Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πέντε ποιήματα

Υποσημείωση

Κουρνιάζεις μες στη στάχτη
Ενός απέραντου πεδίου δοκιμών.
Υπόλειμμα υπάρξεως
Ακτίνα σκέψης
Που μεταφέρεται στο σύμπαν
Προς ένα υπέρτερο σενάριο επανάληψης
Απαλλαγμένο απ’ τις δεξαμενές της μνήμης
Σε τετραδιάστατες συντεταγμένες αορίστου
(Μια δοκιμή ακόμη στα όρια του σφάλματος)

***

Εν ευθέτω

Σχήματα ασύνδετα
Άτακτες σκέψεις
Πότε θα είναι καιρός
Για να παλέψεις;

Όπλα στο χώμα
-Δεν ήρθε ακόμα
Θα περιμένουν
Να τα γυρέψεις!

***

Πυρηνικό δάσος

Λάμπουν λουσμένα ενέργεια
Τα κλαδιά σου
Αποτυπώνονται ανεξίτηλα
Τα βήματά σου
Φτάνουν οι ήχοι
Ως την καρδιά σου
Γιναν δικά σου
Δίκαια παράσημα
Για τη γενιά σου.

***

Ρεπό

Από τότε που θυμαμαι τον εαυτό μου
συμπληρώνω λαχεία.

Έχω και μια παλιά παρατημένη μηχανή
Λέω να την πλύνω καμιά μέρα και να τη γυαλίσω
Να με περιμένει γουργουρίζοντας στο ρελαντί.
Αγριεμένη και σταματημένη στη στροφή.
Θα ‘ναι ό,τι πρέπει για ληστεία.

***

Οκτώβρης

Δεν βρίσκονται πια απ’ το μέτωπο
Δεν γύρισαν αυτοί που ήταν να έρθουν
Δεν θα μας πουν ποτέ τις ιστορίες τους
– Ανήκουν στα βουνά οι νεκροί τους –
Και μόνο απ’ τις φωτογραφίες τους
Κάτι θα ζει απ’ την ανάμνησή τους.

*Από τη συλλογή “Ίχθύων Λόγος”, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2011.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ερωμένος

Φώτο: Yukio Mishima

Στέκει στα γόνατα πάνω σε μαλακό σύννεφο
μιας ηλιόλουστης μέρας
με τις παλάμες ανοιχτές και τη δύναμή του
προτεταμένη στο δάσος με τις φουντουκιές.
Δίνει μια
και βουτάει μέσα τους,
ρουφάει μυρωδιές με φλύαρη δεινότητα
μέσα στη σάρκα των κορμών τους.
Ο παλμός του τρέχει αστραπόβροντα
απόγυμνος στεναγμός
στην κορυφή που ορέγεται να φτάσει.
Και περιμένει τη νεροποντή
να κυλήσει ανάμεσά τους,
να θριαμβολογήσει
στο τέλος,
για το θαύμα της φύσης.

[….]
Έχεις μιαν όψη σκυμμένη πάνω από
Του κόσμου το σύνορο
Θαρρεί το αγιολόγιο πως αδικείται
Κάθε φορά που σηκώνεις το βλέμμα
Στα βράχια και τις νότες που πατάς
Για ν’ αγγίξεις τον ουρανό τους

Έχεις μιαν όψη θλιμμένη πάνω από
Του κόσμου το σύνορο
Μα εσύ δεν αδικείς τη μονόψυχη σάρκα
Απ’ το χέρι με παίρνεις και με πας
Με βιάση να δω τη γαλανή τους όψη
Κι ας φοβούμαι τον άχραντο θρύλο τους

Γλυκερία Μπασδέκη, Τρία ποιήματα

Η ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

δεν της πολυμιλούσαν
την κορόιδευαν
ήταν μιας άλλης ομορφιάς
μουστακαλού

έφτυνε κλέφτικα κι αυτή
-λάμπανε χιόνια στα σχολειά εξαίφνης

***

Ο ΚΑΘΕΙΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ

κάτι ξανθούλες χαρωπές
τις πήρε ο ύπνος

οι μορφωμένες πέσαν στο μπουφέ
οι ντίβες πιστολάκι

(υπήρξαν γενικώς
ανατροπές στις φιναλίστ
-έγινε θέμα)

τα παίρνει κι ο Νυμφίος με την κοροϊδία
(τα χίλια δίκια του ο χριστιανός)
έι, ψιτ! Εσύ με τη λαμπάδα, μου φωνάζει, πάμε!

(μια παλιοφούστα, άβαφτη να φανταστείς
μα είχα άστρο)

***

Η ΚΑΛΟΚΑΡΔΗ

άλλη δεν είναι τέτοια
δεν βγαίνουν τέτοιες πια
δεν συνηθίζονται στις μέρες μας
τόσο καλόκαρδες

δες πώς γελάει στοντροχό!
στα ξυραφάκια ξεκαρδίζεται
η χριστιανή!

με τον γλυκό τον λόγο
για τον δήμιο
με καρτερία άνω ποταμών

μπουμπούκια σκάνε οι τριχιές
μύρο αναβλύζει η σκουπιδιάρα.

*Από τη συλλογή “Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2016.

Ο Νάνος Βαλαωρίτης γράφει για τον André Breton

Με τον Α. Breton γνωρίστηκα το 1954 και έως το 1960 διατηρήσαμε μια αρκετά στενή επαφή, συχνά καθημερινή. Βέβαια ήταν περιτριγυρισμένος από τους νεαρούς τρίτης γενεάς οπαδούς του που ήταν πολυάριθμοι, καμιά τριανταριά, με συμπαθούντες επισκέπτες κάθε τόσο στις συναντήσεις στο καφενείο, και στο σπίτι του στο Saint cirq la Popie στον ποταμό Lot, στη νότιο Γαλλία.

Εκεί, χάρις στο αυτοκίνητο της Μαρίας, της τότε φίλης και κατόπιν συζύγου μου, που με είχε φέρει σε επαφή μαζί τους στο Παρίσι, τον Οκτώβρη του 1954, εξερευνούσαμε τον ποταμό για αχάτες στην κοίτη και στις όχθες του. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άρθρο για τις πέτρες, που ο Breton δημοσίευσε στο περιοδικό του Surréalisme Même το 1955, όπου και περιέλαβε μια ανακοίνωσή μου για την ανακάλυψη ενός πιθανώς προϊστορικού γλυπτού μιας θεάς με κεφάλι νυχτερινού πουλιού, που λατρευόταν στην περιοχή. Η Μαρία είχε βρει ένα τέλειο μαύρο αυγό.

Οι μέρες αυτές με συντροφιά τον Breton, τον Peret και τους φίλους τους, θα μου μείνουν αξέχαστες. Όταν έφυγαν οι άλλοι και μείναμε με τον Breton και τη σύντροφό του Ελίσα, σε απογευματινές συναντήσεις μας σ’ ένα καφενείο του χωριού, μου εκμυστηρεύτηκε τι του είχε πει ο Paul Valéry για τα ποιήματά του: ότι μια γυναίκα είναι ωραία με λιγότερα στολίδια, – ήταν η εποχή που έγραφε μαλλαρμεϊκά ποιήματα πολύ φορτωμένα με εικόνες και μπαρόκ.

Ότι το κίνημα του Υπερρεαλισμού ποτέ δεν έχασε την αισθητική παιδεία απ’ την οποία είχε προέλθει είναι λίγο γνωστό. Συνήθως η έμφαση δίνεται στα αυτόματα κείμενα των πρώτων χρόνων – ενώ στο βάθος ο Breton ήταν ένας μεγάλος αισθητικός της γλώσσας και βασάνιζε κάθε φράση που έγραφε. Το ίδιο σε αναλογία ήταν και οι άλλοι φίλοι του, Eluard, Chart, Queneau, Desnos, Peret, Aragon, Soupault, Vitrac, Prévert, κ.τ.λ. Ότι ο Υπερρεαλισμός είναι και ένα κίνημα ανανέωσης μεν αλλά και αισθητικής της γλώσσας η απόδειξη είναι ότι οι ηλεκτρικοί ποιητές που βγαίνουν απευθείας από το γλωσσικό αισθητισμό του Υπερρεαλισμού έκαναν μια ποίηση υπερ- αισθητισμού, πιο έντονα μπαρόκ από τα κλασσικά υπερρεαλιστικά κείμενα.

Τα πεζά του Breton, είναι γραμμένα με πολύ εκτεταμένες φράσεις που μοιάζουν εκπληκτικά στο στυλ, στο ύφος του Proust, του οποίου διετέλεσε διορθωτής όταν ήταν νέος, αλλά βέβαια και της πρόζας του Mallarmé, χωρίς να είναι ο προσανατολισμός του ο ίδιος.

Μια πολύ έστω κι επιφανειακή γνωριμία με τον Breton επικυρώνει ότι ακόμα και τα αυτόματα κείμενα είναι μετατροπές κλασσικών κειμένων και δείχνουν φανερά την προέλευσή τους, και διατηρούν το γούστο και την παραδοσιακή αισθητική της γαλλικής γλώσσας. Θα παρατηρήσουμε το ίδιο φαινόμενο στην ποίηση του Εμπειρίκου, του Ελύτη, του Εγγονόπουλου, του Γκάτσου, στα οποία η ανανεωτική τους πλευρά ποτέ δεν παραβιάζει το αισθητικό αισθητήριο της γλώσσας.

Το ίδιο παρατηρείται στον αισθητισμό του εικαστικού υπερρεαλισμού από τον De Chirico, (που είναι και πολύ μεγάλος μαέστρος του ποιητικού πεζού λόγου) έως τον Matta, τον Brauner και άλλους νεότερους, που διατηρούν πάντοτε μια αισθητική της σύνθεσης της γραμμής, και του χρώματος, ακόμα και στο λεγόμενο αφαιρετικό λυρισμό. Η τεχνική τελειότητα στους Tanguy, Dali, Magritte, Picabia, Duchamp, παρ’ όλες τις ανατροπές στο περιεχόμενο, το θέμα, και την κατάργηση της απλής απεικόνισης (ρεαλισμός, νατουραλισμός) δείχνει και κατ’ αναλογία στην ποίηση μια ανάλογη προσοχή στα μεταφραστικά μέσα.

Ο Breton δεν ήταν ποτέ υπέρ του οτιδήποτε και με όποιο τρόπο. Τα κριτήριά του πολύ αυστηρότερα από των κριτικών του κανόνα, ακόμα μας εκπλήσσουν με την ορθότητα της επινόησής τους. Και το άλλο στοιχείο είναι ο σεβασμός που είχε στη φύση, στα ζώα, τα φυτά, τις πέτρες, σε όλα τα φυσικά φαινόμενα, τόσο που θα’ λεγες ότι έχεις να κάνεις μ’ έναν φυσιολόγο.

Η προήγηση των μανιφέστων και των πειραμάτων της εποχής των νταντά είχε τον χαρακτήρα της ανάγκης της ανανέωσης, που ήταν ήδη φανερή στους προδρόμους ποιητές, Jarry, Mallarmé, Apollinaire, R. Roussel, και στον πρώτο Valéry του «Κυρίου Τεστ». Η γαλλική ποιητική γραφή, όδευε προς τα εκεί, όπου τα μανιφέστα και η σύνταξη του κινήματος συστηματοποίησε την τάση στο επίπεδο της θεωρίας και των ιδεών. Ιδέες που είχαν τις ρίζες τους στο ρομαντισμό, παρνασσισμό και συμβολισμό των Baudelaire, Nerval, Rimbauld, Lautréamont, και του Huysmans, του οποίου το «Ενάντια στο ρεύμα» είναι η βίβλος και των λεγομένων αισθητικών ντεκαντάν, του Wilde και άλλων, αλλά και στέκεται ψηλά στην εκτίμηση των υπερρεαλιστών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο E. A. Poe, από τον οποίο κατάγεται ο συμβολισμός ήταν ένας μεγάλος θεωρητικός και εφαρμοστής της αισθητικής της γλώσσας, άσχετα αν τα θέματα του είχαν μια τάση προς το πεισιθάνατο, τη μελαγχολία και τη φρίκη. Η γλώσσα του δίνει ένα άλλο ζωτικό και ανυψωτικό μήνυμα. Κι αυτός ο πολύ λεπτός συνδυασμός εξηγεί πολλές πλευρές της περίπλοκης ποιητικής θεωρίας του υπερρεαλισμού.

Η ώση του παραλόγου, του ανατρεπτικού, του ασύνειδου, χωρίς αισθητικό μέτρο, οδηγεί μόνο σε προϊόντα με ψυχολογική αλλά όχι ποιητική αξία. Μόνο ο συνδυασμός των δύο αποτελεί ποιητική γραφή.

Νάνος Βαλαωρίτης
Ποιητής – ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Σαν Φρανσίσκο

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/10/andre-breton.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85%29

David Lehman (1948 -), 12 Μαΐου

Ένα βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί
τη στιγμή που το σουίνγκ μεταβλήθηκε
σε μποπ τη στιγμή που ο Λέστερ
Γιανγκ, ο Ρόι Έλριντζ, και
ο Τέντι Γουίλσον έδωσαν τη θέση τους
στο Πουλί, τον Ντίζι, τον Μάιλε, τον Μπαντ,
και τον Μονκ στην πραγματικότητα θα
επρόκειτο για σπουδαία ταινία τουλάχιστον
η μουσική επένδυση θα ήταν
«πέραν πάσης κατηγορίας» όπως ο Ντιουκ
Έλλινγκτον θα έλεγε
η ζωή ενός τζαζ μουσικού
(για την οποία γνώριζα τόσα λίγα)
είναι η ζωή για μένα ένιωσα
το απόγευμα ο Τζέιμι κι εγώ
επισκεφθήκαμε τον πατέρα του που κάθισε
στο πιάνο και μιλούσε και
έπαιξε μου δέθηκε η γλώσσα και
ήθελα να παίξει ένα τραγούδι
λεε και παρευρισκόταν η Χέλεν Μέριλ
και η φωνή τηε και τα δάχτυλά του
ετοιμάζονταν να συζητήσουνε θερμά

*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ / Jazz Poems” (δίγλωσση έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Επιλογή-μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Νίκος Σφαμένος, Αυτό το πρωινό…

τους παρατηρώ να περιμένουν
εδώ και ώρα
τούτη την αποπνικτική
μέρα
καθώς οι άνθρωποι
πηγαινοέρχονται βιαστικοί
τα ρούχα τους ξεθωριασμένα
τα μαλλιά απεριποίητα
εκείνη χοντρή με μια τεράστια ελιά
στο μάγουλο
και αυτός ιδρωμένος να κρατά τη
πραμάτεια τους

το πράσινο ανάβει
της δίνει ένα φιλί
και περνάνε
απέναντι

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Στάθης Ιντζές, Έκλειψη

Μερική έκλειψη
προγραμματίζει η Σελήνη
για το ρεβεγιόν

ολική η ραγισμένη μου καρδιά
να δούμε ποια θα υπερισχύσει
του αμετάβλητου του χαρακτήρος

Κάλεσα όλες τις μοναξιές
των τελευταίων ημερών

μέχρι και την σκέψη
της μιας νυκτός

—εκδιδόμενη ένιωσε μεταξύ
των καθώς πρέπει καταλήξεων—

Στο τέλος της αντιστροφής του χρόνου
λάμπει εκθαμβωτικά
του δέντρου η σπατάλη

Επί ξύλου κρεμάμενα
χαμένες ευκαιρίες τα στολίδια

Κι ο νέος χρόνος με βεγγαλικά
πέρα για πέρα κυνικά
γιορτάζει τους νεκρούς του

*Από τη συλλογή “Σεληνάκατος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013.

Παύλος Δ. Πέζαρος, Ως υάκινθοι… μοσχομυρίζουν

Οι καθημερινές μας οδύνες συναντιόνται
πρωί κι απόγευμα στις σκάλες του μετρό,
όπως παλιά στα υπόγεια της Ομόνοιας
αντάμωναν ναυτάκια του Ναυστάθμου
με τις λευκές ή βαθυγάλανες στολές τους, αναλόγως,
και τα κορδόνια περιπαικτικά πλεγμένα στο στέρνο τους.

Είτε φυσάει ζέφυρος είτε φυσάει πουνέντες,
οι μύυριοι υάκινθοι, ως γόνοι γης λακωνικής,
μοσχομυρίζουνε ξεφεύγοντας από τους δισκοβόλους
κι αλλάζουν πρόσωπο, μα πάντα κατεβαίνουν
τετράκις πλέον την ημέρα στην Ομόνοια.
Πρωί πρωί με βούρτσες και μυστριά
μες στις βαριές μουσαμαδένιες τσάντες,
πριν οι υπόλοιποι απαλλαγούν απ’ τα χασμουρητά τους.
Το μεσημέρι, η θλίψη και η μιζέρια
ανθρώπων σκεβρωμένων απ’ τις έγνοιες.
Το απόγευμα, ευαγγέλια χαράς
για τα ναυτάκια πάλι και τα στρατιωτάκια,
ντυμένα με τα τζιν τους πια, στο τέταρτο του αιώνος,
και με τις άδειες της εξόδου στην κωλότσεπη.
Και το βράδυ, α, το βράδυ, όλοι μαζί
τραβούν το δρόμο τους.

Αθήνα, Αύγ. 2001 — Απρ. 2004

*Από την ενότητα “Του σταχασμού και της Άνοιξης” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ο αχός κι ο βυθός”, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2016.

Θ. Δ. Τυπάλδος, Putidus

Πάνω στου βδελύγματος το ποτήρι
Οι πουτάνες της άυλης αστροφεγγιάς
Πλέουν σε καλώδια υπό συνθήκες ανικανότητας διεκπεραίωσης
Σεξουαλικών καθηκόντων
Παρτούζα άνευ συμμετεχόντων μελών
Πάνω στης γιαγιάς το κεντητό σεμέν
Και στο μπαούλο με τα φεύδη
Ένας εσταυρωμένος ξεσκονίζει σπέρματα
Καθώς ένας βάτραχος διολισθαίνει στης κουβαρίστρας τα πόμολα
Πουτάνες που σας αγάπησα
Μ’ ένα χέλι στο χέρι
Ό,τι κάποτε νοστάλγησα
Κάλεσα το φθόριο ενός σοδομημένου κροταλία
Να μου το φέρει κι έπειτα απ’ την ανάφλεξη του α-παντος
Οι οργασμοί σίγησαν στο απροκάλυπτο μεσημέρι
Βάζουν το κωλοδάκτυλό τους στην πρίζα της σκιερής αποβολής
Κι αρχίζουν ομφαλοσκόπηση στον καλλωπισμό του Βορείου Σέλατος
Οι πουτάνες που αγάπησα
Τρώνε πατατάκια χωρίς αλάτι
Στο μεταίχμιο της γεωμετρικής μήτρας
Κλαίον ρήγμα μιας άναρχης αποκαθήλωσης
Μιας πεπραγμένης αυτούσιας
Μιας τραγελαφικής απειλής
Μιας άνευρης απουσίας
Περνούν τα τροχοφόρα συναισθύματα
Κάτω από ανοιχτά κρεοπωλεία
Και στα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά
Σέρνουν τις ιδέες τους οι άγαμες νύχτες

*Από τη συλλογή “Η ατέρμονη πύλη”, Εκδόσεις Provocateur, 2018.

Μαρία Θεοφιλάκου, Lovebird

Halsman, Philippe (1906-1979) – 1962 Tippi Hedren

Η αγάπη τσιμπολογάει τα ψίχουλα στο πεζοδρόμιο
Λέει το τραγούδι της πάνω στα σύρματα του ρεύματος μπήγει τα νύχια της γίνεται ηλεκτρική
Κοιμάται μέσα στις φυλλωσιές των λυπημένων δέντρων

Η νύχτα έχει νικηθεί
Κι αυτός που τώρα δίχως ύπνο ξημερώνεται
σα να ’χει πάρει μια ιδέα για την καινούργια μέρα
Πέτα μακριά, πουλί, με την ελπίδα του στο στόμα σου!

*Αναδημοσίευση από: https://ppirinas.blogspot.com/2019/10/lovebird.html?m=1&fbclid=IwAR2XHGxzvFfdH6Ur0MDth94CQkV1MD7PQdm4zHHzj1hok8YRJT3sfDSbykU

**Στην εικόνα της ανάρτησης: Η Tippi Hedren, πρωταγωνίστρια της ταινίας «The birds»,
του Alfred Hitchcock (1962). Φωτογραφία του Philippe Halsman.
Πηγή: https://www.flickr.com/photos/