Γιώργος Σαραντάρης, Τρία ποιήματα

ΑΝΑΓΛΥΦΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Ανάγλυφο μνημείο η ζωή μας δεν αφήνει
η καυχησιολογία μας περιττή
η λαχτάρα μας προς τον κόσμο
όπως τα σοβαρά δάκρυα του παιδιού
μονάχα την απόμακρη μοίρα μας υγραίνει.

***

ΜΙΛΩ

Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα ματιά σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χωρά
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν

Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει

***

ΗΤΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΗΤΑΝ ΟΝΕΙΡΟ

Ήταν γυναίκα ήταν όνειρό ήτανε και τα δυο
Ο ύπνος μ’ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σα να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μούλεγε πως μ’ αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μούλεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα
νιώθοντας την υγεία της σα δική μου υγεία

Όταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τ’ αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
’Έφευγε και ξεχνούσα πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούρια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη.

Nikki Giovanni, Balances / Ισορροπίες

In life
one is always
balancing

like we juggle our mothers
against our fathers

or one teacher
against another
(only to balance our grade average)

3 grains of salt
to one ounce truth

our sweet black essence
or the funky honkies down the street

and lately i’ve begun wondering
if you’re trying to tell me something

we used to talk all night
and do things alone together

and i’ve begun
(as a reaction to a feeling)
to balance

the pleasure of loneliness
against the pain
of loving you

8

Ισορροπίες

Στη ζωή
ένας πάντα
ισορροπεί

σαν να κάνουμε ταχυδακτυλουργικά με τις μητέρες μας
εναντίον των πατεράδων μας

ή έναν δάσκαλο
εναντίον ενός άλλου
(μόνο για την εξισορρόπηση του μέσου βαθμού μας)

3 κόκκοι αλατιού
σε μια ουγγιά αλήθεια

η γλυκιά μαύρη ουσία μας
ή τα funky honkies στο δρόμο

και πρόσφατα άρχισα να αναρωτιέμαι
αν προσπαθείς να μου πεις κάτι

μιλούσαμε όλη τη νύχτα
και κάνουμε τα πράγματα μόνοι μαζί

και ξεκίνησα
(ως αντίδραση σε ένα συναίσθημα)
να ισορροπώ

η ευχαρίστηση της μοναξιάς
ενάντια στον πόνο
του να σ’ αγαπώ

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Το ποίημα βρέθηκε εδώ: https://africanamericansinpoetry.weebly.com/nikki-giovanni.html

Eavan Boland (1944-2020), Η Χαμένη Γη

Φώτο: Mark Estes/Stanford Magazine

Έχω δύο κόρες.

Είναι όλα όσα ήθελα από τη γη.

Ή σχεδόν όλα.

Ήθελα και λίγο χώμα:

Μια πόλη παγιδευμένη στους λόφους. Ένα ποτάμι αστικό.
Ένα νησί στο φυσικό του στοιχείο.

Ώστε να μπορώ να το πω μου. Δικό μου.
Και να το εννοώ.

Τώρα μεγάλωσαν πια κι έφυγαν μακριά

κι η ίδια η μνήμη
έχει γίνει εμιγκρές,
τριγυρνά σε ένα μέρος
όπου η αγάπη παίζει κρυφτό μέσα στο τοπίο:

Όπου οι λόφοι
είναι το χρώμα στα μάτια ενός παιδιού,
όπου τα παιδιά μου είναι αποστάσεις κι ορίζοντες:

Τη νύχτα,
στην άκρη του ύπνου,

βλέπω την ακτή του κόλπου του Δουβλίνου.
Το κύμα στα βράχια, ο πέτρινος μόλος.

Άραγε έτσι ήταν, λέω
έτσι το είχαν δει,
φεύγοντας πάνω στο ποστάλι το σούρουπο,

με τις σκιές να πέφτουν
πάνω σε κάθε τι που έπρεπε να αφήσουν;
Και που θα αγαπούσαν για πάντα;
Και τότε

Με φαντάζομαι
στην κουπαστή του πλοίου,
να ψάχνω το τελευταίο εκείνο χέρι.

Με βλέπω
στο υποβρύχιο μέρος του νερού,
απ’ το σκοτάδι να ξεπροβάλω, να λέω
όλα τα ονόματα που ξέρω για τη χαμένη γη:

Ιρλανδία. Απουσία. Κόρη μου.

*Από τη συλλογή «Η Χαμένη Γη» από τη συλλογή The Lost Land (1998). Μετάφραση: Μυρτώ Χαρβαλιά. Δημοσιεύτηκε με σχόλια τη μεταφράστριας στο ηλεκτρονικό Φρέαρ (https://frear.gr) από όπου και αναδημοσιεύεται εδώ.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Οι καιροί δεν συναινούν

Οι καιροί δεν συναινούν
Είναι και αυτοί εναντίον
Διάκεινται εχθρικά

Ο κόσμος αλλάζει
Όπως αλλάζει
Η απαράλλαχτη ομορφιά
Του εαυτού μας
Παίζω μαζί του το παιχνίδι της ανυπαρξίας
Τα μάγουλά μας θωπεύονται

Όλα στη φόρα
Κι ο βασιλιάς παραείναι γυμνός

Jairo Pinto, Άλλες θάλασσες

Δεν φτάσαμε εδώ απ’ τον Ειρηνικό
Το αίμα μας δεν πλύθηκε απ’ τα νερά του
Οι πληγές μας δεν γιατρευτήκαν απ’ τ’ αλάτι του
Ο ωκεανός του πόνου μας δεν είναι ειρηνικός

*Μετάφραση: Δήμητρα Γλεντή.
**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Βόρεια Βορειοανατολικά”, τεύχος 3, Σεπτέμβρης 2019.

Πελαγία Φυτοπούλου, Εύσπλαχνος αλκοολισμός

σήμερα λέω να πιούμε

σας παρακαλώ να πιούμε

ας πιούμε για το αστροπελέκι της τζαζ

το χαμόγελο της τρομπέτας

ας πιούμε για το πρώτο θρανίο της Ρούμπι Μπρίτζις
το αφρικάνικο αλφάβητο

ας πιούμε για το φτωχό θέατρο

για τον καλύτερο άνθρωπο

ας πιούμε για την Πελαγία Βλάσοβα

για το ρολόι του εργάτη

ας πιούμε για το χρυσόψαρο Κατύν

ας πιούμε για την εξέγερση του Σοβέτο

για τον μικρούλη Έκτορ Πίτερσον

ας πιούμε για το ασημόνερο του Αμαζονίου

για την αγκαλιά του φιδιού

ας πιούμε για το κελί του Λιγκ

για τη γαλάζια πύλη

ας πιούμε για το σαπούνι της Ιρίνα

και τη μυρωδιά της απομόνωσης

ας πιούμε για το τσέρκι των φυλακισμένων

ας πιούμε για την αρετή του αυτόχειρα

ας πιούμε για τη Σαντ Στόουν

το λυπημένο δόντι στον λαιμό κοσμικής κυρίας
ας πιούμε για την Αντιγόνη

τη λευκόπετρα της Αναρχίας

ας πιούμε για το βάσκικο λουλούδι του πάθους

την επιγραφή στον ήλιο

«No pasaran»

ας πιούμε και για τη μητέρα μου, Μαρούτσκα

γιατί η μάνα του καθενός είναι ποιητής

και ναι λοιπόν ας πιούμε γι’ αυτόν

τον ποιητή που ‘χει κρυμμένο

στο στόμα του έναν κούκο

απεργό πείνας

με δυσκολία στέκεται

πάνω στη γλώσσα

γιατί τι είναι η γλώσσα του ποιητή;

ένα κλαδάκι είναι

και μπορεί να σπάσει

γι’ αυτό σας λέω σήμερα να πιούμε

σας παρακαλώ να πιούμε

*Από τη συλλογή «Το δόντι που δακρύζει», Εκδόσεις «Ενύπνιο», 2019).

Πόπη Γιόκαλα, Δύο ποιήματα

Το σήμερα

Στην τελική όλοι το ίδιο ζητάμε.
Έναν άνθρωπο να μας αγαπάει.
Να μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνοι.
Λόγια και πράξεις… μπερδεύονται, ξεδιπλώνονται.
Η αγωνία μας για τα πάντα.
Χωρίς να γευόμαστε το σήμερα!

***

Έρωτας

Τον άδολο, αληθινό έρωτα ψάχνω να βρω.
Τον έρωτα που αναβλύζει σαν το νερό της πηγής.
Είναι τόσο σπάνιο να τον συναντήσεις.
Όσο… να βρεις ένα διαφορετικό κοχύλι
που κρύβει μέσα του μαργαριτάρια.
Αξίζει όμως τον κόπο να ψαρεύεις.
Ας είναι και στα βαθιά νερά.
Ας είναι και πλάι στους καρχαρίες!

Θεοδώρα Βαγιώτη, Φόρος τιμής

Μιαν εντυπωσιακή αρχή σου χρωστώ
με αφέτη και όπλο
σ’ ένα στάδιο γεμάτο με ταριχευτές στίχων
που κουνούν τα σημαιάκια τους
στοιχηματίζοντας στην πρωτιά σου

Ένας από όλους θα σ’ αγαπήσει
πιο πολύ και από παντούμ χαμένης ελπίδας
θα σε καμαρώνει μέσα στο καλοστρογγυλεμένο σου άλφα
θα υψώνει το χέρι σου στη νίκη
ψιθυρίζοντας το προανάκρουσμα
-ίσως και το πρώτο μέρος-
θα σου φιλά ευλαβικά τα χέρια
θα κρατά παράθυρο ανοιχτό
για αέρα καθαρής σκέψης
θα σε ταΐζει στο στόμα όταν περιφρονείς την πείνα σου

Και αφού χορτασμένος
γράψεις κάτι αληθινό
κάτι για τη θλίψη που κρύβει το υλικό των αστεριών
θα τον αγαπήσεις και εσύ
μα δε θα είστε πια τίποτε
παρά δύο σύψυχα που έζησαν
κάποτε στο κατόπι μιας ελαφίνας

*Επιστολές, 2019-2020.

Ένας πλατωνιστής ανάμεσα στους προσωκρατικούς – Γιώργος Βασιλακόπουλος, Συλλογή, Μελβούρνη, 2019

Το εξώφυλλο του βιβλίου

ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ*

Πολλοί γνωρίζουν το φιλοσοφικό έργο του Βασιλακόπουλου. Μαζί με την Τούλα Νικολακοπούλου, συγγράφουν για πολλά χρόνια τώρα μερικά από τα πλέον βαθυστόχαστα, περίπλοκα και ‘ανθρωποκεντρικά’ μελετήματα της σύγχρονης φιλοσοφίας σε συνήθως πολυσέλιδα βιβλία που λίγοι δυστυχώς έχουν τον χρόνο να τα διαβάσουν. Το κοινό υπόβαθρο τόσο των φιλοσοφικών τους δοκιμίων όσο και των πολιτικών μανιφέστων είναι μια οντολογία των σχέσεων, μια διερεύνηση της αλληλοδραστικής ουσίωσης της κοινωνικότητας που διαμορφώνει μια μοναδικής πυκνότητας ανθρωπολογία.

Αυτή η περίπλοκη οντολογική θεώρηση, που ξεκινάει από τον Πλάτωνα, περνάει μέσα από τον Χέγκελ και τον Μαρξ, καταλήγοντας στον Αλαίν Μπαντιού και τον Καστοριάδη, αποτελεί το υπέδαφος μιας άλλης δραστηριότητας του Γιώργου Βασιλακόπουλου, της ποιητικής βίωσης και της μετάφρασης μέσω της ποίησης, αυτών των περίεργων, αδιόρατων και προγλωσσικών «κινημάτων της φαντασίας» (Δ. Σολωμός) όπως τα βρίσκουμε στα ολιγόλογα, επιγραμματικά και πυκνότατα ποιήματα αυτού του βιβλίου.

Ο Βασιλακόπουλος γράφει ποιήματα πολύ πριν φιλοσοφήσει. Τα πρώτα που δίνονται σε αυτή την συναγωγή πάνε πίσω στο 1972, όταν ήταν ακόμα έφηβος δοκίμαζε την ποιητική του φωνή και μπορούν να ειδωθούν σαν δείκτες πορείας γι’ αυτά που επέπρωτο να ακολουθήσουν. Ως νέος της υπερ-πολιτικοποιημένης εκείνης εποχής, ο Βασιλακόπουλος μεγάλωσε με πολιτικά τραγούδια και τον μελοποιημένο Σεφέρη, που συχνά-πυκνά ακούμε στα ποιήματα πολλών ποιητών της εποχής. Επιμένω μάλιστα στον μελοποιημένο Σεφέρη, και φυσικά Ελύτη και Ρίτσο, γιατί πιο πολύ τραγουδιέται εκείνη η ποίηση και λιγότερο διαβάζεται ή επαγγέλλεται — γεγονός που ΄χει αφήσει μέχρι σήμερα μια βαριά σκιά πάνω στην φωνή πολλών ποιητών της Αυστραλίας.

Η αλλαγή των θεμάτων και του ύφους του ωστόσο μπορεί να υποτυπωθεί άμεσα από έναν καλοπροαίρετο αναγνώστη. Παλιά είχα γράψει ένα ολόκληρο μελέτημα για τον Παλαμά διαβάζοντας την ποιητική του συλλογή “Ασάλευτη Ζωή”, από το τέλος προς την αρχή, αναδρομικά δηλαδή, παρακολουθώντας την απώτερη κατάληξη παρά την καταγωγική αρχή. Το πού καταλήγει κάποιος δεν προσδιορίζεται κατ’ ανάγκη από πού αρχίζει. Το ελιοτικό ‘στην αρχή μου είναι το τέλος μου’ πάντα ακουγόταν κάπως σαν αυτομυθολόγηση, ένας ναρκισσισμός της απουσίας, παρά μια δήλωση ενσυνείδητης παρουσίας και ενεργούς παρέμβασης.

Σύντομα η ποιητική φωνή του Βασιλακόπουλου αυτονομείται και χειραφετείται από τους μεγάλους πατέρες και δημιουργεί ένα γλωσσικό σύμπαν γεμάτο ασυνέχειες, εξαρθρώσεις και μετωνυμίες, ένα γλωσσικό σύμπαν που αναδύεται από τον χάοσμο του Πολ Τσελάν και όχι από τον περίκομψο κόσμο του Σεφέρη. Είναι περίεργο επίσης αλλά ήδη από τις επόμενες συλλογές του (“Χρονικό”, τα “Ομοιώματα” και “Η Μνήμη του Επισκέπτη”) στη δεκαετία του ’80, η ποίησή του αποκτά μια αξιοθαύμαστη ωριμότητα και αρτιότητα, αποβάλλοντας το περιττό και το περισσόλογο, επικεντρώνοντας τους στίχους του σε βραχυλογικά σημειώματα, σαν λυρικούς πυρήνες που συγκλίνουν σε επιγραμματικές δηλώσεις γεμάτες αισθησιασμό και αναζήτηση.

Ο κεντρικός πυρήνας του ποιήματος τώρα γίνεται η ποιητική γραφή η ίδια, υποδεικνύοντας τις πολύπλοκες διεργασίες του μυαλού να στοχάζεται πάνω στην ίδια του την δημιουργικότητα: ‘γέμισαν/χαλίκια τα μάτια μου/φυτεύοντας το ίδια ρήματα.’(σ. 41) Μέσα σε αυτά τα ποιήματα αναπτύσσεται τελικά ένα και μοναδικό θέμα, που διαπνέει όλη την ποίηση, η παρουσία της αγάπης και της συγκινησιακής έκστασης που εμπνέει. Αν οι καταραμένοι ποιητές λατρεύουν τον ακραίο ερωτισμό ή τις εκρήξεις των ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων τους, η ποίηση του Βασιλακόπουλου καταδεικνύει πόσο δύσκολο είναι να επικεντρωθείς σε ένα θέμα και να το πολιορκείς διαρκώς σε όλη σου τη ζωή και με όλες τις δυνάμεις. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να αντιπαραβάλουμε τα ποιήματα του με τους στίχους ενός ποιητή που δυστυχώς πέθανε νωρίς και άφησε πίσω του ένα έργο 700 (!!!) σελίδων, τον Ηλία Λάγιο, που αποτελεί σήμερα τον απεγνωσμένο έρωτα της ποιητικής Αθήνας.

Ο ποιητής και λέκτορας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου La Trobe της Μελβούρνης, Γιώργος Βασιλακόπουλος

Ο επιγραμματικός λόγος του Βασιλακόπουλου αναστοχάζεται και αυτοδικάζεται χωρίς ακκισμούς και περιαυτολογίες. Είναι μια ποίηση ουσιαστικών και όχι επιθέτων, επικεντρωμένη στην απόλυτη mot juste, και όχι σε περιφράσεις και παραφράσεις. Μια ποίηση απόλυτης διαφάνειας και ευκρίνειας, μια ποίηση καθαρή, όπως τη βρίσκουμε στην ποιητική γλώσσα της κινέζικης και γιαπωνέζικης παράδοσης, που αιφνιδιάζει με την απροσδόκητη ευθυβολία της: ‘ούτε η οργή/ούτε ο ενθουσιασμός/μόνο η σφαίρα της κούρασης/και η γλώσσα που άγγιξε τον δημιουργό της/δηλαδη το καινό/που ο κάθε πατέρας και η κάθε μητέρα είναι…’(σ. 86)

Ο Βασιλακόπουλος γνωρίζει ότι, όπως είχε παρατηρήσει ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο ποιητής είναι ένας άνθρωπος που δεν αγαπάει τις λέξεις. Δεν θέλει οι λέξεις να υποτάξουν ή να εξαφανίσουν την απείθαρχη συγκίνηση αλλά να καθηλώσουν τα ίχνη της πάνω στο λευκό χαρτί και μέσα στην γλώσσα. ‘Ποίηση, έγραφε ο Πολ Τσελάν είναι πιθανώς αυτό: μια Atemwende, μια στροφή της αναπνοής μας.’ Η ποίηση του Βασιλακόπουλου είναι μια ποίηση φυσικής αναπνοής. Ο αναγνώστης δεν υποχρεώνεται να πιέσει την φωνή του να διαβάσει ή να συσχετιστεί με τον κόσμο της. Η γλώσσα του με φυσικότητα σε εισάγει σε έναν κόσμο ενεργητικής περισυλλογής: ‘τί ενώνει και τί χωρίζει/τους ανθρώπους;//έπλεξες τον ιστό /με το χώρο και το χρόνο//μες το χώρο και το χρόνο//το πρόσωπό σου είναι ο τόπος της ματαίωσης//έρχεσαι και φεύγεις/έρχεσαι και φεύγεις/(άφωνη μνήμη)//σαν το ποτάμι του Σεφέρη/ή του Ηράκλειτου’(σ. 120).

Πρόκειται για μια ποίηση λεπτών αποχρώσεων και ανεπαίσθητων μετατοπίσεων: ‘Με τη γλώσσα/αφουγκράζομαι το δέρμα ν’ ανασαίνει…’(σ. 200) και μια γλώσσα που γνωρίζει τα όριά της: ‘Στη σύναξη των λέξεων//το ποίημα/ υπόσχεση του αύριο/και αναβολή του σήμερα//το νόημα του κόσμου/ατόφιο’ (σ. 267). Η ποίηση του Βασιλακόπουλου συνομιλεί με τα αποσπάσματα των προσωκρατικών και τους μονολεκτισμούς του Νίκου Καρούζου για να μπορέσει να εγκιβωτίσει στους στίχους της ένα όραμα αγαπητικών μετουσιώσεων, όπως το βλέπουμε στον Τάσο Λειβαδίτη και μερικές φορές στον καλύτερο Γιάννη Ρίτσο, σε ποιήματα λόγου χάρη όπως «Το Νόημα της Απλότητας», συλλογές όπως τα «Μονόχορδα». Ο ποιητής κινείται σε ένα όραμα κόσμου που γίνεται ταυτοχρόνως πιο λαγαρό και πιο περίπλοκο, σαν τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου.

Θεωρώ ότι οι δύο τελευταίες ενότητες του βιβλίου “Τα Χ(ε)ίλια Ερωτικά” και “Το Μερίδιο των Νεκρών” συνιστούν κορυφαίες στιγμές της ελληνικής ποιητικής γλώσσας που κάποια στιγμή θα αξιολογηθούν και θα αξιοποιηθούν από ευαίσθητες αναγνώσεις και ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Ο κεντρικός πυρήνας της σημασιολογίας του έργου, όπως ανέφερα, είναι η αγάπη, μια λέξη που απουσιάζει εντελώς από τον αγαπημένο του Πλάτωνα. Δεν αποτολμώ βέβαια να υποθέσω ότι είναι η χριστιανική αγάπη, αν και το όραμά του πλησιάζει ‘l’ amor che move ’l sole e l’altre stelle” την υπερβατική αγάπη που κινεί τον ήλιο και τα άλλα αστέρια, όπως τελείωνε το μεγάλο του ποίημα ο Δάντης. Ο Βασιλακόπουλος είναι ο ποιητής της ενσώματης παρουσίας, αισθησιακός και αισθησιοκράτης, γεμάτος από συγκινήσεις και πάθη που τα μετουσιώνει σε αποστάγματα καθαρής ποίησης, αναδομώντας αλλά όχι αποδομώντας την γλώσσα. Για ποιο λόγο; Για να δώσει χώρο στην ανάδυση του άλλου μέσα του.

Θα μπορούσαν πολλά να ειπωθούν για την συναγωγή των ποιημάτων του που συνιστούν ταυτόχρονα την διαρκή διανοητική εξερεύνηση τόπου και χρόνου, την υπαρξιακή μετατόπιση, που βρίσκει εκφραστική συμπαραδήλωση σε μετωνυμίες και συνεκδοχές ‘Είμαι//το ενυδρείο// της σιωπής// ψαράκια οι λέξεις// για την περίεργη //ιστορία’ (σ. 359).

Τις τελευταίες δεκαετίες ένα νέο κίνημα ποιητικής έχει διαμορφωθεί στα ελληνικά και στα αγγλικά στην Αυστραλία. Ο Μιχαήλ Μιχαήλ και ο Κωνσταντίνος Καλυμνιός αναζωογονούν την παράδοση του Δημ. Τσαλουμά, της Ντίνας Αμανατίδου, της Γιώτας Κριλλή και του Σ.Σ. Χαρκιανάκη, ενώ και στα αγγλικά η Angela Costi, η Effi Hatzimanoli, η Tina Giannoukos συνεχίζουν την Antigone Kefala και την Anna Couani, με άλλες ενδιαφέρουσες μορφές σχεδόν στα περιθώριο των παροικιακών τεκταινομένων με τον Νίκο Κυπραίο, τον Δημήτρη Τρωαδίτη, και στα αγγλικά με την μοναδική και ξεχωριστή φωνή του George Mouratidis.

Η “Συλλογή” του Βασιλακόπουλου προσθέτει ένα πολύτιμο κεφάλαιο στον ποιητικό λόγο της ελληνικής παρουσίας στην πολύγλωσσο κόσμο της Αυστραλίας. Πού ανήκει και αν αυτό το φαντασιακό θηρίο της ελληνο-αυστραλιανής λογοτεχνίας συνεχίζει να επιβιώνει είναι κάτι που θα μπορούσαμε να το συζητούσαμε κάτω από άλλες περιστάσεις. Μια ποίηση που στοχάζεται και δεν νοσταλγεί ίσως να υποδεικνύει τις μεγάλες αλλαγές που έχουν συμβεί στο καλλιτεχνικό και συλλογικό φαντασιακό της ελληνικής παρουσίας και χρειάζεται περισσότερο προσοχή και μελέτη.

*Ο Βρασίδας Καραλής από το 1990 διδάσκει ελληνικά στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ στην Αυστραλία. Είναι επικεφαλής του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Σίδνεϋ. Ανάμεσα στα άλλα, έχει εκδώσει μεταφράσεις έργων βυζαντινής ιστοριογραφίας και μελέτες πάνω στο έργο του Ζήσιμου Λορεντζάτου, του Νίκου Καζαντζάκη και του Διονυσίου Σολωμού. Έχει τυπώσει ένα μεγάλο αριθμό άρθρων πάνω σε έργα και συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ενώ έχει μεταφράσει στα ελληνικά μυθιστορήματα του Αυστραλού νομπελίστα συγγραφέα Patrick White.