Αλέξης Τραϊανός (20/10/1944-7/5/1980), Τρία ποιήματα

ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Τώρα μες απ’ τον ύπνο σου μπορώ να σου δώσω
Τόσες πορείες και τόσες διαφυγές
Πλάθοντας κατά βούληση τα στοιχεία σου
Χαράζοντας γραμμές πλεύσεως που ποτέ σου δε γνώρισες
Γιατί δεν αντιλαμβάνεσαι τίποτα
Τυλιγμένη σε μιαν επιφάνεια
Λαξευμένη στο ύψος σου
Κάτω από ενδύματα που κυματίζουν μεσίστια

Ίσως σου λείπουνε οι καθρέφτες
Ίσως να μην αντίκρισες τα πολλαπλά νοήματα των ματιών
Αλληλένδετα με το είναι σου
Θα κράτησες όμως παιδί σε κάποια περασμένη εκδρομή
Μες στις παλάμες σου μια πεταλούδα
Έπειτα θα την άφησες με μιαν ευτυχία στα μάτια
Και τα δάχτυλα γεμάτα χρυσόσκονη
Θα σφύριζε αργά η αναχώρηση
Και θα ‘χες ψήγματα στις παλάμες τρέχοντας για τη στοίχιση

Ψήγματα χρυσόσκονης που έχεις ακόμα

***

ΟΙ ΛΑΜΠΕΣ

Κάποιος γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες
Αγγίζει τις λάμπες με το χέρι του
Μια πεταλούδα σκύβει το κεφάλι της και φεύγει
Μες απ’ το κίτρινο χιόνι το κίτρινο μάτι
Γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες
Δεν έχει τόπο να σταθεί στο τρίξιμο του ξύλου
Καίουν οι λάμπες μ’ έν’ άλλο φως σβησμένο
Πίσω απ’ τα σακατεμένα δέντρα

Μια τραυματισμένη μέρα δένεται άσπρη
Γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες ψάχνει
Κάτι που ήτανε και δεν είναι
Κάπου εδώ ήτανε και κάποιος άλλος
Τι έγινε και σβήσανε τα τόσα μας φώτα

Ήτανε εδώ ένα χρώμα σαν βιολέτα
Ριγμένο μες στην κάμαρά μας
Ήτανε εδώ ένα χρώμα σα βιολέτα
Που ζούσε μες στην κάμαρά μας

***

ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ

Τα μάτια σου
Πώς σκοτεινιάσαν έτσι τα μάτια σου

Πώς να σε κοιμίσω μέσα μου τούτη τη νύχτα
Που με γυρνά σε μια πλατιά ανάσα
Κάτω απ’ ώρες πιο μαλακές
Κι από γαλάζιες προσδοκίες
Εκεί μες στις ακροβασίες τόσων χελιδονιών

Πώς νύχτα μου να σε κοιμίσω
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Πού να σας κοιμίσω σκοτεινά μάτια της αγάπης
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Τώρα που πλησιάζουν οι τυμβωρύχοι

*Από τη συγκεντρωτική έκδοση Φύλακας ερειπίων – τα ποιήματα (1991)
**Πηγή: http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8476.0

Comtesse Mathieu de Noailles, Οι σκιές

Όταν πια θά ’μαι κουρασμένη εδώ
να ζω μόνη και ξένη
χρόνους αβίωτους,
θα πάω να δώ τη χώρα πού ’ναι
οι ποιητές καικαρτερούνε
με το βιβλίο τους.

Francois Villon, σκιά μου φίλη,
που ταπεινά καθώς οι γρύλοι
ετραγουδοϋσες,
πόσο η ψυχή μου θα σ’ έπόνει,
όταν σ’ επρόσμενε η αγχόνη
κι έκλαιαν οι Μούσες!

Τάχα τρεκλίζοντας ακόμα,
Βερλαίν, κρατάς αυλό στο στόμα,
δεύτερος Παν,
πάντα είσαι άπλός και θείος εσύ,
μεθώντας με οίστρο, με κρασί,
pauvre Lelian;

*Μετάφραση: Κ.Γ. Καρυωτάκης. Από το βιβλίο “Σαρλ Μπωντλαίρ – Πωλ Βερλαίν 25-6 ποιήματα σε μετάφραση Κ. Γ. Καρυωτάκη”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1982. Επιμέλεια: Λουκάς Αξελός.

Ειρήνη Παραδεισανού, Βλέπω τους χειροκροτητές

Μισώ τις λευκές χειρουργικές μάσκες.
Μισώ τα φίμωτρα.
Μισώ την ποινικοποίηση της εγγύτητας.
Μισώ την κανονικότητα του φόβου.
Μισώ την αγυρτεία του χρήματος που κανοναρχεί τα πρόβατα.
Αγαπώ τη θάλασσα και τους ανθρώπους που δεν τη φοβούνται.
Βλέπω πως με κλείσανε στο κελί του φόβου για το καλό μου.
Και τώρα πασχίζουν να με πείσουν
πως η μάσκα είναι απαραίτητο εξάρτημα της νέας μου ζωής.
Βλέπω τους χειροκροτητές.
Βλέπω και το σκοτάδι.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com/2020/04/blog-post_28.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28παρείσακτη%29

Γιάννης Δάλλας (1924-2020), Τα μάτια-μάστιγα

Σχέδιο Γιάννης Στεφανάκις

Ήρθα κοντά σας από υπόγειες σήραγγες
όχι από κει που μάταια περιμένατε
τηλεγραφόξυλα του νόστου δρόμοι του θηράματος
κι ύστερα από τα γνώριμα διόδια
στη σήμανση της πόλης

Δεν ήρθα απ’ τα παλιά ιδεοδρόμια

Μην τα γυρεύετε με προβολείς με λέιζερ
με ανιχνευτές και κυνηγόσκυλα τα μάτια μου
τα ‘στειλα με άλλη αποστολή και ταξιδεύουν
δεν είν’ αυτά τα δυό πουλιά μέσα στ’ αγιάζι
αυτοί οι φάροι στην ομίχλη δύο πλεύσεων
είναι μαστίγια και μέρα νύχτα σας γυμνώνουν
σας μαστιγώνουν ως τα μύχια του ονείρου σας
βουΐζουν πίσω απ’ τις δημόσιες συνελεύσεις
από την κλίνη ως τους τριγμούς της εξουσίας σας
σας μαστιγώνουν σας γυμνώνουν σας πληγώνουν

Δεν είναι φώτα και φτερά είναι μαστίγια

Κι εσείς παχύδερμα που δεν διαμαρτύρεσθε
μαζοχιστές και δεν τ’ ομολογείτε

Tuli Kupferberg, Ασκήσεις λογχομαχίας

Γαμήσου Πρόεδρε Johnson
Όχι εννοώ αγαπήσου
Εννοώ γι’ αυτό δεν είναι που γίνεται ο πόλεμος;
Εννοώ ότι δεν παίρνεις αρκετά καλό έρωτα, δεν είναι έτσι;
Κι εγώ το ίδιο
Κι ο Μάο Τσε Τουνγκ δεν φαίνεται να έχει αρκετό
και δεν μπορείς να γαμήσεις πολύ καλά με μια κούπα ρύζι την ημέρα
και τι γίνεται με τον McNamara;

Ας έχουμε μια διεθνή μέρα γαμησιού

γάμησε για την Ειρήνη
και μετά όλον αυτό τον ωραίο έρωτα
κ.πρόεδρε
κ. δικτάτωρ και κ. Τσανκ Κάι Νου
ίσως να συμφωνήσουμε
ότι στήθος πάνω σε στήθος
είναι συγκλονιστικότερο
ακόμα και από ξιφολόγχες.

HANS UP Ν.Υ. 1964

*Σε αυτή τη μετάφραση (αγνώστου) ημοσιεύτηκε στο αναρχικό δελτίο “ΠΕΡΙπλους στην Ουτοπία”, Καρδίτσα, Οκτώβρης 1992.

Andre Spire, Ανθρώπινο! Πολύ ανθρώπινο!

Ο πατέρας μου ήξερε λατινικά,
Η μητέρα μου έπαιζε πιάνο
κι επήγαινε σ’ επισκέψεις.
Καταλαβαίνεις, μικρή μου,
καταλαβαίνεις;

Είχα ένα παιδαγωγό,
ένα άλογο,
ένα τουφέκι,
υπηρέτες και ιπποκόμο.
Καταλαβαίνεις;

Αλλ’ άγαπούσα πολύ τα βιβλία,
τις καρδιές και τα μάτια θλιμμένα.
Καταλαβαίνεις, μικρή μου,
καταλαβαίνεις;

Αγαπούσαμε πολύ τα δάκρυα,
την αγάπη, τους νικημένους,
τον ουρανό και τους διαβάτες…
Ας ανάψουμε τη φωτιά μας,
ας τινάξουμε τα βιβλία μας,
ας βουρτσίσουμε τά ρούχα μας,
ας γυαλίσουμε τα παπούτσια μας.
Ας γυαλίσουμε τα παπούτσια μας,
κι ας πλύνουμε τα πιάτα.
Καταλαβαίνεις, μικρούλα μου,
καταλαβαίνεις;

*Μετάφραση: Κ.Γ. Καρυωτάκης. Από το βιβλίο “Σαρλ Μπωντλαίρ – Πωλ Βερλαίν 25-6 ποιήματα σε μετάφραση Κ. Γ. Καρυωτάκη”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1982. Επιμέλεια: Λουκάς Αξελός.

Georg Trakl, Ψαλμός του μεταστάντος

Στον Καρλ Μπορομέους Χάινριχ

Πλήρες αρμονίας των πουλιών το πέταγμα. Σε πιο ήσυχες
καλύβες
μαζεύτηκαν το βράδυ τα πράσινα δάση·
οι κρυστάλλινοι του ζαρκαδιού οι βοσκότοποι.
Σκοτεινό καταλαγιάζει του ρυακιού το φλοίσβισμα, οι
νοτισμένοι ίσκιοι

και τ’ άνθη του θέρους, που όμορφα λαλούνε στον άνεμο.
Του στοχαστικού ανθρώπου σκοτεινιάζει τώρα κιόλας
το μέτωπο.

Και φέγγει λύχνος, το Καλό, στην καρδιά του
και η ειρήνη του δείπνου· καθ’ ότι εκ χειρών Θεού ηγιασμένος
εστίν
ο άρτος και ο οίνος, και σε κοιτάζει, σάμπως μέσ’ από μάτια
νυχτερινά,
σιωπηλός ο αδελφός που αναπαύεται έπειτα από περιπλάνηση
στ’ αγκάθια μέσα.
Ω, πώς το εμψυχωμένο της νύχτας γαλάζιο ιδού κατοικείται!

Κι ακόμα με αγάπη η σιωπή αγκαλιάζει στην κάμαρα τους
ίσκιους των γερόντων,
τα πορφυρά μαρτύρια, θρήνο γένους μεγάλου,
που ευλαβικά περνάει τώρα στο έρημο και μόνο εγγόνι.

Γιατί πάντα ξυπνάει λαμπρότερος μέσ’ από μαύρες της
παραφροσύνης στιγμές
όποιος δείχνει καρτερία έξω από πετρωμένο κατώφλι
και τον τυλίγει με βία το ψυχρό γαλάζιο και το φωτεινό
του φθινοπώρου γέρμα,

το ήσυχο σπίτι και οι θρύλοι του δάσους,
μέτρο και νόμος και των μεταστάντων οι ατραποί στο φεγγάρι.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
**Αναδημοσίευση απο εδώ: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/2020/03/normal-0-false-false-false-el-x-none-x_5.html

Ζωή Καραπατάκη, Γλώσσα μου μητρική

Faithful mother tongue
Μίλος Τσέσλαφ

Γλώσσα μου μητρική
πάλι με σένα αναπαύομαι
όταν οι άσκοπες περιπλανήσεις του μυαλού
με καταπονούν
Τότε αναζητώ τα πιο όμορφα λουλούδια σου
να μυρίσω και με τα αρώματά τους να γιατρευτώ

Ξέρω δε μπορείς όλα να τα γιατρέψεις
Είναι όπως όταν φτάνουμε σ΄ένα χωράφι
και περπατάμε αδιάφοροι στην αρχή
μακριά απ την άσκοπη φασαρία
μα μ’ ένα ασήκωτο κενό μέσα μας
Στην πορεία όμως
κάποιο αλλιώτικο άνθος στέκεται
λες και μας περιμένει
Το βλέμμα τότε ξεκουράζεται
η όσφρηση εκμαυλίζεται
και η ακοή συντονίζεται
με τον αδιόρατο παλμό των φύλλων

Έτσι γίνεται και με σένα

Υποπερκάζουσι
λέει ο Όμηρος για το γλυκό ωρίμασμα των σταφυλιών
στο κήπο της Καλυψώς
κόκκινα και πασίχαρα φεγγοβολούν
δίπλα στις θεϊκές πατημασιές της