Αναμένεται: Ευάγγελος Ρ. Ρουσσάκης, Το σχοινί, εκδ. Φεγγίτης

Μια παράξενη φιγούρα που κοιτάει ένα σχοινί, σ’ ένα δωμάτιο έξω από τον χώρο και τον χρόνο. Μια ονειρική διάσταση, ένα ατέρμονο παιχνίδι του Κενού και της Νύχτας. Παρατηρητής και παρατηρούμενο ταυτίζονται. Ο θεός κυνηγάει τον κόσμο. Η ματαιότητα είναι ένα φίδι που τρώει την ουρά του. Οι Τέχνες είναι οι αισθήσεις του θεού. Όλα είναι θραύσματα μιας ανέγγιχτης εικόνας. Η λογική καταρρέει. Θριαμβεύει η καρδιά. «Υπάρχουμε στ’ αλήθεια;» Η απάντηση είναι η ερώτηση. Σε αυτή την υπαρξιακή, σκοτεινή, απόκοσμη νουβέλα, o Kafka συναντάει τον Schrödinger.

Ο Ευάγγελος Ρ. Ρουσσάκης μάς οδηγεί σ’ ένα μονοπάτι πέρα από τις παρυφές της συνείδησης• κι από εκεί, μπορεί κανείς ν’ αγναντέψει, κατειλημμένος απ’ την αίσθηση της γνήσιας προαιώνιας λαχτάρας, το πιο αδυσώπητο μυστήριο – τον σύγχρονο μετέωρο άνθρωπο.

Νίκος Σφαμένος, Η άνοιξη που έρχεται θα είναι παγωμένη

με τις ώρες μπροστά σ’ ένα κομμάτι
χαρτί
χαμογελάς
ω ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα
μα γράψε κάτι για τούτη τη νύχτα
-ειδικά ετούτη-
και μετά πέτα τις λέξεις στον αέρα
άστες να στριφογυρίζουν και
άπλωσε τα χέρια σου
άγγιξε τες
μα ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα
και εγώ
τι να σας πω
τι να σας πω
για τούτη τη πένθιμη νύχτα του
ακροβάτη
δεν ξέρω
οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο νεκροί
από ποτέ
και οι γάτες τριγυρνάνε στις σκεπές
και οι γέροι κλαίνε στα λιμάνια
τα χέρια να αιωρούνται στο σκοτάδι
οι ψυχές να διαβαίνουν τα σοκάκια
και εγώ
μα τι να σας πω
δεν ξέρω
περπατάω σε ετοιμόρροπες
γέφυρες
ξενυχτάω σε μια άδεια άγνωστη
πολιτεία
οι μεθυσμένοι θα κοιμούνται στα
βρώμικα παγκάκια
τα παιδιά θα ονειρεύονται παρέα
με τ αστέρια
εγώ
καίγομαι
τα βράδια
εκτοξεύομαι
-μα οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα-
οι καμπάνες τις πόλης χτυπάνε
κάποιοι τούτη την ώρα έρχονται
κάποιοι τούτη την ώρα φεύγουν
τι να πει ένας μοναχικός καθώς
οι πόλεις ερημώνουν
οι ζωές χάνονται
τι να πει στις μέρες που φεύγουν ή
στα σκυλιά που κλαίνε στους δρόμους
-μάλλον τίποτα-
μόνο θα πάρει στη χούφτα του
δυο τρεις λέξεις
θα μυρίσει τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσει και όλα χαθούν
θα τις κρύψει στη μασχάλη του
θα μοιραστεί μαζί τους τη γαλήνη
απόψε δε φυσά αέρας και ούτε
ο ουρανός έχει
αστέρια
λέξεις μαχαίρια
άγιες
ανέγγιχτες
ταξιδεύουν στον ορίζοντα
ελεύθερες
όμως εγώ θα τις κρύψω στη μασχάλη μου
θα μυρίσω τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσω και όλα χαθούν

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Ο Νίκος Καχτίτσης και οι κυκλοθυμίες του

Μια ματιά στο βιβλίο του Γιάννη Βασιλακάκου «Νίκος Καχτίτσης – Ένας κυκλοθυμικός ήρωας του Κάφκα», Εκδόσεις Οδός Πανός

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ*

Τι κοινό έχουν ένας παρανοϊκός Βέλγος εγκληματίας πολέμου, ο οποίος κρύβεται στην Κεντρική Αφρική, και η αινιγματική φυσιογνωμία με το αλλόκοτο ονοματεπώνυμο Στοππάκιος Παπένγκους, αρχαιοπώλης το επάγγελμα, με τον Νίκο Καχτίτση; Κατά πόσο η ζωή του τελευταίου είναι παράλληλη με αυτή των δύο προαναφερομένων; Και ποιος, τέλος πάντων, ήταν ο Νίκος Καχτίτσης;

Ο Καχτίτσης, ακόμη και σήμερα, παραμένει όχι από τους ιδιαίτερα γνωστούς λογοτέχνες στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας. Ίσως επειδή έζησε για πολλά χρόνια εκτός Ελλάδας, αλλά όχι μόνο γι’ αυτό. Άγνωστος ήταν και για μένα προσωπικά, γιατί πριν κάποια χρόνια το όνομά του δεν μου έλεγε κάτι. Αν και είχα ακούσει το όνομά του, ωστόσο εκτός από ένα κείμενο του Κωστή Παπαγιώργη, δεν γνώριζα τίποτε άλλο.

Ωστόσο, από τα συμφραζόμενα συνάγεται ότι ο Καχτίτσης, τόσο ως υπαρκτή προσωπικότητα όσο και ως λογοτέχνης, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, να κεντρίζει το ενδιαφέρον κυρίως από τον χώρο της ελληνικής ιντελιγκένσιας, αλλά και να διεγείρει την πιο ανήσυχη φαντασία.

Από κάποιες σκόρπιες αναφορές εδώ κι εκεί και από τον Παπαγιώργη λίγο πιο μετά, γνώριζα ότι το πιο εμβληματικό έργο του Καχτίτση ήταν ο «Εξώστης», που τράβηξε τόσα και τόσα για να εκδοθεί μέχρι που ο ίδιος έγραψε ένα άλλο βιβλίο το «Η Περιπέτεια Ενός Βιβλίου» (όπου εξιστορεί την Οδύσσεια της έκδοσης του «Εξώστη»). Μυστηριακές, πράγματι καταστάσεις, που σίγουρα καθιστούσαν όχι μόνο το έργο, αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα, ως υπόσταση, ως γραφή και ως ιδέες, ένα αίνιγμα, ένα μεγάλο ερωτηματικό. Κάτι που γινόταν και πιο έντονο αν προσθέταμε και το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν απόδημος -όπως και εγώ- ένας συγγραφέας της διασποράς, για τον οποίο σχετικά λίγοι από τον λογοτεχνικό χώρο γνώριζαν κάτι γι’ αυτόν και το έργο του.

Η περίπτωση του Καχτίτση μου θυμίζει την περίπτωση ενός άλλου Έλληνα λογοτέχνη της διασποράς, του υπερρεαλιστή ποιητή Θεόδωρου Ντόρρου, ο οποίος έζησε στη Γαλλία, για τον οποίο μόνο ένα μικρό βιβλίο, αποτελούμενο από την ποιητική συλλογή με τίτλο «Στου γλυτωμού το χάζι» και αρκετά βιογραφικά στοιχεία, σχόλια και γενική επιμέλεια Μαρίας Αθανασοπούλου έχει έως τώρα εκδοθεί στην Ελλάδα (εκδ. Γαβριηλίδης, 2005). Παρεμπιπτόντως, φωτογραφία του Ντόρρου από τη δεκαετία του 1920 ή του ΄30 μόλις μερικές μέρες πριν κατορθώσαμε να δούμε (χάρη στον εκδότη του λογοτεχνικού ελλαδικού περιοδικού «Οροπέδιο» και λογοτέχνη Δημήτρη Κανελλόπουλο).

Και στην περίπτωση του Ντόρρου, όπως και σ’ αυτήν του Καχτίτση, πέρα από την εν λόγω έκδοση, ο λογοτέχνης παραμένει όχι ιδιαίτερα γνωστός στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Είναι άραγε η κοινή και αδιαφιλονίκητη μοίρα των Ελλήνων λογοτεχνών στην διασπορά να τους «τρώει το μαύρο σκοτάδι» και να μην γίνεται καμία νύξη γι’ αυτούς, πέρα από τραγικά ελάχιστες περιπτώσεις, στα ελλαδικά λογοτεχνικά πράγματα;

Έτσι, λοιπόν, εκεί που και μόνο το διασπορικό νήμα που με ένωνε με τον Καχτίτση και ήθελα να μάθω κάτι, να ξεκινήσω να βρω στοιχεία για αυτόν, έρχεται ο Γιάννης Βασιλακάκος και μου λέει ότι είχε ήδη ετοιμάσει ένα βιβλίο γι’ αυτόν. Οποία χαρά! Επιτέλους!

Ο Γιάννης Βασιλακάκος, λοιπόν, κυκλοφόρησε πριν ένα χρόνο περίπου (Μάρτη του 2019) το πολύ καλό βιβλίο του για τον Καχτίτση με τίτλο «Νίκος Καχτίτσης – Ένας κυκλοθυμικός ήρωας του Κάφκα» από τις πολύ καλές εκδόσεις Οδός Πανός του Γιώργου Χρονά.

Πριν όμως πούμε οτιδήποτε για το βιβλίο και την όλη δουλειά του Γιάννη Βασιλακάκου για τον Καχτίτση, να παραθέσουμε, για να προδιαθέσουμε τον αναγνώστη, ένα απόσπασμα (που παραθέτει ο Γιάννης Βασιλακάκος) από λεγόμενα του Ηλία Πετρόπουλου. «… Οι δε λογοτέχνες σιωπούν. Ωστόσο, η κάθε μέρα που διαβαίνει όλο και με πείθει ότι ο θάνατος του μακαρίτη Νίκου Καχτίτση υπήρξε και παραμένει μια συντριπτική απώλεια για την αρκούντως ισχνή νεοελληνική πεζογραφία. Είναι υποκριτικό, και ίσως μάταιο, να γράψω μια συγκινητική νεκρολογία για τον μακαρίτη. Αυτός ο Νίκος Καχτίτσης, σαν τον ‘Νεκρό Ταξιδιώτη’ του Παπαδιαμάντη, πλέει προς την Ελλάδα. Και είναι πιο πρακτικό και πιο πατριωτικό το να τονίσω, με εμπάθειαν, πως αυτός ο Νίκος Καχτίτσης είναι κάποιος σπουδαιότατος νεοέλλην πεζογράφος». (Από το έργο των Η. Πετρόπουλου-Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλου, Μνήμη Νίκου Καχτίτση, εκδ. Φάσμα 1972).

Το βιβλίο του Γιάννη Βασιλακάκου, λοιπόν, που όπως είπαμε πριν φέρει τον τίτλο «Νίκος Καχτίτσης – Ένας κυκλοθυμικός ήρωας του Κάφκα», είναι ένα αρκετά δομημένο, ένα εν πολλοίς «ψαγμένο» βιβλίο όσον αφορά τη θεματολογία που σχετίζεται γύρω από τη ζωή, το έργο και την όλη παρουσία του Νίκου Καχτίτση στα Γράμματα. Ο συγγραφέας παρουσιάζει εδώ την επιτομή μιας εξαντλητικής, όπως φαίνεται, έρευνας και αναψηλάφησης όλων όσων αφορούν την πολυσχιδή αλλά και αινιγματική, προσωπικότητα του συγγραφέα-ήρωά μας.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: στην παράθεση βιογραφικών στοιχείων αλλά και κριτικών και παρατηρήσεων αντλημένων τόσο από μεγάλο αριθμό αρχείων και δημοσιεύσεων, αλλά -το κυριότερο- από προσωπικές καταθέσεις στον συγγραφέα ανθρώπων οι οποίοι έζησαν από κοντά ή σχετίστηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τον Καχτίτση και το έργο του.

Οι τίτλοι των κεφαλαίων αυτών που είναι ενδεικτικοί της όλης δουλειάς που έχει κάνει ο Γιάννης Βασιλακάκος, έχουν ως ακολούθως: «Μια σημαδιακή “αποκάλυψις” του προφήτου Ηλίου του Πετροπούλου», «Η περιπέτειά μου με τον Στοππάκιο Παπένγκους», «In search of Stoppakius Papenguss», «Παιδική ηλικία: ο άγνωστος χαμένος Παράδεισος», «Οι αλλεπάλληλες “κρίσεις”», «Η διηνεκής επιστολή», «Ποιοι οι φίλοι», «Το «”πορτρέτο του καλλιτέχνη” από τους φίλους του», «Cunnus et Litteratura», «Το “άνοστον ήμαρ»” του Μεσιέ Κατσιτσίς», «Οι αλχημείες του Στοππάκιου Παπένγκους», «Mια αινιγματική Περιπέτεια», «Η τελευταία (αντιστασιακή) πράξη του δράματος», «Ένας, παρ’ ολίγον, Έλληνας Κόνραντ», «Ο πιο εκ-κεντρικός μεταμοντερνιστής μας», «Ο βίος βραχύς», η τέχνη μακρά, ενός “καταξιωμένου και άγνωστου”», Επίμετρο: «Οι μεταθανάτιες εκδοτικές περιπέτειες», Επιμύθιο και, φυσικά, η απαραίτητη Βιβλιογραφία.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου δημοσιεύεται ένα αρκετά εκτεταμένο Επίμετρο, όπου ο συγγραφέας παραθέτει φωτογραφίες του Νίκου Καχτίτση και άλλων, χειρόγραφα κείμενα δικά του (του Καχτίτση) και των αλληλογράφων του, χειρόγραφα περιοδικά, φυλλάδια, επιφυλλίδες, έντυπα περιοδικά, δημοσιευμένα κείμενα σε περιοδικά και ακόμα αδημοσίευτα κείμενα του Νίκου Καχτίτση. Επίσης, εξώφυλλα αυτοεκδιδόμενων βιβλίων, περιοδικών και… κηδειόχαρτων του Νίκου Καχτίτση καθώς κι ένα εκδοτικό συμφωνητικό.
Τόσο ο παρανοϊκός Βέλγος εγκληματίας πολέμου, για τον οποίο μιλούσαμε στην αρχή του παρόντος σημειώματος, και ο οποίος έχει καταφύγει στην Κεντρική Αφρική, όσο και ο αινιγματικός και εν πολλοίς παράξενος Στοππάκιος Παπένγκους, κεντρικοί ήρωες των μυθιστορημάτων του Καχτίτση «Ο Εξώστης» και «Ο ήρωας της Γάνδης» αντίστοιχα, αποτέλεσαν και παραμένουν «στοιχειωμένες» υποθέσεις για τον Γιάννη Βασιλακάκο, στην εναγώνια προσπάθειά του να φέρει στο φως όλα εκείνα που θα μπορέσουν να στοιχειοθετήσουν μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη εικόνα του ψυχικού και εσωτερικού κόσμου του Καχτίτση και, ίσως, κατ’ επέκταση να προσφέρει μια ανάλογη ερμηνεία του «αλλόκοτου» αλλά και πρωτοποριακού του έργου.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Γιάννης Βασιλακάκος στην αρχή του βιβλίου του (σελ. 12-13):
«Η ενασχόλησή μου με τον Καχτίτση (που άρχισε το 1988, δεν έχει τελειώσει ακόμη, και ίσως να μην τελειώσει ποτέ…) υπήρξε απ’ τις συναρπαστικότερες περιπέτειες της ζωής μου. Αυτή η μακρόχρονη περιπλάνησή μου σ’ έναν ομότεχνο και, τηρουμένων των αναλογιών, ομοιοπαθή συγγραφέα της διασποράς, όσο γοητευτική κι αν ήταν, δεν υπήρξε εντελώς ανέφελη».
Και λίγο παρακάτω:
«Όπως όλοι οι μεγάλοι έρωτες είχε τα high και τα low της, τα πάνω και τα κάτω της, και, ασφαλώς, ένα καθόλου ευκαταφρόνητο τίμημα (προσωπικό, οικογενειακό, ψυχολογικό). Το ερώτημα είναι: άξιζε τον κόπο ή μήπως ήταν “πολύ κακό για τίποτα”; Η απάντηση, προφανώς, είναι αυτονόητη και μόνο από την ύπαρξη του ανά χείρας βιβλίο».
.
Έχω την εντύπωση από τα γραφόμενα του Γιάννη Βασιλακάκου, στην ανάγνωση του βιβλίου του, ότι στα δύο προαναφερόμενα έργα του Καχτίτση, κατά κύριο λόγο, αλλά και στο συνολικό του έργο με τη συγγραφή αέναων επιστολών και τις απόπειρες έκδοσης εντύπων και άλλων υλικών, έρχεται άμεσα στην επιφάνεια ο αποκλεισμός που χαρακτηρίζει όχι μόνο τη σχέση του Καχτίτση με την ελληνική λογοτεχνία, αλλά και τη σχέση της ελληνικής λογοτεχνίας με την παγκόσμια. Και από την άποψη αυτή, έχει δίκιο ο Γιάννης Βασιλακάκος που ορίζει ως κυκλοθυμική καφκική φυσιογνωμία τον Καχτίτση. Άλλωστε, το επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο ήρωάς μας, δηλώνοντας σε ανύποπτο χρόνο «υπήρξα καφκικός προτού διαβάσω Κάφκα», αλλά με μια θεμελιώδη διαφορά: Το χιούμορ, όπως γράφει και ο Παπαγιώργης. Αλλά μέχρι εκεί. Γιατί η αφήγηση του Καχτίτση παρ’ ότι έχοντας ως άμεση πρώτη ύλη τη μετανάστευση και την απομάκρυνση από τη γενέτειρα και την απομόνωση στη διασπορά, όπου κυρίαρχα στοιχεία είναι τα διάφορα αδιέξοδα, ο αποκλεισμός και/ή μια κάποια αίσθηση ενοχής, μάλλον με την έννοια του ότι στη διασπορά ίσως βλέπει τους άλλους ως διαφορετικούς, δεν προχωρεί στο απόλυτο σκοτάδι και την απελπισία που διακατέχουν την καφκική γραφή. Από την άλλη, προχωράει σε αστεϊσμούς, χιούμορ, λεκτικά παιχνιδίσματα, αλλά και δόσεις αυτοσαρκασμού, κάτι που, όπως λένε διάφοροι κριτικοί και μελετητές, προσδίδει και μια υπερρεαλιστική υφή στην… Καχτίτσεια γραφή.

Έτσι, λοιπόν, είναι εύλογο το ότι ο Καχτίτσης επιλέγει ως ήρωα της μιας εκ των ιστοριών του τον Στοππάκιο Παπένγκους, ο οποίος παίζει ρόλο δοσίλογου στην πολιορκία της Γάνδης, αλλά αυτοαπομονώνεται στην Αφρική. Κι αυτό γιατί στην ξενιτιά όλα σχεδόν είναι διαφορετικά, και μπορείς να αλλάξεις ρόλους, να ξεχάσεις πρότερες αμαρτίες και να ενδυθείς νέους χιτώνες, παντελώς διαφορετικούς από τους προηγούμενους στην προηγούμενη χώρα ή τόπο διαμονής σου και να περάσεις απαρατήρητος, καταχωνιάζοντας μυστικά που μόνο εσύ τα ξέρεις. Όλα αυτά σε έναν λογοτέχνη, ειδικά εάν είναι έξυπνος και έχει και ταλέντο στη γραφή, όπως ο Καχτίτσης, αποτελούν μιας πρώτης τάξης ύλης για δημιουργία.

Συμπερασματικά, η άποψή μου είναι ότι οι ψυχικές ορμές στο έργο του Καχτίτση, ίσως είναι μια μέθοδος αυτοϋπονόμευσης, αυτοσαρκασμού και, μάλλον, αυτοτιμωρίας. Κάτι που πηγάζει από το αίσθημα αποκλεισμού, ανασφάλειας και ίσως ενοχής, όπου τα πάντα διογκώνονται, αλλά που είναι «καταδικασμένα» στην αποτυχία. Αυτή είναι η κυκλοθυμία του Καχτίτση και αυτό είναι που ανιχνεύει και παραθέτει στο εν λόγω βιβλίο του ο Γιάννης Βασιλακάκος.

Η απομονωμένη και παράταιρη φυσιογνωμία που έχει αποσυρθεί διακριτικά σε μια άκρη στην αφρικανική ήπειρο είναι η ίδια με τη φυσιογνωμία του Καχτίτση της απομακρυσμένης διασποράς, της ξενιτειάς, των ατέρμονων επιστολών και των εκδοτικών σχεδίων που δεν πραγματώνονται.

Ένας τέτοιος ναυαγισμένος ήρωας, που δημιουργούσε στη μοναξιά αξίζει να μελετηθεί περισσότερο. «Το έργο του Καχτίτση είναι βαθύ, δαιδαλώδες, με πολλά αυτο-υπονομευτικά στοιχεία, συμπαγές, καφκικό, θριλερικό με πρωταγωνιστές ήρωες συντριμμένους, απόλυτα δέσμιους των ενοχών τους, που είναι σχεδόν πάντα αόρατες (οι ενοχές), καθώς αποκτούν όψη μόνο μέσα από τα οδυνηρά αποτελέσματά τους» διάβασα κάπου και συμφωνώ.

*Ο Δημήτρης Τρωαδίτης διαμένει στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Εργάζεται στον ομογενειακό Τύπο. Η πιο πρόσφατη ποιητική του συλλογή «Λοξές Ματιές» (2019) κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Στοχαστής». Διαχειρίζεται την ποιητική ιστοσελίδα «Το Κόσκινο» στη διεύθυνση http://tokoskino.me

Νίκος Βουτυρόπουλος, από τα “Εργοτάξια Τύψεων”

Δ

Πώς να γελάσεις καθηλωμένος στα περαιτέρω;
Περιμένεις καλοκαιρίες οι εμπειρίες φευγάτες
ο αέρας σφυρίζει σου γδέρνει το πρόσωπο
μια αναίτια θάλασσα σε τριγυρνά
με τους γλάρους να ψέλνουν μακάβρια
το πρωί στενάζεις λυπημένα φωνήεντα
κι αρχίζεις ξανά να μετράς την αυγή με το βλέμμα
προορισμών ξεχασμένων.

Κοντεύει φθινόπωρο στα λιμάνια λιάζονται πλοία.
Πότε θα γίνεις της ζωής επιβάτης;

*“Εργοτάξια Τύψεων”, εκδ. Θράκα, 2016.

Ρω Νικολάου, Ψαλιδιστής

Προσπαθώ να θυμηθώ τη φωνή του
ένα φωνήεν αναπηδά
στ’ αφτί πολύ κοντά
μαζί με τον ήχο του ψαλιδιού
και το φως
των φθινοπωρινών καταστημάτων
ανάβει μέσ’ απ’ τα κλαδιά.
Αγαπητέ μου κύριε
πώς γίνεται εσείς
που μέσα σε λίγα λεπτά
μεταμορφώνατε το παιδικό κεφάλι μου
σε δεσποσύνης
τώρα να κάθεστε στον καφενέ
ακέραστος και βυθισμένος
στο παντέρημο σας απόγευμα;
(Με φλέρταραν πολύ τ’ αγόρια
μα τα κοίταζα αφ’ υψηλού
ω, κύριε – τι θυμήθηκα – υπήρξα λοιπόν
εκείνο το κορίτσι που
έπαιζε μέχρι το βαθύ σούρουπο
κι ήμουνα όμορφη
και δυνατή πιο πολύ ακόμα
κι από ’κείνο τ’ αγόρι
που όλους τους νικούσε στη γειτονιά

*Από τη συλλογή «Ψαλιδιστής», Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018

Νίκος Στραγαλινός, Παραλογή

Βράδια προχωρεμένου Φθινοπώρου
είχε στο νοΰ του πέρδικες νά μαδιοΰνται
μέ τά φτερά λυμένα.
Πάνω σέ κεραμίδια πράσινα
τεφρά πουλιά νά κελαηδούν.
Ανέβαινε στη μηλιά νά σκοτωθεί.

Απλωνε μες στο δίχτυ νά τόν τραβήξουν πάνω.

Χάραζε.
Μακριά κάτω στή θάλασσα
ένα ολόμαυρο ψάρι τριγυρίζει.

*Από τη συλλογή “Σκοτεινή καί Ιερά Λυρική”, Εκδόσεις Διάττων, Αθήνα 1992.

Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Τά τρία της τά γράμματα

Τή λέξη πού σε γείωσε μην τη χαλάς δέν κάνει.
Σεβάσου την σάν κόρη πού ερωτεύεται ό άνεμος
κι άσε τό αυτεξούσιο στήν κρύπτη του.
Έκεί μαθαίνει ν’ άλυχτά
για κείνα τά χαμένα δήθεν δικαιώματα.

Αύτή ή λέξη ζεΐ στις ένοχες
‘Η πιο μεγάλη τραγωδία τής άρέσει.
Εΐναι δοσμένο τό νά φταις καί νά υπάρχεις.
’Έτσι θαρρεί κι έτσι άκουμπά
στά τρία της τά γράμματα επάνω
στο ζήτα τό ώμέγα καί τό ήτα.

*Από τη συλλογή “Μέσ’ ατό λευκό καί μές ατό μαύρο”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005.

Διονύσης Καρατζάς, Αλλάζουν οί μέρες

Στη Νίκη καί στον Ήλία Ρώσση

Σ’ αγαπώ
καί άλλάζουν οί μέρες,
ντύνονται υφάσματα θριάμβου
καί προσκυνούν άνεμους.
Δίπλα τους, κρατώντας σε στήν αγκαλιά μου,
άδουμε τά άσματα των κήπων
(άποκτήσαμε έλευθέρας στα θαύματα),
αυτά πού φωτίζουν καί τις ρίζες
– έχουν μέσα τους φωτιές θυσίες
– κι ένα αιώνιο μικρό κομμάτι ούρανοΰ.
Αλλάζουν οί μέρες
γιατί σ’ αγαπώ.

*Από τη συλλογή “Άπ’ τό μισό παράθυρο”, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2006.

Tamistas Mhnymal, ποίημα

μπλέχτηκε
το τσουλούφι μου
σ αυτήν την παραλία
όγκοι τα βράχια
με τρολάρανε

και

παραλύω
στην παραλία
στο βουνό αγκομαχώ
κάθε χρόνο ισοπαλία
με τον χρόνο
στον αχό

ακανθώδους
ιστορίας της ζωής
σαν τιμωρίας συμμορίας
της μωρίας

αλόγ

δεν με λεν
ταμίστα και μήνυμαλ
και διαδικτυακό στιχομάνιακ

μόνο τάσο με λένε

μόνο τάσο

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από τη σελίδα του ποιητή στο facebook.

Κώστας Κουκούλης, Ελάσσων σπουδή στον Κώστα Καρυωτάκη

α’

Μυγδαλιά Και άνοιξη. Αγάπη. Ζωές.

(Όσοι από σας να τα γευτείτε κατέχετε
αν ξέρετε καλό κολύμπι
προμηθευτείτε έγκαιρα ένα περίστροφο)

Απρίλιος 1990

β’

Είπε να φέρει τη ζωή ανάποδα
και είδε τη νύχια σταυρωμένη
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

(Τελευταίος, ήρεμα γέλασε)

Δεκέμβριος 1987

Y’

Το μυαλό ρίχνει τον ίσκιο του
στην καρδιά: Έκλειψη οράματος.

Η καρδιά σκιάζει το μυαλό:
Σε ποιους καιρούς να γείρεις;

Μάιος 1984

δ’

Ισχυρίστηκε
πως σ’ έναν κήπο, βράδυ
μία πικρή βροχή τού ψιθύρισε
να ντυθεί τον αδιάβροχο θάνατο.

Έτσι μεταμφιεσμένος
εμφανίζεται από τότε συχνά
στις βραδυνές ειδήσεις
να εκφωνεί το δελτίο καιρού.

(Και ας υπήρξαν βροχές που δεν τις έζησε)

Μάρτιος 1989

ε’

Χαίρουμε εμείς
όπου με το μολύβι μας
την κόλλα τη λευκή τσιμπάμε – ίδια
σαν ένα περίστροφο στον κρόταφό μας
ν’ ακουμπάμε.

Ιούνιος 1982

στ’

Ο κόσμος είχε πέσει από καιρό
μες στο μυαλό του.
Όλα; Τίποτα;
Όλα ή τίποτα. Ζήτημα
χρόνου, ίσως – σκέφτηκε. Κατόπιν
έσκαψε μια βαθιά
φωτεινή τρύπα στη γη
και μέσα της γλιστρώντας
πρόλαβε ν’ αρπαχτεί
από τις ρίζες του δέντρου μας.
Νοέμβριος 1983

ζ’

Πλάι στην κρήνη ιων νεκρών
το κυπαρίσσι
το κυπαρίσσι, ατέλειωτο σα βάσανο
το κυπαρίσσι, ατέλειωτο σα βάσανο, προς τ’ άστρα

μα, και ιι έκπληξη, στρίβοντας τη γωνία
στο βάθος του άψυχου δρόμου το φεγγάρι
να στέκει μετέωρη πέιρα φωτεινή.

Αύγουστος 1989

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “δυτικές ινδίες”, Νο 1, 21 Ιουνίου 2000. Αφιέρωμα στον Κώστα Καρυωτάκη. Σελ. 34-36.