Δεν θέλω αστέρια
δεν θέλω λουλούδια
ρυάκια κι εξοχές
κοιτάζω γύρω μου
και η ψυχή μου είναι μαύρη
αυτά που συμβαίνουν
σε μένα
στους συνανθρώπους μου
είναι τραγικά
το μυαλό μου
το μυαλό τους
στη μέγγενη της καθημερινότητας
δεν μπορούμε να ζήσουμε
τη ζωή
έτσι όπως τη θέλουμε
εύκολες διαφυγές
δεν μας ταιριάζουν
δεν κλείνουμε τα μάτια
στην πραγματικότητα
τα μάτια μας βλέπουν
πίσω απ΄τα επιφαινόμενα.
Μαργαρίτα Μηλιώνη, Τα ζόμπι των Χριστουγέννων
εμείς που είμαστε ζόμπι το γνωρίζουμε:
όλοι πάνω σε μια καμήλα που βαριανασαίνει
πορευόμαστε
οι γιορτές δημιουργήθηκαν για να δομούν το χρόνο
προσφέρουν σύντομες στάσεις στους καμηλιέριδες
μικρές οάσεις μέσα στην έρημο- χρόνος
(ποιός είναι ο τελικός προορισμός προτιμούμε να το λησμονάμε
σημασία έχει το ταξίδι διατεινόμαστε)
ο καθείς στολίζει με ότι μπορεί
αυτό το δένδρο που το λέει χριστουγενιάτικο
εμείς το στολίζουμε
με αγγίγματα κάτω από το τραπέζι
δαγκωμένα αχλάδια μήλα
φιλιά γλώσσες και σχισμές
αριστερό πέλμα γλώσσα και αυτί
γλώσσα ανάμεσα στα δάκτυλα
χείλη και μάτια μάτια μάτια μάτια παντού
στα δάχτυλα στα πόδια
στον κορμό στις ρίζες στα κλαδιά
και μετά το ποτίζουμε με τους χυμούς μας
που εξακολουθούν να αναβλύζουν
αλήθεια πόσα χρόνια;
5000 χρόνια θα είναι. δεν θα είναι;
τόσος δεν είναι ο χρόνος που είμαστε μαζί;
Ένας διάλογος με τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου
Λένε πως έρχεσαι από νύχτα βαθιά
και σκορπίσανε όλοι
Βέβαια αιμόφυρτος με τα φώτα σβηστά
και σε κύκλωσαν όλοι
Έστω ένας χτύπος μα όλα είναι νεκρά
συγκατάνευσαν όλοι
Λένε η ανάσα του θα καίει την καρδιά
κι έγιναν οι δήμιοι σκόνη
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου
Με τίναξε η φωνή σου εντός μου. Σε βλέπω να γλιστράς σα μικρός άνεμος στις όχθες του Θερμαϊκού, βυθισμένος σε μιαν απαλή σιωπή,
με τα χέρια να κρέμονται αμήχανα απέναντι στην προσβλητική αδιαφορία των περιπατητών του απογεύματος,
να κλυδωνίζεσαι γλυκά σε μιαν αναστοχαστική μέθη που δραπετεύει από την εκδικητικότητα των κανόνων,
να γλιστράς στην αγκαλιά των λέξεων και να αναδύεσαι σαν το πιο γοερό τους θυμίαμα, σκυμμένος πάνω από τον χαμηλοτάβανο ουρανό, ένα σύννεφο βαρύ σα θνησιγενής έρωτας,
σαν τις υπομονετικές προδοσίες, σαν την ανέκφραστη χειρονομία που διαφημίζει επίμονα τον ήλιο μιας κάποιας δεσπόζουσας πόλης.
Με τίναξε η φωνή σου εντός μου. Κι ύστερα θόλωσε η εικόνα σου
σα μια ανταύγεια του ηλιοβασιλέματος στη νηνεμία του μεγάλου λιμανιού,
μέσα από τα θραύσματα της στάμνας στη ρίζα αρχαίου τείχους,
από τα βράχια χύθηκες σαν κόκκινο κρασί στην αγκαλιά της βρώμικης θάλασσας, και χάθηκες οπτασία στον αλμυρό βυθό,
για να αναδύεσαι στα σκοτεινά σοκάκια πότε εδώ και πότε εκεί
στα σωθικά της πρωτεύουσας,
μια αλμυρή οπτασία που χαϊδεύει το ακατάλυτο μπετόν, δεν χαρίζεται, θυμίζει την αρχέγονη ουσία του έρωτα που συντρίβει τα αφυδατωμένα σώματα, καθώς αυτά περιδινίζονται στα σταυροδρόμια των σκοτεινών θανάτων, εσύ,
αειθαλής εντιμότητα στους λασπερούς κήπους,
φτερωτή αθωότητα στη ράχη των ερπετών,
αγέρωχη φτώχια καθισμένη στη μικρή αυλή των θαυμάτων,
στη γειτονιά των ανείπωτων λέξεων,
να κρατάς εκείνον τον θησαυρό των ερώτων και των θανάτων κρυμμένο για πάντα μπροστά στα μάτια μας.
Θαλερός
*Μουσική: Θαλερός
**Ηχογράφηση και επεξεργασία σε διαμέρισμα στις Εργατικές Πολυκατοικίες Αιγάλεω με θαλερότητα
Γιώργος Μπλάνας: «Ο έρωτας γεννά συνεχώς ερωτήματα»
Κυριακή Μπεϊόγλου*
«Οι ποιητές κοιμούνται σαν πουλιά/ μέσα στην αίσια γαλήνη των δασών…», γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στο «Η ποίηση είναι μπουγάδα απλωμένη στην αυλή του παραδείσου».
Εγώ τον συνάντησα μέσα στο κέντρο μιας πολύβουης πόλης, ζητώντας του να μου πει ποιος είναι αυτός ο πάντα χαμηλών τόνων ποιητής που εκδίδει ακατάπαυτα ποίηση, μεταφράσεις σύγχρονων, κλασικών και αρχαίων έργων.
Ποιος είναι ο Γιώργος Μπλάνας που με τον δικό του πολύ προσωπικό τρόπο επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία έτσι όπως αυτός την αντιλαμβάνεται, με διάθεση παρηγορητική απέναντι στα δεινά του σύγχρονου ανθρώπου;
Κι ίσως έχει και τη διάθεση να μου αποκαλύψει κάτι για τους ποιητές που «το χιόνι απλώνει τα μαλλιά του/στα ξύλινα μάτια τους/κι ο ήλιος στεγνώνει τις σκέψεις τους/στα ξέφωτα».
● Κύριε Μπλάνα, από τα τόσα κείμενα που έχετε διαβάσει, δουλέψει, μεταφράσει, έχετε βρει κάποιο ενδεδειγμένο τρόπο να φιλοσοφείτε τη ζωή;
Κατά κάποιο τρόπο η φιλοσοφία είναι πανούκλα…
Τι εννοείτε;
Η φιλοσοφία είναι ένας τρόπος σκέψης που φτιάχνει μοντέλα. Επιμένει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αυτά τα μοντέλα.
Ευτυχώς τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα έγινε μια τομή που λέγεται Χάιντεγκερ. Οταν ο Χάιντεγκερ άρχισε να φιλοσοφεί, επιστρέψαμε στην προσωκρατική φιλοσοφική σκέψη.
Φιλοσοφία είναι για μένα αυτό που έκανε ο Ηράκλειτος, όχι ο Πλάτωνας. Ο Πλάτωνας δημιούργησε παράδοση. Η νεότερη φιλοσοφία αυτής της παράδοσης θεωρεί το «Συμπόσιο» ένα πάρεργο.
Σπουδαίο έργο θεωρεί την «Πολιτεία». Είναι ένα έργο ανατριχιαστικό, το οποίο όμως ξεκαθαρίζει, εξηγεί, τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται ο Πλάτωνας, τη λογική του.
Γιατί επιλέξατε τη βιβλιοθηκονομία;
Ηταν η μόνη σχολή που δήλωσα. Το 1976 μπήκα. Το βιβλίο για μένα είναι φετίχ.
Αυτό έγινε γιατί ήταν μέσα στο σπίτι η γιαγιά μου, που με μεγάλωσε. Μια γιαγιά μόλις 39 ετών. Χήρα ενός «τεταρτοδιεθνιστή» τροτσκιστή. Τον σκότωσαν στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» οι Γερμανοί όταν απέδρασαν τα μέλη του ΚΚΕ από εκεί.
Καθώς με μεγάλωσε λοιπόν -αυτή η γιαγιά της ίδιας ιδεολογίας με τον παππού- είχα την αίσθηση ότι το βιβλίο ήταν ένα είδος σπλάχνου του ανθρώπου.
Με τους σημερινούς όρους θα έλεγα ότι ο άνθρωπος είναι ένα cyborg του οποίου το μη βιολογικό μέρος είναι το βιβλίο. Η γιαγιά μου και η μητέρα μου με προμήθευαν βιβλία.
Και τι βιβλία διαβάζατε;
Δεν διάβασα παιδικά βιβλία. Αν εξαιρέσεις τον Ιούλιο Βερν. Στη Δευτέρα Δημοτικού διάβασα το «Ο γέρος και η θάλασσα» του Χέμινγουεϊ.
Αυτό βρήκαν στο χαρτοπωλείο της γειτονιάς, έγραφε επάνω και Βραβείο Νόμπελ, και μου το πήραν! Και να σκεφτείς ότι ήταν αγράμματοι άνθρωποι, η γιαγιά μου δεν πήγε ποτέ σχολείο.
Εδιναν περισσότερο έμφαση και σημασία στα γράμματα οι άνθρωποι εκείνων των γενιών;
Μεγάλη έμφαση! Το θεωρούσε τιμή του ο κάθε άνθρωπος να στείλει τα παιδιά του στο Πανεπιστήμιο.
Τώρα είναι σχεδόν ατιμωτικό να μην περάσει το παιδί σου στο Πανεπιστήμιο, άλλο αν πολλά παιδιά δεν πάνε καν να γραφτούν ή τα παρατάνε στη μέση των σπουδών!
Μεγάλο θέμα αυτό! Πάντως αν σκεφτεί κανείς πως ακόμα και στα πανηγύρια πάντα υπήρχε ένας πάγκος που πουλούσε βιβλία και μάλιστα κλασικά: Ντοστογιέφσκι, Ουγκό, ο «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ και άλλα πολλά.
Είναι αδύνατο ως παιδί να μην πέσει το μάτι σου πάνω τους. Το κάθε παιδί, όχι μόνο εγώ, γιατί φαντάζομαι πως δεν τους μεγάλωσε όλους μια γιαγιά που τους μάθαινε τη Διεθνή πριν τους μάθει να κάνουν τον σταυρό τους!
Φαντάζομαι πως ο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ σάς έκανε μεγάλη εντύπωση ως παιδί για να βάλετε αργότερα στην πρώτη ποιητική σας συλλογή τον τίτλο «Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν τη σφαγή»…
Αυτό που λέει: Η ζωή είναι ένα είδος τετάρτου τροχού σε μια άμαξα. Σαν ρεζέρβα δηλαδή. Μεγάλη κουβέντα! Μου έμεινε ο μύθος.
Αν το καλοσκεφτούμε, ποιος άλλος δημιούργησε έναν τόσο μεγάλο, δυνατό και θεμελιώδη μύθο;
Τι καταλάβατε λοιπόν τελειώνοντας αυτό το βιβλίο;
Το προδρομικό οικολογικό θέμα κατ’ αρχήν. Εγώ είχα ένα μεγάλο θέμα με τη φύση, ήθελα να βλέπω ουρανό, να βλέπω δέντρα, στην πλατεία που παίζαμε βλέπαμε την Ακρόπολη!
Αν δεν έχει πατήσει ο άνθρωπος ξυπόλυτος μέσα στη λάσπη, αν δεν έχει πιάσει με τα χέρια του ένα σκουλήκι μέσα από το χώμα, δεν μπορεί να νιώσει αυτή την εμπειρία που στήνει ξαφνικά μέσα του μια δομή ολιστική κάνοντάς τον να νιώθει ο ίδιος μέρος της φύσης.
Ακόμα κι αν η φύση αντικατασταθεί από μια εικονική φύση, πάντα διατηρεί μέσα του αυτή τη δομή. Δηλαδή, τη σέβεται.
Αυτός ο σεβασμός είναι η μόνη δυνατή άμυνα απέναντι στην εικονική πραγματικότητα.
Το πρώτο ποίημα πότε το γράψατε;
Δευτέρα Δημοτικού. Εγραψα τον Εθνικό Υμνο του Διονυσίου Σολωμού! Τι εννοώ;
Παρά το ότι γινόταν πόλεμος, μάχες, για να με βάλουν να γράψω και να διαβάσω, εγώ έγραψα όλες τις στροφές του Υμνου τρεις ή τέσσερις φορές…
Γιατί το κάνατε αυτό;
Διότι ζήλευα! Ζήλευα που εκείνος είχε γράψει αυτό το πράγμα κι όχι εγώ! Στην αρχή αρχή της ποίησης υπάρχει ο μάγος και αυτό που δεν μπορεί να ερμηνευτεί. Εκανα αναπαράσταση, μίμηση. Αυτή η τελετή με ηρεμούσε κάπως.
Γιατί διαλέξατε τον Λόρενς Φερλινγκέτι για να μεταφράσετε πρώτο;
Ηταν η εποχή! Μια επαναστατική εποχή παρ’ όλο που εγώ στον τρόπο ζωής μου ήμουν πάντα συντηρητικός.
Επαιξε ρόλο και η γνωριμία μου με τον Λεωνίδα Χρηστάκη που έβγαζε ένα αντιεξουσιαστικό περιοδικό, το «Ιδεοδρόμιο».
Διάβασα Φερλινγκέτι και μου άρεσε για τη μαχητική ποίησή του και τον λυρισμό του. Το δεύτερο βιβλίο σ’ αυτή τη σειρά ήταν Κάμινγκς.
Υπήρχε όμως κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον, ο Κάμινγκς, ο Κάρλος Ουίλιαμς και άλλοι ήταν σαν μεγάλα πουλιά που άνοιξαν τις φτερούγες τους και έκλεισαν μέσα την μπίτνικ γενιά.
Αυτό, η συνέχεια, είναι μια αρετή της αμερικανικής λογοτεχνίας και κουλτούρας.
Να φανταστείς ότι ο ομπζεκτιβιστής, μινιμαλιστής Ουίλιαμς κάνει πρόλογο σ’ ένα ποτάμι ρομαντισμού όπως είναι το «Ουρλιαχτό».
Και πώς βγήκε η πρώτη σας ποιητική συλλογή;
Με προτροπή του Λεωνίδα Καφάογλου που είχε τις εκδόσεις «Υακίνθη». Θυμάμαι την πλακέτα όταν βγήκε, καταπληκτική. Αλλά να σας πω κάτι, εγώ πάντα πήγαινα γωνία γωνία.
Γιατί πηγαίνατε γωνία γωνία; Εκ χαρακτήρος;
Αυτά τα πράγματα είναι τα απομεινάρια του μπολσεβικισμού. Δηλαδή ό,τι και να γινόταν, μένει μια φωνή μέσα σου που σου λέει: Τρώγε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου και διάβαζε πολύ. Και στο σπίτι η αλαζονεία ή ο κομπασμός ήταν νοσηρό πράγμα.
Ακόμα κι ο πατέρας μου που ήταν διάσημος στην περιοχή ήταν χαμηλών τόνων.
Οταν κομπάζεις, ό,τι βγει από το στόμα σου γίνεται ένα όχημα και υπάρχει ο κίνδυνος να το πάρεις από πίσω.
Να πεις δηλαδή, είμαι ο επόμενος νομπελίστας, να το πιστέψεις, να καταστρέψεις κι αυτά τα πράγματα που κάνεις, και στο τέλος να γίνεις γελοίος.
Γιατί ήταν διάσημος ο πατέρας σας;
Ηταν ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Αιγάλεω. Από το 1949 έπαιζε μπάλα. Με τον Εμφύλιο δηλαδή.
Θυμάμαι που μου έλεγε μάλιστα ότι σε έναν αγώνα με τον Αστέρα Τρίπολης όταν έβαζαν γκολ σηκώνονταν οι κομμουνιστές και ζητωκραύγαζαν, αγκαλιάζονταν με τους ταγματασφαλίτες -που μάλιστα πυροβολούσαν και στον αέρα για να το γιορτάσουν- και όταν έβγαιναν έξω από το γήπεδο άρχιζαν να τους κυνηγάνε! Αλλος τόπος το γήπεδο.
Πάντως η πρώτη σας ποιητική συλλογή έτυχε πολύ καλής υποδοχής…
Είχα την τύχη να έχω πολύ καλούς κριτικούς σε όλη την πορεία μου. Κριτικούς που δεν ήξερα, δεν γνώριζα.
Αυτοί οι άνθρωποι με τις κριτικές παρατηρήσεις τους με βοήθησαν να γίνω καλύτερος. Τους οφείλω πολλά.
Σήμερα υπάρχουν τέτοιοι βιβλιοκριτικοί;
Υπάρχουν αυτοί που υπήρχαν. Εχει ανέλθει και ένα είδος που κυρίως κάνει βιβλιοπαρουσίαση με κάποιες λίγες κριτικές παρατηρήσεις. Βεβαίως σε όλα αυτά τα πράγματα γίνεται και κατάχρηση.
Από την αρχαία Αθήνα ακόμα, πάντα υπήρχαν οι διάσημοι, που προσπαθούσαν να επιβάλουν τη δουλειά τους, που προσπαθούσαν να επιβληθούν.
Ο Αριστοφάνης στους Βατράχους λέει κάτι πολύ ωραίο: Ερχεται ο καθένας, αφήνει μια κουτσουλιά και το ονομάζει θεατρικό έργο!
Στο ποίημά σας «Αναπόφευκτη ανθηρότητα» λέτε: «Αφέθηκα, δεν σκέφτηκα, μα ακόμη ελπίζω στην αναπόφευκτη ανθηρότητα»…
Την ανθηρότητα αυτή αρκετοί την αντιλήφθηκαν ως Θεό. Δεν θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω έτσι.
Είναι ο δημιουργός που έχει καρφωθεί στο μυαλό μας από τα χρόνια του Ομήρου και τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και φαίνεται πως ακολουθεί τους ανθρώπους σε όλες τις περιπέτειές τους.
Υπάρχει μια δημιουργική δύναμη που κάποιοι θεωρούν πως είναι έξω από το άτομο ή την κοινότητα, εγώ αυτό το θεωρώ αλλοτρίωση.
Ξέρω ότι υπάρχει μια δημιουργική δύναμη μέσα μας, γιατί είμαι ένα ον που δεν έχει διαφορές με τα άλλα όντα, κι αυτή τη δημιουργική δύναμη την έχουμε θεσμοθετήσει και τη χρησιμοποιούμε σαν κάθαρση στα πανηγύρια και στις τελετές.
Ακόμα και για μένα που δεν πιστεύω σε οντολογικό επίπεδο στην ύπαρξη του Θεού, πιστεύω ότι αν δεν υπήρχαν οι τελετές θα μαραζώναμε. Οι τελετές είναι κάθαρση!
Στη «Νύχτα» λέτε: «Σε θέλω, μου ανήκεις, σ’ αγαπώ», έχετε κατανοήσει τα πάθη του έρωτα; Αυτό το «μου ανήκεις» μοιάζει σαν μια ιδιοκτησία…
Νομίζω ότι ορισμένες λέξεις υπάρχουν ως γλωσσικά παιχνίδια. Είναι περιοχές, στοχαστικές πρακτικές.
Δεν υπάρχει και μια αλήθεια εκεί μέσα; Στο «μου ανήκεις». Γιατί διαλέξατε αυτή τη λέξη;
Βεβαίως! Κατά καιρούς ένα γλωσσικό παίγνιο προΐσταται και η λέξη αρχίζει και περιορίζεται. Π.χ. μεγαλώσαμε σε μια εποχή που η ηγεμονία ανήκει στο γλωσσικό παιχνίδι της πολιτικής και δη του μαρξισμού.
Η λέξη «ανήκω», η λέξη «ιδιοκτησία», ήταν ήδη στο τραπέζι σαν κάτι που δεν ήταν σωστό. Οταν λοιπόν χρησιμοποιώ μια «φορτωμένη» λέξη μπαίνει το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Οχι κτητικότητα στον έρωτα.
Αλλά να σας πω κάτι, έχει ρωτήσει κανείς τους ανθρώπους ειλικρινά πόσο κολακεύονται με αυτή την κτητικότητα που τους απευθύνει ο άλλος;
Αυτό που συμβαίνει με τον έρωτα είναι τρομερό. Θέλεις να ανήκεις, θέλεις να εξαφανιστεί οτιδήποτε πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο και να δημιουργήσεις μια καινούργια οντολογική κατάσταση, να υπάρχεις μόνο γι’ αυτό.
Αυτός ο οποίος θέλει τον άλλο κτήμα του στην πραγματικότητα θέλει να γίνει εκείνος κτήμα του άλλου, υπάρχει μια διαλεκτική στον έρωτα.
Αντιδρά με κτητικότητα εκείνος που έχει εκμηδενιστεί, που έχει παραδοθεί πλήρως στον άλλον. Είναι λεπτές ισορροπίες που δεν μπορούν να ρυθμιστούν.
Είναι το μεγαλύτερο «ψέμα»; Η μεγαλύτερη παραίσθηση;
Οχι, είναι μια καινούργια αλήθεια. Ο έρωτας γεννάει συνεχώς ερωτήματα. Υπάρχουμε επειδή υπάρχει. Είναι τόσο περίπλοκο θέμα που το μόνο που βοηθάει είναι να μην κάνεις αυτό που κάνει η κοινωνία.
Δηλαδή;
Η κοινωνία, για να αποφύγει τη σύγκρουση των μελών της με τη βία, θεσμοθετεί τη βία. Και τη δίνει κατά αποκλειστικότητα στο κράτος, προσπαθεί να θεραπεύσει τη βία με τη βία. Δεν γίνεται αυτό. Αυτό είναι παράλογο.
Αν προσπαθήσεις να συλλάβεις στο βάθος βάθος τον έρωτα στην ουσία του θα είναι σαν να προσπαθείς να θεραπεύσεις την αίσθηση του αντικειμένου που έχεις -διότι είσαι αντικείμενο- δίνοντας στον άλλο την αποκλειστικότητα του υποκειμένου.
Τα πράγματα είναι απλά στον έρωτα, υπάρχουν περιπτώσεις που δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.
Ξαφνικά βρίσκεσαι σ’ ένα σπίτι μ’ έναν άνθρωπο εδώ και είκοσι χρόνια επειδή τον ερωτεύτηκες. Χωρίς να έχεις σκεφτεί πάνω σ’ αυτό το πράγμα!
Στο «Αυτοκράτωρ Ιουλιανός προς φιλόσοφον» λέτε: «Αυτοί που σιωπούν μένουν ανεύθυνοι μες τους αιώνες». Γι’ αυτό δεν μιλούν οι άνθρωποι για όσα συμβαίνουν; Μια τεράστια σιωπή έχει πέσει τελευταία…
Δεν μιλούν οι πολίτες. Καλώς σιωπούν. Μίλησαν πολύ προηγουμένως, σε διαδηλώσεις, σε συμπλοκές με την αστυνομία. Φτάσαμε στο σημείο άνθρωποι να χάνουν το φως τους από κλομπ.
Θα έχουμε αργότερα ίσως την ευκαιρία σε δημόσιο επίπεδο να δούμε τι έγινε και πώς. Χρειάζεται μια απόσταση.
Τώρα σιγήν ασυρμάτου. Αντιμετωπίζουμε το ενδεχόμενο να πέσουν θραύσματα πυραύλων στο κεφάλι μας.
Ο Ερντογάν απειλεί και δεν μας έχει πείσει η Τουρκία ότι δεν κυβερνάται από έναν τρελό. Πρέπει να ωριμάσουμε πολιτικά. Να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στο πολιτικό και στο ιδιωτικό, στο συναισθηματικό και στο δημόσιο.
Οι Ελληνες δεν αντιδρούν πια σαν να είναι στο καφενείο που όταν μπει κάποιος και τους προσβάλει υπάρχει περίπτωση να συμπλακούν.
Αυτά που έζησαν είναι ένα τεράστιο σοκ. Αν αντιδράσουν η αντίδραση αυτή ίσως σωριάσει την ελληνική δημοκρατία. Δεν εννοώ βέβαια τους θεσμούς, που έχουν πια αποδείξει τη δημοκρατικότητά τους.
Εχουν συμβεί πράγματα που καλό είναι να τα συζητήσουμε όταν πάρουμε μια ανάσα.
Στην «Αντιγόνη» (Γαβριηλίδης) που μεταφράσατε μέσα σε μια σειρά άλλων αρχαίων τραγωδιών, ο Σοφοκλής λέει για τη Θήβα: «Σ’ αυτή την πόλη όλοι είναι μόνοι, προσπαθούν να ευτυχήσουν αλλά δεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν γι’ αυτό…», εξαιρετικά επίκαιρο και για την εποχή μας. Πώς οδηγούμαστε στη μοναξιά;
Με την απόφαση ή την απερίσκεπτη ιδέα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος ότι είναι δυνατόν να είναι μόνος του. Από φόβο, από υπέρμετρη φιλοδοξία ή από κούραση.
Στον «Προμηθέα Δεσμώτη», που επίσης μεταφράσατε σ’ αυτή τη σειρά, μπαίνει στα προλεγόμενά σας ένα ερώτημα που προκύπτει από τη φιλοσοφική σκέψη: Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του ουρανού;
Θα αναφέρω μια κουβέντα ενός ποιητή – αν συνέβη τώρα αυτός ο ποιητής να ασχοληθεί με την πολιτική και να μην τα κάνει όλα όπως πρέπει, αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι μεγάλος ποιητής.
Ο Μάο Τσε Τουνγκ είπε λοιπόν πως «ο ουρανός ανήκει στους άντρες και στις γυναίκες». Ο μισός ουρανός ανήκει στους άντρες και ο άλλος μισός στις γυναίκες. Τόσο απλά. Στον καθένα μας ανήκει ένα κομμάτι ουρανού.
Κύριε Μπλάνα, τελειώνοντας αυτή τη συνομιλία μπορείτε να μας πείτε τι βρίσκεται αυτή τη στιγμή πάνω στο γραφείο σας; Τι αφήσατε μισοτελειωμένο για να συναντηθούμε αυτή την Κυριακή το μεσημέρι;
Α, πολλά, μεταφράσεις κυρίως. Αλλά και κάτι δικό μου…
Θα μας πείτε κάτι απ’ το δικό σας;
Είναι ένα καινούργιο έργο. «Σχεδόν Επος» είναι ο τίτλος.
Ο Ομηρος έχει βάλει σε μια βάρκα τον Αχιλλέα με πολύ κρασί βεβαίως και οδεύουν προς τον ωκεανό. Θα συναντήσουν στην κόλαση νεκρούς που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί.
Αρχίζει έτσι: Τον είδα να ’ρχεται σαν φλόγα/του κεριού μέσα στην νύχτα/κι ας έβραζε ο ήλιος στην άμμο το νερό-/μέρα μέδουσα στης Τροίας την ακτή:/διάφανη μήτρα των μικρών,/θεών, που αστράφτουν μεσημέρι /απ’ τα χαράματα, στον ιδρωμένο/ύπνο των κράμων. Προσπέρασε θαμπά /τις νεκρικές πυρές. Ενα σκυλί,/τρέκλισε την αγρύπνια του· άνοιξε/το στόμα να γαβγίσει: αιμόφυρτη σιωπή,/ανέβηκε απ’ τα σπλάχνα του-/σωριάστηκε, σπαρτάρισε.
*Από εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/o-erotas-genna-synehos-erotimata
A narrative of dysfunctional resurrection
In his latest poetry collection, ‘Angel Frankenstein’, George Mouratidis offers diverse manifestations of memory, time and loss
Dean Kalimniou **
“How impossible the perfect finality of immolating you in wine – a bottle already emptied.”
-George Mouratidis
Central to Mary Shelley’s Frankenstein is the exploration of unfulfilled longing, or rather the lifetime pursuit of completeness.
That this torment is eternal, is illustrated by the fact that her work is subtitled ‘The modern Prometheus’. The archetypal mythological figure of Prometheus, in his quest to push the boundaries, defy heavenly imposed limits and provide mankind with knowledge and enlightenment, roused the fury of the Olympians, through his industrial espionage, stealing the secret of fire. By way of punishment, he was condemned to be chained to a rock to have his liver eaten out every day by an eagle. Every night his liver would grow back and the torment was to continue for eternity.
There is pain and latent subversion in incompleteness. Plato, in The Symposium parallels the Promethean archetype and the torment of loss: “According to Greek mythology, humans were originally created with four arms, four legs and a head with two faces. Fearing their power, Zeus split them into two separate parts, condemning them to spend their lives in search of their other halves.”
The human condition therefore, whether by design or accident, whether via Prometheus, Frankenstein or the archetypal Platonic man, arises from a sense of consequence resulting from seeking enlightenment and power. Victor Frankenstein is the Shelleyan incarnation of Prometheus. He is fascinated, as Prometheus was, by the power of electricity/ lightning and obsessed with regeneration.
So too is local poet George Mouratidis in his recently published collection, Angel Frankenstein. “I sing her beauty from the roofs and fences of this neighbourhood this town where god is killed and resurrected every day in this world,” he writes.
The entire narrative is one of dysfunctional resurrection. The poet, in a series of Proustian madeleine moments, experiences a series of ecstasies of remembrance that flow from and cluster around each other in an effort to conquer time itself.
Time and Loss itself are the Poet’s Frankenstein. Embedded within the memories that comprise the narrative is a lament for the existence and loss of growing up in the 80’s in Thomastown, with all of its vibrancy, bleak contradictions, unfulfilled longings and sterility of horizon. The front cover of the collection, a typical Melbournian security door is a stark evocation of that time. A small red carnation laced through the wire mesh evokes the almost extinct Greek Australian custom of leaving a flower at someone’s front door when they are not home in order to draw attention to the thwarted visit. Mouratidis’ collection plays exactly the same role: An attempt to revisit a past that is no longer there, highlighting the pain and sweet sorrow at trying to make one’s mark upon that past and connect with it, knowing that the means to do so are as impermanent and as perishable as a flower upon a security door. Further, the very gesture of marking one’s presence with the flower, real or poetic has more to do with one’s relationship to the door that bars entry that the realm it grants access to. How that realm will interpret our gesture is a question that the poet also raises.
Throughout the collection, insight is displayed as to the futility of the poet’s undertaking. As galvanic as his poetry is, can we really hope to animate the corpse of our own history and what truly is the point of jump-starting an agglomeration of defunct body parts? Is it not narcissistic to even presume to do so? “How selfish the worm of my own thinking/ when all your thought/ is wiped/ like a smudged fingerprint/ from a smashed cup/ by some thing I can never know. I think/ how deep that black worm has burrowed,/ how much of your life and mine it has eaten and/how much can be saved…./YESTERDAY…./THIS morning…” the poet writes.
The pages upon which his muscular but melodious words cascade themselves, are palimpsests, underwritten by the existential scrawls of all those who have come before and populated his world: drug addicts, suicides, Ljubce, the neighbourhood wife-beater, self-righteous “uncles and aunts” posing, relating to and discoursing each other in passive-aggressive emergent bourgeois patois, all partaking of a long-lost liturgy whose cadences still reverberate within the poet’s chest and torment him as he attempts to articulate them, in a world in which they are decontextualised to the point of being unintelligible: “how the worm twists hungrily/ in your wake,/ how much of my life it has eaten/ already, over-/ gorged and/ shivering in/ my perishable chest.” It is from this power, the power to evoke, recall and purport to reconstruct the vivacity of life (“neither rhyme or reason holds a thousand fields of beacons to this presence of your loving heart that keeps the beat the beat of pulsing life that passes day and night”) that he has equipped himself with, that the inner torture he will suffer from the use of it stems. Lost Greek Australia bears scant relation to its contemporary incarnation. It also bears scant relation to the way it is portrayed in history and the memories of others who have partaken of it. It is a “kaleidoscope of crazy is a καρναβάλι down my dimwit street.” His torture mirrors that of Prometheus’ undying, eternal and also impossible to relate to unless one “hangs discarded in my/ dreams, where you still/ hold that black worm in your/ heart for me to extract – a devouring/ ghost frozen – your ghost flesh/ clenched in chipped stone teeth,/ the star in your laughter…”
“How trite/ your death/is /my death too…” the poet observes seemingly flippantly, about the starting point of his pursuit. His is a nonchalance that stems from discipline and rigour. The apparently effortless movement of the text is far more than a mere contrivance of recollection. The poet puts on a bravura display of differing voices and opposing tonalities, conflicting verse forms and metric schemes, a deliberate compendium of the diverse manifestations of memory which veers from coyness to savagery. This is the counterpoint of light reverie or the melancholy of mellifluous apodemic nostalgia; the hammering contempt for hypocrisy and the vanity of affectation, spoken with the authority of one invested in its passage, with the unyielding force of his moral compass allowing no compromise in language or grammar. Truth telling of this kind can largely dispense with the strictures of verb and adjective. In his expert hands, Mouratidis’ words become the cloth of the Fates, intricately woven, only to be sundered at the loom, keening in vain at the impossibility of its re-attachment to anything but our own memory. Thus, for all their materiality, the poems are counterpoised within a tension of belonging, escaping, but enduring, even when purportedly lost within the material world. There is a bewitching fluency in the poet’s design, a sense that the dross of contemporary existence can be left behind for a floating of tortured evanescence, before we realise that our flotation devices anchor us, directly into the chthonic paradigm that informs the entire work. Past, present and future, here conflate.
Mouratidis’ use of the Greek throughout the collection is significant. There is none of the tokenistic or fetishizing sprinkling of Greek words to add an exotic ethnic flavour for the benefit of the orientalising mainstream palette, as blights the work of lesser Greek Australian poets. Instead, Mouratidis renders the Greek language it its proper linguistic context within Australia, wherein both the English and Greek languages are intermixed indiscriminately and unconsciously. The spelling used is often deliberately archaic or incorrect, faithfully recording the writings of first generation migrants who were not afforded an opportunity to complete their education. The misspelling of words such as «σαςαφείνω» is a telling symbol of a world misremembered, misrepresented, misforgotten and possibly, through the poet’s own efforts, mis-resurrected. It also artfully a sense of contrived affinity as the poet, of another generation and social class, points to linguistic and narrative approximates in order to justify his place, beyond the wire mesh door: “I arrived here on a Qantas flight in 1978/ not a packed deck of men and women, kids against the rail, waving/ to the waiting clouds below on Station Pier,/ but I did… Their stories are my stories too…” In ‘Canto 5′ of Songs of the Last Chinese Poet, Ouyang Yu reflects: “your lost identity will forever pull you back/ towards the centre of chaos/ its’ better to stay there/ for it’s a way of life you have been used to/ like if you are used to death/ life will be a kind of torture to you.”
It is this salvific knowledge of the lingering mouldering suffering of Frankenstein’s reanimation at the hands of the wordsmith that is our course but ultimately, our salvation. George Mouratidis’ Angel Frankenstein is perhaps the most profound poetic treatment of the way we view, contextualise and efface our antipodean existence within its history while simultaneously constituting a dirge for a time and place, forever lost, yet omnipresent, placed within the ultimate dirge for the times and places lost prior to that within the mother country. As the poet urges: “Stay close to me my love,/ my heart/ until we both get dug/ in sixty thousand years.”
*Angel Frankenstein is published by Soul Bay Press.
**Taken from https://neoskosmos.com/en/125238/a-narrative-of-dysfunctional-resurrection/
Ηλίας Τσέχος, 12 ποιήματα από τις “Ελεύθερες εξορίες”
Ω! Κοινωνία
Είσαι πιο πικρή από
Τον θάνατο μου
…
Ποδόσφαιρες Ιχνογραφίες
,
Τι είναι Ποίηση;
Η κάθε στιγμή Μέλλοντος
Και Ποίημα;
Όλη η στιγμή Παρελθόντος
Καλοκαιρινές εγχειρήσεις
Να πεθαίνουμε όμοια
Της ζωής που αν φεύγει
Στον ίδιο τόπο να έρχεται
…
Προσθέσεις
,
Οι θέσεις
Σ’ έναν κόσμο που δεν
Διορθώνεται
Για να μαζέψεις την
Αλήθεια αύριο
Σήμερα κι εχθές
Όπως ήσουν
Δεν υπάρχει
…
Όσο λαδώνεται ο καιρός πεθαίνεις
.
Στην τσέπη ένα μεσημέρι μου
Δεν έχει απαντήσεις όσο πας
Μήτε όταν επιστρέφεις
Δίχως να λιγοστεύεις ευτυχία τη ζωή
Η ποίηση την πολλαπλασιάζει
Να ηττηθούμε ή να μας νικήσεις
Άνοιξη ελεύσεως
Καμένες φλέβες φύση οι Σκουριές
Και αίμα από τον θάνατο
Θάνατος έρχεται
Και αν αργώ θυσίασε με
Οι κόποι μου έχουν γραφτεί
…
Πεθαίνω μαζί σας, Σκυλάδικο όλων των εποχών
,
Δεν είμαι για μια θέση στη Λογοτεχνία
Δεν ήμουν για μια θέση στη Ζωή
Είμαι για δυο θέσεις στη Λογοτεχνία
Καμίας θέσης στη Ζωή
…
Τα λέμε με τον Σίμο Ανδρονίδη
.
Συνεπής
Εξορίστηκες
Στις θεουργίες
Στην πρώτη λέξη της ποιήσεως
Χυτός μακρινός χρόνος
Στρόβιλος μύθος του ανθρώπου
Όψεις διαστέλλοντας
Μετωνυμίες άθλων
Χιλίων κομματίων θρύψαλα
Διαρκώς ειδώλων πολιτείες
Βίου αγκυροβόλο πένθος
Επάλληλα αφήγησης
Καλώντας τη χαρά όπως τη λύπη
Ταγμένα να πτωχεύσουν
Να χαμηλώνεις προσδοκίες
Τριθέσια πληγή πολιτισμών
Του στιγμιαίου διαρκώς
Εγχειρίδιος δείκτης
Συνήθειες προδίδοντας
Έμπιστους θυμούς
Ανακαλείς
Απ΄τα ερείπια της μνήμης
Μόνον λέξεις
Ίσα ίσα να χωρούμε
Να μας περιλαμβάνουν
Αφού στα πόδια το ΄βαλε η αληθεία
Να σβήει χαραυγές
Η ακατάρριπτη μορφή σου
Των αρθρώσεων άφθαρτη
Σε απαραίτητο τοπίο ακέραιος
Αντηχείο
Δίας εξακολουθητικός λυγμός
Χαίρε Σίμο
Νέε ποιήσεων είσοδοι
Αλτρουιστή
Του κόσμου ιδιαίτερος
Παίγνιο μη πανούργο
Διάλογος εγγύς
Όσων ομνύουν το σώμα
Και άκου:
Ναι ή Όχι η
Ζωή επανάληψη
Δεν αγαπώ τις επαναλήψεις
…
Τα λέμε με τον Σωτήριο Παστάκα
,
Δεν αποφασίζω ή αναποφάσιστος
Συνθέτεται το ποίημα
Που μια αίσθηση
Το δυναμώνει θύελλα και
Δεν λαμβάνει δάνεια
Δεν επιθυμεί μουσεία τάξης
Δουλεύει γλώσσα
Αυτοστιγμής συνάντηση
Δεν έχει δεσμό κανόνων
Ορθογραφίες κέρδους
Το τέλος του δε εξ αρχής
Τον σκλάβο ελευθερώνει
Την αδυναμία του κόσμου
Εκεί που λιώνει απαρηγόρητα
Διόλου ορατή έκδοση
Ναι! Ο Ποιητής
Στα βάθη Ζωής Θανάτου
Εκπλήσσει
Υπάρχει καύσιμο παραγωγό
Οργή αυτονομίας
Ομιλία αγάλματος
Θάναντος διορισμένος
…
Τα λέμε με την Κική Δημουλά
,
Αληθινά ευχαριστώ
Η χαρά να σας διαβάσω
Πόσο με κέρδισε
Και καλοί χορευτές
Και έξυπνοι τραγουδιστές
Διαπεραστικοί καλπάζοντες ποιητές
Τα ποιήματά σας
Λίγο τα γκέμια ορμητικού
Ποταμού αν σφίξετε
Θ΄ ακούγεται καλύτερα
Το γάργαρο νερό σας
” Και η αλήθεια ψέμα είναι; ”
Ψέμα ακόμα και η αλήθεια;
” Πως και οι άλλοι πιθανότητες είναι
Που θέλουν να ζήσουν; ”
Ψέμα και η αλήθεια ” Οτι ουδείς
Μα ουδείς
Θεμέλια ρίχνει στις λέξεις ; ”
Επιζούμε τελικά
Χάρη και αντίδοτο που
Παράγει η ποίηση σου κι η
Ευγένεια σας
Φύλατα
Και διαφύλαξε τα άνθη σου
” Μια άλλη χώρα που λείπει… ”
Και σε περίπτωση
Λόγω όσων κατασπαρακτικών
Με κατασπάραξαν
Μετανοήσατε για τα βιβλία
Που μου αφιερώσατε
Που αγάπησα
Σας τα επιστρέφω
Με το ταχυδρομείο των ” λυπήσεων ”
Ένα παγκάκι είμαι
Άλλη χώρα
…
Τα λέμε με τον Γεράσιμο Λουκάτο
.
Μέγισθε Πόντιε
Ουρανίων θραυσμάτων
Ηλία φίλε
Καλές εορτές
Και φιλότητας θρόισμα
Υπάρχουμε ευγνωμοσύνη
Όσο χαίρει η ποίηση
Και μας καλεί
Περνούμε από τον Άδη
Σκάβουμε όλο το μέλλον
Ίδιο είναι
…
Τα λέμε με τον Παντελή Τσαλουχίδη
,
Πράματα και θάματα !
Είσαι ροκάς; Χάνεις τον Βοwie
Eίσαι σκυλάς; Χάνεις τον Παντελίδη
Είσαι ρεμπετόφιλος; Χάνεις τον Μπάμπη Γκολέ
Είσαι Μαρξιστής, τον Ουμπέρτο Έκο
Χάνεις αυγά και πασχάλια
Από τη μια η κυβέρνηση
Ποζάρει για Αριστερά
Από την άλλη η Παπαγγελή
Είσαι για φωτογραφία;
Πάει κι ο Γιάννης Κυριακίδης
Θέλεις Όμηρο, Ηρόδοτο
Έδρανα, φοιτητές;
Έφυγαν ταξίδι με τον Μαρωνίτη
Κορίτσια ο Μπάρκουλης;
Πάει και η Σοφία Ρούμπου ” Κορίτσι του 17 ” ;
Ντάριο Φο πλήρωσες πλήρωσες
– Όλα τα χεσμένα-
Λέοναρτ Κοέν πότε ξαναπάμε Ύδρα !
Τι θέλετε ορέ βδέλλες
Βρέχει πάντα σαν τον Κάστρο
Όσο είστε κάτω από ομπρέλες
Πέτρος Φυσσούν φυσούν
Πάει κι ο Ευθύμης Βαρλάμης
Κι ο Τζώρτζ Μάικολ ο κομμουνιστής
Πάει πάει και ο Γιώργος Μιχαηλίδης
Πολλές φορές μια φορά
…
Τα λέμε με τον Παντελή Παντελίδη
– μήνα προ θανατηφόρου ατυχήματος –
στη μνήμη του
.
Παντέλα ανοίγεις Κυριακές
Τα λέλουδα πλατφόρμες στην πίστα
Είμαι ο Παντελίδη
Δεν αναγνωρίζω τη φωνή μου
Νικώ έναν λαό και ηττώμαι
Είμαι το λαμπρό κοπίδι
Βγαίνω βόλτα μ’ άλλα
Α! Μαλάκα ω μαλάκα
Πατείς την ποίηση
Χαλί Αλή αλί χολή και τραγουδάς
Τον κόσμο στην πληγή
Που έπρεπε τρεις πίστες
Μαζί σου να καεί το Ελληνί
…
Τα λέμε με την Αθηνά Ξανθίδου
.
Γύρη αγαπητέ Ηλία
Σμικρύνοντας τη γη
Το έαρ
Καμβάς καρπών
Στα φαράγγια των λέξεων
Γόνιμος χορός αινιγμάτων
Καλείς ανάγκες ενός κόσμου
Που όλοι έπρεπε να ΄μαστε εκεί
Σταγόνες ωκεανίζεις
Σταγονοποιείς ωκεανούς
Έρχεσαι από αλλού
Με όλες τις εισόδους στη μασχάλη
Κοπάδια βάθρα
Περιπλανήσεων ήρωας
Όλο να ζούμε όλο να πεθαίνουμε
Ουρανός τον ουρανό χαμηλώνεις
Δεν επιτρέπεις να περάσει τίποτα
Και να σε προσπεράσει
Μεταλαμβάνεις την αθανασία
Προφταίνεις το παρόν
Όσων διψούν κελάρυσμα
Κόκκινος κατακόκκινος στις κερασιές
Από ανθό Ηλία σε ανθό
Πυροτεχνήματα μαδάς
Φέγγος ιδρώνοντας
Στα σφουγγάρια βουτώντας
Ηχηρώς αναμέτρηση
Αρχή και τέλος
Γίνε βαθιά ουρανός Αθηνά
Πρώτη γουλιά το άκυρο
Να μην έχουμε ανάγκες
Σπάνια γιορτάζει η ζωή από χαρά
Δεν είναι το αίμα αθώο
Νέα κυκλοφορία: Ποιήματα Για την Τζαζ
Απόστολος Κοτούλας, Δύο ποιήματα
Το τελευταίο φεγγάρι
Φεβρουάριος θλίψη στο φως του δειλινού,
διασχίζοντας τη μεγάλη Γέφυρα
ο Dom μεγαλοπρεπής στους αιώνες
Το κρύο φτάνει
Το κρύο έφτασε
θα καλύψει τα πάντα! Φύγε!
Το χαμόγελο φτερουγίζει ορφανό
Εσύ κοιτάς με απορία χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά
Η Πανσέληνος ξεπροβάλλει μέσα
από χωράφι, κοιμόταν χρόνια
Γεμάτη ρυτίδες, γεμάτη αράχνες
άδεια από ρομάντζο γεμάτη πληγές
Καμπάνες χτυπάνε, η μόνη μουσική
που ακούγεται
καμπανάκια συναγερμού
Μπείτε στις τρύπες σας, αιλουροειδή ποντίκια!
Αύριο πάλι θα συνεχίσετε’
θα σπείρετε Χολέρα
θα σκοτώσει εσάς πρώτα
Η Πανσέληνος
Η Πανσέληνος με φόντο
Γαλάζιο ουρανό
Πάνω απ’ τον Ρήνο
θα κάνουμε παρέα τελικά
Πέρασαν κιόλας σαράντα μέρες
Εκατό χρόνια και σαράντα μέρες
Σήμερα η Κολωνία μου μού χαρίζει
την Πανσέληνο.
***
Το γυαλί
Στον Γιώργο Ξένο
Μαδημένο μανίκι, χυμένο μελάνι,
και δίπλα ο χώρος της βροχής
Τρεις μέρες βρέχει
ο βωμός φαίνεται θολά,
όμως είναι εκεί
Πάντα στέκει εκεί βωμός
Ανυπόταχτα μόνο τα γυναικόπαιδα
Παιδική αντίδραση ζηλευτή
αμεσότητα αντίληψης
Κεραυνοί αλήθειας σκάβουν
τα κέντρα της πλατείας
Γελοιογραφίες παρασέρνει ο αέρας
Ούτε βρώμικα βρόμικα ούτε καθαρά ίχνη
μπορείς να δεις, μόνο ν’ ακούσεις
Μόνο ν’ ακούσεις, να μυρίσεις
και να θυμηθείς
Κυανές θλίψεις, πλάγιασμα
στην άκρη του γκρεμού
Ίχνη Ίχνη Ίχνη.
*Από τη συλλογή “Τα Τείχη / Τα Ίχνη”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2013
Ειρηναίος Μαράκης, Τα Χριστούγεννα του Κάφκα
στον Γιάννη Ν.
Όταν αυτοκτόνησε ο Κάφκα
ήταν Χριστούγεννα.
Γυμνό τον βρήκαμε
ανάμεσα στα σκέλη μιας μηχανής
κομματιασμένο
και με την πλάτη γεμάτη τρύπες
που ένα μοτίβο λέξεων σχημάτιζαν
περίεργο αρκετά
που έδινε παραγγελιά
τα βιβλία του να κάψουμε
και τα χειρόγραφα.
Αυτό κάναμε, με μέθοδο και σπουδή
αν και πάλι κάτι έμεινε
νέες λέξεις κι ιστορίες που σχεδιάστηκαν
με το αίμα του νεκρού
πάνω στο ξύλινο πάτωμα.
Φεύγοντας απ’ το σπίτι
κάποιος παρατήρησε πως το αίμα
έμοιαζε με μικρά έντομα
που βιαστικά έτρεχαν να βρουν καταφύγιο
από τις καινούργιες ιστορίες
αλλά δεν τον πιστέψαμε.
21/12/2018
Ντέμης Κωνσταντινίδης, Εορταστικό
Να παίζουν χριστουγεννιάτικα τραγουδάκια
― να ψωνίζουν οι πελάτες.
Να πέφτει απ’ τον ουρανό ψεύτικο χιόνι
― να συγκινούνται οι πελάτες.
Η κούκλα στο κεφαλόσκαλο γδυμένη
χαμογελαστή και αμίλητη
― να μπαίνουν παραμέσα οι πελάτες.
Να τσουλάνε μετά σαν κονσέρβες
με την ημερομηνία λήξης στο κούτελό τους
για τα στολισμένα ράφια τους.
20.12.2018








