Γιάννης Βούλτος, Τρία ποιήματα

ΑΓΚΑΘΙ ΜΑΚΡΥ

Σκίζει τις σάρκες της ψυχής
Καθώς η θάλασσα που γδέρνει τα χαράκια
Κάτω απ̉ τα πέτρινα τα σπίτια τα χλωμά
Συνέχεια του πέτρινου νησιού
Της πέτρινης ζωής

Κι εσύ αντίκρυ
Στο μουράγιο τις νυχτιές
Γρικάς αποχαιρετισμούς
Κλάηματα
Μαντινάδες

Γιατί εγίνηκες βαρκάρης
Ψυχοπομπός τόσων καιρών
Ακολουθώντας τη σιωπή
Ανάμεσο ζωής και φυλακής
Τραβώντας το κουπί
Του θάνατου

Και φτάνεις στην απέναντι μεριά
Που άλλοι τη λέγουν της απέχθειας
Και άλλοι της συμπόνιας
Όμως εσύ που το κατέχεις
Από τα μάτια των ανθρώπων της
Τη λέγεις της Αγάπης

***

ΞΩΜΑΧΟΣ

Στον ∆ημήτρη Κάββουρα

Έτσι γιομάτο σαν ξανοίγω το φεγγάρι
να πολεμάει να φανερώσει
της νυχτιάς τα μυστικά
πάντα θυμάμαι ένα γέροντα ξωμάχο
που χρόνια επολέμαγε
να φανερώσει και του λόγου του
της άμοιρης ψυχής του τα κρυφά

Εμίλησε για έρωτες
κι αιματοκύλισε τα νιάτα του
Εμίλησε για μισεμούς
όταν μονάχος του ροβόλαγε
στα ξέφωτα της θλίψης
Εμίλησε για θάνατο
και η μιλιά του ήτανε τόσο ζωντανή
που ο Θάνατος τόν ξέγραψε

Πάνω απ̉ το θάνατο λοιπόν
πάντα θυμάμαι αυτόν το γέροντα
έτσι γιομάτο σαν ξανοίγω το φεγγάρι

***

ΧΑΪΚΟΥ

του φωτός

Το φως της μέρας
Αλλάζει τη μορφή μου
Γίνομαι ίσκιος

της βροχής

Καθώς η βροχή
Χάνεται στο πέλαγο
Σε ταξιδεύω

του Ποιητή

Σαν το μυρμήγκι
Κουβαλά την ψυχή του
Κάτω απ̉ το χώμα

*Από τη συλλογή “Ανθρωποθυσία”, Πάτρα.
**Το κολάζ της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο voultos.blogspot.com

παναγιώτης κ., Τρία ποιήματα

Έξοδος

Όταν μου ζήτησες
να βγω απ’ το μυαλό σου
το έκανα βιαστικά και άτσαλα.
Νομίζω κατά την
έξοδο
σου γρατζούνισα
τον κροταφικό λοβό.

***

Στράτευση

Άκου «στρατευμένε»: Δεν θα γράψω και πολλά
πολλά – όπως ίσως παλιότερα – για εξεγέρσεις κι
επαναστάσεις. Δεν το έχω ανάγκη, ούτε αυτές
έχουν ανάγκη εμένα και μάλλον δεν έχουν
ανάγκη ούτε εσένα. Θα γράφω για άλλα
πράγματα που ίσως σε ξενίζουν.

Όμως:

Δεν θα πουλήσω
ούτε μισό σημείο στίξης,
ούτε μισό γραμματάκι από αυτά
που «δεν σου κάνουν».

Εσύ;

***

17.7.17

Σκισμένο στα δύο
η άσφαλτος με καταπίνει
«σε είδα να περνάς»
μου έγραψες
στα δεξιά μου ο ήλιος
που πέφτει στη θάλασσα
τα χρώματα της Λέσβου
είχα κατεβάσει το τζάμι
του κράνους
απομόνωση
ήμουν πάλι αόρατος
ήμουν εγώ
ο παρατηρητής
εγώ οι ρόδες
εγώ ο κινητήρας
εγώ οι στροφές.
Έβλεπα
σκεφτόμουν
απογοητευόμουν
γοητευόμουν
αναπροσάρμοζα
ανακαλούσα
μονολογούσα
γέλαγα και σφάδαζα
μάτωναν οι πόροι μου
η όσφρησή μου στο άπειρο
κανένας προορισμός
μόνο η διαδρομή.

Στα δεξιά μου
ο ήλιος βούτηξε
νυχτώνει
τραγουδάω
οδηγάω
προσπερνάω
ματώνουν οι πόροι μου
θα επιστρέφεις
γιατί ξέρεις
πως πάντα έτοιμα
έχω τα υλικά
σε εγρήγορση
τα χέρια μου
ξέρεις!
Θα επιστρέφεις
γιατί ξέρεις
ότι στο υπόγειο της σπηλιάς μου
στοιβάζω χρόνια τώρα
αυτά που χρειάζεται
η οικοδόμηση
του σπιτιού σου
θα επιστρέφεις
με μανία
στον κυματοθραύστη
εγώ ο κυματοθραύστης
με μανία πάνω μου
εκτονώνεσαι
εγώ ο ήχος
εγώ η θραύση
θα επιστρέφεις.

Το ξέρεις.

*Από τη συλλογή “συναρμογές”, Μυτιλήνη, Φθινόπωρο 2017.

Mikhael Guttenbrunner, Με τον τρόπο του Καβάφη

Μοιάζαν με χαλαζία τα μάτια εκείνα,
που έχω είκοσι χρόνια να τα δω
αλλά και πρώτα μόνο λίγο τα είδα:
Γρήγορα έφυγε δουλειά στη Σμύρνη να ‘βρει.

Μουντά είναι πια τα μάτια εκείνα, ίσως και πεθαμένα,
ασχήμηνε το στόμα και το κορμί!
Και μόνο η μνήμη τα κρατά
νεανικά κι αγνά στην ομορφιά τους.

*Από το βιβλίο “Με τον τρόπο του Καβάφη – 20 ξένα ποιήματα”, Έκδοση Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1999. Μετάφραση: Ελένη Τορόση.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Νέα όνειρα φτερουγίζουν

Αλλαλάζοντες με υπόσταση
Η θλίψη μας ξέρει πολύ καλά
Και την ξέρουμε
Τα βήματά μας διαθλώνται
Στις καθημερινές μας πράξεις
Σαν τους υπνοβάτες
Η ισορροπία μας γίνεται απέριττη
Χορεύουμε σε αναμμένα κάρβουνα
Τρεκλίζουμε σε τεντωμένο σκοινί
Ωστόσο, δεν μας καταβάλλει καμία πτώση
Τα όνειρα αναπροσαρμόζονται
Αποδιώχνουν νυχτερινές αμαρτίες
Οπτασίες σε καιόμενες βάτους
Τα πολύχρωμα φωτάκια του μυαλού
Όλα σε συγχρονισμό
Ταυτίζουν τους ιλίγγους με τις ηδονές
Το ένα συμπληρώνει το άλλο
Νέα όνειρα φτερουγίζουν

Άγγελος Ήβος, Όπως κυλάει ο Λένας (απόσπασμα)

Μια μέρα θα σου πω
πως σε ποθώ, Εκαταρίνα Ζόεβα.
Όχι πως θα σε νοιάξει.
Ούτε κι εμένα δα.
Αλλά, να:
ποιος άλλος ποιητής θα έγραφε
για σένα στίχους…
Ξοδεύτηκαν να γράφουν για τις χώρες τους
και για τις ερωμένες τους
-α, με παρέσυραν κι εμένανε, οι άτιμοι, κάποιες φορές-
μα εσύ, Εκαταρίνα μου,
είσαι ολόιδια
με το καινούργιο σαμπουάν μου,
ένα παράξενο, με μωβ πηχτό αφρό,
που διατείνεται ότι αποτρέπει
το κιτρίνισμα της τρίχας!
Α, θα το μισούσε ο Νερούντα, σίγουρα,
όταν αγάπησε περιπαθώς τα κίτρινά του.

Άκου, Εκαταρίνα:
το έχεις δείξει μάλλον σε πολλούς.
Το Χόλυγουντ σε περιμένει πια
κρατώντας τα συμβόλαια στο στόμα του
-τι ντόπερμαν κι αυτό
ή μάλλον τι γονίδιο
μεγάλων οίκων πόιντερ και σέτερ
και των εν γένει οσμιστών
θηράματος στα τέσσερα.

Πώς μπαινοβγαίνει, κλικ,
ένας φακός, Εκαταρίνα,
στις ανοιχτές σου τις φιλοδοξίες,
κλικ,
στα χείλη τα μικρά και τα μεγάλα,
κλικ,
στο στόμα σου Εκαταρίνα,
κλικ.
Έξι χιλιάδες ποδοσφαιριστές,
ατζέντηδες, χρηματιστές και μπόντυ-μπίλντερς
και άλλοι άγριοι, πρωτόγονοι
μουνιών-κυνηγοί
στα πόδια σου,
Εκαταρίνα, Εκαταρίνα.
Τι έγκαυλα φωτογραφίζεσαι, Εκαταρίνα μου,
in vitro!
Γύρω σου δεν υπάρχει τίποτε,
εκτός από μεταξωτά σεντόνια και εσώρουχα.
Χλιδή, Εκαταρίνα μου,
μονάχα έγκαυλη χλιδή,
ιδρώτας της παραφοράς,
κάθε σταλιά και χίλια ρούβλια.
Και αγκομαχητά εφήβων στο Αφγανιστάν
και στο Κονγκό και στο Ιράκ,
ακόμα και στο Ιλινόις,
Εκαταρίνα, πανσπερμία των φτωχών,
Εκαταρίνα-Χάρυβδη σπερμάτων
των αναπήρων, των ασήμαντων
και των μοναχικών, Εκαταρίνα,
κάθε σταλιά ερωτικών χυμών
και χίλια ρούβλια.

Χαίρε το σιντριβάνι των αυνανισμών.
Χαίρε η καταχύστρα η μεγίστη κάθε πόλης.
Χαίρε των πολιορκητών άνευ αιτίας.
Χαίρε Ελένη διαχρονική.
Χαίρε ο οίστρος ο οργασμικός.

*Άγγελος Ήβος, “Όπως κυλάει ο Λένας”, Εκδόσεις Κύμα, 2018.

Lola Ridge, Αναρχική και ποιήτρια

Η Lola Ridge υπήρξε κοντινή φίλη της Emma Goldman και άλλων γνωστών αναρχικών καθώς και γνωστών συγραφέων και ποιητών όπως των William Carlos Williams, Kenneth Rexroth και Marianne Moore. Σε αντίθεση με αρκετούς ριζοσπάστες συγγραφείς του καιρού της είχε ιδίαν αντίληψη και αυθντική εμπειρία από τη ζωή της εργατικής τάξης, την οποία απέκτησε από νεαρή ηλικία κατά τη διάρκεια της παραμονής της στα χωριά και τις μικρές κωμοπόλεις των ανθρακωρύχων στις δυτικές ακτές της Νέας Ζηλανδίας. Αλλά, πάνω από όλα, αφιερώθηκε στη σύνδεση της avant-garde λογοτεχνίας με την πολιτικήη δράση.

Γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1873, όταν ο πατέρας της ήταν φοιτητής Ιατρικής. Μετά τον πρώιμο θάνατό του, με την μητέρα της εγκαταστάθηκαν στη Νέα Ζηλανδία, όταν η ίδια ήταν πέντε ετών. Η μητέρα της Emma είχε συγγενείς στη Δυτική Ακτή της χώρας αυτής και το 1880 παντρεύτηκε έναν χρυσοθήρα στην Hokitika.

Η έφεση της Lola Ridge στο γράψιμο εμφανίστηκε νωρίς και το πρώτο ποίημά της δημοσιεύθηκε σε μια εφημερίδα του Canterbury όταν ήταν μόλις 19 ετών. Αργότερα άλλα έργα της εμφανίστηκαν σε άλλα περιοδικά της Νέας Ζηλανδίας καθώς και στο Australian Bulletin. Όταν ήταν 22 ετών, η Lola παντρεύτηκε έναν ανθρακωρύχο, τον Peter Webster, που ήταν και συνέταιρος σε ένα χρυσοχοΐο στον μικρό οικισμό του Kaniere, κοντά στο Hokitika. Ο γάμος τους δεν ευδοκίμησε. Ο Webster φαίνεται ότι ήταν αλκοολικός και σε ηλικία 30 ετών η Lola χώρισε και μετακόμισε με τη μητέρα και τον τότε τρίχρονο γιο της στο Σίδνεϊ, όπου σπούδασε Ζωγραφική και συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα αλλά και διηγήματα. Όταν η μητέρα της πέθανε λίγα χρόνια αργότερα, η Lola και ο γιος της μετακόμισαν ξανά, αυτή τη φορά στις ΗΠΑ.

Εγκαταστάθηκαν στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης και η Lola δραστηριοποιήθηκε στο αναρχικό κίνημα. Το 1909 το ποίημά της «The Martyrs of Hell» («Οι μάρτυρες της κόλασης») εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του μηνιαίου αναρχικού περιοδικού «Mother Earth» («Μητέρα Γη») που εξέδιδε η Emma Goldman.

Η Ridge πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στις ΗΠΑ, και αναδείχθηκε σε διάσημη προσωπικότητα της ριζοσπαστικής λογοτεχνικής σκηνής της Νέας Υόρκης. Για να υποστηρίξει τη γραφή της, εργάστηκε αρχικά ως εργοστασιακή εργάτρια, αλλά και μοντέλο καλλιτεχνών. Σύντομα έγινε οργανώτρια του αμερικανικού ριζοσπαστικού εκπαιδευτικού κινήματος, μέσα από το Ferrer Association που ιδρύθηκε από τους οπαδούς του ισπανικού αναρχικού Francisco Ferrer (Σύνδεσμος Ferrer). Από τους πρώτους υποστηρικτές της εκπαίδευσης ως απελευθερωτικής δραστηριότητας, ο Ferrer εκτελέστηκε το 1909 κατά τη διάρκεια ενός πογκρόμ εναντίον του αναρχικού κινήματος στην Καταλονία. Μέσω του Ferrer Association, η Ridge συναντήθηκε με τον David Lawson, έναν νεαρό Σκωτσέζο αναρχικό, μηχανικό στο επάγγελμα. Έζησαν μαζί για δέκα σχεδόν χρόνια πριν παντρευτούν.

Το ζευγάρι έγινε το επίκεντρο της επαναστατικής κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά τη διάρκεια και μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το “μεγάλο, ελάχιστα επιπλωμένο και με κρύο νερό πατάρι … στο κέντρο του Μανχάταν” έγινε σημείο συνάντησης της ριζοσπαστικής διανόησης της Νέας Υόρκης… Η Lola κάθε φορά που πoυλούσε ένα ποίημα ή ένα άρθρο οργάνωνε εκεί πάρτι. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων της, «The Ghetto», εμφανίστηκε το 1918 και περιέγραψε τη ζωή των Εβραίων μεταναστών της εργατικής τάξης που έβλεπε γύρω της στην ανατολική πλευρά της Νέας Υόρκης. Δύο χρόνια αργότερα μια άλλη συλλογή ποιημάτων, «Sun-up», ανέδειξε πτυχές της ασυνήθιστης παιδικής της ηλικίας στην Ιρλανδία και της παραμονής της στους Αντίποδες (στμ. Νέα Ζηλανδία και Αυστραλία). Τα δύο αυτά βιβλία καθιέρωσαν το όνομά της σε σχέση με τον κοινωνικά αφοσιωμένο ελεύθερο στίχο.

Ενώ η γραφή της θαυμαζόταν ευρέως, η εκπληκτικά έντονη προσωπικότητά της και ο επαναστατικός της ζήλος συνέβαλαν στη φήμη της. Το όνομά της ήταν συνεχώς στην επικαιρότητα. Ήταν από τις πρώτες υπέρμαχους των δικαιωμάτων των γυναικών, των ομοφυλοφίλων και των μαύρων, των Εβραίων και άλλων ομάδων μεταναστών, και χρησιμοποίησε την ποίησή της για να υποστηρίξει δημόσια και ανοιχτά τις υποθέσεις τους κάτι που πάντα έκανε με πάθος.

Το «Firehead», που δημοσιεύτηκε το 1929, είναι μια μακρά ποιητική αλληγορία για την εκτέλεση των Ιταλών αναρχικών Sacco και Vanzetti. Οι δύο άνδρες κατηγορήθηκαν για ληστεία τράπεζας στην οποία σκοτώθηκαν δύο φύλακες, δικάστηκαν σε μια γελοία δίκη και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μια παγκόσμια εκστρατεία και μια πλήρης εξομολόγηση από τον πραγματικό ληστή απέτυχαν να αποτρέψουν την εκτέλεσή τους. Τη νύχτα πριν από την εκτέλεση τον Δεκέμβριο του 1927, η Ridge με μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων ξενύχτησε έξω από τη φυλακή του Charleston στη Βοστώνη. Η έφιππη αστυνομία τους απώθησε.

Την ίδια εποχή η Ridge, ανάμεσα σε άλλους, συνεργάστηκε με τον, κατά το ήμιση Ινδιάνο, εργατικό αγωνιστή και μέλος των IWW, Frank Little. Και οι δύο συμμετείχαν ή οργάνωσαν πάμπολλέες διαμαρτυρίες και άλλες εκδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο. Τον Ιούνη του 1917, ο Frank Little απήχθη από μια ομάδα μπράβων, βασανίστηκε και λυντσαρίστηκε μέχρι θανάτου. Η Lola Ridge έγραψε γι’ αυτό το ποίημα «Frank Little at Calvary».

Κατά την ίδια περίοδο της υστερικής καταστολής, ένας άλλος εργατικός οργανωτής, ο εργαζόμενος στα ποταμόπλοια του Σαν Φρανσίσκο, Tom Mooney, κατηγορήθηκε για μια βομβιστική επίθεση που σκότωσε δέκα ανθρώπους κατά τη διάρκεια μιας στρατιωτικής παρέλασης. Ο Mooney είχε προειδοποιήσει νωρίτερα ότι οι διάφοροι πράκτορες και μπράβοι θα μπορούσαν να διαταράξουν την παρέλαση για να κηλιδώσουν το εργατικό κίνημα. Καταδικάστηκε με βάση καταγγελλόμενη ψευδορκία και πλαστά αποδεικτικά στοιχεία και καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που στη συνέχεια έγινε ισόβια κάθειρξη. Η μακρά εκστρατεία για την απελευθέρωσή του έκανε τον Mooney ίσως τον πιο διάσημο πολιτικό κρατούμενο στις ΗΠΑ. Ως μέρος της εξαιρετικά δημιουργικής εκστρατείας υπεράσπισής του κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Λος Άντζελες το 1932, έξι νέοι μπήκαν στο στάδιο με σήματα που έλεγαν «Free Tom Mooney» στις αθλητικές τους προθήκες και έτρεξαν γύρω από το κομμάτι φωνάζοντας αυτό το σύνθημα μέχρι να συλληφθούν.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν ο Mooney βρισκόταν στη φυλακή του San Quentin για πάνω από δέκα χρόνια, η Lola Ridge έγραψε ένα ποίημα γι’ αυτόν με τίτλο «Stone Face», το οποίο τυπώθηκε και διανεμήθηκε εν είδει προκήρυξης, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε άλλες χώρες. Έγινε αφίσα και επιγραφή που διακόσμησε χώρους εργατικών συνελεύσεων και συνδικάτων κλπ. Τελικά, ο Mooney απελευθερώθηκε επί προεδρίας Ρούσβελτ μετά από 23 χρόνια.

Η Lola Ridge περιγράφηκε από τον φίλο της και εκδότη ως «ο πιο εύθραυστος άνθρωπος από φυσικής πλευράς και ο φτωχότερος από οικονομικής». Σπάνια η υγεία της ήταν καλή και πέθανε από φυματίωση το 1941, σε ηλικία 67 ετών. Σε μια νεκρολογία στην εφημερίδα «New York Times» χαρακτηρίστηκε ως μια από τις «κορυφαίες σύγχρονες ποιήτριες» της Αμερικής. Η φήμη της αναβίωσε τα κατοπικά χρόνια στις ΗΠΑ με πολλά από τα ποιήματά της να επανεκδίδονται, αλλά είναι ελάχιστα γνωστή στις χώρες όπου μεγάλωσε.

*Η σύντομη αυτή βιογραφία είναι παρμένη από το έντυπο «Where the Light of their Glory Leads – the international context of the Blackball strike», που δόθηκε ως ομιλία για την εκατονταετηρίδα της απεργίας του BlackBerry Strike του 1908, στο Blackball, στις 23 Μάρτη 2008 από τον Mark Derby.

**Μετάφραση Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης.

Joyce Mansour, Άνθη αμονίου

Το αύριο είναι ένας τροχός
Πύρινο το αστέρι της αυγής του βραδινού
Ύστερα πένθιμα χτυπά η κωδωνοκρουσία του κατάκοιτου κρέατος
Η καμπούρα Σταλαγμίτης
Η μαλλιαρή ώρα
Και τα συρρικνωμένα χέρια της
Αυτό το στερημένο σάρκας ξεριζωμένο τρίχωμα
Αφρώδη περιτυλίγματα
Εντερικά παράσιτα
Και τα καταφαγωμένα απομεινάρια της κορνιζαρισμένης ευτυχίας
Αποκόπτουν ουρές κερασιών
Άκου το υστερικό κλαψούρισμα της άρπας
Σύντριψε το μοχθηρό φράγμα των κυκλικών νήσων
Το γαμήσι κρατά τον θάνατο σε απόσταση
Διαχώρισε τα έμβρυα από το λάλιον
Τράβηξέ τα από την ρίζα
Πριν οπισθοχωρήσει ο ήλιος με φρίκη
Και η κατσιασμένη μέρα δείξει περιφρονητικά τα δόντια της
Πριν γίνει μια υπερθερμασμένη παντόφλα

Για έναν αρουραίο
Δέκα κομήτες μέσα στον υπόνομο
Κυνηγούν ψηλές μπότες

Περισφίξτε τους κορσέδες σας
Νκροταφεία
Ξεριζώστε τάξους από τα υγρά και ζεστά σας βλέφαρα
Ο εύθυμος άνεμος του θανάτου
Διατρυπά τύμπανα αφτιών, γκρίζες πόλεις, ογκόλιθους
Ενώ ενα παλιρροϊκό κύμα αστράφτει καθώς περνά αλέθοντας και παγοδρομώντας
Κατά μήκος της απέραντης θάλασσας της ορδής
Ζελατίνη

Κάποτε έκλαψα σε ένα όνειρο
Άνοιξα την αγκαλιά μου και τα δόντια μου έπεσαν
Στην σκιά
Κανίβαλα γηρατειά
Καλύπτουν το ρυτιδιασμένο στόμα της με ένα αφρώδες πέπλο
Ο καταρράκτης ενός παγετώνα
Αποκρύπτει τα μολυβένια της βυζιά
Αφήνοντας ψστόσο απροστάτευτο το φύλο της να κινείται
Γελώντας ξινά

Η έκλυτη πτώση ενός ασημένιου φύλλου
Στην κινούμενη άμμο του ύπνου

Και σπέρμα εκρήγνυται όπως μια σαύρα από το δέρμα της
Όπως η φωτιά από μια τίγρη
Ή ένας όρκος από μια ομπρέλα
Εκείνο το σφυρί που ο χειμώνας δεν θα καρφώσει ποτέ
Ένα χαραδρολούλουδο στην γλώσσα σου
Νείλε

Ένα φωτεινό καθαρό δωμάτιο
Μαστιγωμένο από μούχλα
Ύπνος
Ξεχασμένα πράγματα και απόηχοι κατσάδας
Κισσέ
Φοβάμαι πως θα ανακαλύψω ότι είσαι μικρότερος
Σταθερά εγκαταστημένος στην τροχιά του πόνου
Σαν την ελιά στο μάγουλο της γιαγιάς μου
Καταβροχθισμένος
Καραβροχθίζοντας
Γκάφες και ιξόκολλα
Ενός καταπλάσματος σύκων
Μερικοί θα θέριζαν τον χρυσό
Που επιπλέει επί των υδάτων
Όπως ακριβώς η ομίχλη θα αναζητήσει την νεκροφόρα
Στο σουρωτήρι των βλεφαρίδων της
Άλλοι βγάζουν κάποιο μέλος του σώματός τους
Πλούσιο μάννα για τα έκτακτα ορκωτά δικαστήρια
Απροσδιόριστο όπλο φουσκωμένο από το αίμα
Ασετυλίνη
Και χτίζουν βωμούς από αφρό θαλάσσης
Εποποιίες για το αλάτισμα του ψωμιού του Ειρηνικού
Επαύριοι για καθισμένους περιπατητές
Γλοιώδεις γαγγραινώδεις άνδρες περνούν από το κόκκινο στο ωχρό
Σύννεφα από αράχνες που βαστούν ειδωλολατρικά γκονγκ
Τρέχουν προς τα πάνω αντίστροφα στον δρόμο
Οδηγούμενα από την παλλόμενη ποιμαντορική ράβδο
Της ομελέτας
Υστερία

Η σιωπή απαιτεί ένα ουρλιαχτό
Όπως ακριβώς το κενό απορροφά τον άνεμο
Ο νυχοκόπτης του πατέρα δεν θα φύγει από αυτό το σπίτι
Τεντώνονται και παίζουν
Μακριά γαϊδούρα
Με την κλειτορίδα του καλού
Παιδιού
Το μεσημέρι
Η ιδιάζουσα όψη της συνοικίας Les Hailes
Τα μεσάνυχτα
Η εφιαλτική λύση
Επειλεγείσα ελεύθερα
Περισσότερα τώρα είπε ο απαγχωνισμένος άνθρωπος
Στην άβουλη ρόμπα
Και ο ατημέλητος ιππόκαμπος
Είχε ακόμη μια ακουστική παραίσθηση

Εκεί κοντά
Το εφηβαίο από στυπόχαρτο ενός μικρού κοριτσιού
Χασμουριέται, ρεύεται και εισπνέει απαλά
Σκελετούς
Προνύμφες
Νεκρά πουλιά
Τον τέτανο και την συντροφιά του
Είναι σκληρό να πεθαίνεις σε ένα μελαγχολικό κρεβάτι
Σκουριασμένος σκουπιδοτενεκές μιας διαρκώς γλοιώδους ζωής
Τα μεγάλα ψευδόμενα μάτια της
Και άγρυπνες νύχτες σαν την πυώδη ύλη εκείνης που πιστεύει ότι είναι
Παρθένα
Αιθέρας φορμόλης και η γαλάζια ψυχή των νοσοκομείων
Κόβοντας τα ξερά κούτσουρα της ανάμνησης
Ακόμη και ο σταυρός με τους σαν ρολόι χτύπους του και τους γόνιμους σπόρους του
Ανοίγει διάπλατα
Τα πόδια του

*Πρωτοδημοσιεύθηκε ως αυτοτελής ποιητική πλακέτα, με εικονογράφηση του Reinhoud, από τις εκδόσεις τέχνης Fratelli Pozzo, Τορίνο, 1970. Εμείς το πήραμε από το τεύχος 6 (Μάιος 2015) του περιοδικού “Κλήδονας” της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.

Βασιλική Λόη, Ποιήματα

Ramses Younane (1913-1966): Without Title (1939)

ο άνθρωπος είναι καιρός
με τη βροχή, με τη λιακάδα στα βλέφαρα
με την ομίχλη στη φωνή

*

λόγος δια την αργυρή δόση
των εξήντα πιστωτών χρόνων.
στο μωσαικό της εικόνας, λείπει
το γυρτό στόμα
που πληρώνει το τίμημα της καθυστέρησης.
και πάλι συνεχίζει αγόγγιχτα
ο λόγος δια την ενέργεια,
ανίδεη η τελευταία τιτλοφορεί
την λιπαρή έννοια της (αδράνειας)

*

χαμόγελο και πίσω το πλαίσιο που τοποθετείται
ιριδίζον χείλη
αναίμακτη θυσία της μοναχικής μου διαδρομής
δίνουν οι ήχοι τους άτακτα δομημένοι
σας χτύπησα;

*

αβαθή πραγματικότητα
κερματισμένη σε λεπτά
ασημάδευτων δεικτών,
οι νερωμένες χειραψίες
αντιγραφές

*

αρχειοθετώ τα βλέμματα
βαστάζουν πολλές κατευθύνσεις
της προσφοράς, του δισταγμού
αρχειοθετώ τις κινήσεις
κοφτές νότες
(αγέννητου τραγουδιού)
εγώ, σκυμμένος μικρός λογιστάκος
στα ριζά της λάμπας
που θρέφονται οι αριθμοί
και πληθαίνουν

*

ορισμένη η όραση, πινέλο
τραβάει γραμμές κύκλους
χηματίζει την υπομονή
και ψηλαφεί τον χώρο γύρω της,
αν και η θέρμη του καλοκαιριού
διαστέλλει το εύρος των κλειδώσεων
συστέλλει των χειλιών το παράπονο

*

στη νυχτερινή περιπολία της ανίας,
μοναδική φλυαρία
ο φορτικός λίθινος μονόλογος στο πέλμα
από το πέρασμα των τυφλών.
είναι κι η συνήθεια ακατάδεκτος συγγενής.
αποστειρώνομαι με της λήθης την αλκοόλη

*Από τη συλλογή “μελιδόνι”, σε ηλεκτρονική έκδοση, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2016.

Γιάννης Τόλιας, Δύο ποιήματα

ΛΑΧΤΑΡΑ

Κι αυτή ψιθύρισε:

Πώς να αρνηθώ
σ ́ αυτή τη λέξη
τη γεύση της στοργής

Στο μικρό
υγρό λάμδα της

Όταν ανάσκελα το ξαπλώνεις
πάνω στο χαρτί.

***

ΤΟ ΑΛΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Της έγραψε:

Έτσι ξέρω να φέρνω
το ηλιοβασίλεμα
στα παράθυρά σου

Και χαράζοντας
το χέρι του
με το αμφίστομο των λέξεων

Σκόρπισε πάνω στα τζάμια
το άλικο της απουσίας.

*Από τη συλλογή “Ασκήσεις συναιθληματος”, Πάτρα 2013.

Micheline Maurel, Θα πρέπει να θυμηθώ / Il faudra que je me souvienne

Θα πρέπει να θυμηθώ
Αργότερα, αυτά τα τρομερά χρόνια
Ψύχραιμα, σοβαρά, χωρίς μίσος,
Αλλά και με ειλικρίνεια ακόμα.

Αυτό το θλιβερό και άσχημο τοπίο,
Τo διαρκές πέταγμα των κορακιών,
Τα μεγάλα μπλοκ σ’ αυτόν το βάλτο
Κρύα και μαύρα σαν τάφοι.

Αυτές τις γυναίκες τις μισοτυλιγμένες
Παλιό χαρτί και κουρέλια,
Αυτά τα φτωχά ξυλιασμένα πόδια
Που χόρευαν στο μακρύ προσκλητήριο.

Τις μάχες με κουτάλες,
Με κουβάδες, με γροθιές.
Τα συσπασμένα χείλη
Όταν η σούπα δεν αρκούσε.

Εκείνους τους “ένοχους” που βούταγαν
Στις γούρνες με το λασπωμένο νερό
Αυτά τα κιτρινισμένα μέλη που ροκάνιζαν
Μεγάλα φουσκωμένα έλκη

Αυτόν το βήχα σε κάθε ανάσα,
Αυτή την απελπισμένη ματιά
Στραμμένη προς τη μακρινή γη.
Θεέ μου, βοήθα μας να επιστρέψουμε!

***

Il faudra que je me souvienne

Il faudra que je me souvienne,
Plus tard, de ces horribles temps,
Froidement, gravement, sans haine,
Mais avec franchise pourtant.

De ce triste et laid paysage,
Du vol incessant des corbeaux,
Des longs blocks sur ce marécage
Froids et noirs comme des tombeaux.

De ces femmes emmitouflées
De vieux papiers et de chiffons,
De ces pauvres jambes gelées
Qui dansent dans l’appel trop long.

Des batailles à coups de louche,
À coups de seau, à coups de poing.
De la crispation des bouches
Quand la soupe n’arrive point.

De ces « coupables » que l’on plonge
Dans l’eau vaseuse des baquets,
De ces membres jaunis que rongent
De larges ulcères plaqués

De cette toux à perdre haleine,
De ce regard désespéré
Tourné vers la terre lointaine.
O mon Dieu, faites-nous rentrer !

*Από τη συλλογή “Ravensbrück”, Δεκέμβρης 1944. Μετάφραση/Απόδοση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.