Λεωνίδας Γαλάζης, Ανίατα ρολόγια

«Αιών παίς εστι παίζων, πεσσεύων-
παιδός η βασιληίη».

Ηράκλειτος

Άραγε γνώριζε ο επιστάτης
που κοίταζε όλη μέρα το ρολόι του τοίχου
καταγράφοντας αδιαλείπτως την παραγωγή σας
άραγε γνώριζε
πως οι λεπτοδείχτες εξαπατούσαν τους ωροδείχτες
πως οι δευτερολεπτοδείχτες δεν άντεχαν άλλο
τη μαύρη σκλαβιά και κωλυσιεργούσαν
κι ότι γενικώς το ρολόι
βρισκόταν εκτός ελέγχου;

Ποιος ξέρει αν κι αυτό δεν ήταν προϊόν
ωρολογοπο ιού σιωπηρώς διαμαρτυρομένου
ενός τελοσπάντων
που τρελάθηκε ν’ ακούει μέρα-νύχτα
τους βουρλισμένους χτύπους
εκατοντάδων ρολογιών;

Είπε κανείς στον επιστάτη σας
από τότε
ότι τα ρολόγια τις αυταπάτες μας
μόνο μετρούν;
Κι αν κάνει πως δεν καταλαβαίνει,
γιατί δεν καταγγέλλουμε μονομερώς την εξαπάτηση;
Κι οι ρολογάδες; Με ποιου το μέρος επιτέλους τάσσονται
κι όλο σκύβουν με τους φακούς τους σωπαίνοντας
πάνω από τους μηχανισμούς των ανιάτων ρολογιών;

*Από τη συλλογή “Δοκιμές συγκολλήσεως”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιανουάριος 2003.

Χριστόφορος Τριάντης, Η ήττα της ποίησης

Στάλες ηδονής σκέπασαν τις λέξεις.
Η ποίηση μολεύτηκε
απ’ τις επιδράσεις του σώματος.
Το πνεύμα της ηττήθηκε
απ’ τα μασκαρέματα
και τις απολήξεις.
Φτυαρίστηκε στους περιβόλους
(των ταχυπληρωμών)
και των μάταιων προσδιορισμών.
Ο ποιητής σαν ταγός τής καταλλαγής,
έπλεξε το εγκώμιο του θανάτου,
μιας κι οι ώρες του τέλους
είναι πασαλειμμένες με χρώματα
(κι αρώματα) ηδονικών καταστάσεων.
Πλησίον όμως, των ναυαγίων
(της αθανασίας).

Λαμπρινή Αιωροκλέους, Τα παιδιά του φύματος

Αφροδίσια παντρέματα,
Αποφορτισμένα,
Ανελέητα σχοινιά
Σιαμαία.
Προσανατολισμός ευθύς,
Προς εσένα.

Το φλέμα του ιππόκαμπου διυλίζει τους τρίχορδους μηρούς μου
κληρονομιά αδένα.

Με την κίνηση του αλόγου αναμετράμαι,
σαν πεπτάμενη αστέρα.

*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 4, Μάιος 2010.

Ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά στον Αντρέα Παγουλάτο για τον Εμπειρίκο

Αντρέας Παγουλάτος και Νάνος Βαλαωρίτης

Αντρέας Παγουλάτος: Πότε διάβασες για πρώτη φορά ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου; Πότε συναντήθηκες μαζί του και γίνατε φίλοι;

Νάνος Βαλαωρίτης: Πιστεύω ότι πρωτοδιάβασα ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου στα «Νέα Γράμματα», στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Αλλά την εποχή εκείνη, δεν τον είχα ακόμη γνωρίσει… Τον γνώρισα γύρω στο 1940, 1941, στο εστιατόριο του Βασίλη, στην οδό Βουκουρεστίου, όπου πηγαίναμε πολλοί συγγραφείς και ζωγράφοι, να φάμε, μετά τις συναντήσεις μας στο στέκι μας, το Μπραζίλιαν. Πιθανόν να μου τον γνώρισε ή ο Τσαρούχης ή ένας «αναλυόμενος», ο Γαβαλάς. Στην ίδια περίσταση γνωρίστηκα και με την Μάτση Ανδρέου (Χατζηλαζάρου), που τρώγανε μαζί, σαν ζευγάρι που ήταν. Λίγο αργότερα του ζήτησα κι ένα ραντεβού για ψυχανάλυση. Αφού με άκουσε, μου είπε ότι δεν έχω σοβαρό πρόβλημα κι αρνήθηκε να με πάρει για ανάλυση. Ήμασταν άλλωστε ήδη φίλοι.

Α.Π.: Πώς εξελίχθηκαν οι σχέσεις σας, εκείνη ιδιαίτερα την εποχή, σχέσεις που από όσο γνωρίζω διατηρήθηκαν πολύ φιλικές ως και το τέλος της ζωής του, το 1975;

Ν.Β.: Στην αμέσως μετά περίοδο, συναντιόμαστε στο σπίτι του, τις Πέμπτες, αν θυμάμαι καλά, και διαβάζαμε τα ποιήματά μας, ο Ελύτης, ο Γκάτσος, ο Εγγονόπουλος, ο Κακναβάτος, ο Παπαδίτσας, ο Λίκος και άλλοι. Ο Εμπειρίκος κι ορισμένοι άλλοι σχολίαζαν σύντομα τα ποιήματα που ακούστηκαν.

Α.Π.: Περίγραψέ μας μια τυπική επίσκεψη στο σπίτι του Εμπειρίκου, αργότερα, στην μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο περίοδο, όταν σας διάβαζε αποσπάσματα από τον «Μέγα Ανατολικό»…

Ν.Β.: Μετά τον πόλεμο πλέον και τον εμφύλιο, στις αρχές των χρόνων του ’50 και αργότερα, πηγαίναμε στο σπίτι του, στην οδό Νεοφύτου Βάμβα και ακούγαμε κεφάλαια του «Μεγάλου Ανατολικού» κι επίσης διαβάζαμε δικά μας κομμάτια, που τα μαγνητοφωνούσε. Οι συζητήσεις ήταν ζωηρές από πάντα και ο ίδιος τρομερά ενθαρρυντικός και ενθουσιώδης.

Α.Π.: Εσύ που ήσουν ένας από τους στενούς του φίλους και σου εκμυστηρευόταν, φαντάζομαι τα σχετικά με την ποιητική του και τη γενικότερη εξέλιξή του, πώς θα περιέγραφες, στο πέρασμα του χρόνου, τις σχέσεις του Ανδρέα Εμπειρίκου με τον υπερρεαλισμό;

Ν.Β.: Πρέπει να ομολογήσω ότι πιο σπάνια μιλούσαμε για θεωρητικά θέματα. Κυρίως αρκούνταν σε σχόλια στα ποιήματα που άκουγε… Ήταν η εποχή, όπου η Μαρία κι εγώ σχετιζόμασταν με τον Αντρέ Μπρετόν και τον κύκλο των οπαδών του. Του φέραμε την Ελίσα Μπρετόν, να τη γνωρίσει. Και του λέγαμε διάφορα νέα απ’ το Παρίσι. Αυτά ήταν σε μια πρώτη φάση…

Α.Π.: Πιστεύεις ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ή ακόμη στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Ανδρέας Εμπειρίκος θεωρούσε τον εαυτό του, παρ’ όλες τις αλλαγές που είχαν γίνει στο διεθνές ήδη υπερρεαλιστικό κίνημα, καθαρά υπερρεαλιστή;

Ν.Β.: Ασφαλώς ναι, αν και είχε διαχωρίσει την πολιτική του θέση σχετικά με τον μαρξισμό. Αιτία που δεν τους επισκέφθηκε στο Παρίσι, γιατί νόμιζε ότι ήταν ακόμη ιδεολογικά στην ίδια γραμμή: βέβαια κυρίως του Τρότσκι, αλλά και του Μαρξ. Ο μεν Περέ ήταν μαρξιστής μέχρι τέλους. Αλλά ο Μπρετόν έμοιαζε να έχει στραφεί μάλλον προς τον Μπακούνιν. Στο μεταξύ είχαν στρέψει την προσοχή τους στον εσωτερικισμό, στην αλχημεία, στον ερμητισμό. Αυτά τα τελευταία δεν τα γνώριζε τόσο καλά ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Και δεν ξέρω αν του φέρναμε τα περιοδικά της περιόδου, πάντως τον είχαμε πληροφορήσει για την στροφή σε μία έμφαση στη γλώσσα και μία γενική υποστήριξη πολιτικών θεμάτων της εποχής, από διαμαρτυρίες για τον πόλεμο στην Αλγερία μέχρι την υποστήριξη του Πολίτη του Κόσμου, στα Ηνωμένα Έθνη, και αντιπυρηνικές διαδηλώσεις. Γενικά ήταν μια ανεξάρτητη στάση πολιτικά και ιδεολογικά – αριστερή χωρίς ένταξη.

Α.Π.: Ποια ήταν η θέση και η στάση του για την προσπάθεια έκδοσης περιοδικού, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60; Ποιες ήταν οι σχέσεις του, αργότερα, με το «Πάλι»:

Ν.Β.: Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας ενός περιοδικού, όπως φαίνεται από το βιβλίο μου «Μοντερνισμός, πρωτοπορία και Πάλι» (εκδόσεις Καστανιώτη), στα γράμματά του κι ενίσχυσε οικονομικά το πρώτο και τα υπόλοιπα τεύχη. Και ως γνωστόν μας έδωσε και δημοσιεύσαμε πολλά ποιήματα και πεζά. Επίσης, την ίδια εποχή, έγινε η επαφή με τον Alan Ross και με τον Νίκο Στάγκο, μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν, στην Αγγλία τα «Γραπτά» με τον τίτλο “Amour Amour”. Στο «Πάλι» δημοσιεύτηκαν και περικοπές (αυτολογοκριμένες λόγω των τυπογράφων) του Μεγάλου Ανατολικού.

Α.Π.: Στις μεταθανάτιες συλλογές του «Οκτάνα» και «Αι γενεαί πάσαι», διακρίνει κανείς σε ορισμένα ποιήματά του, μιαν ιδιότυπη, αλλά ουσιαστική επίδραση από την ποίηση των μπήτνικς. Μιλούσατε για αυτήν την σχετικά νέα λογοτεχνία, και ποια ήταν η άποψή του για αυτήν, που, άλλωστε, την είχατε δημοσιεύσει και παρουσιάσει και στο «Πάλι»;

Ν.Β.: Ήταν ενθουσιώδης, και του γνωρίσαμε Αμερικανούς ποιητές, όπως τον Φίλιπ Λαμαντία, τον Conrad Rooks και τη γυναίκα του Zina Rakovski, καθώς και τον Charles Henri Ford, τον Αμερικανό υπερρεαλιστή. Ο Rooks κατόπιν έγινε σκηνοθέτης δύο ταινιών, που η μία ήταν για τους μπήτνικς και η άλλη για τον Σιντάρτα – για την ζωή του Βούδα, ή ακόμα για τον Hermann Hesse. Και από αυτόν γνώρισε πιθανόν τον Γκρέγκορι Κόρσο και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ κι επίσης τον Harold Norse. Αυτοί όλοι έβγαλαν ένα τεύχος του περιοδικού «Residue» την άνοιξη του 1965. Τότε ο Εμπειρίκος μεταφραζόταν αγγλικά, αλλά, αυτοί οι νέοι φίλοι του, γνώριζαν λίγο το έργο του. Αυτός, πάντως, τους «ενσωμάτωσε» σε πολλά ποιήματά του, συνδέοντας τους με την παράδοση του Walt Whitman.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ανοιχτός, όπως πάντα, στους δημιουργικούς ανέμους που έπνεαν στον κόσμο, δεν αγνόησε τους νέους αυτούς Αμερικανούς ποιητές και είναι προς τιμήν του ότι δεν υπήρξε ποτέ δογματικός. Τον είδα μια τελευταία φορά μετά την πτώση της χούντας, πριν πεθάνει, στην Κηφισιά, και ήταν όπως πάντα γεμάτος από το σφρίγος φιλίας και καρδιάς.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/10/blog-post_21.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

William Carlos Williams, Απολογία

Σήμερα γιατί γράφω;

Η ομορφιά των
τρομερών προσώπων
της ανυπαρξίας μας
με υποκινεί:

γυναίκες έγχρωμες
εργάτες —
έμπειροι και γερασμένοι —
γυρίζουν το σούρουπο στο σπίτι
με τα ρούχα βγαλμένα
πρόσωπα ίδια
με παλαιά Φλωρεντιανή βελανιδιά.

Επίσης

τα κομμάτια που
συνθέτουν τα πρόσωπά σας με υποκινούν —
ανώτατοι πολίτες —
μα όχι
με τον ίδιο τρόπο.

*Από το βιβλίο Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς Ποιήματα», Εκδόσεις Ηριδανός, 2007. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Πενθήματα του έρωτα

Francois Kollar

Πως η απουσία μετριέται με χτυπήματα
στις ρίζες της απτικής μου δεινότητας
κάτω από επτά στρώσεις
εγχειρισμένες με βελόνα και κλωστή
και με την επιδεξιότητα μιας εκκολαπτόμενης
λεπτοχειρίας

Πως ο χρόνος τεντώνεται
πάνω σε σκοινί επιβεβλημένης ισορροπίας
που λυγάει το βήμα και αγκαλιάζει
με το πέλμα σύρματα στιγμών,
το πάτημα ακούσιος ταξιδιώτης με τη δίψα της
αεναότητας

Πως το πένθημα σκεπάζει τον νου
που πίσω από την κουίντα
απεργάζεται την επιβίωση με
τα δάκρυα ν’ αφορίζονται το εδώ και τώρα,
να στεγνώνουν στον πυρωμένο ήλιο της
συναίνεσης

Πως ο έρωτας φουντώνει σαν τον άνεμο
στήνοντας χορό στις βουνοπλαγιές
και τους χρόνους παρασέρνοντας
στην παρεστιγμένη παύση των ζευγαρωμένων σημύδων,
της αλόγιστης απουσίας σου
συρίζοντας την αρχή του
πενθήματος

Το πριν και το μετά του κόσμου | Χρήστος Τουμανίδης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

toumanidis.jpg

Η Αραπίτσα

Πάνω από ετούτα τα νερά,
φτερούγισε ο έρωτας
και η νεότητά μου.

Μαύρα νερά μιας Κυριακής,
που άφριζαν μπροστά μου.
Ψηλά, η ξύλινη γέφυρα, να τρέμει,
-έτσι όπως έτρεμε της Άρτας το Γεφύρι-.

Ανάμεσα σε θρύλους έσκυψα
ν’ αφουγκραστώ
τις μυστικές φωνές.
Την άλλη νεότητά μου.
Αυτήν, περ’ από τους καθημερινούς θανάτους.
Αλλά-
Γύρω μου τώρα, μόνον οι τροχοί.
Αγριεμένοι οδηγοί που απειλούν,
τον χρόνο, τη ζωή, τους γήινους θεούς.

Λίγο πριν στρίψω το τιμόνι στο παρόν:
Ποιος δρόμος, ποια κατεύθυνση,
ποιος στεναγμός Αράπιτσα μου θα μας σώσει ;

(Τα κυπαρίσσια σώπαιναν και η Νάουσα με καλούσε.)


*Σημ.: Αράπιτσα ή Αραπίτσα, λέγεται το ποτάμι της Νάουσας.

***

Αμείλικτη ομορφιά

Η λέξη είναι το κέντρισμα το φωτεινό,
μιας σκοτεινής πηγής.

Στην αρχή∙ τα πάναστρα μάτια σου.
Το πρόσωπο της  άγνωστης μοίρας,
που με καλούσε από μελλούμενες φωτιές.

Ήσουν εσύ, η αμείλικτη ομορφιά,
η θέα μιας αλήθειας που με γέμιζε…

View original post 332 more words

Πόπη Αρωνιάδα, Τρία ποιήματα

VIII

…δεν έβαλα
κουρτίνα στο παράθυρο
η αντηλιά κρύβει καλά
σκληρών γονιδίων χαρακιές
σε τόσες απόπειρες ζωής
δε χρειάζονται
σούρες ειλικρίνειας
για να φυτέψω
ένα κερί στα σκέλια
τη μήτρα του μυαλού μου
να φωτίσει το πρώτο σούρουπο
πεσμένη μπρούμυτα σε δρύινη σάρκα
μετρώ αγκαθωτές ατέλειες
και ρόζους
δίνοντας νόημα στη ζωή ευτυχώς,
δεν έβαλα κουρτίνα
στο παράθυρο
λένε πως παύεις να υπάρχεις
αν κανείς δε σε βλέπει
φλέγομαι να θαφτώ γυμνή
να είμαι ολόκληρη ορατή…

ΕΝΤΕΛΩΣ ΓΥΜΝΗ

***

XXVI

…τσουγκρίζω το ποτήρι
στον καθρέφτη
πίνω στα κύτταρα
της πρώτης ύλης
γράφω σύμβολο πίστης
για τη μοίρα των προνομιούχων
αθώα γυμνή
χωρίς το παραλήρημα των ρούχων
ορίζομαι εκάστοτε από στόματα
σφυρίζοντας αδιάφορα
κάτι παλιά κομμάτια
γλυκά παράφορα
Παίξτε κομπάρσοι
αλλάξτε κοστούμια στους νεκρούς σας
φυτέψτε τους
κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
ποτίστε τα κόκαλα
ν’ ανθίσουν οι ψευδαισθήσεις
εγώ ποτίζω τη δική μου
χαίρε λοιπόν ελευθερία
δεκτό το βέλος του δικαιώματος
στο χορό των χερουβείμ…

ΧΑΙΡΕ ΦΑΡΕ ΦΩΤΕΙΝΕ

***

XLVI

…μακραίνω παράφορα
στον απέναντι τοίχο
σκιά ανατολής
φορτωμένη γαλάζιες ελπίδες
η φαντασία έσβησε δειλά
αφήνοντας στα χέρια μου
πολύχρωμο το σπέρμα της
Η κατάρρευση δεν είναι απαραίτητη
η συντριβή μπορεί να είναι
το κατρακύλισμα στην παραίτηση
Ίσως αύριο προλάβω
ν’ ανοίξω το παράθυρο στις πανικόβλητες μύγες
που κολλάνε στο τζάμι…

ΙΣΩΣ ΑΥΡΙΟ

*Από τη συλλογή «ΠΟΚΈ», Εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ, Αθήνα 2019.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Κόβω σε κομματάκια τις απαξίες


Δεν εκπλήσσομαι με καμία υστερία
κανένα πλήρωμα του χρόνου
δεν προσκυνώ την απόγνωση
ούτε παραδίνομαι στις συντέλειες
ούτε στις συντεχνίες των οδών
ούτε στα συνδικάτα των τρόμων
δεν υπάρχει φαντασία
που καραδοκεί να με σαγηνεύσει
κόβω σε κομματάκια τις απαξίες
και τις πετάω κατάμουτρα στους φταίχτες
ξεγυμνώνω τις Ερινύες
και τις βάζω να μαλλιοτραβιούνται
κι εγώ κρυμμένος σε μια γωνιά
σκάω στα γέλια
λιγώνομαι
σπαρταρώ
κι όταν οι κόκκοι της άμμου αναδύονται
κι όταν οι αφροί γίνονται θύελλες
λέω “ώρα να φεύγω”…

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες / Memoria interna

Φώτο: Valli Poole

Δεν υπάρχει δάσος στο έρμο βουνό
Όπου το γεράκι να ζει
Αρμονικά με τους κυνηγούς•ούτε
Και καλαμιώνας
Όπου το βατράχι να χαρίζει
Δωρικά τραγούδια στο νερόφιδο.
Είναι όμως τόσο έξω φρενών
Που το θυμάμαι ακόμη(ενώ
Η ψυχή αρχίζει σιγά σιγά να γερνά)
Ότι οι δυο μας περάσαμε κάποτε
Καιρούς και καιρούς
Και τα μισά των καιρών σ’ ένα στενόχωρο σπίτι
Μιλώντας με κραυγές που ακόνιζαν μαχαίρια
Σα δυο εχθροί μανταλωμένοι χρόνια στα σίδερα
Που δεν μπορούν ν’ ακούσουν
Καμιάς λέξης την ευωδιά
Ούτε κανένα γλυκό τραγούδι
Από την καρδιά τού λωτού•
Τα υπόλοιπα τα πήρε μαζί του
Το βαθύ ποτάμι των λυγμών και τού γέλιου•