Βόρεια Βορειοανατολικά

Mε έδρα του τη Μυτιλήνη, εμπνευσμένο από τις ανησυχίες και τους δημιουργικούς ορίζοντες των ανθρώπων που ζουν και βιοπορίζονται εκεί, το Βόρεια – Βορειοανατολικά, συνεχίζει το εκδοτικό του ταξίδι με το 2ο τεύχος του που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες.

Το προσεχές τεύχος είναι αφιερωμένο στην Ελληνική ποίηση των ανθρώπων που γεννήθηκαν γύρω στο ‘80, ποιητών που ενηλικιώθηκαν μαζί με την ποίηση και δια της ποίησης, ανθρώπων της «χαμένης γενιάς» της μεταπολίτευσης που αποφάσισαν ότι έχουν κάτι να πουν. Ανθρώπων που διάβασαν φανατικά τα έργα των συνομήλικών τους, που συναντήθηκαν, που χώρισαν, που αγαπήθηκαν, που συγκρούστηκαν, που ξαναβρέθηκαν. Ανθρώπων που σήμερα, αφού «έψαξαν ανάμεσα στις 7.284 πληγές του Φαραώ / μήπως και βρουν τη δική τους», σαραντάρισαν ή σαρανταρίζουν και που, με σπασμένα γόνατα, συνεχίζουν να περπατάνε ακόμα.

Στην ποίηση αυτής της γενιάς είναι αφιερωμένο αυτό το τεύχος. Αυτής, που δεν πρόλαβε να πετάξει, που είδε τα όνειρά της να καταρρέουν σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα και βούλιαξε στην κατάθλιψη της ανεργίας, της ξενιτειάς, της απουσίας προοπτικής· που, παρά τον ναρκισσισμό της, έστρωσε με το παράδειγμά της τον δρόμο για μια επόμενη ποιητική γενιά -ιδανικά- πιο ώριμη και πιο μεστή, φυσώντας μες στις στάχτες, βγάζοντας τα πνευμόνια της για μια χαμένη υπόθεση, και κατορθώνοντας, στο τέλος, να βάλει φωτιά στ’ αποκαΐδια, να κάνει, και πάλι, τη φλόγα να πετάξει.

Συντακτική Ομάδα: Ζ. Δ. Αϊναλής, Δήμητρα Γλεντή, Αλέξανδρος Καραβάς, Παναγιώτης Κ., Στέλιος Κραουνάκης, Γιάννης Μαμάκος, Χρήστος Μαρτίνης, Νατάσα Παπανικολάου, Γιάννης Παττακός, Ελένη Ρουσοπούλου.

Στο δεύτερο τεύχος:

Δοκίμια: Σαμσών Ρακάς / Se poia poihtikh genia anhkoyme?, Χρήστος Μαρτίνης / Ρίζα στον ουρανό: ερμηνευτική προσέγγιση στην ποίηση του Aντρέα Tσιάκου, Ζ. Δ. Αϊναλής / «Ποιαν έρημο, πατέρα, υπάρχεις τώρα εντός μου;»· μια εξομολόγηση από τα βάθη της αρχέγονης νύχτας, (δοκίμιο για την ποίηση του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου), Στέλιος Κραουνάκης / «Η ποίηση είναι παιδί του πένθους»: Μια κριτική ανάγνωση στα ποιήματα της Xρυσής Kαρπαθιωτάκη, Νικόλας Ευαντινός / Η ρομαντική καταγωγή των νέων Ελλήνων ποιητών, Νίκος Βιολάρης / Νήματα σκοτεινά και απαστράπτοντα (δοκίμιο για την ποίηση της Άννας Γρίβα), Βάγια Κάλφα / «Δε θέλει κάθε ανταρσία να εκραγεί/ μέχρι επανάστασης»: Για την ποίηση της Λένας Καλλέργη.

Ποιήματα-Διηγήματα
Ζ. Δ. Αϊναλής, Παναγιώτης Κ., Γιάννης Ζελιαναίος, Νίκος Ζιάκας, Νατάσα Παπανικολάου, Κατερίνα Ζησάκη, Ελένη Ρουσοπούλου , Ελένη Ντούξη, Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Χρήστος Μαρτίνης, Μαρουσώ Αθανασίου, Νότα Μ., Γιάννης Παττακός, Πάνος Παπαπαναγιώτου, Νίκος Σφαμένος, Άγγελος Ευθυμιάδης, Αθανασία Κρατημένου, Γιώργος Γέργος, Γιάννης Μαμάκος, Νάνσυ Αγγελή.

Φωτογραφίες
Δήμητρα Γλεντή

Κόμικ
Η Ελένη Ρουσοπούλου διασκευάζει το ποίημα του Θωμά Τσαλαπάτη «Γίγαντες»

Σχεδιασμός εξωφύλλου
Αλέξανδρος Καραβάς

Σελιδοποίηση-εικαστική επιμέλεια: Νάντια Δανέζου

Eπικοινωνία: e-mail: vvanatolika@gmail.com /
Ιστοσελιδα: https://vvanatolika.gr/
Εκδόσεις: Ένατη Διάσταση
Υπεύθυνοι έκδοσης: Πάνος Κρητικός, Νίκος Δαλαμπύρας

Κατερίνα Λιάτζουρα, Μεγάλη Εβδομάδα

Στα πάθη της εβδομάδας δεν θέλω να συμπαρασταθώ.
Τα πάθη Του να μετρώ μέρα με την μέρα, χρόνο με τον χρόνο.
Με τρομάζει ο πόνος του Ανθρώπου
με τρομάζει η απονιά του Θεανθρώπου.
Με αηδιάζουν τα αγκαθωτά στεφάνια που τρυπάνε τα κρανία σμιλεύοντας
σμαραγδάκια αναμνήσεων στο μέτωπο.
Δεν θέλω πληγές αγάπης σε παλάμες, πατούσες και καρδιές να μου θυμίζουνε τον
χρόνο.
Τον θνητό προσπελάσιμο εκείνο χρόνο, που γερνά τα ξωτικά
και τις ονειροπαρμένες Μαγδαληνές.
Θέλω μέσα σε επτά μέρες θρήνου ή και χρόνια να προλάβω να χαρώ τον Θάνατο μου.
Τόσο σύντομα.
Και μέχρι ξάφνου να καταφτάσει του χρόνου αυτή η ίδια μέρα να ξαναπενθήσω
περίχαρα,
θα κουβαλώ αγκομαχώντας, κληρονομιά Άγιας κατάρας, έναν περίτεχνο χρυσό
σταυρό στον ανήφορο του λαιμού μου.
Στο Μυστικό Δείπνο δεν ήμουνα παρών.
Μα πρόφτασα κόντρα στο γλυκόπιοτο και το ψωμί το αυγό το κόκκινο να
τσουγκρίσω.
Και μέσα σε λίμνες αίματος, ή σε ποτάμια, ή σε χείμαρρους
να ψαρέψω τα τσόφλια της Ανάστασης μου.
Ένα ένα.

Κροάζοντας Ευαγγέλια βυζαντινά
κατόρθωσα να φιλήσω τελικά το πόδι,
πλυμένο και ευωδιαστό
και να τραβήξω κατά νου την βαριά βελούδινη κουρτίνα,
καθώς και να εισακούσω του ντελάλη Ιούδα την κραυγή,
την προειδοποίηση που ξημερώματα Κυριακής εκλιπαρούσε τρίπτυχο συγνώμης.
Από μένα.
Από σένα.
Από Αυτόν.

Την Αποκαθήλωση δεν θα αδειάσω φέτος να την δω
έχω να γαλακτίσω το ρημάδι αυτό το σάβανο
που αιώνες τώρα πια άρχισε να σαπίζει.

*Από την ποιητική συλλογή «Σκέψεις» εκδ. manifesto, 2013.

Αναστασία Πελεκάνου, Δύο ποιήματα

Eίδα τα πεζοδρόμια άδεια

τα τραπέζια όλα μαζεμένα

και σκέφτηκα μήπως επειδή χαλάει ο καιρός/

μα ήσασταν μέσα όλοι-

δε μιλούσατε, μόνο με κοιτάγατε.

αμίλητοι.

η φωτιά στο βάθος θρασύτατη
κι εσείς σιωπηλοί με ένα στόχο μόνο..

εμένα.
κι εγώ εσάς.
είχα χαθεί στα σοκάκια σας είπα–
κανείς σας δεν με πίστεψε.

κι όμως είδα αέρα δυνατό και γιορτές διαφορετικές

που δεν μπορώ να ξεχάσω
τσάμπα έβαλα τα λάθη μου για πανωφόρι

μη με κοιτάτε δεν θα μάθετε 

***

Θες να αρχίσω με το

“μια φορά κι έναν καιρό” 

ή να γθυδώ με μιας;

Πως βολεύει μόνο πες.. 

λίγο πιο γρήγορα όμως

γιατί απόψε είπαν θα πέσουν οι στέγες

σε κάποια κεφάλια _

όχι σ’ όλα.

Τι περιμένεις σα μωρό;

Πες δεξιά.. αριστερά

πως ακριβώς σε βολεύει;

Παπαρούνα ή βλίτο;

Παπαρούνα απόψε;

να μας ακούσει η Γειτονιά; 

Τι σου ‘μάθε η μαμά τόσα χρόνια;

Μόνο να μετράς λεφτά ~
και να πασαλείβεσαι με κόκκινα κραγιόν;
Κοίτα

μη χάνω το χρόνο μου

θα περάσουν να με πάρουν _φεύγω.
Μη σηκωθείς

ντροπή _

Και ο καφές σου δίπλα στο πιάνο

έτοιμος να καταρρεύσει κι αυτός

μαζί σου.

Μη σηκώνεσαι

είμαι τσουνάμι

θα σε πνίξω

θα διαμελιστείς 
και μετά

εσύ που;
πως θα ακούγεται η γνώμη σου

απ’ τα μεγάφωνα του Φαλήρου

σε όλη την πρωτεύουσα;

Λευτέρης Πούλιος, Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή

Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή και
να βλαστήσω μες στον καθένα.
Από κλαρί σε κλαρί σαν πυγολαμπίδα
μετέφερα το φωτεινό μου φορτίο
νικώντας τη βαρύτητα, διασχίζοντας τις εποχές
άγιος, βασιλιάς, τρελός σε μια χωρά
πράσινης προέλευσης πέρα απ’ τον ορίζοντα
της νόησης.

Ο άλλος που είμαι φιλάει το στόμα μου
μ’ ερεθιστική πνοή
απαγγέλλει στίχους με οργή
και μια πριονισμένη σελήνη έρχεται σύντομα
σαν ένα στόμα
γονατίζει προσπαθώντας να πιει
τη φοβερή μου κραυγή.

*Από τη συλλογή “Το αλληγορικό σχολείο”, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1978, σελ. 35.

**Το πήραμε από το Αλωνάκι της Ποίησης alonakitispoiisis.blogspot.com/

ε.ε.κάμμινγκς, ένα ποίημα

Φώτο: Esther Claramonte Mtez

Ναι είναι μια ωραία εξοχή:
αν χειμώνας είναι
(που μ’ αρέσει)
ας προχωρήσουμε

και οι δύο μαζί είναι ο καλύτερος καιρός
(όχι ο καθένας χώρια)
ο θησαυρός μου,
όταν βγαίνουν οι βιολέτες

η αγάπη είναι μια πιο βαθιά εποχή
από τη λογική
η αγαπημένη μου
(και ο απρίλης είναι εκεί που είμαστε ‘μεις)

*Το ποίημα είναι του ε.ε.κάμμινγκς, από τα “Ποιήματα” των εκδ. Ηριδανός, σε μετάφραση Γιάννη Λειβαδά. Εμείς το βρήκαμε στη σελίδα της Γεωργίας Κανελλοπούλου στο facebook.

Αγγελής Μαριανός, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΑΣΠΡΑΔΙΑ

Ωσάν τ’ ασπράδια μεταμορφώνονται οι λέξεις.
Διάφανες ρευστές και δροσερές σαν τις διαλέξεις.
Θολές, πηκτές και ατελείς αλλάζουν στην πορεία,
ώσπου επιτέλους κλειδώνουν στο δόκιμο καυτό χαρτί
κι αμέσως σφίγγουν οι γαλακτερές σε νέο ποίημα.

***

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Μικρές σιωπές.
Αυτές που δίνουν,
το πλήρες νόημα
στις αποστάσεις.
Από το κεφάλι
έως τα χέρια ρέουν,
αργές και σπάταλες
Φύσει και θέσει.

***

ΚΟΚΚΙΝΗ

Άρπαξε το χωράφι πρασινάδες
Πολλές ανταύγειες πράσινες χλωρές
Ανάμεσά τους στο κέντρο του κλήρου
Μια κατακόκκινη αφημένη πινελιά
Γεμάτη θράσος ξεπετάχθηκε ψηλά
Μια ευκαιρία βρήκε ανάμεσά τους
Να μεγαλώσει σαν την παπαρούνα.

*Από τη συλλογή “Πεζολίβαδα”, εκδ. Θράκα.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

Οι τελευταίοι

Χωρίς παράσημα ή άλλα διακριτικά
χωρίς στολή
χωρίς καν όπλο
μείναμε να υπερασπιζόμαστε
τούτον τον πύργο
τον γεμάτο σκορπιούς και σαύρες.

Αυστηροί γωνιόλιθοι
νερό ελάχιστο
ξόβεργες για τον επιούσιο
χωρίς αντικαταστάτες.

Απ’ τις πολεμίστρες το σούρουπο
η ατέλειωτη θάλασσα του κάμπου
κυματίζει πέρα βαθειά
κάτι που μοιάζει με δικαίωση.

***

Τα μεσημέρια

Πόσο πιο απλά ήταν τα πράματα
σαν καβάλαγες το ποδήλατό σου
τα μεσημέρια -όταν όλοι κοιμόντουσαν,
χωρίς να υπολογίζεις το κάμα
που ζάλιζε τις κότες κι άφηνε ανάπηρη
τη θάλασσα.

Σε κατέβαζε μέχρι τα ηλεκτρονικά
ή, άλλοτε, πίσω απ’ τον λόφο
ως της αλάνας τ΄ αναχώματα,
κι από εκεί ίσια-καρφί για το σπίτι της…
απλά και μόνο για να την πετύχεις
στο μπαλκόνι.

***

Τα απογεύματα βροχή

Τα πρωινά σκλαβωμένα με ήλιο.
Τα απογεύματα βροχή-
όλο αναβάλλεις τη βόλτα.
Αλλά το σπίτι βγάζει νερό.

Στο τέλος τ’ αποφασίζεις
να μη σταθούν εμπόδιο λίγες ψιχάλες.
Στο κάτω κάτω, απ’ το να πνιγείς
προτιμότερο το ‘χεις να βραχείς.

*Από τη συλλογή Της μοναξιάς καλή συνέχεια”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.

Γιώτα Αργυροπούλου, Δύο ποιήματα


ΤΟΠΙΟ

Ι

Υγροί πράσινοι λόφοι
και οι σταγόνες της βροχής
μικρές εγκυμονούσες.

Άπλωνα τα χέρια μου
έδινα την καρδιά μου,
δέκα χρονών μέσα στο θαύμα.

ΙΙ

Μόλις ξεδιάλυνε η ομίχλη
φάνηκαν οι αμυγδαλιές
ίδιο ανάερο άσπρο.

Πιο κάτω σπίτια νοτισμένα
αραιός καπνός στις καμινάδες
τα κεραμίδια υγρά.

***

Η ΠΗΓΗ

Το χώμα νοτισμένο
γύρω μικρές πατημασιές
– αγρίμια κι αγριμάκια μου
γεράκια και τρυγόνια που πετάτε.

Κρυμμένο μες στα βάτα
αναβλύζει το νερό με φυσαλίδες
ανασηκώνει τα χαλίκια
μαθαίνω το νερό
νεράκι.

Νερό στον ουρανίσκο μου
λαλιά νερού στα σπλάχνα.

*Από τη συλλογή “Νερά απαρηγόρητα”, εκδ. Πλανόδιον, 2004.

Έρμα Βασιλείου, Στο αντάρτικο

Όταν κατέβασαν πια τα όπλα
μιλούσαν δυνατά
άλλοι για τα έπρεπε και άλλοι για τα δεν
οι λεοπαρδάλεις
που έβλεπαν μέσ’ στη νυχτιά τη νύχτα κατάματα έφυγαν από φόβο
Φόρτωσαν πρώτα τους γονείς μου για το σκοτωμό από την καφεδοφυτεία του Πιλιπίλη
κι εμένα μαζί,
το καμιόνι έσταζε φρέσκο αίμα,
όταν φτάσαμε στο χωριό μας ξεφόρτωσαν εμάς και το αίμα μαζί
γεμίσανε τα όπλα
τίγκα τα πολυβόλα οι σφαίρες να μη λείψουν, παρούσα, τα δεκαεφτά τα έκλεισα
η νύχτα από άγρυπνους μαύριζε το χώρο …
ξέρω γιατί να μη φοβάσαι πρέπει
ήταν έτοιμοι …σαρζάραν… φορτώσανε σφαίρες
τα όπλα τα φοβάσαι μα όχι το θάνατο …γιατί αν δεν τον φοβάσαι
ούτε προσευχή θυμάσαι
ακόμα κι όταν σε σημαδεύουν,
δεν φοβάσαι
σε στήσανε πριν ώρα
κι η ώρα φοβισμένη την αμόλησε νωρίς καθόλου χρόνος
δεν έμεινε, μετράς στα χέρια την πνοή
στέκονται με κόκκινα μάτια
ξάγρυπνοι με γερά ποδάρια ακούραστα
καμιά μα καμιά προσευχή δεν θυμάσαι
Βλέπεις τη μάννα σου
γελάει μ’ ένα αθώο, μοβόρικο θαρρείς,
μ’ αθώο γέλιο φοβισμένο
μη σκοτώσετε τη μάννα μου, φωνάζω…
την ώρα που η ώρα κάνει να επιστρέψει
ξέχασε τα δευτερόλεπτα παιδιά της πίσω
…μια σταγόνα τραβάει η έλξη της τύχης
μονάχα μια, από τον άσβηστο ουρανό
σταγόνα βροχής πέφτει
και τα όπλα γέρνουν κάτω, σαν την ψυχή στο σώμα, θυμούνται τους ψιθύρους των δασών
όταν πέφτει η πρώτη, κι ύστερα η άλλη κι η άλλη
οι λεοπαρδάλεις έφυγαν να μη βραχεί το πολύτιμο μοτίβο
μας λένε…αύριο είν’ άλλη μέρα…δεν θα βρέχει
μας λένε είν’ αμαρτία να σκοτώσεις στη βροχή
δεν το θέλουν τ’ άγραφα γραμμένα μας
και…αύριο, μας λεν, θα πεθάνετε χωρίς η βροχή
να εμποδίζει τις σκανδάλες μας, να τις μαστιγώνει
κι η βροχή σταματάει στο σήμερα
κι εμείς παρακαλάμε να βρέχει
και σαν ετοιμάζαμε τα σάβανα της μέρας
την επαύριο
περνούν οι μισθοφόροι ανέλπιστα
τυχαία τους σπάει λάστιχο στο καμιόνι, φαντάσου κι ανεμίζονται οι αντάρτες
κυνηγώντας τ’ άγρια ζώα
και την ειμαρμένη
κι ελεύθεροι από το ψες
με κείνη τη σταγόνα ολονυχτίς
μονάχα μ’ αυτήν ζήσαμε
μας παίρνουν απ’ εκεί οι μισθοφόροι
και δεν υπάρχει χθεσινό αύριο
γιατί χθες και αύριο είναι ίδια λέξη στη Μανγκάλα, lobi
μια, μια μόνο οποιαδήποτε άλλη μέρα είναι απλά μια άλλη μέρα, ούτε χθες ούτε αύριο
είναι και τα δυο μαζί
lubi mususu, un autre jour, another day
υπάρχει μόνο σήμερα το θαύμα
Α! ποια μαγνητική μαγεία η ώρα
κι η στιγμή της βροχής
Η ώρα και η στιγμή της μνήμης
πως κανένας δεν θυσιάζεται όταν ο Θεός ρίχνει τα υγρά του μηνύματα
Σε μια σιωπή σε μια ταπείνωση
Σε μια ιερή ακούραστη και άλαλη στιγμή
η αφωνία καθορίζει …τη σταγόνα
από αυτήν σωθήκαμε εμείς οι ‘mondele’, οι άσπροι
από αυτήν βρίσκεται αυτό εδώ το μνήμα του σκοτωμού που δεν μας χώρεσε… γι’ αυτό σου λέω
βρέχε, με την πολλή δουλειά με τον ιδρώτα στίχων
Η απόκτησή ζωής είναι μίμηση βίου σε Υποταγή μιας
κατακρωτηριασμένης αθάνατης ώρας
νύχτας …κι η μάννα μου πάντα γελούσε, με άρπα, με ψιλές νότες ανήκουστες κι ακατάληπτες
ένα γέλιο ρίγους, όπως το ριόν του χάρου* και της ζωής μαζί

* ριόν του χάρου> το ρίγος που φέρνει ο χάρος (στην Κυπριακή διάλεκτο)

**Από τη συλλογή “Το ερημητήρι-Incarnata”, εκδ. Aphrodite, Melbourne 2015.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, αποσπάσματα

[Πείθομαι, Άρχοντα∙ και προσμετρώ το δράμα άδυτων νυ- κτών. Δέχομαι το μέρισμα της πέτρας στο ερπετό σκοτάδι και ιστορώ την ακατόρθωτη φωνή που θέλησε να σχεδιάσει ο έγκλειστος στην Ιερά Μονή του Σαγματά –περί το έτος χίλια εννιακόσια δεκαοκτώ– Βάλας Συμεών. Εξ ου και μαίνομαι, Άρχοντα, τον κύμβαλο ρυθμό κρείττονος λόγου σε τόνους ασυνήθιστους· και εκχωρώ ανέστιο το σπάραγμα στον μύθο της συνθέσεως.]

Ποιος Υπηρέτης ερεβνός στοχάζεται, Άρχοντα, την κάτεργη σκηνή σε όλο το δωμάτιο, ποιος λύκος διάδοχος: [ένα κομ- μένο πόδι φως χωλαίνει στίγματα στο δάπεδο.] Εγώ, ο Βά- λας Συμεών, πέτρα σκληρό που ξέσπασα από τα σπλάχνα της μητέρας μου πριν είκοσι εννέα έτη και έκπτωτη κραυγή που μέτρησε το μέσα της απόστασης στο βρέφος σώμα, εγκάτοι- κος μίας σάρκας Αρνητή όπου ο κτήνος άνθρωπος πληροί την πληγή καταγωγή του, για να μιλήσω το Κακό που ευλο- γήθηκα εξ Υμών, και έχω πράξει, επικαλούμαι την παράφορη εξουσία του πνεύματος: ό,τι γραφής το τρωκτικό πρόσωπο και σκοτάδι.

[Αδύτου μηνός. Νύκτα πρώτη.] Ότι αγρυπνούσα ύπνο ερπετό τον πυρετό οφθαλμό κι’ επάνω μου κρεμότανε σπαθί γυμνό στην αιχμηρή του ακινησία. Κι’ αίφνης ο λόγος κραύγασε στήθος ανάσες στη φωνή μου: «Και αν αίμα∙ και αν όψη∙ και αν μένος που υπέφερα άνανθο ξύλο τον τροχό κατά τη δαίμο- να φορά του, θυμήσου: Αυτός εκδικεί· Αυτός αξιώνει· Αυτός επιβάλλει μια νέα δυναστεία των παθών∙ σκυφτή, ασάλευτη μορφή, μέσα στην ύστατη παντοδυναμία της, διατάζει: “ Έξω, ο λαός σφαδάζει με γλώσσα ικετήρια την πόλη∙ αφήστε τον να πεθάνει, αφήστε τον να πεθάνει’’».
􏰀
Φαντάσου∙ στο τζάμι: το καρνάβαλο σκυλί και το διπλό φεγγάρι.

*Από το βιβλίο “Συμεών Βαλάς: Ένα σχεδίασμα”, εκδόσεις Μελάνι, 2010