Μαρία Πανούτσου, Τα κρυφά του μυαλού

Artwork: Aleksandra Waliszewska

το κορίτσι με τα μαύρα
κοιτάζει από το ξέφωτο
σκύβει /σκύβει/ σκύβει /
ξεκάθαρα να δει μια μικρή πασχαλίτσα/
που ξεπροβάλει τολμηρά/
και περπατά αμέριμνα /στο δρόμο/
το κορίτσι με το μαύρο φουστάνι/
που ανεμίζει καθώς / το βάρος της
γέρνει προς τα εμπρός/
κρατιέται όμως γερά κι’ ισορροπεί
τέλος βλέπει την πασχαλίτσα να πετά ψηλά /
και μια φωνούλα δική της /δίνει κουράγιο/
τότε /το μαύρο φουστάνι πετά και αυτό/
συνεπαρμένο από το τόλμημα της πασχαλίτσας
2019

Artwork: Aleksandra Waliszewska

Fernando Arrabal, Ήμασταν γυμνοί και σφιχταγκαλιασμένοι

Ήμασταν γυμνοί και σφιχταγκαλιασμένοι στην εξοχή και ξεκολλάγαμε και απομακρυνόμασταν από τη γη και πετάγαμε σιγανά-σιγανά και ολόγλυκα. Το κεφάλι μας το στεφάνωναν στέμματα σιδερένια.

Η αύρα μάς πήγαινε πότ’ εδώ πότ’ εκεί, ενώ καμιά φορά εκάναμε στροφές γύρω από τον εαυτό μας, πάντοτε ενωμένοι και όντας σαν μέσα σε ίλιγγο. Τα στέμματά μας όμως δεν πέφτανε κάτω.

Έτσι μέσα σε λίγες μόνο στιγμές διασχίσαμε περιοχές και περιοχές, κάθε λογής γη, οι μηροί μου μέσα στους δικούς της, το μάγουλό μου πάνω στο δικό της και τα μάτια μας στεφανωμένα ν’ αγγίζονται.

Ύστερα από τους τελευταίους σπασμούς ξαναπατήσαμε στο χώμα. Διακρίναμε τότε ότι τα στέμματά μας μάς είχαν τραυματίσει τα μέτωπα και ότι το αίμα μας έτρεχε σαν να μας γλιστρούσε.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Λουκάς Αξελός, Δύο ποιήματα

«Οι λησμονημένοι»

Στους παλιούς συντρόφους

Η σκέψη μας σαυτούς γυρίζει,
Που νοσταλγοί
χάθηκαν κάποια μέρα από το πρόσωπο της πόλης.
Που ρουφήχτηκαν βαθειά
μες τάγρια στενά σοκάκια,
Σιωπηλοί,
Αγέρωχοι,
χωρίς καμιά ρυτίδα νά θυμίζει τη ζωή
Που δε γνωρίζαν πια.

Αθήνα, 26 Σεπτέμβρη 70

***

Λίγο πριν ξεσπάσει

Ο τόπος μας έχει μικρύνει.
Λιγόστεψε θανάσιμα το φως.
Το δάσος γέμισε κίτρινα φύλλα.

«Ξερός αγέρας μ’ έλουσε,
ξερός και παγωμένος»

Στο βάθος, ένα σύννεφο
απλώνει απειλητικά τό χέρι του.

Αθήνα, 27 Αυγούστου ’72

*Από τη συλλογή ‘Περιπέτεια ή επιστροφή Αρ.2”, Εκδ. Στοχαστής, 1981.

Δημήτρης Γαλάνης, Το “υποβρύχιο”

Καταργήσαμε τώρα
τις ονομαστικές γιορτές
τις φιλικές συγκεντρώσεις
με το γλυκό του κουταλιού
με τη βανίλια στο ποτήρι.

Όμως
εκείνο το “υποβρύχιο”
είχε στον πύργο ένα τηλεσκόπιο
ένα μάτι που έβλεπε κόσμο.

*Από τη συλλογή “Ο σκορπιός”, 1990. Το ποίημα το πήραμε από το περιοδικό “Η Λέξη”, τεύχος 93. Μάρτης-Απρίλης 1990.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Μια εκδοχή

Τα ποιήματα
Σαν φύγουν απ’ το χέρι
Αρχαία πλοία της Φοινίκης
Στο πέλαγο.
Καμιά φορά, αγαρηνοί
Φορώντας παρδαλές στολές, χαλκά στη μύτη
Τα κουρσεύουν.
Άλλοτε πάλι αντιστέκονται
Στους βάρβαρους γενναία
Βυθίζονται αύτανδρα
Στους σκοτεινούς βυθούς
Και τότε βλέπεις αποσπάσματα
Κομμένα χέρια, λέξεις
Φράσεις ολόκληρες, τα πνεύματα
Που επιπλέουν, μια τραγωδία.

*Από τη συλλογή “Ομίχλη πέτρινη”, εκδ. Ηριδανός 1986.

σύννεφο με παντελόνια.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

παραθέτω ένα απόσπασμα που μου αρέσει ιδιαίτερα, από το σύννεφο με παντελόνια του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου.

Εμείς

οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών

όπου η βρώμα κι ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα

Εμείς

είμαστε πιο καθάριοι κι απ’ το κρούσταλλο της Βενετιάς

που το ξεπλύνανε μαζί κι οι θάλασσες κι ο ήλιος.

Στα παλιά μας τα παπούτσια κι αν δε βρίσκονται

στους Όμηρους και στους Οβίδιους

ανθρώποι σαν κι εμάς, βλογιοκομμένοι απ’ την καπνιά.

Εμείς

καθένας από μας,

κρατάμε μέσα στη γροθιά μας

τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.

… … … … …

Εγώ που η σύγχρονη γενιά μου γέλασε κατάμουτρα,

διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ’ τις οροσειρές του χρόνου,

διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.

Εκεί που τ’ ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,

βλέπω να καταφτάνει

των πεινασμένων στρατηλάτης

φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης

το 1916.

Κι ανάμεσά μας είμαι εγώ

ο Πρόδρομός του,

κι…

View original post 60 more words

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Τρία ποιήματα

ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΝΙΚΗΣ

Χθες είδα μια στιγμή
Στο άνοιγμα της πόρτας
Εκείνον που επιμένει να με κατοικεί
Σαν να ’χε μεταμορφωθεί
Σ’ ένα σπιτίσιο πράγμα
Σ’ ένα ακόμη έπιπλο.

Οι φοινικιές θ’ ανθίσουνε κι εφέτος
Όπως θα ’λεγε κι ο ποιητής
Παίζοντας το ψέμα στα δάχτυλά του.

Όλα ήταν όπως τ’ άφησε
Πράσινα, κόκκινα, μαβιά
Μ’ ένα σακάκι μαύρο θάνατο
πάνω απ’ την ομορφιά τους.

***

ΚΑΠΟΤΕ ΗΜΑΣΤΑΝ ΟΛΟΚΛΗΡΟΙ

Είναι κάτι απίθανες ώρες
Που παύεις να μιλάς για πράσινα άλογα
Και πιάνεις να θερίζεις χόρτα
Κρεμασμένους κήπους Βαβυλώνας κι άλλες αηδίες.

Ο καλός μου έχει καρφίτσες στα μάγουλα
Ένα τρύπιο μπαλόνι σφυρίζει συνθήματα
Και τότε ο κόσμος μεγαλώνει
Μου περνά στο χέρι ένα κουλούρι σουσαμένιο
Μπορεί και να το νόμιζα βραχιόλι.

***

ΤΡΙΑΚΟΣΙΑ ΔΕΚΑΕΠΤΑ

Αν έλειπε η κίνηση
Θα πίστευα πως είναι μια σκιά
Στο τζάμι της κλεισμένης πόρτας
Τους έβλεπα στην ίδια θέση πάντα
Είχαν μια έκφραση απόμακρη
Πλατιά διαστήματα κενού
Συμπαρασύρανε στην πτώση τους
μικρά κομμάτια θόλου
Που τα ’χα δει ποιος ξέρει πού
και πότε

Δύο σελήνες οι αστράγαλοί σου
Πόσο πιο χαμηλά να βρίσκεται ο ουρανός

Σαν να μην σου ’κανε εντύπωση καμιά.

*Από τη συλλογή “Παραθαλλάσιο οικόπεδο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνης 2017.

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες

 “Love is a crushed cat”(*1)
     (Τέσσερα αυτοσχέδια σε διάζευξη)

                       Στη γαλαρία
                                 Ή
                   Ο Buk παλεύοντας
      να βάλει σε τάξη λίγες σκέψεις
     αραχτός στο τελευταίο διάζωμα

Απόψε θαρθεί
Το δίχως άλλο
Πάνε δυο μέρες και τρεις ώρες που δε φάνηκε
Η σκύλα –
Ούτε τηλέφωνο δε χτύπησε καθόλου
Ούτ’ ένα περιστέρι με κλαδάκι ελιάς
Να μου θυμίσει στο αφτί των ήχων
Ότι είμαι ζωντανός
Ότι υπάρχω ακόμη
Παρά τις φήμες που με θέλουν
Μακαριστό και μακαρίτη
Κωλόγερο που καταβρόχθισε
Τα λιγοστά ψωμιά του
Και τίναξε τα πέταλα
Που είδε τα ραδίκια ανάποδα στον κήπο
Ή πήγε στα ψηλά κυπαρισσάκια
Και δε γύρισε
Να κοιμηθεί για πάντα στη γλυκιά σκιά τους•
Θαρθεί σας λέω
Κάτι φωνάζει μέσα μου με σάλπιγγες
Γιατί δυο μέρες και τρεις ώρες τώρα
Μιλούσε μόνο η σιωπή
Και άξαφνα άναψαν φωτιές
Τόσες φωνές στα σωθικά μου
Πως θα φανεί και θά ‘ναι σαν παλιά ταινία
Ρομαντική σε ανθισμένους τόπους
Πάνω στα μυρωμένα χρώματα τού κόσμου
Μπροστά με χάρη γέρνοντας το στήθος στον καθρέφτη
Για να μου ψιθυρίσει λιγωμένη
Όπως μονάχα η Λυν ξέρει καλά να κάνει
Όταν καυλώνει και πετά τα ρούχα της στο πάτωμα
Να την ξεσκίσω
Μ’ εκείνη την αξέχαστη ηδονική ορμή τής νιότης.

                                 ◇

               “I kneel in the nights
                before tigers
                that will not let me be”(*2)

                                  Ή
  Καμιά απειλή για την αθανασία μου(*3)

Αν αγοράζεις σήμερα φυλλάδες
Είναι σα να κάθεσαι στη λεκάνη τής τουαλέτας
Σα να ξερνάς
Όσα ποτά σε κέρασαν χτες βράδυ
Πελάτες βαρετοί και μεθυσμένες
Μωρές παρθένες και κυρίες
Μεσόκοπες με στήθος
Που δε θυμάται να γεράσει
Με το χαμόγελο
Κάποιου πρώτης τάξης παγετώνα
[που τον φαντάζεσαι
να κατεβαίνει απ’ τό Βορρά
και να κινείται προς Νότο
αθέατος φτάνοντας μέχρι τους Τροπικούς
κατά μήκος 9 και πλάτος 16
περνώντας κάτω από τον αστέρα τού Αλδεβαράν,
το α τού Ταύρου]•
Ίσως κι εκείνη η ξέστηθη
Σειρήνα που βγαίνει από τα πιο παράφορα όνειρά σου
Λες και την ξέβρασε ένα ηφαίστειο που εξερράγη
Ή το θεόρατο κύμα τής ακτής των θεών
Δεξιά στο ψηλό τραπεζάκι καθισμένη
Σταυροπόδι σε μάτια πυρακτωμένα•Θα είχα
Κι άλλα πολλά να πω
Για το πόσο κουραστική γίνεται κάποτε
Η ανία τής νύχτας
Να βαρεθείτε κι εσείς
Όπως βαρέθηκα κι εγώ
Οι σιωπηλοί όταν έπρεπε να φωνάξετε
Οι σκυμμένοι όταν έπρεπε να ξεσηκωθείτε
Οι φτηνοί όταν δεν έπρεπε να πουληθείτε
Και οι μονάκριβοι
Όταν ξεπουλούσατε ιδέες κι αισθήματα
Στην πλήθουσα αγορά μαζί με τον όχλο
Αλλά βλέπω το πρόσωπό σας
Να με κοιτάζει στον καθρέφτη
Και τις Μοίρες ακούω που χαχανίζουν
Σαν πόρνες γελαστές σε σταυροδρόμι
Λίγο πριν σκίσω πάλι τα χαρτιά που γράφω
Και ξεκινήσω απ’ τήν αρχή
Τα ίδια και τα ίδια συναξάρια.

                                 ◇

                       Kiss my ass
                                 Ή
              Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι
                         μονολογεί
      πιωμένος σ’ ένα αλλόφημο μπαρ

[Αυστηρώς ακατάλληλο – σύμφωνα με τις διατάξεις τού Νόμου τάδε και των μικροαστικών κανόνων “περί τρέχουσας ηθικής, πορνογραφίας και ασελγών πράξεων ” – για σεμνότυφους άνω των 18].

<>

                                 ◇

                      εκείνη κι εγώ
         
                                 ή
                   γιατί στο τέλος
                   λαχαίνει πάντα
        να θυμάμαι τον Μπουκόβσκι

εκείνη κι εγώ στο αυτοκίνητο
και το αυτοκίνητο στο δάσος
χωμένο ανάμεσα στα δέντρα
με τις φυλλωσιές ν’ ανεμίζουν τού καλού καιρού
και τ’ άστρα να λάμπουν ψηλά στον ουρανό
και άλλα τόσα έντομα
να παίζουν τη δική τους μουσική
τρυπωμένα στη χλόη•
μιλούσαμε για τα χτεσινά
και τα τρεχούμενα
για το αύριο όπως το θυμόμουν
για περιστάσεις ή γεγονότα
που ίσως να ξέρουν καλύτερα
όσοι νεκροί δε γεννήθηκαν ακόμη •
για το αν η αγάπη είναι ο έρωτας
και ο έρωτας με τη σειρά του
ένας σκύλος που τό ‘σκασε απ’ τήν Κόλαση•
με άκουγε με προσοχή • τα μάτια της
άστραφταν πάνω μου •
τα στήθη της όμως ήταν που μιλούσαν
πιέζοντας σφιχτά
το εφαρμοστό μπλουζάκι που φορούσε•
γδύθηκε βιαστικά • και τότε μόνο
εγώ κατάπια επιτέλους τη γλώσσα μου
κι εκείνη
όλους τους στεναγμούς μου
μέχρι και την τελευταία τους σταγόνα.

*(Σημ.)
1.Τίτλος ποιήματος τού Ch.Bukowski από τη συλλογή “The Night Torn Mad with Footsteps”.
2. “for Jane”(ποίημα τού Ch.Buk.)
3.Πρβλ “a threat to my immortality”.

Μαρία Αγγελοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

4.
Έχουν

και τα γυρίσματα
κάτι καιρούς
που εμφανίζονται

-δεσμευμένους-

Όταν, έχεις συμφιλιωθεί με τον μινώταυρο
κάνετε έρωτα,
κι η επαφή
τριχώματος με δέρμα
αρχίζει και σ’ αρέσει.

Τότε.

Μπροστά σε σένα
κόκκινη κόκκινη
ξετυλιγμένη,

η άκρη από το νήμα.

5.
Ο οχετός

προελαύνει
με τον ρεαλισμό,
στη λεωφόρο “Κινητικότητας”
του κατακτηθέντος μύρου.

Δίχως λάβαρα.
Δίχως αλαλάζοντες χειροκροτητές.
Δίχως αποδέκτες.

Οι αφισοκολλητές καμικάζι
ως αντιπυρικοί προστάτες
αρνούνται την απομύρωση.
Η παραπλεύρωση
αποφεύγεται
με κόπο
γι’ άλλη μια φορά.

Από
ανοργασμία παγίδευσης
πάσχω

όσο
“αγαπιόμαστε”.

6.

Ξέχασες
άφησες πίσω
ξέφτια και κλωστές.
Κάτι κίτρινα τυφλά μάτια
δάχτυλα χωρίς νύχτα
μαύρα δέρματα με μελανιές

και πόνους.

Ξέχασες να πάρεις μαζί σου τους πόνους.

Μαζί σου, με: φρύδια, στήθος, μαλλιά, αίμα, σπλήνα
Μαζί με ένα δικό της, ματωμένο συκώτι
τρύπιο
ξέχασες
τους πόνους.

– Γριά…
Τα δάχτυλά σου λιώνουνε
– Μωρό…
η ανάσα σου μπαινοβγαίνει γρήγορα
– Γυναίκα…
όχι, γυναίκα δεν είσαι
– Εσύ…
δε σε ξέρω

Μόνο τα δόντια
τα δόντια και τη φωνή σου
θυμάμαι…

7

μεταξεταστέοι*

*Οι ζωντανοί

*Από τη συλλογή “η απουσιολόγος”, εκδόσεις Θράκα 2016.