Κατερίνα Κούσουλα, αστερισμός του καρκίνου

στη Μ.Γ.

τρόμος λοξοπατά την πέτρα
τα μάτια της διάπλατα παράθυρα αιχμής

να ’βγαζα έξω το μαχαίρι απ’ το φθαρμένο του θηκάρι
να σύρω λάμα να νιώσω κάτι
με κάθε ετυμηγορία έχασα κάθε αίσθημα
οι αισθήσεις μου είναι βρέφους απαλές
ανίδεες αισθήσεις – πώς το κακό με βρήκε;

στο σώμα της περιδιαβαίνουν αναμνήσεις
εξίσου με τους πόνους ακατάσχετες
θαρρείς δουλεύει δίπλα δίπλα η ζωή
κι ο θάνατός της
ενώ ανέχεται τα πάντα όπως πάντα σιωπηλή
πειραματόζωο καλό μεθόδου αποχωρήσεων

όλες οι αποχρώσεις στο λευκό μετά
μια σπίθα «κρίμα» μόνον –
περνά και φεύγει

*Από τη συλλογή “θαυματουργή πλην έρημος”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018.

Για τούτο

Δέσποινα Αυγουστινάκη's avatarPoetry and short stories - Despina Avgoustinaki

Είναι
που κόλλησε η ματιά

στο
δάκτυλο

που
στρέψαμε στον άλλο

Τα
τρία δάκτυλα δεν είδαμε

Κείνα
που την ευθύνη

επι-στρέφουν σ’ εαυτόν

Είναι
για τούτο

που
είπαμε

«Για
όλα φταίει ο άλλος»

Για τούτο και

 απόμεινε μονάχος του

να κλαίει ο ουρανός

©
Δέσποινα Αυγουστινάκη

View original post

Γιώργος Δυνέζης, Σαντιάγκο

Στην πόλη
που αντιγράφει το όνομά του
εκείνος έπληττε μέχρι θανάτου

σαν κάτι άλλο – παράλληλο
να ζούσε-

από τις εφημερίδες έκοβε
μικρά τετράγωνα κι έφτιαχνε βάρκες

έβγαζε τους φελλούς απ’ τα κρασιά
κι έμπηγε καρφίτσες – σαν μάταιες
απόπειρες βουντού-

τα καλοκαίρια ήταν σιδερογροθιές
στο στομάχι – τα φρούτα στο καλάθι
ζώσες απειλές

έφταιγε η κατασκευή του – είπαν

πρωτίστους τα ηττημένα του άλογα
η Περιπέτεια, οι Στόχοι – ξέρω…
πετάλωναν την ανία του-

δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά
-στα σοβαρά: δεν παίρνει τίποτα
από τον κόσμο

για τον Σαντιάγκο

οι μέρες σα μήνες περνούν
χωρίς τίποτα σημαντικό να του συμβαίνει’

είχε αγοράσει – θυμάμαι
ένα περίστροφο να παίζει
με έναν ασημένιο μύλο να γυρίζει

να γυρίζει –
κι έτσι όπως γυρίζει
κι αυτή η φάρσα από κάτω του

εκείνος πλήττει ως τον θάνατο

*Από τη συλλογή “Πεζός ως την επούλωση”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.

Κατερίνα Χανδρινού, Τη γνώρισαν έντονα βαμμένη.

Σταυροπόδι να καπνίζει. Τα μάτια της μαύρες ουρές χελιδονιών. Δύο τελείες η μύτη της στο χιόνι. Το στόμα κόκκινο πανί. Ακυβέρνητα μαλλιά. Τους τράβηξε. Νόμισαν την κάνανε δική τους. Τα χελιδόνια, το στόμα, τα μαλλιά. Νόμισαν την έκαναν δική τους επειδή της μάθαν ένα κόλπο. Έπρεπε να το νομίζουν. Τους άφηνε. Λίγο καιρό μετά: μη βάφεσαι. Σβήσε το κόκκινο. Βγάλε το μαύρο. Λύσε τα πόδια.

Έπρεπε να τούς θυμίζει τη μάνα. Δεν μπορούσανε αλλιώς. Έπρεπε να τούς θυμίζει τη μάνα, για να μπορέσουνε να φύγουν. Οι άντρες μεγαλώνουν. Φυσικό. Φεύγουν κάποτε απ’ τη μάνα. Πάνε να βρουν τα χελιδόνια μιας γυναίκας, να τα πετροβολήσουν, ώστε η γυναίκα αυτή να μοιάσει στη μάνα κι έτσι να μπορέσουν να φύγουν από κείνη. Να πάνε, να γνωρίσουν μια γυναίκα βαμμένη γενναία, να τής μάθουν ένα κόλπο, να της φυλακίσουνε τα χελιδόνια. Να μοιάσει της μάνας, ώστε να μπορέσουν κάποια στιγμή να την αφήσουν και να φύγουν. Να επιστρέφουν. Να πάνε να βρουν τη μάνα. Κι εκεί, είναι τόπος η μάνα, να φαντασιωθούν, επιτέλους με την ησυχία τους, την πιο εκκεντρικά βαμμένη και το πώς θα αντιδράσει τη στιγμή που θα της μαθαίνουνε το κόλπο. Κι εκείνη μετά, να τους αφήσει να νομίσουν πως την κάνανε δική τους. Γιατί πρέπει. Να βγάλει το μακιγιάζ. Να γίνει ένα με τη μάνα. Ώστε να μπορέσουν πια κι αυτοί, εύλογα και σαν άντρες, επιτέλους να φύγουν.

*Από τη συλλογή “γιατί δεν οδηγoύν οι ποιητές”, Εκδόσεις sestina, 2017.

Anna Niarakis, Tom Waits and me

Sometimes what rings
is not my mind but
the sound of my temple vein.

Do not ask for justice
it always comes second
ask always first round
even the worst bartenders
would buy you the last.

And if nothing comes
-and I cannot promise you
that something always will –
something perhaps will never come
something perhaps is only going
alone
as ever
on the other side of the road
constantly on the other side
of where you are looking at
and what you throw away
someday returns
-from the other side of the road-
and stares constantly at your
eyes
with eyes like yours
and asks silently
what you avoid
so many years
to answer
– who are you?
and it’s straight from the heart
when I tell you
-1 don’t know
and if I lie
well, I’ll take it with me as I go.

*From the collection “Sunrise over nothing”, Plan B Press, 2018.

Νίκος Πριόβολος -Το παιδί π’ απέμεινε όρθιο

Τριάντα πέντε ποιητές κάτω των τριανταπέντε
σαράντα ποιήτριες κάτω των σαράντα
ενενήντα έξι ποιητές σε εξήντα εννέα ποιητικές στάσεις
ποιήτριες με διπλό επώνυμο και οικιακή βοηθό
ποιητές με πισίνα και μεζονέτα στα βόρεια της πρωτεύουσας
ποιήτριες με δυο μεταπτυχιακά κι ένα διδακτορικό
ποιητές με εξοχικό και θέα στο απόλυτο γαλάζιο του αιγαίου
ποιητές της κυβέρνησης
ποιήτριες της αντιπολίτευσης
εξωκοινοβουλευτικοί ποιητές
εκπρόσωποι τύπου
στο υπουργείο πολιτισμού
στην εταιρεία συγγραφέων
στην εθνική βιβλιοθήκη δίχως βιβλία
απαγγέλλουν
στην κατάφωτη σάλα
στο ίδρυμα νιάρχου – με έδρα τις Μπαχάμες –
στο μέγαρο μουσικής
στην αίθουσα της ακαδημίας Αθηνών
στη στέγη αγραμμάτων και τεχνών
στο ίδρυμα μείζονος ελληνισμού
[όποιος σπέρνει σεφέρη θερίζει πατρίκιους]

*”Το παιδί π’ απέμεινε όρθιο”, Εκδόσερις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Δύο ποιήματα

Ωδή στην επανάσταση

Σε σένα,
κατασφυριγμένη,
χλευασμένη από πυροβολαρχίες,
σε σένα,
καταφαρμακωμένη με κακολογίες των λογχών,
θαυμασμένος υψώνω
πάνω απ’τις απλωμένες υβρεολογίες
της ωδής το μεγαλειώδες
«Ω»!
Ω, άγρια!
Ω, παιδική!
Ω, καπικένια!
Ω, απρόσιτη!
Με ποιο άλλο όνομα σ’αποκαλούσαν;
Ποια άλλη όψη θα μου δείξεις, διπρόσωπη;
Όρθια κατασκευή
ή ερείπιο;
Στον μηχανοδηγό,
με καρβουνόσκονη σκεπασμένο,
στον ανθρακωρύχο,
που τα βάθη της γαίας τρυπά,
λιβανίζεις,
λιβανίζεις αφοσιωμένη,
δοξάζεις την ανθρώπινη δουλειά.
Και αύριο
ο Όσιος
του ναού τα ψαλίδια
μάταια απλώνει και για έλεος διψά –

το κάθε κανόνι σου, χοίρος-πλατυμύτης,
της χιλιετιές του Κρεμλίνου χτυπά.
«Δόξα».
Ρογχά στο ταξίδι το θανατερό.
Κραυγή των σειρήνων, πνιγμένα λεπτή.
Εσύ στέλνεις ναύτες
εκεί που βουλιάζει το θωρηκτό,
εκεί,
για το μικρό ξεχασμένο γατί.
Και ύστερα!
Σαν μέθη πλήθος φωνάζεις.
Ξένοιαστο το μουστάκι στην πυρά.
Με υποκοπάνους διώχνεις ασπρόμαλλους ναυάρχους
με τα κεφάλια κάτω
στο Έλσινγκφορς απ’ τη γέφυρα.
Όλο γλείφει πληγές των ημερών που περάσαν
και πάλι βλέπω φλέβα κομμένη.
Σε σένα το μικροαστικό
«Ω, τρισανάθεμά σε!»
και το δικό μου,
ποιητικό
«Ω, τετράκις δόξα σοι, ευλογημένη!»

(1918)

***

Λίγα λόγια για τη γυναίκα μου

Στων πελάγων των αγνώστων τη μακρινή παραλία
βαίνει η σελήνη
η γυναίκα μου.
Η κοκκινομάλλα μου ερωμένη.
Πίσω από την αμαξοστοιχία
τείνεται μια φωναχτή ορδή από αστερισμούς ριγέ χρωματισμένη.
Στεφανώνεται με των αυτοκινήτων το γκαράζ
φιλιέται με των εφημερίδων τα περίπτερα,
ενώ του λοφίου ο Γαλαξίας σαν παραπαίδι που γνέφει
στολίστηκε με πούλια αστραφτερά.
Κι εγώ;
Μα μου έφερε, τον καιόμενο, των φρυδιών το ζυγάρι
από τα μάτια πηγάδια παγωμένους κουβάδες.
Σε λιμναία μετάξια τον εαυτό σου έχεις κρεμάσει,
υμνούσαν άραγε οι μηροί με βιολί κεχριμπάρι;
Σε μέρη όπου είναι των σκεπών η κακία
δεν μπορείς να πετάξεις πουλιά δασικά.
Στις λεωφόρους βουλιάζω, τυλιγμένος στων άμμων τη μελαγχολία:
μα αυτή είναι η κόρη σου-
το τραγούδι μου
με κάλτσα νταντελωτή
έξω απ’ τα καφενεία!

(1913)

*Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.poiein.gr/2019/07/08/%ce%b2%ce%bb%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%bc%ce%b9%cf%81-%ce%bc%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%8c%cf%86%cf%83%ce%ba%ce%b9-%ce%b4%cf%8d%ce%bf-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%bc/?fbclid=IwAR1nKUzleGBqllmfjQmr2ciAu9Qw7KqDDzX_1k0OMqtJvEuLvNzJLHIBBHI

Γρηγόρης Σακαλής, Νέα χαραυγή

Η διαφθορά έφτασε
μέχρι το μεδούλι
κι όσοι περπατούν γονατιστοί
είναι άξιοι της μοίρας τους
αφήστε τους
μη χάνετε χρόνο
το άλας της γης
είστε εσείς
οι εξεγερμένοι
κι ας είστε λίγοι
μπορείτε να γονιμοποιήσετε
όλη τη γη
καινούργιες μέρες να ΄ρθουν
χωρίς αδύναμους
χωρίς ισχυρούς
να βγαίνει ο ήλιος
για όλους
κι οι άνθρωποι
να ξεδιπλώνουν
κάθε πτυχή
του εαυτού τους.

Σπύρος Μεϊμάρης, Έκκληση

Μη μου στερήσετε άλλο τη λευτεριά.
Μη μ’ αιχμαλωτίζετε άλλο
μες στο σίδερο και το ατσάλι.

Αλλιώς βυθίστε την καρδιά μου
στο πυρωμένο μολύβι και στη λάβα
κι εξαφανίστε με.

Δε θέλω άλλες φρούδες ελπίδες
κι απατηλές μελωδίες του έρωτα.
Όχι άλλα ηλιοβασιλέματα
Όχι άλλα κελαηδίσματα πουλιών
Όχι άλλα άγια σεντόνια
Ούτε άλλη γυναικεία σάρκα να δροσίζει
το μέτωπό μου —

Σκοτώστε με, πατήστε με, λιώστε με,
βυθίστε με στο χάος
κι ας μην ξαναγυρίσω σ’ αυτά εδώ τα μέρη —

Φύγαν τα φύλλα απ’ τα δέντρα,
έφυγαν όλα τα φώτα,
όλες οι μελωδίες της ψυχής μου —

κι όμως υπάρχει ο παράδεισος γιατί
τον θυμάμαι καλά
και σίγουρα θα τον ξαναβρώ
όταν θα μείνω ολομόναχος
ψάχνοντας για την αληθινή μου
οικογένεια όπως πάντα —

Ευτυχώς διατήρησα τα οράματά μου.
Σίγουρα κάποια στιγμή θα βγει ο ήλιος.
Η πιο σκοτεινή στιγμή είναι λίγο πριν ξημερώσει —
Είμαι τυχερός γιατί ζω αρχέγονα.

Ευτυχώς ήρθε επιτέλους.
Ήρθε η στιγμή της παράδοσης άνευ όρων —
Ήδη τρεμοπαίζει το φως της ποθητής αυγής
στα βλέφαρά μου —
Είμαι αιώνιος και το ξέρω —
Παίζω κι εγώ σαν παιδί που είμαι.
Φοβάσαι; Γιατί φοβάσαι;
Από εμένα δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα —
Είμαι ταξιδιώτης του Διαστήματος
και σ’ αγαπώ
και θα σε σώσω να το ξέρεις —
και θα βρεθούμε κάπου.
*Από τη συλλογή “γραφτά”, Εκδόσεις Απόπειρα, 1998.

Δημήτρης Βούλγαρης, Δύο ποιήματα

1.
Θα δανειστώ ένα ποδήλατο φερμένο
από τις μέρες της παιδικότητας.
Ένα κειμήλιο
της εποχής όπου τα όνειρα
δεν είχαν αλυσίδες και στηρίγματα.
Καθώς οι κινήσεις προβλήθηκαν αέρινες.
Χωρίς βοηθητικές ρόδες
κι αλλόκοτες χειραψίες συντροφικότητας.

Τις μέρες που η αγάπη
παρέμενε ανοιχτή θάλασσα
και κυλούσε ειλικρινώς
βαπτίζοντας το τοπίο.

Τα χέρια ήταν ξεσκέπαστα
και τα στοιχήματα
σαν αθώα παιχνίδια,
είχαν μοναδικό σκοπό
την ανέγερση της ευτυχίας.
Την ολοκλήρωση των προσώπων.
Ο πόλεμος κρατούσε δευτερόλεπτα
μόνο για να θυμίσει
πως τα αποσπάσματα των ματιών
κρύβουν ζωή.
Όταν το σώμα της πραγματικότητας
ξεφτίσει οριστικά
ο Κόσμος θα θυμηθεί.

Και θα επιστρέφει.

2.
Πνιγήκαμε
μέσα στα μάτια των άλλων.

Έμειναν μόνο οι σκιές
να φυλακίζουν στα χέρια τους
όλες τις καρφίτσες του Κόσμου.
Όλα τα σημάδια
μιας προβληματικής γέννας
που άλλαξε τη ροή της ιστορίας.

Ο καιρός θάφτηκε.
Εξαπατήθηκε.
Η καθαρότητα της άμμου ενηλικιώθηκε
με σκοπό να αποτύχει.
Να θολώσει τα δεδομένα.
Να αποτελειώσει τους εναπομείναντες τραυματίες.

Η επαφή συρρικνώνεται.
Αδρανοποιείται.
Εγκλωβίζεται στον προθάλαμο της ζωής.

Όλα καταλήγουν σε ένα συνεχόμενο αντίο.

*Από τη συλλογή “Ερασιτέχνες εμπρηστές”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2017.