Δήμητρα Καραφύλλη (1947-2014), Τρία ποιήματα

ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΔΕΚΑΔΙΚΟΥΣ

Έχασα τα δάχτυλά μου μετρώντας δεκαδικούς.
Ένα κόμμα σαν δρεπάνι μου τα θέρισε.
Για ίχνη έψαξα παντού.
Άδειασα όλα τα συρτάρια.
Γύρισα ανάποδα τις τσέπες του μπλουτζίν.
Ξήλωσα τα πλεχτά μου γάντια.
Κοίταξα κάτω απ’ τα κρεβάτια.
Ούτε νυχάκι, ούτε σταγόνα αίμα.

Μικρές χαντρούλες δέκα περασμένες σε κόκκινη οτρά.
Να τα δαχτυλάκια μου.
Κοκκαλωμένα.
Χωρίς νεύρα, χωρίς αφή.
Όταν τα βρήκα πόνεσα.
Κυνηγώντας τα ασήμαντα ακρωτηριάστηκα.

***

ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ

Στον Βήτα Βήτα

Δίωρη πτήση.
Βαριές αποσκευές. Προτάσεις, στόχοι, προσδοκίες.
Με περιμένουν, πώς και πώς.
Πρέπει ν’ αρέσω. Να καταπλήξω.
Ταξίδι στο Βορά.
Ως βορά, ίσως.

Φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη.
Πού είναι τα πλουμίδια μου; Τα επιχειρήματά μου;
Χωρίς τα κρυσταλλένια μου γοβάκια, πού πηγαίνω;
Πώς θα γυρίσω; Αν γυρίσω.

Δείπνο σε στρογγυλό χειρουργικό τραπέζι.
Πιάτα ζεστά. Πρόσωπα κρύα. Αιματοβόρα.

Δίωρη πτήση.
Επιστρέφω ως αποσκευή.
Βαριά. Με ελαφρύ στομάχι. Καταστόλιστη.
Κατεψυγμένη σε ορθογώνιο φέρετρο από χρυσό τριάκοντα καρατίων.
Νυφούλα μέσα στις γαλαζοπράσινες
συνθετικές μουσελίνες
που μου δάνεισαν.

***

ΕΛΕΓΕΙΑ

Έχασα τον Μπιν Λάντεν, τον Ξέρξη, τη Σοράγια.
Κάθε άνοιξη
η τετράποδη φρουρά του πεζοδρομίου ανανεώνεται ανεξέλεγκτα.
Νεογέννητα ποικιλόχρωμα γουνοφόρα
ξεφυτρώνουν απ’ τον κισσό της πρασιάς
αναζητώντας λίγη προστασία
και δυο σταγόνες γάλα σε πλαστικό καπάκι.
Σαν ορκισμένη κάνω ό,τι μπορώ.
Παρακαλάω
στη λίστα δίπλα στον Μπιν Λάντεν,τον Ξέρξη, τη Σοράγια
να μη προστεθούν
το Πιτσιρδέλι, η Πουσπουρίκα, ο Κάλχας, η Νταϊάνα
αλλά συμβαίνει.
Η άσφαλτος αμείλικτη κι εγώ ατελής.
Αδυνατώ να συμβιβαστώ με την ιδέα της εφήμερης σχέσης.

*Από τη συλλογή “Γρήγορα στις οθόνες σας”, Εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, Αθήνα 2013.

Γυναίκα διαβάτισσα

milenaphotopoetry's avatarmilenaphotopoetry

Σκιές,
ακίνητες,
σχεδόν κυνικές,
καρφωμένες,
στην άκρια της νοσταλγίας μου, σαν λόγια ανθεκτικής ξερολιθιάς,
ή φρέσκιας μνήμης εργάτες.
Ένα συναίσθημα με αγωνία με κοιτά,
θα σκύψω να το μαζέψω,
σαν γυναίκα διαβάτισσα ,
σε ναρκοπέδιο.
Δεν ξεριζώνω τις σκιές,
σαλεύουν πίσω τους οι υποσχέσεις.
••••••••••••••••••••••••••••••

View original post

Βίκυ Δερμάνη, Η των δακρύων γυναίκα

Ζώο παμφάγο ο πόνος
δρεπάνι που θερίζει
πανούκλα ο πόνος μαύρη

πάνω σε τραπέζι δυσήλιο
πίσω από πόρτες χτισμένες
μέσα σε σπίτι γερασμένο
και γκρεμισμένες μέρες
η των δακρύων γυναίκα
η από βοριάδες ανελέητους
σαν ξάρτι κομμένη
με ζήλο σάρκες ξέσκιζε

πάντα και μόνο
δικές της

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Αναστοχασμός

Θέλω να γράψω
για
όσα προσφέραμε
όσα δεχτήκαμε
όσα αλλάξαμε
όσα ονειρευτήκαμε
όσα μας ένωσαν
όσα μας χώρισαν
πόσο πονέσαμε
πόσο πληγωθήκαμε
πώς θα ξεχάσουμε
Θέλω να γράψω
για
Εμάς
Μόνον

***

Λευκές σελίδες

Λευκές σελίδες, απειλητικές
Επιλογή και δημιουργία-
Ποίημα.
Λέξεις μαχητικές
Αγώνας επικράτησης
Πολεμικός χορός δημιουργίας.
Ικανοποίηση, απογοήτευση
εικόνες, σκέψεις, συναισθήματα
Όπλο το χέρι
του μυαλού η προέκταση-
Οι λέξεις σε παράταξη.
Μιλούν.

*Από τη συλλογή “Χρόνος Προσέγγισης Χώρος Απομάκρυνσης”. Νάουσα, 2018.

Ασράφ Φαγιάντ, Ο τελευταίος της σειράς των απογόνων των προσφύγων

—————————————————————
Να είσαι πρόσφυγας σημαίνει να στέκεσαι στο τέλος της ουράς
Για να σου δώσουν ένα κλάσμα μιας χώρας.
Ο παππούς σου συνήθιζε να στέκεται χωρίς να ξέρει για ποιον λόγο.
Και το κλάσμα είσαι εσύ.
Η χώρα: μια ταυτότητα που βάζεις στο πορτοφόλι με τα λεφτά σου.
Τα λεφτά: κομμάτια χαρτί με εικόνες ηγετών.
Εικόνες: παίρνουν τη θέση σου μέχρι να επιστρέψεις.
Επιστροφή: ένα μυθικό ον που εμφανίζεται στις ιστορίες του παππού σου.
Εδώ ολοκληρώνεται το πρώτο μάθημα.
Το μάθημα σού μεταφέρεται ώστε να μάθεις το δεύτερο μάθημα, που είναι «εσύ
τι σημαίνεις;»

Την Ημέρα της Κρίσης, στέκονται γυμνοί,
Και εσύ κολυμπάς στα απόνερα ραγισμένων σωλήνων αποχέτευσης.
Ξυπόλυτος – που είναι υγιές για τα πόδια
Αλλά ανθυγιεινό για το έδαφος.

Για χάρη σου θα στηθούν εξέδρες και θα οργανωθούν συνέδρια
Και οι εφημερίδες θα γράψουν για εσένα έτσι όπως πρέπει.
Μια νέα φόρμουλα αναπτύχθηκε για την εξάλειψη κάθε δύστροπης βρομιάς
Και μόνον στο μισό κόστος.
Σπεύσε να αγοράσεις τη μισή ποσότητα.
Γιατί η έλλειψη νερού είναι οξύτατη.

Σοβαρές διαπραγματεύσεις
Διεξάγονται ώστε να σου διατεθεί δωρεάν στάχτη για να μην πνιγείς
Χωρίς να επηρεάζεται το δικαίωμα των δέντρων να ζουν στη Γη.
Μάθε πώς να μη χρησιμοποιείς μεμιάς όλη τη στάχτη που σου παρέχεται.

Σου δίδαξαν πώς να ανασηκώνεις το κεφάλι σου
Ώστε να μη μπορείς να δεις τη βρομιά στο έδαφος.
Σου δίδαξαν ότι η μητέρα σου είναι η Γη.
Και ο πατέρας σου;
Τον ψάχνεις για να επιβεβαιώσεις την καταγωγή σου.
Σου δίδαξαν ότι τα δάκρυά σου αποτελούν εξωφρενική απώλεια νερού.
Και το νερό … όπως ξέρεις!

Αύριο,
Είναι μια καλή ιδέα να απαλλαγούμε από εσένα,
Γιατί η Γη θα φαινόταν καλύτερη χωρίς εσένα.
Τα παιδιά είναι σαν σπουργίτια,
Αλλά δεν χτίζουν φωλιές σε νεκρά δέντρα.
Και η υπηρεσία του ΟΗΕ δεν είναι αρμόδια για δενδροφύτευση.

Χρησιμοποίησε τον εαυτό σου όπως μια κάρτα διαπραγμάτευσης,
Όπως ένα κομμάτι χαρτί με ένα ποίημα πάνω του, ένα κομμάτι χαρτί τουαλέτας,
Ένα κομμάτι χαρτί για να ανάψει η μητέρα σου τον φούρνο
Και να ψήσει ψωμί.

[…]
—————————————————————
O Άσραφ Φαγιάντ γεννήθηκε το 1980 στη Σαουδική Αραβία, κατάγεται όμως από το Χαν Γιουνίς στη Λωρίδα της Γάζας και συνεπώς θεωρείται “ανιθαγενής”. Ποιητής, αλλά και ιδιαίτερα δραστήριος στη σύγχρονη εικαστική σκηνή της χώρας αυτής, επιμελήθηκε εκθέσεις που προσέλκυσαν την προσοχή διεθνών ειδημόνων, όπως ο διευθυντής της Tate Modern Κρις Ντέρκον. Το 2013 ο Ασράφ Φαγιάντ ήταν μεταξύ των επιμελητών της έκθεσης σαουδαραβικής τέχνης στην Μπιενάλε της Βενετίας.

Η περιπέτειά του ξεκίνησε το 2013, όταν συνελήφθη και φυλακίστηκε από τη θρησκευτική αστυνομία της χώρας μετά από καβγά με έναν συνάδελφό του στο γήπεδο. Στις αρχές του 2014 καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης και 800 ραβδισμούς, όμως το εφετείο διέταξε την εκ νέου διεξαγωγή της δίκης και ένας άλλος δικαστής τον καταδίκασε σε θάνατο με την κατηγορία ότι με τα ποιήματά του προωθούσε την αθεΐα. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, πραγματικός λόγος της καταδίκης του θεωρείται η δημοσίευση στο Ίντερνετ ενός βίντεο όπου διακρίνεται ένας άνδρας να τιμωρείται δημοσίως με μαστίγωση από τη θρησκευτική αστυνομία.

*Μετάφραση: Γιώργος Χουλιαράς.

Πανωραία Γαλατά, Τρία ποιήματα

Εδώ, σ’ ένα πεζούλι της Μυκόνου
χρόνια τώρα, χαζεύω το βάθος
του χρόνου μ’ ένα καλάμι
στα χέρια και μια πυξίδα.

***

Αποφασίζω ν’ ακολουθήσω
τη ροή του νερού
με το σωμα, με τα μάτια
Να διαγράψω το νοητό ταξίδι
που βγάζει στη θάλασσα
Αν με κατάλαβε κανείς
είναι άλλο θέμα
Αν με δει κανείς
θα το μαρτυρήσει.

***

Κι όπως φιλούσα τη θάλασσα
μ’ έπνιξε
Κορμί λευκό να πλέω σε πελάγη
ανήλια
πότε στα ρηχά
και πότε στα βαθιά τ’ άγνωστά μου
Με πέπλα ραμμένα
για τούτο το σκοπό
πέπλα που δε στέγνωσαν ποτέ…

*Από τη συλλογή “Εξόριστη”, εκδ. Photo Gallery MYKONOS, 2016.

Νίκος Βουτυρόπουλος, από τα “Εργοτάξια Τύψεων”

Γ

Ύστερα ξεσπά λογισμός αναπάντεχος
απαντήσεις χωρίς ερωτήματα τριγυρνούν
σε σειρές βιβλίων παριστάνουν τα μολυβένια στρατιωτάκια.
Πόσα δεν είπαμε σ’ όσους δεν υπάρχουν πια;
Θυμάμαι ένα ψίθυρο και δάκρυα
μπροστά σε πτώμα μετά σκυθρώπιασε
κάθε συνθήκη και τότε είπα
του μέλλοντος θα συμβώ σκαιότερος
αλλά τι τα θες… σαν έσβησα το φως
ροχάλισαν τα ουράνια.
Λες κάποιοι να ’χουν το λογισμικό της ύπαρξης;
Άλλοι πίνουν καφέ με ζάχαρη κι άλλοι
ξενυχτούν με φαντάσματα
δε βγάζεις άκρη μ’ εγκεφαλικές συμπτώσεις
τα όνειρα παράτησα λοιπόν ασύμφορα είναι
καλύτερη η χημεία του ήλιου
και τα ναυαγισμένα παιδιά δες
τη θαλπωρή προσμένουν χεριών που σέβονται
την ανθρωπογεωγραφία.

*“Εργοτάξια Τύψεων”, εκδ. Θράκα, 2016.

Ειρήνη Παραδεισανού, αδέρφια μας πρόσφυγες

Αδέρφια μας πρόσφυγες
αδέρφια μας που σας βαφτίσαν μετανάστες
δεν έχω άλλο να σας δώσω
σ’ αυτήν τη μπίλια που γυρνάει ολάνθιστη στο μαύρο
πέρα από μια λέξη
αδέρφια μας πρόσφυγες
αδέρφια μας μετανάστες
είμαστε όλοι μαζί σας στη βάρκα της θλίψης
που σας έραψε το στόμα

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com/2020/03/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28παρείσακτη%29

Χρίστος Ρ. Τσιαήλης, τα κεφαλαία

———————-
κορδώνουν τα κεφαλαία
και γράμματα δεν θέλουν να λογιούνται
ούτε με τα μικρά συναναστρέφονται,
πόσο επιδεικτικά τη συνοδεία τους αποστρέφονται,
κι ας ξέρουν μόνα κι ανεξάρτητα
πως νόημα δεν βγάζουν.

αρπάζουν τις θέσεις τις πρώτες
αρπάζουν τα ονόματα τα κύρια
διεκδικούν σε πλάτος και ύψος το στερέωμα.
με δόλο σαγηνεύουν πόλεις και νησιά,
για να στεφθούνε συνοδοί σε χάρτες και ταμπέλες,
με την υπερφίαλη σκιά τους
καλύπτουν ηφαίστεια και βουνά, ωκεανούς και λίμνες,
κλέβουν την ιστορία απ’ τα μνημεία
κλέβουν το κλέος των φιλοσόφων που δεν ζουν,
δίνουν κυριαρχία σε άγνωστους θεούς,
σαν πυραμίδες, σαν αυγά του κολόμβου διογκωμένα
σαν παραφουσκωμένες έγκυες πολυκατοικίες
σε έναν κόσμο μεμψοιμοιρίας και στεριωμένης αδικίας
σε μια εποχή αποχαυνωμένης λυρικής σηψωδίας
έρχεται το μισό αλφάβητο να βασιλεύσει
επί του υπόλοιπου μισού.

γίναν οι μάχες ένδον,
κοντάρια στα άλφα και τα δέλτα,
κέρατα επιθετικά στα γάμα και τα έψιλον,
βόμβες βαθιάς εκχύσεως τα όμικρον,
τα ρο κανόνια εγκάρσια στο έδαφος
διανοίγουν τις σήραγγες της σύγχρονης ασυνεννοησίας
καμπύλες εναντίον ευθυγράμμων τμημάτων,
κοιλιές εναντίον κεκλιμένων πλαγιών,
ο όλεθρος,
ω, ο όλεθρος.

και ποια τελικά η συμφωνία, ποια η ρήτρα της εκεχειρίας;
λιγότερες των κεφαλαίων οι θέσεις στην πρόταση,
φανφάρες και κορδώματα,
πλοίαρχοι στων τετραδίων τα πέλαγα
σμηναγοί στων βιβλίων τα προευκτέα ταξίδια,

πόσο θα ήθελα το όνομά σου με μικρό να το έγραφα
-χωρίς να είμαι παράνομος, χωρίς τη συνθήκη να σπάω
χωρίς έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο να ξεκινάω-
για να σου πω ανορθόγραφα το Σ’ ΑΓΑΠΩ με κεφαλαία,
χωρίς τόνους, χωρίς τετράδιο ή βιβλίο, χωρίς νόμους,
χωρίς καν μάχη
όρθιοι εσύ κι εγώ
με το πρώτο γράμμα μικρό
πίσω μας μακριά η περιγελούσα τελεία.

Denise Levertov, Άνθρωπος μόνος

Όταν ο ήλιος πέφτει, γράφει
ένα όνομα μυστικό για ενθύμιο μέσα στο δικό του αίμα
του φωτός την υπερβολή
μια φλόγα σιγανά να κατευνάσει:
και ο άνθρωπος έχει χρόνο να αναζητήσει καταφύγιο.

Όταν όμως το φεγγάρι
προβάλλει στον ορίζοντα, αν και βραδυπορεί
για μια στιγμή, χάνεται
δίχως ίχνος από ασήμι

κι εκείνος μονάχα με τα άστρα απομένει,
άγριος και απόμακρος, και με τις πέτρες
των σκοτεινών δρόμων αφανέρωτες.

Το ίδιο συμβαίνει με τους θεούς,
και με τους ημίθεους,
και με τους ήρωες.

*Από το βιβλίο “Ντενίς Λέβερτοφ Ποιήματα”, Επιλογή-μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Εκδόσεις Ηριδανός, 2007.