaxies –
like History from sorrow)

I hold the bitter glass
whispering to those yet to come

“αργά πολύ αργά
μέσα στη νύχτα” (2)

still later

and afterwards

and even further

speaking
you recoil

(the intention of poetry)

1. Ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Γιάννη Ρίτσου.
2. “Late, very late into the night”: The title of the last collection of poems by Yiannis Ritsos.

*Από το βιβλίο “the pleasure of exile / η ηδονή της εξορίας” (δίγλωσση έκδοση), Owl Publishing, Μελβούρνη 2017. English translation: Peter Lyssiotis.

Ηλίας Θ. Παππάς, Δύο ποιήματα

12:00
(ρόδα. είναι και δεν, γιορτή)

Άξαφνα τα ανάποδα έχουν γίνει κανονικά
και τα εμμέσως πλην σαφώς δεν βγάζουν νόημα.

Οι πράξεις περνούν βιαστικά σε σελίδες
αναποδογυρίζουν
λειψά σώματα παντού μες στις προτάσεις
μάτια δίχως πρόσωπα ή ονόματα
κόμματα λακκούβες, τελείες θρύψαλα στις παραγράφους
του βομβαρδισμένου αέρα.

Μπράτσα, μοχλοί, παξιμάδια, δάχτυλα
ρουλεμάν, κλειδώσεις, λαμαρίνες
στήθη, στοίβες στραβές
μπαταρισμένες
περιμένουν ανήμπορες τις μουγγές πρέσες.

To «ok» δίνεται μεταξύ χοίρων ή μύρων
[κι οι άνθρωποι ολόγυρα πνίγονται στα αμέτρητα κομφετί,
στις εγκαίνιες κορδέλες.]

***

13:00
(«εάν μή έλπηται ανέλπιστου ούκ έξευρήσει»)

Να ’μαι μονομιάς στα κτίρια εργασίας, παντού η ίδια εικόνα:
Σκορπισμένα χαρτιά
γραφεία αναποδογυρισμένα
καρέκλες ρευματικές που τρίζουν
οθόνες καιόμενες και μέσα τους σκιές που χορεύουν
το χορό του ερέβους.

Πάνω τα παράθυρα λιπόθυμα χτυπούν στον αέρα
ενώ κάτω μαύρα στόματα μασούν με βία
χρόνο πολύτιμο
που είχαμε φυλάξει από παλιά για όνειρα.

Οι πόρτες κλείνουν η μία μετά την άλλη
κι οι λάμψεις φτάνουν τόσο μακριά που σκάνε,
πρόωρα
στα αυλακωμένα χέρια της καταιγίδας.

Ακούμε τους κρότους και έντρομοι σπρώχνουμε πίσω
τα παιδιά μας
τα αγέννητα παιδιά μας

Που είναι δυο φορές δικά μας.

*Από τη συλλογή “Οι αρνήσεις μιας ημέρας”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2013.

Μαρία Πανούτσου, Εξ ορισμού ερωτικόν

και εκείνη μίλαγε με τις σκιές,
τις οδηγούσε,
τις έλεγε,
που να γλείψουν,
χωρίς ν’ αφήσουν σημάδια

επί τον τύπον των ήλων
ψέλλισε,
και χωρίς ντροπή,
βύθιζε τα δάχτυλά της,
στην άγνωστη σάρκα

έμοιαζε με κέρινη κούκλα
το σώμα του,
έβγαινε μιας πνοής άκουσμα,
και πάλι ξανά,
από κάθε πόρο

εκείνη, από άγγελος
μεταμορφωνόταν
σε σφαχτό,
σε θυσιαστήριο

ξυπνά η ερημιά και αναζητά,
μια αγκαλιά αιώνια,
μια πίστη,
στο σώμα ακέραιη,
μια φλόγα,
που γεννιέται και πεθαίνει
ευθύς,
με το πρώτο άγγιγμα

ένα κερί με γυροφέρνει,
ζεσταίνει τα σκέλια,
καίει τις τρίχες,
τραβάει τα κόκαλα,
που γίνονται
βουλιμίας τροφή,

είμαι ένα χάδι,
δεν έχω εικόνα,
κανένα είδωλο
δεν με καλύπτει,
μόνο ο αέρας,
που φέρει το όνομά του

αλλά γατί ανησυχώ,
θα έρθει το θεσπέσιο
κλάμα,
να με λυτρώσει,

σαν την βροχή,
μετά από τον βαρύ ουρανό,
έτσι όπως η ξεραμένη γης,
ρουφά άπληστα νερό,
έτσι και εγώ,
θα αναδυθώ,
από τo ίδιο μου τo δάκρυ

ο έρωτας δεν χαρίζεται,
κερδίζεται
με αίμα και ιδρώτα,

παρακαλώ,
κυρίες και κύριοι,
συγχωρείστε με,
δεν θα ξαναμιλήσω,

με λέξεις
πνιγμένες
θα ορθωθώ στη λεωφόρο
της καθημερινότητας

Tasos Livaditis/Translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

ΚΙ ΙΣΩΣ αυτό, που ποτέ δεν καταλάβαμε, ήταν ότι έμεινε για

πάντοτε δικό μας,

γιατί ποιος κέρδισα ποτέ τη νύχτα ή τ’ όνειρο, και μες στο σπίτι ο

ένας με τον άλλον

ένα απλό κειμήλιο είμαστε, και μόνος του καθένας θα πεθάνει,

έτσι μέσα στο ανήσυχο βράδυ, αλλόκοτα φωτισμένο απ’ τους

πυρσούς,

είμαστε πάντοτε απροετοίμαστοι. Κι ήταν αυτή η συγκομιδή μας.

AND PERHAPS what we never understood was the only

thing left to us

because who could ever win the night or the dream and inside

the house one for the other

we were simply a heirloom and each of us will die

plainly in the disturbed evening, in a strange way lit by

the torches

we were always unprepared. And this was our harvest.

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

www.libroslibertad.ca

View original post

Λίνα Βαταντζή, Ικεσία και ευχή

Μην λυπάσαι!
Η λύπη δεν ταιριάζει
στην όμορφη καρδιά
που φέρεις.
Τα άνθη του μυαλού σου
μόνο ηλιαχτίδες αξίζουν.
Πολλά νερά αλλάζουν
τη ροή του ποταμιού
μα ο προορισμός ένας είναι-
Η θάλασσα.

Μην επιτρέπεις
τα πέταλα της θλίψης
να σε σκεπάσουν.
Τα σύννεφα αλλάζουν μορφή
και ύστερα κλαίνε.
Μα είναι δάκρυ κάθαρσης
και το δικό μου είναι δάκρυ
ονείρου.
Πολύ δυνατή-
Πολύ αδύναμη.

Μην λυπάσαι!
Δεν είναι ήττα
της δύναμης του λόγου σου-
Εγώ είμαι άλλου κόσμου.
Είναι ο σταυρός πολύ βαρύς
για να τον άρω
αόρατο μπροστά σας.

Αν και καυχιέμαι ότι κάνω
νέα αρχή,
η ίδια πάντα μένω.

Μια ικεσία σου οφείλω
και μια ευχή-
Μην λυπάσαι!
Στο πρόσωπό σου
μόνο
χαρές
αρμόζουν.

Πόπη Γιόκαλα, Έρωτας

Ερωτεύομαι ένα άστρο
Μια αυγή
Ένα σύννεφο
Ένα φως που βγαίνει από τη χαραμάδα τής πόρτας
Και ξαφνικά γεμίζει ήλιο το δωμάτιο
Ερωτεύομαι το φεγγάρι που με κοιτά από κει ψηλά
Το ηλιοβασίλεμα που μέσα του χάνομαι και πνίγομαι βαθιά
Τη ζωή που μου χαμογελάει
Το σύμπαν όλο
Για νάχω ένα λόγο να πεθάνω.

Πασχαλιά Καραγιάννη, Ούτως ειπείν

Δεν καταφέρνω να γράψω ούτε ένα διήγημα, ούτε καν ένα ποίημα για την κρίση -για την ελληνική κρίση- διευκρίνισε η Καλίν Φλοξ Φερν στην ομήγυρη. Δε φταίει που είμαι Αγγλίδα, κάτοικος όμως Θεσσαλονίκης επί δεκαεφτά συναπτά έτη. Την πονάω τη χώρα αυτή, τη χώρα σας, είναι κομμάτι μου, είναι χώρα μου επίσης, δυστυχώ κι εγώ μαζί της και μαζί σας, αλλά ταυτόχρονα είμαι και αλλού. Υπάρχουν πολλών ειδών δυστυχίες εξάλλου. Άλλη η δυστυχία του μεροκαματιάρη σε μια χώρα φτωχή, άλλη η δυστυχία του τουρίστα που θλίβεται περιφερόμενος μέσα σ’ αυτήν. Και ως γνωστόν, υπάρχει ο εξωτερικός τουρισμός και ο εγχώριος ή εσωτερικός. Στην πραγματικότητα είχε πάρα πολλά να πει για την ελληνική κρίση η Καλίν Φλοξ Φερν. Ήταν τόσα πολλά που την έπνιγαν. Η κούρασή της ήτο τεράστια. Και ως εκ τούτου δεν κατάφερνε να πει τίποτα. Μόνο υπέμενε μια ακόμα θλιπτική συναναστροφή προσπαθώντας να συσχετιστεί με ανθρώπους που ταλανίζονταν από αγωνίες υπαρξιακές μα όχι βιοποριστικές. Που βρίσκονταν εν μέσω κρίσης αυτογνωσίας, αυτοκαθορισμού, κρίσης ταυτότητας τέλος πάντων μα όχι κρίσης επιβίωσης. Ήταν από τους τυχερούς αυτοί…

Αλλάζοντας πλευρό η Καλίν Φλοξ Φερν για να ξεφύγει από το δυσάρεστο συναίσθημα που την κατέκλυσε, άκουσε και το ξυπνητήρι να χτυπά ρυθμικά και σπαστικά, πλην όμως σωτήρια, αφού τη γλίτωσε από τα πνιγηρά συναισθήματα του ονείρου της συμμετοχής της σε μια ομάδα ανθρώπων που δεν την καταλάβαιναν, που δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα με κείνη. Αμέσως, μια σκέψη σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό της και τη βοήθησε να μαζέψει το σώμα της, που όπως κάθε μέρα είχε τις ψιλοενοχλήσεις του, τα πονάκια της μέσης ηλικίας σε κάποια οστά. Θεόσταλτο ήταν αυτό το όνειρο για σένα Καλίν, αυτοσαρκάστηκε υπομειδιώντας κατά τη συνήθειά της. Ναι, γιατί όχι; Αν γράψω μια τέτοια απλή ιστοριούλα χωρίς πολλά -πολλά, δίχως κουραστικές λεπτομέρειες δηλαδή, μπορώ κι εγώ να πάρω μέρος στο διαγωνισμό διηγήματος και να κερδίσω τη συμμετοχή μου στο σεμινάριο δημιουργικής γραφής του φθινοπώρου, χωρίς πληρωμή.

ΔΩΡΕΑΝ. Αλλιώς, πού λεφτά τώρα για τέτοια πράγματα… Διότι το όνομά της δεν ήτο καθόλου Καλίν Φλοξ Φερν και ούτε ήτο Αγγλίδα. Ήτο μια μεσήλικη Ελληνίδα, εργαζόμενη επί τριάντα δύο συναπτά έτη, που είχε πάρει στεγαστικό δάνειο προ κρίσης, τις δόσεις του οποίου δυσκολευόταν να πληρώνει τώρα, νιώθοντας τυχερή όμως που είχε δουλειά, αλλά και αφόρητα θυμωμένη που πλέον έπρεπε να τα στάζει στους γιατρούς, τώρα που άρχισαν να εκδηλώνονται τα προβλήματα υγείας, ενθυμούμενη βεβαίως πως της έχουν γίνει οι ανάλογες κρατήσεις για μια ιατρική κάλυψη που ποτέ της στο παρελθόν δεν χρειάστηκε. Θα πάω καμιά μέρα σαν το σκυλί στ’ αμπέλι σκέφτηκε, μόνη καθώς ήταν στη ζωή μ’ ένα παιδί μόνο, παιδί νεόσκλαβο, εργαζόμενο παιδί των 480 ευρώ του μήνα, παιδί πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με τα μεταπτυχιακά του, τα πολύμηνα σεμινάριά του, τις ξένες γλώσσες του, τη χρήση υπολογιστών (επεξεργασία κειμένου, υπολογιστικά φύλλα, διαδίκτυο και όλα τα σχετικά) παιχνίδι στα δάχτυλά του και 480 ευρώ στο χέρι. Κι αν πάθω κάτι ξαφνικά, τι θα γίνει το παιδί που κρέμεται από μένα; Αυτό θα είναι το σκυλί στ’ αμπέλι, όχι εγώ. Να τι είναι τα παιδιά της σύγχρονης Ελλάδας’ σκυλιά στ’ αμπέλια, μουρμούρισε με θλίψη και υπόκωφη οργή. Αυτομάτως ήρθε, υπακούοντας σ’ έναν εσωτερικό ειρμό του μπερδεμένου μυαλού της, ένα ποίημα στη σκέψη της. Ένα ποίημα για την ανθρώπινη κακία ως πηγή όλων των δεινών, μια κακία τόσο αταίριαστη με την ψυχή των σκυλιών συμπέρανε και προσπάθησε να το απαγγείλει:

Κακία ίσον οδυνηρή βλακεία
Τραμπούκικος εγωισμός.
Κουρτίνες αδιαλλαξίας.
Ορυχεία βραχώδη και βλακώδη
κοφτερής και βάναυσης ακαμψίας.
Ματωμένες πατούσες ανυπόδητες
σε δρόμους μισαλλοδοξίας.
Μικρόνοες σαρκόσαυροι
αδηφάγα κόβουν την ανάσα.

Στο βάθος-βάθος όμως η Αναστασία Φτέρη – ναι, αυτό ήταν το όνομά της- στο βάθος-βάθος λοιπόν, ήτο πλάσμα αισιόδοξο με βαθιά πίστη στον άνθρωπο και μεγάλη αγάπη για τα σκυλιά. Αυτό το «ποίημα» δεν ήταν παρά ένα πόνημα εν είδει ορισμού της κακίας, βγαλμένο απ’ την βαθύτατη στεναχώρια μιας βραδιάς, όταν ήρθε αντιμέτωπη με όσα το εν λόγω δημιούργημα περιγράφει. Όμως ο άνθρωπος– μονολογεί η Αναστασία Φτέρη- δεν είναι μόνο αυτά που αναφέρονται σ’ αυτό. Χρειάζεται πίστη στον άνθρωπο και προσπάθεια υπέρβασης του αισθήματος αδυναμίας. Γιατί, όταν και όπου ο καλός άνθρωπος νιώθει δυνατός, η ζωή με κεφαλαία γράμματα νικάει. Και ο καλός άνθρωπος γίνεται, που πάει να πει πως είναι προϊόν προσπάθειας υπερνίκησης αδυναμιών. Κάνοντας κατόπιν ένα ακόμα νοητικό άλμα, που εκτινάχτηκε απ’ το βατήρα ενός ξαφνικού και ανέλπιστου κύματος χαράς, ενθουσιωδώς αναφώνησε:« Πόσο βαθιά πιστεύω στη νέα γενιά Ελλήνων και… Βαρβάρων! Τι να κρύβεται όμως πίσω απ’ αυτό το ξαφνικό φτερούγισμα της χαράς μέσα μου; Μοιάζει με την αθώα και «άλογη» χαρά των σκυλιών, όπως την έχω γνωρίσει μέσα από τη μακρόχρονη συμβίωσή μου με τη Φλόξι, το μικρό αδέσποτο, που σαν αδέσποτη σφαίρα καλοψυχίας σταλμένη από ανθρώπινο χέρι ανεπίγνωστο ή ανάλγητο, μπήκε στην αυλή και στην καρδιά μας πριν από δεκατέσσερα χρόνια. Η Φλόξι καθημερινά μας φίλευε κροκέτες άπειρης και άλογης, ούτως ειπείν, αγάπης και ευγνωμοσύνης. Έτσι, σαν να μου φαίνεται πως, συν τω χρόνω, κάτι άρχισα κι εγώ να υποψιάζομαι απ’ αυτά τα πράγματα. Μα, στο μεσουράνημα της κρίσης η Φλόξι μου χάθηκε…». Ο μονόλογος τελειώνει με συντριβή. Μ’ ένα συναίσθημα που είναι αδύνατον να χωρέσει σε λέξεις.

Την επόμενη νύχτα η Αναστασία έχει κάποια ταραγμένα όνειρα απ’ τα οποία συγκρατεί μόνο τον αριθμό 69 που μες στον ύπνο τής καρφώθηκε στο μυαλό χωρίς να συνδέεται με τίποτα. Μετά από μέρες και αφού άρχισε να συνέρχεται κάπως από το γεγονός της αδόκητης αποχώρησης της Φλόξι– έχει περάσει ήδη ένα βασανιστικό δεκαήμερο απ’ όταν ξεψύχησε η μικρή- της έρχεται η ιδέα να ψάξει στοιχεία για τον αριθμό 69 στο διαδίκτυο.

Βρίσκει πως στα μαθηματικά είναι φυσικός, περιττός και σύνθετος αριθμός. Βρίσκει πως στην αστρονομία υπάρχει το Μεσιέ 69 που είναι ένα σφαιρωτό σμήνος, (μία σχετικώς πυκνή συγκέντρωση αστέρων με σφαιρικό ή σχεδόν σφαιρικό σχήμα, που περιφέρεται γύρω από το κέντρο ενός γαλαξία ως δορυφόρος του) σε απόσταση περίπου 30.000 ετών φωτός, στον αστερισμό Τοξότης.

Η ψυχή της γαληνεύει. Εκεί θα βρίσκεται, σκέφτεται. Ένα φωτεινό αστεράκι στο Μεσιέ 69.

«Ας μην ξεχνάμε πως τα ζώα είναι τα πρώτα θύματα του ρατσισμού», ανάγνωσε από μια αντιρατσιστική σελίδα η Καλίν Φλοξ Φερν στη γνωστή ομήγυρη. Η Καλίν που στον ξύπνιο της δεν είναι παρά μια Αναστασία, μια Αναστασία Φτέρη σαν το φτερό στον άνεμο κάποτε κάποτε, πληγείσα παντοιοτρόπως από την κρίση, όπως και πολλές άλλες Αναστασίες. «Υφίστανται μαρτύρια επειδή οι άνθρωποι θεωρούν ότι ανήκουν σε κατώτερο είδος» συνέχισε να διαβάζει. Και το κακό χειροτερεύει σε περιόδους οικονομικής κρίσης, συμπληρώνει η ίδια. Εκτός απ’ τη στάση αλληλεγγύης που αναπτύσσεται σε γνωστικούς και φιλάλληλους, σε άλλους φουντώνει ο ρατσισμός σε κοινή πλεύση με τον φασισμό.

Η γαλήνη της ψυχής της δεν κράτησε πολύ. Η Φλόξι κακοθανάτισε. Ήταν κι αυτή ένα από τα πολλά αθώα θύματα της κρίσης, ελληνικής τε και παγκόσμιας. Και οι κακοί και άδικοι θάνατοι πονάνε. «Προσδοκώ λοιπόν Ανάσταση νεκρών. Νεκρών τε και ζωντανών» καταλήγει περίλυπη.

Έχουν περάσει πια ογδόντα πέντε μέρες από το θάνατο της Φλόξι. Είναι νύχτα, 22 Ιουνίου, γύρω στις 2 π.μ. Ένα σκαντζοχοιράκι περνάει απ’ την αυλόπορτα, διασχίζει το πλακόστρωτο και σταθμεύει κάτω απ’ την καρέκλα της. Βγάζει έναν ήχο πολύ μεγάλο για το μέγεθός του. Του μιλά και τρέχει. Μπαίνει στο μικρό παρτέρι κι αρχίζει τα χρουτς χρουτς πάνω στα πεσμένα φύλλα της δάφνης. Όταν ανάβει ένα φως στην αυλή, το βλέπει ξανά, κοιτάζονται για λίγο και φεύγει βιαστικό, αλλά όχι πανικόβλητο. Είναι μικρό και δεν γνωρίζει τους κινδύνους. Μπορεί να είναι η πρώτη του νυχτερινή βόλτα. Τα σκαντζοχοιράκια γεννιούνται στις αρχές του καλοκαιριού και αρχίζουν τις μοναχικές εξερευνήσεις τους μόλις περάσει ο πρώτος μήνας της ζωής τους. Το ακολουθεί. Εκείνο στέκεται μια δυο φορές, γυρίζει το κεφαλάκι του, την κοιτάζει και συνεχίζει το δρόμο του. Χαίρεται τόσο μ’ αυτή τη γνωριμία η Αναστασία!

* Η Πασχαλιά Καραγιάννη είναι εκπαιδευτικός στο χώρο της ειδικής αγωγής, απόφοιτος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας και του Διδασκαλείου «Δημήτρης Γληνός». Γεννήθηκε στη Συκαμινέα Λάρισας. Τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη. Την πενταετία 1994-1999 εργάστηκε στο ελληνικό σχολείο του Χαράρε, πρωτεύουσας της Ζιμπάμπουε. Αυτό είναι το πρώτο της διήγημα που το εμπνεύστηκε όταν αποφάσισε να συμμετάσχει σε έναν διαγωνισμό με θέμα «Στα χρόνια της κρίσης».

**Το διήγημα και η φωτογραφία της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν αρχικά εδώ: http://fractalart.gr/outws-eipein/

Φαίη Ρέμπελου, There’s a killer on the road

θυμάμαι ήταν Πάσχα και μου δάγκωνες την πλάτη
μανταλωμένη η πόρτα, δεν περιμέναμε
άλλος κανένας να ‘ρθει.
Μέσα στη μυστική μας ιεροτελεστία
που ως τελετή δεν θύμιζε
μαύρη η λευκή μαγεία
μόνο ιερή κατάνυξη και θεία αναισθησία.
Ήταν γεμάτη χρώματα η βραδιά
γαλάζια, κόκκινα ανοιχτά και βιολετιά.
Τότε, πριν βγάλουμε το χρώμα απ’ την ζωή μας
και τρέξουμε να σώσουμε μονάχα το πετσί μας,
που ούτως ή άλλως δεν έχει σωτηρία,
είτε μας φάνε είτε φάμε τ’ άγρια θηρία.
Ήταν Πάσχα και το τώρα έφεγγε λαμπρό
Ήταν Πάσχα, μα το μέλλον ανύπαρκτο και ζοφερό.
Μόνο αν παγώναμε για πάντα τις στιγμές μας
θα λυτρωνόμασταν απ’ τις αβάσταχτες πληγές μας.
Ή μήπως είν’ αυτό το νόημα της ζωής;
Αφού αβασάνιστα δεν βγαίνει κι αντιστέκεται η ψυχή;
Το νόημα της ζωής, προπύλαιο του θανάτου
να’ ν’ άραγε να σ’ ετοιμάζει
για τα βαθιά ανάκτορά του;
Ούτε στο πάθος, ούτε στην “αγάπη”
ούτε στην “χημεία”
δεν βρήκα της γαλήνης την απόλαυση
που μου ‘δωσε η γλυκιά αυτή αναισθησία.

*Από την ανθολογία της ομάδας Ο κύκλος Των, γεια, σ’ αγαπώ, αντίο, Αθήνα 2018.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Άκρον Ίλιον Κρυστάλ

Συμβαίνει από καιρού εις καιρόν / να παρελαύνουν φάλαγγες
χειμώνες /
σαν να χειρονομούν τα κύματα κερκίδες / σε κάποιο σώμα
ανοχύρωτο ξηράς /
‘Οταν περνάς τα χρόνια στο νερό / όχι ως ναυτικός / παρά σαν
λάθος σημαδούρα /
έχεις να πεις για τα ναυάγια πολλά.

Σε κάποια άλλη εποχή
Θα είχα βγάλει απ’ το συρτάρι το ψαλίδι
Θα έφερνα στο ύψος μου κλαδιά από μηλιές
Θα έκοβα χορτάρι
Θα έκοβα χωρίς λύπη
Θα γέμιζα μια κίτρινη αγκαλιά την πίσω θέση
Και μετά οδός Δελφών
Θα σκόρπιζα Φθινόπωρο
Κι ένα βάζο θα θέριζε.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο οικόπεδο”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.