Άθως Δημουλάς, Περιέργεια προς το χάος

Χωρίς τίτλο

Τώρα που ο χρόνος
συσσώρευσε πάνω μου
μέρες και μέσα μου
μελαγχολία,
μ’ ευχαριστεί
να βλέπω
τη μελαγχολία μου
καθώς μετρά
τις μέρες
που περνούν.

***

Ταξίδι

Περιπλάνηση επιχείρησα
ως την άκρη του κόσμου.
Aπό περιέργεια προς το χάος.

Το χάος μού έφερε σαγήνη μεγάλη.

Κι εντός μου αντιστράφηκαν οι ρόλοι:
το χάος μού φάνηκε κατάλληλο
κι ο κόσμος που εγνώριζα
στεγνός, μακρινός.

***

Όλα

Όλα είναι εδώ, είπε:
τα προσωπεία του φόβου,
τα κάτοπτρα της αυταπάτης
για το ναρκισσισμό των ελπίδων,
η ψυχή πιο μέσα,
λεία της ανυπαρξίας.

*Τα ποιήματα Χωρίς τίτλο και Ταξίδι προέρχονται από την συλλογή Χωρίς τίτλο (1956), ενώ το ποίημα Όλα από την συλλογή Η μοίρα των πεπρωμένων (1979).

**Αναδημοσίευση των ποιημάτων και της φωτογραφίας της ανάρτησης από εδώ: http://apotypoma.blogspot.com/search?updated-max=2019-06-14T18:07:00%2B03:00&max-results=5

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Κάθοδος τα μεσάνυχτα

Μεσάνυχτα

και ξεπηδούν απ’ τις κορφές του φεγγαριού
αφήνοντας τη βάρδια τους
και κατεβαίνουν
κι έρχονται

κι όλο περνούν μες τα βαθιά ραγίσματά μου

ο Γκανάς
η Ορνέλλα Μούτι
ο Λάγιος κυκλωμένος με χρώματα
κι ο Παπαγιώργης
η Φρανσουά Βιγιόν απαγγέλοντας σιωπηλά
η Μόνικα Βίτι
η Γαλανάκη μαζί με τον Κοέν
και η Λόρεν γυμνή
θεόγυμνη
ο Χρήστος Μπράβος βυθισμένος μες στα έλκη του
ο Περικλής Γιαννόπουλος αγκαλιά με τη Γώγου
κι ο Μουφλουζέλης κόκκινος
κατακόκκινος
ντυμένος στην πένα
σαν τρελός να γουστάρει τη Μπριζίτ Μπαρντό
μη διστάζοντας να της κάνει πρόταση γάμου
ο Γκάτσος σέρνοντας χαρταετούς
κι η Τζένιφερ Λόπεζ
η Ζυράννα Ζατέλη με το κανό της αύρας
και ο Καρούζος ανεξάντλητος
ενθουσιώδης
τύφλα μεθυσμένος μ’ αμίλητα νερά
χτυπώντας ενίοτε τον παράμεσο με το δείκτη
κροτώντας τις παλάμες στο ρεφρέν
ν’ ανοίγει τα κρυφά φτερά
και να πετά
χορεύοντας το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας.

Francois Villon, Μπαλάντα (Μπαλλάντα του Διαγωνισμού του Blois)

1 ΠΕΘΑΙΝΩ άπό δίψα πλάι στην πηγή,
Ζεστός σαν τή φωτιά, καί χτυπώ τα δόντια μου·
Κοντά στην άνθρακιά ριγώ πυρωμένος·
5 Γυμνός σά σκουλήκι, ντυμένος πρόεδρος,
Γελώ μέ κλάματα καί προσδοκώ χωρίς ελπίδα·
Παρηγόρια βρίσκω σέ θλιβερήν άπελπισιά-
Αναγαλλιάζω καί δεν ϊέχω χαρά καμία-
Ισχυρός είμαι χωρίς δύναμη καί χωρίς έξουσία,
10 Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος τού καθενός.

Τίποτα δέ μοϋ είναι σίγουρο παρά τό άβέβαιο πράμα-
Σκοτεινό, έξόν ό,τι ’ναι ολοφάνερο-
Αμφιβολία δέ βάνω, έξόν σέ πράμα βέβαιο-’
Επιστήμη θωρώ σ’ αιφνίδιο συμβάν-
Στής μέρας τό χάραγμα λέω: «’Ο Θεός νά σάς δίνει καλό βράδυ !»
Κοιτάμενος ανάσκελα, πολύ φοβούμαι μήν πέσω-
Έχω άρκετά κι όμως δέν έχω μία-
Κλήρο προσδοκώ καί άνθρώπου δέν είμαι κληρονόμος,
20 Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος τοΰ καθενός.

Δέ γνοιάζουμαι γιά τίποτα, βάζω δμως δλο μου τον κόπο
Ν’ άποχτήσω άγαθά καί διεκδικητής τους δέν είμαι-
Πού τό καλύτερο μοϋ λέει, είναι πού μέ πειράζει πιότερο,
Καί πού τ’ άληθινότερο, είναι πού πιότερο μέ κοροϊδεύει-
25 Φίλος μου είναι, πού μέ κάνει νά γρικάω
Γιά έναν άσπρο κύκνο πώς εΐν’κοράκι μαύρο-
Καί πού μέ βλάφτει, πιστεύω πώς μέ βοηθά τό κατά δύναμη-
Κοροϊδία, άλήθεια, σήμερα όλα μοϋ είναι ένα-
Συγκρατώ τά πάντα, τίποτα δέν μπορώ νά εννοήσω,
30 Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος του καθενός.

Πρίγκηψ μακρόθυμε, παρακαλώ σας μάθετε λοιπόν
‘Ότι γρικάω πολλά καί δέν έχω νοϋ ούδέ γνώση:
Φατριαστής είμαι, όλωνών των νόμων κοινός.
Τί ξέρω πιότερο; Τί; Τα μιστά πάλι νά ’χω,
Καλοδεχούμενος, άπορριγμένος τοϋ καθενός.

*Από το βιβλίο Francois Villon (Φρανσουά Βιγιόν), Ποιήματα, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, χωρίς χρόνο έκδοσης. Μετάφραση από τα Γαλλικά: Τρύφων Β. Νικολάου. Τα περιεχόμενα αυτού του βιβλίου δημπσιεύτηκαν στα Ελληνικά για πρώτη φορά στο περιοδικό “Εκηβόλος”, Νο 4, Φθινόπωρο 1978.

Σωκράτης Κέρκης, Jamming with Jack (αποσπάσματα)

JAMMING WITH JACK 2
Κάποια μέρα ο ήλιος θα ζεστάνει
και εσύ που τώρα κλαίγεσαι
πάνω από ένα πιάτο παντζάρια
θ’ αφήσεις το γρασίδι να χαϊδέψει το κορμί σου.
Τότε το χαμόγελο θ’ απλωθεί πάνω στο πρόσωπό σου και δεν θα φύγει ποτέ

JAMMING WITH JACK 5
Γυμνός στέκομαι
ακουμπώντας
στο κάγκελο του μπαλκονιού
ατενίζοντας
το πήγαινε-έλα των πορτοκαλί πολυκατοικιών.
Ένα περιστέρι περίεργα με
κοιτά
ψάχνοντας για φαγητό.
Και το κορίτσι που με μανία τρίβει τα τζάμια
ασυναίσθητα
μου χαμογελά.

JAMMING WITH JACK 9
Μέσα στο φωταγωγό των μίζερων ονείρων μας, τσίκνα από τηγανιτά ψάρια με
κουρκούτι από απορρυπαντικό την μύτη μας σουβλίζουν.

Κι όσα κουκούτσια από μούσμουλα κι αν πέταξα το δέντρο δε λέει να φτάσει στο
δικό μου παραθύρι.

JAMMING WITH JACK 22
Ξημέρωμα κι ένα πινέλο έριξε μπλε πάνω στο μαύρο
Ξημέρωμα κι οι γείτονες ερωτοτροπούν, τσακώνοντα
καθώς κρέμονται από τα μπαλκόνια.
Ξημέρωμα και το νερό του ντους ξεπλένει
την αρμύρα της νύχτας από το σώμα μου.
Ξημέρωμα και τα σκουπιδιάρικα χτυπούν
χαρμόσυνα τις καμπάνες στις εκκλησίες.
Άλλη μια νύχτα πέθανε μες στις σελίδες της ζωής,
μες στις σελίδες του χρόνου

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 4, Μάιος 2010.

Θεόδωρος Αγγελής, Από τη “Στάχτη στον ουρανίσκο”

Max Beckmann, Berlin

V
Κάθε βράδυ πέφτουν
απ’ τους φανοστάτες οι σταξιές
ωστόσο λίγα προσφέρει ένα λιπόσαρκο φως
όταν ξετυλίγεται σε πρόσωπα που φθίνουν
και απ’ την τέφρα σβήνει η γραμμή
όπου τελειώνει η θάλασσα και αρχίζει ο ουρανός.

Είναι μια λύπη που δεν καταλαγιάζει
για ανθρώπους που ναυάγησαν
με γδαρμένες ψυχές
για άλλους που γέρασαν με την παραίτηση
στα μάτια, τη σήψη στις ραφές,
βολοδέρνοντας στο ξέπνοο γαλάζιο.

Πώς αποτυπώνεται ο αφανισμός
και γεμίζει το πανί φιγούρες
που ακουμπούν τα μάτια τους στη γη
ενώ αρκεί ένα τοπίο
ένα κοιμητήρι λεηλατημένο απ’ το κρύο
με τους βραχνούς θρήνους και τη φρικτή σιγαλιά.

Είναι η έρημος που μέσα σου οργώνεις
όταν δεν αντέχεις πια την απουσία,
η πίστη ψυχρή βλόγηση
δίχως την πραότητα στο απελπισμένο βλέμμα,
την υπόσχεση που χάριζε μια άκρη του ουρανού
όταν τη σφίγγαν τεντωμένα χέρια.

*“H Στάχτη στον ουρανίσκο”, Εκδόσεις Σμίλη, 2017.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Θυμικά ορύγματα

Ο κόσμος φωνασκεί στη χοάνη
της αφής
παρά της ακοής
Ό,τι μπορετό και αμπόρετο
το θυμικό σκαρφίζεται με πόνο
αγγίζει επτά στρώσεις
από πέταλα πάνω στο κορμί μου
Και όταν σταματά
σαν χέρι που τα μαδάει
από το στήθος, τους γλουτούς
και το γόνα,
πληγές αναδύονται με θλίψη πηχτή
και γόο χυμένο
στις μάχες των αθεράπευτα σαστισμένων
Παιχνιδίζει με του θανάτου
τη σιγουριά
και του θεού τη πίστη
μ’ αγαπά, δε μ’ αγαπά
η ζωή μου

Νικόλας Λεβέντης, Ήσυχοι άνθρωποι

Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα.
Δεν θα υπάρξει άλλη δικτατορία σαν αυτή.
Όταν οι πράοι
αποφασίσουν να μιλήσουν
ακόμα και ο σκύλος σου θα φοβάται να γαβγίσει.

Έχουν ακούσει αρκετά
σκόρπια, ανώφελα, κακομαθημένα λόγια
για να τους επιτρέψουν να εξουσιάσουν ξανά.

Στο εξής, θα ακούς μόνο τις στριγκλιές
εκείνων που συνήθιζαν να μιλούν.
Να τη φοβάσαι αυτή την ημέρα.

Ο σεβασμός θα είναι η νέα θρησκεία,
η αγάπη ο νέος τρόπος σκέψης,
η εσωστρέφεια το νέο σπίτι της νόησης

και οι ήσυχοι άνθρωποι θα γευματίσουν
πάνω στα νεκρά σώματα όποιων δεν συμμορφωθούν.
Η τελευταία λέξη θα είναι η κραυγή τους.

*Από τη συλλογή “Κυνισμός”, Εκδόσεις Στοχαστής, Φθινόπωρο 2019.

Κακό σκυλί | Βαλάντης Βορδός

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

valantis

Πιτ Μπουλ

Μην απορείς
μεγάλωσα κι εγώ
κι έμαθα να δαγκώνω

~~

Κακό σκυλί

Αν κι αυτό δεν ευθύνεται
οδηγείτε στην ευθανασία
και πληρώνει με την φτωχή του ζωή
το γεγονός πως υπήρξε
επιτέθηκε και δάγκωσε

Τα κακά παιδιά
απότοκος ανεύθυνων γονέων
ποτέ δεν θα πληρώσουν
με τέτοιο νόμισμα οικτρό
Δεν είναι να απορεί κανείς
πως οι μαλάκες στη χώρα αυτή
δεν ελαττώνονται

~~

Η Εύα μου την πρώτη μέρα εκπαίδευσης

Μπαμπά Μπαμπά
σήμερα με δάγκωσε
ένα λυκοσκυλάκι
Μα δεν έκλαψα
ψηλά κράτησα την ουρίτσα μου
απ’ τα νεύρα μου όμως
έκανα εμετό μες στο σχολικό

~~

Αγγλικός ποιμενικός (Σελίν)

Γλύφοντάς μου το πρόσωπο
πριν οριστικά σε χαιρετήσω
σκίστηκα σαν καρίνα στα βράχια
τότε μέσα μου βαθιά κατάλαβα
πως οι δεσμοί του αίματος
μια πρόφαση είναι

View original post

Γιώργος Λίλλης, Δημιουργική γραφή

Φωτογραφία Δημήτρη Χαρισιάδη (1956)

Ένα σονέτο γράψτε
για τις άδειες παιδικές χαρές
για τις μασέλες και τις πατερίτσες
για εκείνον που τρώει τα νύχια του
για λεκέδες και ραγισματιές
για τρελάδικα και ανάποδους σταυρούς
για ράμματα στο κεφάλι
και ακρωτηριασμένες κλειτορίδες
για νεκροτομεία και άδεια βλέμματα
για αδέσποτους ανθρώπους
για χωματερές και ορφανοτροφεία
για παχύσαρκα κατοικίδια
και ηλικιωμένους που ψάχνουν στους κάδους
για πληγές που δεν επουλώνονται
για το ροχαλητό και τα φτερνίσματα
για τον χαμηλοτάβανο ουρανό των υπογείων
για τις αφισοκολλημένες αναγγελίες θανάτων
και τις χαραγμένες αγάπες σε παγκάκια
για γεμάτα ψυγεία και ξεχειλισμένες αποχετεύσεις
και για ρούχα που δε θα φορεθούν ξανά
για μυγοσκοτώστρες και περίστροφα
για τα γερασμένα χέρια που χαϊδεύουν ένα μωρό
Ένα σονέτο γράψτε

*Από τη συλλογή “Ο άνθρωπος τανκ”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Μοχαμμάντ Χεμματί, Όνειρο

Ένα μεγάλο όνειρο
τόσο μεγάλο που εσύ
με όλη σου την ομορφιά
μέσα του ν’ αλωνίζεις
εις τους αιώνας των αιώνων.
Θάνατος είναι που ’μαι ξυπνητός.

*Από τη συλλογή “η κούνια”, εκδόσεις Σκαρίφημα. Μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης.