Λεωνίδας Χρηστάκης, Ποίημα

[…]
Είπατε καλημέρα στον θυρωρό;
Μήπως αφήσατε κανένα φως αναμμένο;
Καμμιά βρύση ανοικτή;
Κλείσατε τα παράθυρα;
Ίσως το μάτι της κουζίνας να καίει;
Τοποθετήσατε τα ρούχα στη ναφθαλίνη; […]
Είσασταν Φαλαγγίτης ή Σκαπανεύς το 1936-40; […]
Έχετε κάνει εξορία; […]
Υπογράψατε για την Κύπρο;
Μήπως είχατε πρώτα ροζ απολυτήριο Στρατού,
το οποίο όμως, σας
το άλλαξαν αργότερα;
Διοικητής σας ποιος ήταν στο Στρατό
Είχατε Δ.Ε.Δ. ή Δ.Α.Δ.;
Υπηρετήσατε ως Αξιωματικός;
Έχετε διαβατήριο;
Βιβλιάριο ασθένειας;
Απολυτήριο στρατού;
Πού μένετε;
Είστε Χριστιανός Ορθόδοξος;
Όνομα πατρός;
Μητρός;
Ονομάζεστε;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, 5:87-88.

Πάνος Κουτρουμπούσης, 5

Και πάντα το απόγεμα
όπως κάθε μέρα
την ίδια ώρα που ο ήλιος
γλυκαίνει τον ουρανό
έρχεται ανάλαφρος
ο μικρός αέρας
που απαλά χαϊδεύει
τις εκθαμβωτικές πεδιάδες
τα σιωπηλά ποτάμια
τους εγκαταλειμμένους καρβουνιασμένους λόφους,
σφυρίζει μέσα από σκελετωμένες πόλεις
φιλάει το τοπίο…
ί
Εκείνο το αεράκι
που ’χει ανακατεμένα μέσα του
δισεκατομμύρια μικρά θραύσματα
σα φωσφορίζοντα πράσινα ή κόκκινα δόντια
να αντανακλούν το φως,
όπως πέφτει απάνω τους ο ήλιος,
να στολίζουν το Χέρι της Ερημιάς.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα μεταφρασμένα στα γαλλικά

Exil

Les plaies sur le visage
sont la fin du contact

épouvantails répulsifs
d’ une innocence perdue

exilés
aux dispositions déshéritées

Εξορία

Οι ουλές στο πρόσωπο
είναι το τέλος της επαφής

αποκρουστικά σκιάχτρα
από μια χαμένη αθωότητα

εξορισμένα

σ’ απόκληρες διαθέσεις.

***

Assimilation

L’ accidental remplit
le vide des maisons

Le soleil s’ est rendu
comme un vieil émigré

avec des branches
d’ assimilation aux mains

et les causeries s’ assèchent
toujours sur les lèvres

Αφομοίωση

Το τυχαίο γεμίζει
τα κενά των σπιτιών

ο ήλιος έχει παραδοθεί
σαν παλιός μετανάστης

με κλαδιά αφομοίωσης
στα χέρια

κι οι κουβέντες ξεραίνονται
πάντα στα χείλη.

*Μετάφραση: Έρμα Βασιλείου.

**Από τη συλλογή “Λοξές Ματιές”, εκδόσεις Στοχαστής, 2019.

Χρήστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Καταδοχές

Να καταδέχεσαι
του περαστικού την καλημέρα, το γειά σου του γειτόνου
τις βροχοστάλες,τα χελιδόνια,τις ξεχασμένες σου ρίζες
της αστραπής το φευγαλέο βλέμμα
τα φύλλα της καρδιάς της,τις ανάπαυλες στα οροπέδια
το όνειρο μέσα στα όνειρα, τη δροσιά της αυγής
τις φτερούγες π’ανεμίζουν σαν πετούν
την ψυχή που γίνεται τιμόνι, τα κρυμμένα κλειδιά
τ’αγιόκλημα πάνω από τα μάτια σου

Τ’αχνάρια σου μην σέρνεις στις στάχτες
να έχεις ήχο στις σιωπές σου
και λόγια μονάκριβα,για εκείνους που ακούνε
άκου,χτυπάει ο άνεμος την πόρτα
μην τρεμοσβήνεις

Να καταδέχεσαι,
τους χορούς των παλιάτσων – και των ακροβατών-

Στ’αγριοκαίρι να ωριμάζεις αθόρυβα
γινου θύελλα στην κατάλληλη στιγμή
τα σύννεφα θέλουν απλωσιά

Μάρτιος 2019

***

Φύσημα

Φύσηξες πνοή
ως τον γλαυκό μυχό μου
έκαψες σαν μανιασμένη αστραπή,
πιο κάτω από το δέρμα το χνώτο έγινε κοφτό
κάθετη σπαθια,πνοή μου,
η κατάρα που έστειλες

Φεβρουάριος 2000

***

Στην πρώτη αχτίδα

Στην πρώτη αχτίδα, τραβάς την κουρτίναι
αποτρέποντας το φως να σ’αλλάξει

Μέσα στο δωμάτιο,πλανιέται η σιωπή σου
το γέλιο της περιγελά,
την έρημη ζωή σου

Απρίλης 2011

Τάσος Δενέγρης, Ο θάνατος στην πλατεία

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς
Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο
Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην Πλατεία Κάνιγγος
Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους
Έχει μεταμορφωθεί σε λαχειοπώλη
Κι είναι ασήμαντος με μπεζ κοστούμι
Κι αναπηρικό σήμα στο πέτο
Μόλις καταλάβει πως ίσως κανείς
ίσως κανείς τον υποπτεύθηκε
Μεταμορφώνεται σε θυρωρό.

Πρέπει να προλάβω
Να πω αυτά που είδα
Σήμερα το πρωί από το έβδομο πάτωμα.

Τώρα βλέπω πώς δημιουργήθηκαν τα μνημόσυνα κι οι προβλέψεις
Τα κοινά τροπάρια και τα ωράρια
Οι ευκατάστατοι κι οι δειλοί
Οι συνήθειες, η ανοχή, τα μπορντέλα
Γι’ αυτό κανείς
Δεν μπορεί να διακρίνει
Τον θάνατο
Στην Πλατεία Κάνιγγος στις 11 το πρωί.

Εγώ πρόλαβα και την τελευταία μεταμόρφωση
Έχει ντυθεί πωλητής κι έχει μπροστά του
Ένα τραπέζι
Με κόκκινους ανεμόμυλους
Που γυρνούν δαιμονισμένα
Όταν σηκωθεί μικρός άνεμος.
Σ’ αυτή την παράξενη χαρά
Σ’ αυτή την κατάσταση που τα νεύρα δεν υπακούουν το μυαλό
Κι η μνήμη εξαρθρώνεται και περπατάει ελεύθερη
Σαλτιμπάγκος σ’ εναέρια κόλπα
Σ’ αυτήν την παράλογη χαρά
Με το σώμα νικημένο από τον ίδιο
Παντοδύναμο κι αυτοτελές
Μπορείς να δεις καθαρά στις υγρές φυλακές της ερημιάς της γυναίκας
Να συλλάβεις τους σπονδύλους του ρυθμού
Και να πιάσεις το θάνατο
Ανήμπορο και δειλό
Ν’ αποφεύγει την σύγκρουση.

27 Ιανουαρίου 1966

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι” 6:47-48. Από τη συλλογή Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος, 1975.

Νίκος Βέλμος (1890-1930), Φράσεις-σπαράγματα

Νίκος Βέλμος

Στρατής Δούκας

Λίγες μόνο φράσεις-σπαράγματα, ξεδιαλεγμένες μέσα από τα 75 γράμματα που στέλνει ο Βέλμος, κατά τα έτη 1921-1923, στον Στρατή Δούκα, πριν ξεκινήσει την έκδοση του “Φραγγέλιου”. Ένας μικρός θησαυρός!

***
Ω, τι φριχτά περνάει κανείς όταν δεν έχει μια μορφή να επαναπαύει τα μάτια του, όταν σε μια μορφή που δεν μπορεί να ιδεί κλίνει όλος ο θαυμασμός του!
***
Είναι πιο φρόνιμη και πιο ήσυχη η λύπη απ’ την απελπισία.
***
Και ποιος ερωτευμένος δε νομίζει τον εαυτό του έρημο;
***
Για του άλλου την αγάπη είμαστε σοφοί, του δίνουμε συμβουλές άχρηστες, ενώ για την αγάπη μας δεν κάνουμε ούτε για μαθητές μας.
***
Δεν πρέπει να ζει κανείς χωρίς έρωτα. Εν ανάγκη πρέπει να ερωτεύεται κανείς τον εαυτό του όταν δεν έχει τίποτ’ άλλο.
***
Πρόσεξε το συμβιβασμό. Είναι επούλωση αγιάτρευτης πληγής.
***
Πάει πια, έγινε ό,τι ήθελα! Βρέθηκε ο άνθρωπος που ’κλαψε για μένα!
***
Ένας μόνο πιστός μου μένει στον κόσμο, η άψυχη φύση. Και ο εχθρός μου: η σκέψη μου.
***
Τον πόνο του άλλου πολύ δύσκολα μπορούμε να τον φορέσουμε. Είναι ένα φόρεμα που δεν ξέρουμε πώς να το βάλουμε. Είναι φόρεμα άυλο.
***
Αν μπορούσαν οι άνθρωποι να συγκρίνουν τις δυστυχίες τους τότες δε θα ’σαν δυστυχισμένοι. Επειδή δεν μπορούν να το κάνουν κάθε δυστυχία τους όσο μικρή κι αν είναι τους φαίνεται υπερβολική στο μέγεθος.
***
Η καρδιά μου ξέρει ν’ αγαπά και να ονειρεύεται να την αγαπήσουν. Τι να το κάνει το δίκαιο; Πιο δίκαιο; Η ίδια η αγάπη είναι το δίκιο που το ’χουν όσοι αγαπούν.
***
Οι άνθρωποι κουράζονται με μια ιδέα όταν δεν πολεμούνε γι’ αυτή μ’ έναν έρωτά τους.
***
Η φιλοσοφία της δικαιολογίας είναι υπέρ της διατηρήσεως της δυστυχίας.
***
Ξέρω τόσο καλά τη δυστυχία, όσον οι σχολαστικοί τα νεκρά γράμματα.
***
Η Τέχνη μόνον τότε είναι ωραία όταν βασίζεται σε μια μεγάλη ηθική.
***
Ό,τι αγαπώ έχει μέσα μου ξεπέσει, δίχως να παύω να τ’ αγαπώ.
***
Η τιμωρία που μας δίνει η φύση είναι: να πιστεύουμε πως εμείς είμαστε όλη η φύση.
***
Μέλλον ετοιμάζει ο άνθρωπος του παρελθόντος.
***
Ζωή, μόνον Ζωή. Το πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι το ξέρω• πως ζουν είναι δύσκολο.
***

*Στις φωτογραφίες Βέλμος και Δούκας ζωγραφισμένοι απ’ τον Φώτη Κόντογλου, την ίδια χρονιά, το 1923.

**Το πήραμε από τη σελίδα του Διαμαντή Καράβολα στο Facebook.

Τζωρτζ Ροντίλβα, Χαιρετισμοί

Χ α ί ρ ε ερημιά, που μετριέσαι με χρωματιστές ζακέτες, ριγμένες ανάσκελα σε φθαρμένα ψάθινα καθίσματα.


Χ α ί ρ ε βρώμικο υπνωτήριο, ξινισμένο σεντόνι, αλλοπρόσαλλα κεφάλια, που ξυρίζεστε γουλί τη νύχτα, ξηλώνοντας τις σαπισμένες ραφές του κρανίου.


Χ α ί ρ ε συντροφική αντλία ήχου, που κρύβεσαι χρόνια στη μασχάλη μου, σκεφτόμενη κάποια μέρα να δραπετεύσουμε μαζί μέσα απ’ τις κορνίζες του τοίχου.


Χ α ί ρ ε καπνισμένο κασόξυλο αδιέξοδου παραθυριού, που στις κοιλάδες σου φωλιάζω τις τύψεις μου, με κάμποσα περσευάμενα κέρματα στη δεξιά παλάμη.


Χ α ί ρ ε ημέρα υγρή, περιστρεφόμενη πόρνη, που χρόνια αυνανίζεσαι στα κεντρικά μπουρδέλα του κράτους.


Χ α ί ρ ε λύκε, που κοιμάσαι στην αυλή, φουγάρο ατμομηχανών, ποντίκι του μηχανοστασίου και των δημόσιων πάρκων.


Χ α ί ρ ε ξαγρυπνισμένη κατσαρίδα, που περιφέρεσαι στη σκοτεινή μου τρώγλη, ακολουθώντας με στο σκαλοπάτι που με σέρνει στην τελευταία κλειδαρότρυπα του κόσμου.


Χ α ί ρ ε αόρατη φθορά, που καλύπτεσαι οδηγώντας ισόβια τυφλούς ζητιάνους στα νυχτερινά παζάρια του υπονόμου.


Χ α ί ρ ε ζέχνουσα μήτρα, που ζεσταίνεις τα καμιόνια, τα καραβόσχοινα, τις λαϊκές πόρνες, τους ρακοσυλλέκτες, τις κίτρινες καταιγίδες της ερήμου, τις σιωπηλές σφίγγες και τα κάτεργα της Σιβηρίας.


Χ α ί ρ ε ομίχλη, που με σκέπασες και έζησα αιώνες κρυμμένος στα στενά πόμολα από διάφορες ερημωμένες πόρτες.


Χ α ί ρ ε νεκρέ, που περιμένεις σκυμμένος στο ψυγείο, καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα, διχαλωτό σπιρτόξυλο που κατουράς τον ασβέστη του Θεού, που αυνανίζεσαι και κοιμάσαι στις δημόσιες τουαλέτες.

Χ α ί ρ ε λαστιχένια σκέψη, που αγυρτεύεις πίσω απ’ τους ξύλινους πάγκους στις PUB των Εξαρχείων – Βιτόφσκι, Αίτνα, Ίντριγκα, Ιπποπόταμο, Da-da – με κείνο το δίβουλο χαμόγελο κρυμμένο κάτω απ’ την τέλεια σήψη της αβύσσου.


Χ α ί ρ ε διαβαίνουσα μέρα, άγρια πουτάνα που κρέμασες τα βυζιά σου και τα άσπρα σου σεντόνια, με τα παράθυρα γραδωμένα και ορθάνοιχτα[ στο μέρος του αιδοίου.


Χ α ί ρ ε διαβαίνουσα μέρα, λεύτερη αγύρτισσα που βαυκαλίζεσαι χρόνια στα μπουρδέλα του Μεταξουργείου, στα καθίσματα του Ομόνοια – περιμένοντας ανυπόμονα τη σειρά σου – και στις ψωροκολυμπήθρες της Αθηνάς.


Χ α ί ρ ε φωνή βραχνή, που σύρεσαι στα παγωμένα κράσπεδα της Φραγκφούρτης, στα δημόσια ουρητήρια του σύμπαντος, στα μπαρμπέρικα του περιθώριου και στα γουναράδικα της Πατησίων.

Χ α ί ρ ε φίλε, αδυσώπητα ελέφα αδιάβατης ζούγκλας, που μέσα σου παραμονεύει η τραχειά κυριακάτικη μπόχα, η άπλυτη κάλτσα, η σήψη, και το κιτρινισμένο γάντι του ψυχίατρου.


Χ α ί ρ ε θλιβερέ νυχτοφύλακα, που πανηγυρίζεις τον καινούργιο μηνιαίο μισθό, ανάμεσα στις ισχνές γάτες που διεγείρονται απ’ την πηχτή ομίχλη, απ’ την επέτειο του Πολυτεχνείου, απ’ τα τραγούδια του Μίκη κι απ’ το ξέσκισμα της παρθενικής πόλης.


Χ α ί ρ ε μακρυνό, ανεπίστρεπτο ταξίδι, τελευταίο αποχαιρετιστήριο φιλί στο λόφο με τα κυπαρίσσια και την υγραίνουσα γη.


Χ α ί ρ ε μνήμη, αφημένη στη μεριά της νότιας σκίωσης, με τον ιδρώτα ολονυχτίς συλλεγμένο στο βυθό της θάλασσας και στη γραμμή των άστρων.


Χ α ί ρ ε αδέσποτη καληνύχτα, που περιφέρεσαι διψασμένη στις αρχαίες κολώνες της Εφέσου, στους φαντάρους του Πεδίου του Άρεως, στους πρασινισμένους φράκτες, στις ξοδεμένες γκαζόλαμπες, στις χυμένες καπότες, στους μονόφθαλμους ανέμους και στα ψηλά γοτθικά παράθυρα ιστορικών εκκλησιών.


Χ α ί ρ ε απουσία, που χοντραίνεις σε τόσα έτη τετράπαχης σιωπής.

*Από την ποιητική συλλογή «Κ 862963», εκδ. Υποκείμενο, γύρω στα 1980 κάτι, που διακινούσε ο ίδιος ο ποιητής στους δρόμους και την πλατεία Εξαρχείων. Εμείς εδώ το αναδημοσιεύουμε αφού το βρήκαμε στη σελίδα του ποιητή και φίλου Θόδωρου Μπασιάκου στο Facebook.

Paul Eluard, Από τη συλλογή “Ο έρωτας η ποίηση” (1929)

Joan Miro, Spanish Culture

Από την ενότητα «ΑΡΧΙΚΑ»
I
Υψηλόφωνα
Η αγάπη ευλύγιστη ανατέλλει
Με τόσο φωτεινές αστραπές
Που στη σοφίτα του ο εγκέφαλος
Φοβάται να εξομολογηθεί.

Υψηλόφωνα
Όλα τα κοράκια του αίματος καλύπτουν
Τη μνήμη άλλων γεννήσεων
Κι όταν ανατρέπονται στο φως
Το μέλλον τροχιοδρομεί τα φιλιά.

Αδικία απίθανη ένα πλάσμα μόνο στον κόσμο
Ο έρωτας διαλέγει τον έρωτα δίχως ν’ αλλάξει πρόσωπο.

II
Τα μάτια της είναι πύργοι φωτός
Kάτω απ’ το μέτωπο της γύμνιας της

Σε διάφανα κρίνα
Η επιστροφή των σκέψεων
Ακυρώνει τις λέξεις κουφές.

Διαγράφει όλες τις εικόνες
Τυφλώνει τον έρωτα, τους αεικίνητους ίσκιους του
Αγαπά — αγαπά να ξεχνιέται.

VI
Εσύ η μόνη κι εγώ ν’ ακούω τη χλωρίδα του γέλιου σου
Εσύ το κεφάλι που σε απάγει
Απ’ τους κινδύνους του θανάτου πιο πάνω
Κάτω από υδρόγειους μουτζουρωμένες απ’ τις βροχές των κοιλάδων
Κάτω απ’ το φως βαρύ κάτω απ’ το θόλο της γης
Δίνεις ζωή στην πτώση.

Και τα πουλιά το καταφύγιο που φθονούμε
Η οκνηρία, η κόπωση
Η ανάμνηση των δασών και τα ρυάκια ευάλωτα
Τα πρωινά των καπρίτσιων
Τα πρωινά των ορατών χαδιών
Τη μεγάλη μέρα της απουσίας της πτώσης.

Οι βάρκες των ματιών σου πλανώνται
Μες στη δαντέλα της φυγής
Η άβυσσος ξεσκεπάζεται στους άλλους να τη σκεπάσουν
Οι ίσκιοι που δημιουργείς δεν δικαιούνται τη νύχτα.

VII
Η γη είναι γαλάζια σαν ένα πορτοκάλι
Ποτέ ένα λάθος οι λέξεις δεν ψεύδονται
Δεν σας κάνουνε πια να τραγουδάτε
Σειρά των φιλιών να συνυπάρξουν
Οι τρελοί και οι έρωτες Ε
κείνη το στόμα της βέρα
Όλα τα μυστικά όλα τα χαμόγελα
Και τι ενδύματα τρυφηλότητας
Να την πιστέψεις όλη γύμνια.

Οι σφήκες ν’ ανθούνε πράσινη
Η αυγή τριγύρω απ’ το λαιμό
Ένα κολιέ παράθυρα
Φτερά καλύπτουνε τα φύλλα
Κι εσύ όλο χαρά ηλιακή
Ο ήλιος όλος επί γης
Στης ομορφιάς τα μονοπάτια σου.

*Από το βιβλίο Μικρά Ανθολογία Γαλλικής Υπερπραγματικής Ποιήσεως, Πρόλογος – Μετάφραση – Σημειώσεις: Ζ. Δ. Αϊναλής. Εκδοσεις Βακχικόν, Αύγουστος 2017.