Δημήτρης Καφετζής, Εντάξει, καλύτερα τώρα; Τώρα νιώθεις πιο ασφαλής;

Παίξε το παιχνίδι τους, θα δεις θα σ’ αφήσουν
Είναι το παιχνίδι που σ’ αρέσει να κερδίζεις
και όταν πια στην παγίδα τους σε κλείσουν
δεν θα μπορείς ούτε το πάτωμα ν’ αγγίζεις

Μ’ ένα χρυσό κλουβί θα σου την πέσουν
Θα σε βάλουν τη μελωδία τους να τραγουδάς
Πόσο τυχερός είσαι και πόσο θέλεις να σε δέσουν
Εκεί έξω είναι επικίνδυνα μου λες και με κοιτάς

Εκεί έξω έχει πόλεμο, στις ειδήσεις το είδες
Ένα μάτσο αληταράδες σκαρφαλώνουν στην αυλή
των σπιτιών με τα τζάκια και τις ωραίες βιβλιοθήκες
Θα μπουν ένα βράδυ και θα σ’ ανοίξουν το κλουβί.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Ο ΜΗΧΑΝΟΔΗΓΟΣ

Σήμερα είδα έναν άνθρωπο
με δυο στιλέτα στην καρδιά
δεν είχε καθόλου καύσιμα
κι όμως πετούσε στο χάος

Μου έδωσε την υπόσχεση
ότι θα με πάρει μαζί του
μετά έστριψε στη γωνία
εγώ μπήκα στο μετρό
και έγινα πειραματόζωο

Τι άλλο θέλεις να μάθεις;
Οι επιβάτες στη θέση τους
κι ο θάνατος μηχανοδηγός

***

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Μερικά πράγματα αφορούν το χάος
πάνω του θεμελιώνουμε τα σπίτια μας

Να είσαι εδώ και χρόνια άστεγος
και να σου ζητάνε οικοδομική άδεια
Το ταλαίπωρο σώμα σου ασφυκτιά:
τη μια με σπασμένη οδοντοστοιχία
την άλλη με κηδεμόνα ρυθμιζόμενο
Όπως κι αν το δεις, η ζωή είναι αλλού
κι έχει αμέτρητες μυϊκές συσπάσεις
Εκεί που αμαυρώνεις τον ουρανό
μαζεύεις δίπλα σου κοπάδια άστρων
με μια μοναδική πειστικότητα
Και είναι απίστευτη η φωτεινότητα
του κάθε λογής καταφρονημένου

Αν εξαιρέσεις κάποια αγάλματα
όλα τα υπόλοιπα χρειάζονται αγάπη

*Από την υπό έκδοση συλλογή “Ακτινογραφία θώρακος¨, εκδόσεις Θράκα.

Luis García Montero, Δύο ποιήματα


ΑΠΑΓΓΕΛΛΟΝΤΑΣ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

Ὅταν μένεις σιωπηλὴ

κι ἀποφασίζεις νὰ μοῦ χαρίσεις τὸ Παρίσι

ν’ ἀγοράσεις τὸν Πύργο τοῦ Ἄιφελ γιὰ ν’ ἁπλώσεις τὰ ροῦχα μου στὴν
περίπτωση ποὺ μὲ γδύσεις καὶ δὲν βρέχει.

Ὅταν ἐπιμένεις
νὰ κεντήσεις τὶς Μενίνας τοῦ Πικάσο

πάνω σὲ ὅλα τὰ σεντόνια τῆς Οὐάσιγκτον

ἢ νὰ ταξιδέψεις ὣς τὴ Ρώμη σὰν κάποιον ποὺ ἀναζητᾶ ἕνα τσίρκο, σὰν
κάποιον ποὺ πατάει στὴ γῆ μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια
ἔχοντας συνείδηση πὼς εἶναι εὐτυχὴς καὶ εἶναι μεθυσμένος.

Ὅταν μοῦ μιλᾶς γιὰ ἀγάπη

καὶ φωνάζεις πὼς δὲν ἔχουν σημασία τὸ φῶς οὔτε τὰ ρολόγια

ὅτι εἶναι νύχτα καὶ πὼς δὲν σκέφτεσαι νὰ σηκωθεῖς·
τότε

ἐγὼ σοῦ λέω πὼς εἶσαι τρελὴ καὶ μοῦ ἀπαντᾶς

ἀπαγγέλλοντας Πετράρχη ἀπὸ μνήμης.

***

ΕΝΤΕΛΩΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Ἀπὸ τὰ ἀπορρυπαντικὰ καὶ τὰ πλυντήρια πιάτων

ἀπὸ τὰ τακτοποιημένα βιβλία καὶ τὴ σκούπα στὸ πάτωμα ἀπὸ τὰ καθαρὰ
τζάμια, ἀπ’ τὸ τραπέζι

χωρὶς χαρτιά, χωρὶς τετράδια ἢ στυλό,

ἀπὸ τὶς πολυθρόνες χωρὶς ἐφημερίδες,

ὅποιος ἔρχεται σπίτι μου

μπορεῖ νὰ βρεῖ μιὰ μέρα

ἐντελῶς Παρασκευή.

Ὅπως ἐγὼ τὴ συναντῶ

ὅταν βγαίνω στὸ δρόμο

καὶ εἶναι ὁ καθεδρικὸς

κατειλημμένος ἀπ’ τὸν κόσμο τῶν ζωντανῶν καὶ στὸ σουπερμάρκετ

τὸν Ἰούνιο παρασκευάζονται μπουκάλια μὲ τζίν, ἀλλαντικὰ καὶ γλυκό,

βεντάλια ἀπὸ φῶς στὸ περίπτερο

τοῦ ἀνθοπωλείου,
πόλη ποὺ ξεγυμνώνεται ἐντελῶς Παρασκευή.

Ἔτσι τὸ σῶμα μου

ποὺ μνημονεύει τὸ σῶμα σου

καὶ σὲ ἀναπαριστᾶ

στὴν ἀνησυχία ἀπὸ κάθε τι ποὺ ἀγγίζει στὸ τηλεχειριστήριο τῆς μουσικῆς, στὸ
χαρτὶ τοῦ περιοδικοῦ,

στὸν λιωμένο πάγο

ὅπως ἀκριβῶς λιώνει ἕνα πρωινὸ ἐντελῶς Παρασκευή.

Ὅταν ἀνοίγει ἡ πόρτα τοῦ δρόμου,

τὸ ψυγεῖο μαντεύει αὐτὸ ποὺ γνώρισε τὸ σῶμα μου καὶ προτείνει ἄλλους
τίτλους γι’ αὐτὸ τὸ ποίημα: ἐντελῶς ἐσύ,

πρωινό τῆς ἐπιστροφῆς, ἡ ὡραία ἀγάπη,

ἡ καλὴ συντροφιά.

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Νέο Επίπεδο”, τεύχος 43/2, Νοέμβριος 2014.
**Μετάφραση: Virginia López Recio.

​Γιώργης Μακελάρης – Ελένη Μοσχοβάκη – Γ. Κακαές, Ποιήματα ουάκα

Μισώ τους γρίφους,
μα πιο πολύ εκείνους
που τους χαίρονται.

Αυτοί που τους χαίρονται
είναι όσοι τους λύνουν;

Μια φυσαλίδα
κλεισμένη στο αλφάδι
σαν ανάμνηση.

Σκεπάζει τη γύμνια της
μη γίνει πλήξη ξανά.

Πλήξη άνοιξης
σώζει τα καλαμάκια
απ’ τα σκουπίδια.

Και τι δε θα έδινα
ν’ ανακύκλωνα στιγμές.

Tο μυστήριο
κρύβει ένα θάνατο
κάτ’ απ’ το πέπλο.

Ξεσκεπάζω, τι να δω!
Δολοφόνος η ζωή.

Σε κάθε χαρά
ζαλίζεται ο ήλιος
ξερνά στα σπαρτά.

Πίνει σε κάθε λύπη
βρίζοντας το φεγγάρι.

Ν’ ακούω μόνο
παππούδες και τζιτζίκια
τα καλοκαίρια.

Ακόμα κι αν είναι
λίγο προτού να σκάσουν.

Σ’ ένα γραφείο
με λίγο φως, προσμένει
ο νεκροθάφτης.

Μονάχος, ούτε σκύλο
για συντροφιά δεν έχει.

Το τηλέφωνο
δε λέει να χτυπήσει.
Ψόφια η δουλειά.

Κοιτάζει εικόνα του
Χριστού και προσεύχεται.

Κλείνει τα μάτια
και ξαφνικά τον παίρνει
ύπνος θανάτου.

Νεκρική η σιγή του
μα αυτός θα ξυπνήσει.

*Το ουάκα είναι μια παλιά ιαπωνική ποιητική φόρμα και αποτελεί πρόδρομο των, περισσότερο διαδεδομένων, χαϊκού. Γράφεται συνήθως από δύο, ή και παραπάνω, ποιητές σε πέντε στίχους. Ο πρώτος ποιητής αναπτύσσει το πρώτο τρίστιχο των 5­7­5 συλλαβών, ενώ ο δεύτερος αποκρίνεται με το δίστιχο των 7­7 συλλαβών. Τα ουάκα που αναδημοσιεύονται εδώ -από το περιοδικό “¨Τσκμάκι” Νο 1, Άνοιξη 2015- είναι γραμμένα στίχο στίχο, με τη συλλογική διαδικασία, από τους τρεις συντελεστές του περιοδικού.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Μητρική ευχή

Σε βύζαξα παρέα με τον καπιταλισμό
σε ανάθρεψα σε περιβάλλον συστημικό
σου έδωσα αρχές παγκοσμιως αποδεκτές
εξάλειψα στο μυαλουδάκι σου έννοιες επαναστατικές.
Καθετί αντιδραστικό στο είναι σου το πάταξα
με λίγη προσπάθεια σε θρόνιασα
βασιλικά μπρός στη 28άρα digital γιαγιά.
Επέλεξα τις συναναστροφές σου από κούνια
να είναι όλες με καμπανάκια στο λαιμό και με ονόματα
εύηχα όπως Εκάλη, Κηφισιά και Βαρυμπόμπη.
Σε διασκέδασα μέσα σε σωφρονιστικά καταστήματα ονόματι The Mall
να αλλάζεις ρουχαλάκια επώνυμα αξεσουάρ φρουφρού και αρώματα.
Σε έβαλα να συναρμολογείς παζλάκια με πτώματα μικρόσωμα
έτσι για να πάθεις ανοσία
και σε παιχνίδια στρατηγικής σου δίδαξα να έχεις πάντα τη σοφία.
Εσύ πάντα να κερδίζεις. Εσύ πάντα να σκοτώνεις.
Σου εξασφάλισα τα προς το ζην με κόπο ψώνισα ότι χρηστικό.
Ασφάλεια ζωής ιδιωτικά σχολεία νταντάδες ξενόγλωσσες πιστωτικές καλωδιακές μεταλλαγμένα υπνωτικά αντικαταθλιπτικά
αλλά και δάνεια από οργανισμούς
φιλάνθρωπους για κάθε ενδεχόμενο.

Ναι.
Σε ανάθρεψα σωστά.
Δεν αμφέβαλλα στιγμή.

Μα στο προγεννητικό έλεγχο
ελπίζω να προλάβω να σου κληροδοτήσω
την ευχή τη μητρική

Κάποτε να με συγχωρέσεις.

*Από τη συλλογή “Αποκαΐδια ηθικής”, εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Χρήστος Κεραμίδης Δύο ποιήματα


ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Λησμονώντας το παρελθόν,
τυφλός μπροστά στο μέλλον
επανακαθορίζομαι.

Η ζωή μου
αθέατη πορεία
μέσα σε επικράτειες μεταβλητές
μέσα σε πλάνες αναγνωρίσεις.

Αδελφέ μου·
θέλω να προστατευτώ
φωνάζοντας το όνομά σου
το όνομά μου
τα ονόματα των ανέμων και των ποταμών.

Αδελφέ μου·
θέλω να προσευχηθώ
με τη δύναμη της πιο μεγάλης ομολογίας.

***

ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΑΣ

Τώρα…

Ανοιχτός πλέον σ’ όλα τα ενδεχόμενα
επινοώ γυμνάσματα δεξιοτεχνίας.
Με σιωπές ανέντιμες και γρίφους απαντώ.

Υποτάσσω μύθους παλινδρομικούς·
επιμελούμαι την μετριότητά μου
στις ευρύτερες αποτιμήσεις·
επιβεβαιώνω τις προκαταλήψεις.

Και τι επιμένω;
Όταν αισθήματα και πάθη ξεπουλώ
σε μια λογική αδιάψευστη Δωροδοκίας.

*Από τη συλλογή “Τελευταία υπόσχεση”, εκδόσεις Στοχαστής, 2001.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τέσσερα ποιήματα

Ηρωικό

Εμπρός μικρέ
και πες το ποίημά σου θαρρετά
για την Ελλάδα
που δεν πέθανε ποτέ!
Για τις αλύτρωτες πατρίδες
και το μαρμαρωμένο βασιλιά…

Εμπρός μικρέ
ίσια την πλάτη
στόμφο στη φωνή!
Μην παραλείπεις την αναπνοή…
Κάπου μες στο κοινό
σε καμαρώνει ο άνεργος μπαμπάς σου.

***

Κι ας χάσω

Βαρέθηκα το ποδόσφαιρο
της μιας στραβοκλωτσιάς,
με τους τακτικισμούς,
τους θεατρινισμούς,
τις κλειστές άμυνες…
Με τους ντροπιαστικούς
συμβιβασμούς της ισοπαλίας,
την ανοίκεια μεταφυσική
των πέναλτυ…
Ιάπωνας καμικάζε
ως το ενενηκοστό λεπτό,
βγαίνω μπροστά κι ας χάσω!

***

Της μοναξιάς καλή συνέχεια

Κι εσύ που με καμάρι την υψώνεις
κι εσύ που οργισμένος την πατάς
κι εσύ που με διαβεβαιώνεις
κάποια σημαία ακολουθάς.

Κάπου, οπωσδήποτε, πρέπει ν’ αρέσεις
την επιβράβευση κι εσύ επιζητάς.
Σε μάθανε να ζεις με τις προσθέσεις
μα ν’ αποστρέφεσαι το πλην της μοναξιάς.

***

Χαϊκού του ανήφορου

Μηχανούλα μου,
πιάνουμε ανηφόρι!
Τρέμεις σύγκορμη.

Σκοτωμένη μια
αλεπουδίτσα, κοίτα,
μας χαμογελά.

Είν’ ένα πικρό
καράβι, που θα μένει
αταξίδευτο.

*Από τη συλλογή “Της μοναξιάς καλή συνέχεια”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.

Δημήτρης Φιλελές, Προστάτες

Όσοι προσμένουν να σωθούν κι ελπίζουν σε προστάτες
χωρίς σανίδά ναυαγούν και τρέφουν αυταπάτες

σε χίμαιρες ακροβατούν μοιραίοι σχοινοβάτες
διέξοδο αναζητούν τυφλοί λαθρεπιβάτες

γυμνοί στ’ αγκάθια περπατούν, στα πόδια αλυσίδες
στον ουρανό που προσκυνούν σμάρι πυκνό ακρίδες

όνειρα ζουν απατηλά που η μέρα τα σκορπίζει
πύργοι με τραπουλόχαρτα που ο άνεμος γκρεμίζει

όποιος σημεία των καιρών δεν ξέρει να διαβάσει
πηγή δε θά ’βρει για νερό να πιει να ξεδιψάσει

αν δε σταθεί στα πόδια του τη μοίρα να ορίσει
μια πέτρα δένει στο λαιμό στο χάος να κυλήσει

παραμονεύουν στις γωνιές σωτήρες με παγίδες
δόκανα στήνουν και θηλιές, λεπίδια και τσιμπίδες

όποιος γυρεύει να σωθεί στιγμή δε γονατίζει
της φυλακής του το σκοινί στα δόντια ροκανίζει

το δρόμο παίρνει της φωτιάς στο φως το αγιασμένο
και στο θηκάρι της καρδιάς σπαθί ακονισμένο

στο ξάγναντο της λευτεριάς ατρόμητος τροχάζει
τ’ άλογα του γερο-βοριά τ’ αδάμαστα δαμάζει.

*Από τη συλλογή “Θρ…ίαμβοι και απώλειες”, εκδόσεις Απόπειρα, 2018.

Γρηγόρης Σακαλής, Στρατόπεδο

Τρέξε στο χρόνο
να δεις τι ετοιμάζουν
για μας οι ισχυροί
στρατόπεδα – κοτέτσια
εμείς τα άτυχα πτηνά
κι αυτοί οι κόκορες
οι επιβήτορες
όποιος δεν γεννά αυγά
πεθαίνει κι ανακυκλώνεται
γίνεται ζωοτροφή
και καταναλώνεται
ονόματα δεν υπάρχουν
μόνο αριθμοί
οι κότες τρώνε
και γεννάνε
δεν υπάρχει διάλειμμα
ούτε ψυχαγωγία
η ανθρώπινη λαλιά
απαγορεύεται δια θανάτου
μόνο το κο – κο – κο
επιτρέπεται
κι έτσι επέρχεται η κόλαση
επί δικαίων και αδίκων.