Αλεξία Καλογεροπούλου, Δύο ποιήματα

Κορυφές

Ανέβηκα στις κορυφές
μήπως από ΄κει δω πώς θα ΄ναι το αύριο.
Μα μάταιος κόπος.
Δεν ήρθες εσύ. Ούτε και οι άλλοι.
Μόνο ένα σμήνος πουλιά είδα να φεύγει,
για πού δεν ξέρω.
Πώς άλλωστε θα μπορούσα.
Αυτά ανοίγουν τα φτερά και χάνονται.
Ενώ εγώ, εδώ, γήινη πάντα,
μαζεύω κλωνάρια και άνθη,
στεφάνι ένδοξο μια μέρα να πλέξω.

***

Επανάληψη

Έτσι κυλούν πάντα οι μέρες
σ’ ένα σπίτι πληκτικό.
Οι λεύκες γιγαντώθηκαν
κι έκλεισαν τη θέα που απολάμβανα
τα απογεύματα προς το βουνό.
Κάθε μέρα μοιάζει ίδια
με αυτήν που αποχαιρετώ,
καθώς ντύνομαι και γδύνομαι τα ρούχα της αγάπης
σε μια αέναη επανάληψη
απ΄την ανατολή στη δύση.
Τι κι αν το σώμα μαθημένο ανήμπορο, νωθρό,
πασχίζει να μου θυμίσει ό,τι είναι πια από καιρό σβησμένο.

*Από τη συλλογή «Λέξεις στην άμμο», Εκδόσεις 24γράμματα, 2019.

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες, memoria pluvialis

“rain
midnight
rain
nothing
but
the
wild
rain” • βρέχει
Αδειάζουν οι ουρανοί τα ποτάμια τους
Και τα δάχτυλα γυρεύουν τα μαλλιά σου•εκεί έξω
Κάποιος νομίζει όμως
Ότι ξαναβρήκε τη χαμένη του λογική
Ρίχνοντας δυο φορές πάνω απ’ τά δέντρα
Πιστεύοντας πως έτσι θα τρομάξουν
Όσοι δεν έχουν πλέον τίποτα να χάσουν
Ενώ
Τα δάχτυλά μου ακόμη γυρεύουν
Τη δροσιά στα μαλλιά σου
Και τα κλαδιά πετούν τα χρυσαφένια τους φύλλα
Και ένα αυτοκίνητο κόβει τη νύχτα στη μέση
Ενώ ξυπνώ ξαφνικά και νιώθω
Αυτό εδώ το τρίξιμο στην εξώπορτα
Που ίσως να μην είναι ο άνεμος
Ή ο κρότος από έναν παράλληλο κόσμο
Νεκρών και ζωντανών
Που τσουγκρίζουν ποτήρια γελώντας
Αλλά κάτι
Που γίνεται λάθος μέσα στο μυαλό μου
Γιατί αν τώρα
Αν τώρα λέω με έβρισκαν
Κοκκαλωμένο στο κρεβάτι
[ας πούμε λόγω overdose
από Tennessee Whisky
ή κάτι χειρότερο]
Με το πικ απ να παίζει
Μπλουζ χωρίς τέλος
Θα ήθελα πάλι
Να έχω το χέρι μου στα μαλλιά σου
Ξέροντας πια τόσο καλά -πόσο αργά μαθαίνουν οι ηλίθιοι-
ότι
δεν
είσαι
παρά
ένα
σκατο
θήλυκο
που
τα
κάνει
όλα
πουτάνα•

Νάνος Βαλαωρίτης: Ανδρέας Εμπειρίκος και Άγγελος Σικελιανός, μια εισαγωγή

Νάνος Βαλαωρίτης*

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο Σεφέρης, έγινε το επίκεντρο της αντίφασης που κατά κάποιο τρόπο σηματοδότησε τον διαχωρισμό των ομάδων που τάσσονταν υπέρ ή κατά της Πειραματικής avant-garde γραφής στην Ελλάδα. Αυτήν τη φορά, μέσω της αντιφατικής ερωτικής του νουβέλας οχτώ τόμων Μέγας Ανατολικός που τοποθετείται στα χρόνια του Ιουλίου Βερν και είναι γραμμένη προς το τέλος της ζωής του. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει μια τέτοια αντίφαση. Στα 1935, η εκπληκτική απάντηση, αρνητική, χλευαστική, με σατιρικές παρωδίες κ.λπ., γύρω στα 300 άρθρα και επιπλέον στιγμιότυπα από κωμικές σκηνές σε δημοφιλείς θεατρικές κριτικές χαιρέτισαν τα πρώτα σουρεαλιστικά «αυτόματα» κείμενα του Εμπειρίκου με τίτλο Υψικάμινος. Η έκρηξη συνεχίστηκε μέχρι το 1939, κατά τη διάρκεια του οποίου δύο άλλοι σουρεαλιστές ποιητές, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμπεριελήφθησαν στη διαμάχη. Η ποίηση του τελευταίο επαναπαρήχθη στο σύνολό της καθημερινά με χλευαστικά σχόλια στη συντηρητική εφημερίδα Ακρόπολις. Ο Α. Τριβιζάς, στο βιβλίο του Το σουρεαλιστικό σκάνδαλο συγκέντρωσε όλα αυτά τα άρθρα, τα οποία και προσφέρονται ως ευχάριστο ανάγνωσμα.

Δεν εννοώ πως οι Έλληνες αδυνατούσαν να αναγνωρίσουν στη δεκαετία του ’30 τη σημασία που η Μοντέρνα ποίηση και πεζογραφία θα είχαν μακροπροθέσμως. Αλλά είχαν αναπτύξει μια προκατάληψη αναφορικά με το τι ήταν ποιητικό και τι όχι. Αυτήν την περίοδο η Σχολή του Παλαμά, του μεγάλου δημοτικιστή ποιητή, και το παρακλάδι της των Νέο-Συμβολιστών ήταν στο φόρτε τους, και αυτοί ήταν οι ποιητές που διδασκόμασταν στο σχολείο από τους «προοδευτικούς» δασκάλους. Αυτό ήταν ήδη μια επανάσταση, παρά το ότι δεν ήταν ένα αληθινό ξέκομμα από τους δημοτικιστές ποιητές του παρελθόντος, τον Σολωμό και τη Σχολή του, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και ακόμη τον καθαρευουσιάνο Κάλβο. Κι αυτό έλαβε χώρα μεσούσης ακόμα της διαμάχης με την αρχαΐζουσα γλώσσα που χρησιμοποιούνταν παντού στο δημόσιο βίο και τους σχολαστικούς που κυριαρχούσαν εξ ίσου στα Γυμνάσια και στα Πανεπιστήμια. Και το να είναι κανείς δημοτικιστής εκείνες τις μέρες ήταν από μόνο του πολύ τολμηρό.

Στην σουρεαλιστική ατμόσφαιρα δύο γλωσσών που αντιμάχονταν η μια την άλλη, η είσοδος των πρώτων σουρεαλιστών ποιητών, που έγραψαν υπό την πρόκληση ή ακόμα ένα είδος δανδισμού σε άκρατη καθαρεύουσα ήταν ένα είδος πραξικοπήματος. Την ίδια χρονιά, το 1935, εμφανίστηκε και η συλλογή ποιημάτων του Καβάφη, όμως δεν αποτέλεσαν καινοτομία, καθώς τα τευχίδια των ποιημάτων του ήταν ήδη πολύ γνωστά σ’ ένα επιλεγμένο κοινό πολύ νωρίτερα. Το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Μυθιστόρημα», που εκδόθηκε την ίδια χρονιά, σηματοδότησε την εποχή, όπως είχε κάνει 15 χρόνια νωρίτερα η Έρημη Χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ. Ο Γ. Σεφέρης, παρά το ότι χτυπήθηκε σκληρά από τους κριτικούς, ποτέ δεν έγινε αντικείμενο χλευασμού ή οργής, αλλά μάλλον απορίας και εχθρότητας εξαιτίας των σκοτεινών μηνυμάτων του νέου του στυλ, του ελεύθερου στίχου. Η περίφημη πρώιμη καθαρή ποίησή του είχε γίνει καλώς αποδεκτή. Επηρεασμένος από τον Paul Valery υπήρξε αξιοσημείωτη λόγω της ανανέωσης που επέφερε στον παραδοσιακό στίχο, παρά το ότι τα μηνύματά της ήταν συχνά σκοτεινά.

Υπήρχε όμως και κάποιος άγνωστος στο προσκήνιο ήδη από το 1909, όταν τυπώθηκε σε μια πολυτελή έκδοση το ποίημα «Αλαφροΐσκιωτος» ο Άγγελος Σικελιανός, του οποίου η ποίηση, παρά το ότι δανείστηκε στοιχεία από το επίσημο κίνημα των δημοτικιστών στο ύφος αλλά και στο λεξιλόγιο, ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Η ποίηση αυτή, πολύ περισσότερο σκοτεινή και ερμητική, στόχευσε σε κάτι το διαφορετικό: στην ανανέωση της αντίληψης περί παγανιστικών, διονυσιακών και απολλωνιακών αποκαλύψεων στη ζωή και στη φύση του ελληνικού τοπίου και των ανθρώπων. Αυτή την εποχή, ως τη δεκαετία του ’30 ήταν κυρίως γνωστός ως ο προαγωγός του Δελφικού κινήματος, της αναγεννήσεως του αρχαίου ελληνικού δράματος. Ήταν στο νεωτεριστικό περιοδικό Τα Νέα Γράμματα του 1935, που φιλοξενούσε νέους ποιητές, όπου η ποίησή του εμφανιζόταν ταχτικά και άρχισε να ‘χει μια παρουσία και μια επίδραση, και μέχρι το 1947 όταν οι τρεις τόμοι του Λυρικού Βίου που συγκέντρωναν όλα τα προηγούμενα ποιήματα εκδόθηκαν, τέσσερα μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1951 […]

Η ποίηση του Σικελιανού γράφτηκε στη ρωμαλέα μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας, της οποίας ήταν μεγάλος τεχνίτης. Η συχνή επίκληση στο έργο του αρχαίων παγανιστικών θεοτήτων, καθώς και χριστιανικών μορφών τον σηματοδοτεί ως συμφιλιωτή θρησκειών και φιλοσοφιών. To χάρισμά του αυτό, συνδυαζόμενο με την ερμητική του φιλοσοφία, συνιστούν ένα μοναδικό αμάλγαμα στάσεων που επίσης δημιούργησαν την αναγέννηση του αρχαίου ελληνικού δράματος στους Δελφούς, γνωστό ως Δελφικό Κίνημα. Η Αμερικανίδα σύζυγός του Εύα Πάλμερ συνέβαλε στην καινοτόμο χορογραφία του χορού και υποστήριξε το όλο εγχείρημα όχι μόνο πνευματικά, αλλά και οικονομικά. Και οι δύο πίστευαν πως οι Δελφοί θα μπορούσαν να γίνουν το Παγκόσμιο Επίκεντρο της πνευματικής αναγέννησης του σύγχρονου κόσμου, όπως το μαντείο είχε υπάρξει για τον αρχαίο κόσμο. Από τότε οι Δελφοί έγιναν το πολιτιστικό κέντρο που φιλοξενούσε έναν αριθμό συμποσίων επί διαφόρων θεμάτων, περισσότερο στην πραγματική σύγχρονη έννοιά τους παρά στον υψηλά πνευματικό μαντικό ρόλο που ο ίδιος ο ποιητής με τη γυναίκα του είχαν ονειρευτεί. […]

Συγκρινόμενη με την ποιητική, πολύ πλούσια και ρητορική γλώσσα του Σικελιανού, ο Εμπειρίκος χαράσσει ένα πολύ ηπιότερο ποιητικό προφίλ. Η ποίησή του είναι μοντέρνα, δανειζόμενη πολλές εκφράσεις από την καθημερινή γλώσσα, και εστιάζεται κυρίως στον ερωτικό πόθο. Ωστόσο, κάποιοι κριτικοί έχουν συγκρίνει στιγμές έξαρσης στην ποίηση του Εμπειρίκου με διονυσιακά θέματα, υπαινιγμούς και αναφορές από το έργο του Σικελιανού. Επίσης, τα πεζά του Εμπειρίκου Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (Amour Amour στη μετάφραση) και οι συχνές εμφανίσεις αρχαίων ελληνικών θεοτήτων και μυθικών μορφών σχετίζονται με τις εμφανίσεις και επικλήσεις θεοτήτων και μυθικών μορφών στην ποίηση του Σικελιανού. Σε κάθε περίπτωση και οι δύο ποιητές μοιράζονται ένα ξεχείλισμα εκφραστικότητας, κάτι με το οποίο οι Αμερικανοί είναι εξοικειωμένοι από την ποίηση του Walt Whitman. Ειδικά η ύστερη πεζή ποίηση του Εμπειρίκου, συγκεντρωμένη σε έναν τόμο υπό τον τίτλο Οκτάνα είναι καθαρά μεσσιανική σε τόνο και στυλ, φέρνοντας τους δύο ποιητές ακόμη εγγύτερα. Η φιλοσοφία του σουρεαλισμού που στόχευε στην ανανέωση της πνευματικής καλλιτεχνικής και ποιητικής έκφρασης σε όλους τους χώρους και στην καθημερινή ζωή, προσεγγίζει αυτό που ο Σικελιανός ήλπιζε να πετύχει με την ποίησή του και το Δελφικό Κίνημα.

*Απόσπασμα από το πρώτο μέρος της διάλεξης που έδωσε ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στη Ν. Υόρκη στα αγγλικά στις 22.4.2001. Μετάφραση στα ελληνικά: Δήμητρα Σ. Καλλιγέρη, Master Κλασικής φιλολογίας & Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ολόκληρο το πρώτο μέρος της διάλεξης πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 54 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2001).

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/10/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Λίνα Βαταντζή, Μόχθος

Μας αποπέμπουν στην κόλαση
μας ταξιδεύουν στον παράδεισο.

Επιστρέφουμε κάθε φορά
με μια χούφτα βότσαλα –
μίτος της Αριάδνης
οι εμπειρίες απλώνονται
φως στο σκοτάδι
του ανύποπτου μέλλοντος.

Κινούμαστε σε έλος
πνιγόμαστε στη βροχή –
με τα ακροδάχτυλα
καθαρίζουμε τη σκόνη
με τα μάτια
διώχνουμε τις σκιές.

Πάλλεται η αντοχή –
επίπονη εναλλαγή εποχών.

Ιωάννα Ξυλόσομπα, καμηλοπάρδαλη

Δε σε πρόσεξα
που έπεσες στο ποτάμι
και ήρθε το ψάρι και
σε πήρε

και σου έδειξε εκείνο
που είχε συναντήσει στο βυθό.

Και εσύ
το επόμενο πρωί
αφού ξυπνήσαμε μου το δωσες.

Και εγώ
το φύτεψα.
Και στη θέση του φύτρωσε ενα κομμάτι χαρτί.
Σα παιδάκι ρε φίλε
Ήρθα τρέχοντας για να
στο δείξω.

Ένοιωθα
σα να διέσχισα μια ολόκληρη σαβάνα
με τα λιοντάρια της και όλα
έτσι λαχανιασμένος
και εσύ είπες
«μα δε γράφει τίποτα.»

Θεέ μου.
Είχα τόσα νεύρα μαζί σου
δηλαδή
τόσο μεγάλη περιπέτεια
για ένα κομμάτι άδειο χαρτί

τόσα νεύρα είχα αγάπη μου
που σου είπα
να σηκωθείς να φύγεις
παρ’ ότι ήθελα να μείνεις.
Αλλα εσύ
στεκόσουν εκεί
κάτασπρη σα το χαρτί.

Νεύριασα ακόμα περισσότερο
και σηκώθηκα να βγώ απο τη πόρτα.

Αλοίμονο δε χωρούσα
και κόλλησα στο κατώφλι.
Ακόμα και οι Κάβειροι ήρθαν να με τραβήξουν
αλλα εγώ δε χώραγα.

Διάολε.

Είχα τόσα νεύρα
με εσένα
με εμένα
με τους Κάβειρους
που έκανα μια απότομη κίνηση να ξεφύγω

επέμεινα τόσο
που ξύθηκα στη πόρτα
και πέσανε τα λέπια μου κάτω.

*Από το βιβλίο «Αποσπάσματα από τα Όνειρα του Ξυλοκόπου», έκδοση κακός βηξ, Δεκέμβρης 2017.

Μαρία Πανούτσου, Ανεπίδοτο γράμμα Φαίδρας προς Ιππόλυτο

Γυμνή μπροστά σε δύο άνδρες.
Να ζήσω ή να πεθάνω.
Η απουσία ρούχων με εκφράζει.
Για Δες!
Μια στιγμή αδυναμίας
και το όραμα της ελευθερίας
παγώνει.

Δεν αναρωτιέμαι πια για τίποτα.
Μοναχικός ένα δρόμος
ξανοίγεται μπροστά μου.
Αναζήτηση της ηρεμίας.
Μιας και μόνης.
Εκείνη, με το σώμα αγνό από πάθη.

Δρόμος σκοτεινός και τρομαχτικός
αφού τα δυο σου μάτια, ίδιοι φανοί,
θα λείπουν απ’ την ζωή μου.
Μοναξιά ήρεμη καλώ να με ακούσει.
s.o.s
Πριν είναι αργά και η θέληση
για θάνατο, με πλησιάσει.

Σε λίγο αυτό το γράμμα,
η πιστή παραμάνα, θα παραδώσει.
Σκυφτός θα την διαβάσεις.
Σε λίμνη θα την δώσεις,
τροφή των ψαριών, το ξέρω.
Μα πριν, κάθε κόκκο φιλίας δικής μας,
να εκτελέσεις, σπονδή, στην θεά Αφροδίτη.

Αθήνα 2019

Georg Trakl, Παρακμή του καλοκαιριού

Το πράσινο καλοκαίρι είναι τόσο σιωπηλό,
Το πρόσωπό σου από κρύσταλλο.
Δίπλα στη λίμνη της εσπέρας πέθαναν τα λουλούδια,
Μια τρομαγμένη κραυγή κότσυφα.

Μάταιη ελπίδα ζωής. Στο σπίτι το χελιδόνι
Ετοιμάζεται κιόλας για το ταξίδι
Κι ο ήλιος βυθίζεται στο λόφο·
Η νύχτα γνέφει κιόλας στα άστρα για ταξίδι.

Σιωπηλά χωριά· βουερά
Τα έρημα δάση. Καρδιά,
Σκύψε τώρα πιο φιλόστοργη
Πάνω στη γαλήνια κοιμωμένη.

Το πράσινο καλοκαίρι είναι
Τόσο σιωπηλό κι αντηχεί το βήμα
Του ξένου μέσα στην ασημένια νύχτα.
Το γαλάζιο θήραμα μπορεί να θυμηθεί το μονοπάτι του,

Της αρμονίας των μυστικών του χρόνων!

*Από τη συλλογή “Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Οκτώβριος 2011. Μετάφραση: Νίκος Ερηνάκης.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μονόπρακτο

Το μολύβι ξέρει να χτυπά
το μάγουλο και το πληγωμένο χείλι
που σώπασε την αλήθεια
από φόβο ή
από πόθο κρυφό
Στην ιδέα του αφανισμού τα ουράνια τόξα
βγαίνουν μόνο προλέγοντας
και τα μεθύστερα είναι τόσο μακρινά
για εκείνον που για πάντα περιμένει
Θαύμα η ζωή σου!
Θαύμα καλέ μου, εκεί
στις γυρευτές εκβολές του αίσιου τέλους
Μα εδώ,
εδώ η μπόρα δε ξεκινάει άτρωτα
τα χέρια αντιπαλεύουν
ό,τι και οι καρδιές
και είναι αλήθεια αυτό που λένε
πως οι μεγάλες αγάπες
καμώνονται με πόλεμο και αίμα
Και πως, αλίμονο, ο πόλεμος αφήνει
θύματα στους ξερούς λόφους
μηνύοντας πως
διόλου δε θα είναι τυχερό
να με βρουν οι εχθροί μου
ανάμεσα στους άπνοους εραστές
να μ’ απειλούν με προτεταμένα όπλα
που σ΄ αγάπησα,
έναν θεό που βγήκε και περπάτησε
για χάρη μου
ανάμεσα στους ανθρώπους
Ας είναι
Καμώνω ψυχή που φεύγει
-δημοσία δαπάνη-
γιατί η λαλιά μου δεν φοβάται
ν’ αληθεύσει
πάνω σε τούτο το ποίημα·

Ράνια Καταβούτα, Καρφιά

I

Συ είπας
Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω

Πήρα μια πέτρα και στην πέταξα
με όση δύναμη είχα
Όχι για τις αμαρτίες σου
αλλά γιατί δεν έπραξα δικές μου.

II

Πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις απαρνήση με

Ήταν αργά
Την πρώτη φορά
Σε είχα πια ξεχάσει.

III

Τριάκοντα αργύρια ήταν λίγα
Η απληστία σου ζητούσε κι άλλα
Όσα φιλιά τόσα λεφτά.

IV

Γενηθήτω το θέλημά σου

Αυτό ήταν, λοιπόν
Διάλεξες.

*Από τη συλλογή “Μπαλαρίνα μες στη νύχτα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούλιος 2019.

Νίκος Σφαμένος, μέχρι να πέσει το σκοτάδι

πέρα απ’τα βουνά
πρέπει να χει άνοιξη

τις καλοκαιρινές νύχτες
τις περάσαμε
στα καφενεία του νησιού
έμενες σε μια σοφίτα
στον βορρά
κι έψαχνες εκδότη
για το δεύτερο σου βιβλίο

η θάλασσα ποτίζει τα μάτια μου
μαζί με ηπείρους ολόκληρες

έπειτα σε άφησα στο αεροδρόμιο
ήταν νωρίς το πρωί
κι είχε ψύχρα
δεν σε ξανάδα από τότε
την τελευταία φορά
που μιλήσαμε μου πες
πως ήσουν με κάποιον άλλο
και περνάγατε όμορφα
«χαίρομαι»,
απάντησα

στη χώρα των λευκοχελίδονων
δε βρέχει ποτέ

τώρα καμιά φορά
κοιτάζω τη θάλασσα
έπειτα γυρίζω σπίτι και
ταΐζω γέρους γελωτοποιούς

τίποτα το μεγαλειώδες

μόνο κανά ποίημα
που και που
κι αυτό
παγωμένο παιδί

*Από τη συλλογή “Αντιηρωικό”, Εκδόσεις Φωτοτυπικόν, Μυτιλήνη, 2016.