Χρήστος Κολτσίδας, Ποιήματα για την καρδιά του Σαμουράι

Βρέχεται η καρδιά του Σαμουράι

Πέφτει βροχή.

Βρέχεται ο κόσμος
βρέχονται τα ρούχα του Σαμουράι
βρέχεται το δέρμα του
βρέχεται η καρδιά του
βρέχεται κι ο νους του.

Αλλά για την καρδιά του τον νοιάζει πιο πολύ.

***

Κραυγή

Για να τρομάξει τους εχθρούς του
ο Σαμουράι βγάζει μια κραυγή.

Αλλά απ’ την κραυγή
τρομάζει κι ο εαυτός του.

***

Μαχόμενος ή μόνος

Με πολλούς εχθρούς μάχεται ταυτόχρονα
ο Σαμουράι.
Χορός ο πόλεμος
στην επιφάνεια του χάους.

Αλλά το χάος
-που είναι μια ύπουλη ρουφήχτρα-
τον ρούφηξε
και τελικά τον ξέβρασε
σε μια κρυστάλλινη ερημιά.

Και τώρα νιώθει μόνος
φυσικά.

*Δημοσιεύτηκαν στο “Τεφλόν”, Νο 23, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2020 (σελ. 82).

Erich Muhsam, Τέσσερα ποιήματα

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΠΙΝΟΥΝ*

Τα μάτια μου πίνουν τα βλέμματά σου
Η ψυχή μου ξέρει τα αισθήματά σου.
Ω, λες και η βαριά νύχτα θα μπορούσε να μας εκφράσει
Με επίμονο συνένοχο ένα αστέρι.

Τα χέρια μου ψάχνουν τον πόθο σου
Και τα χείλη μου φιλούν τη λαχτάρα σου
Μισείς τη φυγή της νύχτας που ουρλιάζει;
Βλέπεις το μάτι του Φεγγαριού που στάζει αίμα;

Σφίξου επάνω μου -έτσι θα είμαστε ενωμένοι
Η μοίρα σου θα ταυτιστεί με τη δική μου.
Εσύ -εμείς οι δύο μόνοι- και ο κόσμος τώρα πια μακρινός…
Κοίτα, υπάρχει επίσης το αστέρι, το αστέρι.

*Meine Augen Trinken, 1904.

***

ΚΑΘΕ ΝΥΧΤΑ*

Κάθε νύχτα σηκώνομαι
πίσω μου ένα μέλλον
που δεν φαίνεται πια,
που νοερά
έχει ήδη συμβεί

Νέες εικόνες γεννιούνται,
κόσμοι περιστρέφονται
γύρω από άξονες που αλλάζουν: γεννιούνται
πεθαίνουν, αγαπούν, δημιουργούν.

Τα περασμένα ξεσκίζονται
Ουρλιάζοντας στροβιλίζοντας
ο κόσμος γκρεμίζεται
μέσα στον λάκκο. Φωνάζει η ζωή!

*Jeden Abend, 1909.

***

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ*

Είμαι ένας οδοιπόρος χωρίς προορισμό
που βλέπει τη φωτιά και δεν ξέρει πού καίει
και τον κόσμο διατρέχει προς παράξενους ήλιους.

Ένας ονειροπόλος δεν είναι παρά ένα απατηλό αμυδρό φως,
που στις ακτίνες του ήλιου ψάχνει το χρυσό ,
που του διαφεύγει από την αφύπνιση την οποία εποφθαλμιά.

Είμαι ένα αστέρι που φωτίζει τον θεό του,
που ρίχνει τη λάμψη του σε σκοτεινούς ήλιους
και πέφτει μια μέρα μέσα στη χλωμή αιωνιότητα.

Είμαι το νερό που τρέχει και δεν εκβάλλει,
που σκορπίζει τις γκρίζες σκόνες,
που φιλά και τρέχει -και απολαμβάνει τον πόνο και τη χαρα.

Υπάρχει κάποιος που να ξέρει να δώσει ένα όνομα στην ύπαρξή μου,
χωρίζοντας τον κόσμο μου από το όνειρό του,
Είμαι ένας οδοιπόρος χωρίς προορισμό.

*Ich bin ein Pilger, 1904.

***

ΟΤΑΝ ΣΠΑΖΩ ΤΗΝ ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ*

Όταν σπάζω την παγωμένη επιφάνεια
που αντηχεί από τα βήματα στο κρύσταλλο
κι όταν ο άνεμος σκορπίζοντας ρίγη
ουρλιάζει και γελά στις απόμακρες κορυφές,

τότε νιώθω τη θέρμη των αισθημάτων σου,
ξέρω ότι τα όνειρά σου ακολουθούν το βήμα μου
και κάθε φάντασμα γύρω μου σιωπώντας
ή καγχάζοντας χτυπά ανίσχυρο τη χαρά μου

κι ακόμη κι αν ο διάβολος ο ίδιος μου ρίχνει
με τον άνεμο της νύχτας το δηλητήριό του
μέσα από ένα μπουκάλι οπάλιου φεγγαριού,
αμέσως εσύ θα φανείς ως σύντροφος και φίλη,
και μπροστά στον έρωτα θα εξαφανιστεί
κάθε τρόμος.

*Wenn ich den frosterstarrten Boden treten, 1914.

**Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Erich Muhsam – Από το καμπαρέ στα οδοφράγματα”, Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα Δεκέμβρης 2006. Γενική επιμέλεια έκδοσης: “Lubbener strasse 22, SO 36”.

Λεωνίδας Γαλάζης, Ο Τεύκρος Ανθίας στις Κεντρικές Φυλακές (Λευκωσία, 1932)

Η Λευκωσία κοιμάται νωρίς (θέλοντας και μη)
όμως εσύ δεν λες να κλείσεις μάτι στο κελί σου.
Προπάντων δεν μπορείς ν’ αντέξεις
την απαγόρευση χαρτιού και μουλυβιού
(εξόχως επικίνδυνων οργάνων).

Αν είχες ένα μολύβι
θα το βύθιζες στο αίμα της καρδιάς σου
(κι αυτό θα ήταν επικίνδυνο).
Αν είχες ένα λευκό φύλλο χαρτιούυ
θα’ γραφες ύμνους στην ανταρσία των άστρων
θα κατασκεύαζες μια βάρκα ν’ αρμενίσουν οι στίχοι σου
στο σύμπαν σπίτι της οργής.
Κι αυτό θα ήταν άκρως επικίνδυνο
για την περίκλειστή σου Λευκωσία
που κοιμάται νωρίς (θέλοντας και μη).

Για να την ξεσηκώνεις νύχτα
Γιατί πάλι ν’ ανάβουν φωτιες
γιατί να πέφτουν πέτρες βροχή
στα τείχη που λησμόνησαν
τις εξάρσεις των παλμογράφων
στους δρόμους που άδειασαν
σαν αρτηρίες νεκρών διαδηλωτων.

*Από τη συλλογή “Στρώσεις του ανέφικτου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς.

Πελαγία Φυτοπούλου, Δύο ποιήματα

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Οι γείτονές μου, αχ
οι γείτονές μου
τις Κυριακές τρώνε κεράσια
οι γείτονες τρώνε
τις Κυριακές τρώνε και
πηγαίνουν στην εκκλησία
πηγαίνουν και τρώνε
και κρατούν πέτρες
τρώνε και κρατούν
και τι ωραία τρώνε
τις πέτρες
κρατούν
κεράσια τρώνε
αχ, οι γείτονές μου
με ις πέτρες τις Κυριακές
μοιάζουν Κυριακές μοιάζουν
Άνθρωπποι
τις Κυριακές
κρατούν πέτρες
Αλήθεια, γιατί δεν τις ρίχνετε;
Φοβάστε μήπως με πετύχουν
στο σαπισμένο δόντι
και βγουν από κει μέσα
άνθρωποι;
Άνθρωποι δικοί σας;

***

Ο ΣΚΥΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΒΛΟΦ

κύριε Παβλόφ σήμερα
σκότωσα τον σκύλο σας
γιατί δεν έκανε αυτά
που είπατε ότι θα κάνει
κάνατε λάθος κύριε Παβλόφ
να βάλετε σκύλους στο πείραμά σας
ανθρώπους έπρεπε να βάλετε
τα καταφέρνουν καλύτερα στην ταπείνωση

*Από τη συλλογή “το δόντι που δακρύζει”, εκδόσεις Ενύπνιο, 2019.

Δάφνη Χρονοπούλου, Δύο ποιήματα

ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

Νωρίς δύει η σελήνη
και μέσα στη γαλήνη
γαυγίζουν τα σκυλιά.

Αυτή η νέα σελήνη
τίποτε δεν αφήνει
μονάχα τα φιλιά.

Κάτω απ’ το γαλαξία
δεν έχει πια αξία
ό,τι είχε παλιά.

Το μόνο που έχει μείνει
από κάθε νέα σελήνη
είναι εκείνα τα φιλιά.

Κι εκείνα όλα τα λόγια
όταν χωρίς ρολόγια
ξυπνούσαμε αγκαλιά.

***

ΜΥΘΟΣ

Σαν τον αμφίχειρα που έχασε τα δυό του χέρια,
Σα βασιλόπουλο που πέθανε σ’ ένα κελλί,
σαν τον τραγουδιστή που έχασε τη φωνή του,
σαν το στρατιώτη που το φίλο του εκτελεί,
φτωχό τον άφησαν τα καλοκαίρια
Που με γιαλί, μαλλί και γκόμενα τρελλή
έφερνε εμπόρευμα απ’ την ανατολή.
Σαν καταφύγιο που έπεσε η σκεπή του,
Σαν το ποτάμι που του στέρεψε η πηγή,
Σα στρατηγός που έγινε προδότης,
Σα ναυτικός που σε πισίνα έχει πνιγεί,
μόνος του τώρα για εχθρούς ψάχνει στους δρόμους
ποτέ δε δίνει τόπο στην οργή
κι άλογο σιδερένιο δίχως κράνος οδηγεί,
Τα βράδια που γυρνάει στα μπαρ μιλούν οι πότες
γι’ αυτόν, όπως παιδιά έφτιαχναν παραμύθια με ιππότες.
Και τα όνειρα που έγιναν η καταστροφή του
γίνονται οι άναμνήσεις που είναι τώρα μύθος και τροφή του.

*Από τη συλλογή “Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΛΗΝΩΣ”, Kastellakia Records, Μύκονος.

Χ. Π. Σοφίας, Τρία ποιήματα

ΔΙΔΥΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Γεννήθηκα χωρὶς ἥλιο
Μὲ δέρμα ἀπὸ ὀνείρων ἐξοχὴ
Ἦταν νὰ διαμελιστῶ μέσα σὲ ἐξόριστες λέξεις
Μιὰ νύχτα μὲ δίδυμο φεγγάρι
Σὲ ἕνα δωμάτιο πληγωμένο ἀπὸ ἕνα εἴδωλο
καθρέπτη
Νὰ περάσω σὲ φόβους χρωμάτων
Δίχως τὸ οὐδέτερο ἴχνος τῆς ἀκρογιαλιᾶς
Ἀπ’ τὴν κοιλιά μου τὸ ἔμβρυο
Νὰ διαλέξει μόνο του τὸν πόνο τοῦ σχήματος
Μὲ ἀπούσα τὴ φωνὴ τοῦ χώματος
Στὴ φωνή μου ἡ ὑπομονὴ τῆς πέτρας
Νὰ μὴ χρειάζεται τὸ παζάρι τῶν αἰσθημάτων
Μόνο ὁ ἐραστής μου νὰ διακρίνει
τὴν αὐταπάτη τῆς φωτογραφίας
Γιὰ νὰ μπορέσει μεθυσμένος νὰ νηστέψει
τὸν ἔρωτα ὄχι τὴν ἀγάπη

ΒΡΟΧΙΝΟ

βρόχινο νερὸ σὲ μεταλλικὸ κῆπο

σάρκες πουλιῶν δίχως φτερὰ

τρέχουν νὰ κρυφτοῦν οἱ ταξιδιῶτες

ποὺ δὲν πρόλαβαν τὸν καρδιογράφο τῆς ἄνοιξης
ἡ μνήμη ἡ ὄμβρια ἔπαψε νὰ γελᾶ
τὸ γαλάζιο σὲ ἀπομόνωση γίνεται μάρτυρας
κοινόχρηστοι οἱ πόθοι ψάχνουν γιὰ δελφίνια
ἡ ἁπλότητα χάρτινη μούσκεψε τὸ ποίημα

οἱ φλέβες της ἔδωσαν στὶς λέξεις ζωή

ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ

σὲ παιδικὰ μάτια
χρωματισμοὶ ποὺ γελοῦν
στοῦ θέρους τὴ ρημαγμένη γῆ

τὰ πουλιὰ τοῦ πόνου
σὲ ὡραίους μαστοὺς τσιμπολογοῦν

τὸ ἀκρογιάλι τεράστιο

τῶν ἱερῶν ὁ βυθὸς τροπικὸς
παρηγορεῖ τοὺς ἐραστὲς
πρὶν χαθοῦν στοῦ ἔρωτα τὴ λήθη

οἱ ψίθυροι τῶν αἰώνων
σὲ ὧρες κρυφὲς ἐξομολογοῦνται

ἔτσι σιωπηλὰ ὅλα προσεύχονται

*Από τη συλλογή “έαρ ραμφίζει”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2020.

Ένα έτσι, δύο ποιήματα

Στο διάλλειμα

Καθώς ο συνάδερφος, όπως συνηθίζεται να λέγεται η νεροποντή συμφορά κι ο πόλεμος κατάσταση, κατά την διάρκεια του διαλείμματος της τρίτης ώρας, καταμεσής του γραφείου των διδασκόντων, με όση διαστροφή μπορούσε να διυλίζει από τα αναίσθητα, σχεδόν απάντα, μάτια των παραβρισκόμενων στην μάταια φωτισμένη από παράθυρα αίθουσα, εκθείαζε το μίσος της ανθρωπότητας για τον άνθρωπο λογαριάζοντας το ως την μόνη σωτήρια έξοδο από την καταραμένη και αναίσχυντη, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, στιγμή της δημιουργίας. Τα παιδιά στο προαύλιο είχαν γραπώσει και στήσει στον τοίχο έναν περαστικό θεό, που για κακή του τύχη πέρναγε εκείνη την ώρα από το μυαλό τους, και τον πετροβολούσαν με τις αθώες τους, μικρές καρδιές που γελώντας και κλαίγοντας ξερνούσαν στις χούφτες τους. Το κουδούνι της τέταρτης ώρας χτύπησε επανειλημμένα μεσάνυχτα. Το μάθημα… μα ποιος χέστηκε για το μάθημα.

***

Ένας φίλος πρέπει να πεθαίνει πριν γίνει φίλος σου.
! Ένας φίλος ανασταίνεται όταν τον αποχωριστείς.
; Ένας φίλος πρέπει να σε σκοτώσει πριν γίνει φίλος σου.
! Ένας φίλος είναι ο νεκρός σου εαυτός.
*Ένας φίλος είναι η λήθη που σφιχταγκαλιάζεις πριν ξυπνήσεις.
; Ένας φίλος δεν λείπει ποτέ απ’ τον τάφο σου.
! Ένας φίλος επιβεβαιώνει τον θάνατό σου.
; Ένας φίλος δεν σου επιτρέπει να αυτοκτονήσεις μακριά του.
! Ένας φίλος μονοπωλεί την ιδέα του θανάτου.
; Ένας φίλος αρκεί για να συντριβείς.
! Ένας φίλος απαιτείται για να πεθάνεις.

*Από τις εκδόσεις Ένα Έρσι, Εκδόσεις “Αγαύη”, Αγρίνιο 2020.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο του ένα έτσι στο https://enaetsi.wordpress.com/

Θεοδώρα Βαγιώτη, Επικεφαλίδα

Φώτο: Gourgouris

(στον πιο αγαπημένο ποιητή)

έρχεται το τέλος
στο ανήσυχο πνεύμα μου
σαν κόκκινος ποταμός της Βίβλου
και κυλάει
ανάμεσα στα στήθη της άλλοτε αγλαόκαρπης Δήμητρας

κι όμως
απ’ όλους
ο πιο σπουδαίος ποιητής
ανοίγει το στόμα του
να πιει το γάλα των πτωματοφάγων

αιώνια καταραμένος
δε διαβάζει πια τίποτε
παρά γράφει διαρκώς
ένα προφητικό αλμανάκ ματαιότητας
που μόνο εγώ κρέμασα στον τοίχο μου
να θυμάμαι
πως έζησα κάποτε τις μέρες μου
στίχο στίχο
περιμένοντας το θάνατο

Γρηγόρης Σακαλής, Προσφορά

Σε χοντρά βιβλία
σε μυθιστορήματα
έψαξα να βρω
την αγάπη
μα βρήκα τα ομοιώματα της
ιδεατές κατασκευές
όσο ωραίες κι αν ήταν
φτιαγμένες
δεν με άγγιξαν
δεν με ζέσταναν
η αγάπη υπάρχει σήμερα
μέσα στις καρδιές
των ζωντανών ανθρώπων
όταν την αφήσουν
να εισέλθει μέσα τους
το χθες έπαψε
να υπάρχει
και το αύριο είναι άγνωστο
σήμερα μπορείς
ν΄αγαπήσεις
ν΄αγαπηθείς
να νιώσεις το μεγαλείο
της προσφοράς
που είναι η αγάπη.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Φώτο: Ben Goossens

Των ημερών μου

Το μεγάλο μανουάλι
σε μια αίθουσα ανοικτή στον καθένα
Μετρά τα μικρά κεριά των άστρων
Και τα σβήνει για να μην ξενυχτίσουν
Οι έμποροι άνοιξαν από το χάραμα τα μαγαζιά…
Στα πέτα των ανθρώπων έχεις περάσει σημειώσεις
Σε άγραφα χαρτιά
Από τα φύκια που συνωμοτούν να σ’ αποκτήσουν
Παντοτινά μια περιπέτεια σε κυνηγάει να σ’ εύρει
Στα έγκατα μιας ευτυχίας λησμονημένης
Ξεχνάς πως για να θυμηθείς
Θα πρέπει να βάλεις όλα τα μέλη σου και πάλι σ’ ένα
Όπως ήσουν πριν γεννηθείς
Κάθισε κτύπα δυο πετρίτσες στο γιαλό
Και φώναξε να εισακουστεί η χαρά σου
Και πες στο αλφάβητο να ησυχάσει μέσα σου
Δεν είσαι μόνο νους και γνώση
Στα πόδια ενός Χριστού πελώρια η λιτανεία της ζωής
Και δες πόσο οι μαύρες πλάκες ηφαιστείων έμειναν χωρίς το άσπρο του αφρού
Και δες πως τα μολύβια έπαψαν να βγάζουν τον κατρά της αγανάκτησης
Και καθώς όλος σαν γεννήθηκες να δώσεις
Στο μανιασμένο χώρο των ανέμων
Τη γη επαγγελίας των μνημονίων
Πως είσαι για να ζήσεις στον αφρό…
Ω, χαρά
Σαν Αφροδίτη να ντυθείς με πέταλα
Των πιο κλειστών που ανοίγουν τώρα ημερών σου

*Από τη συλλογή “Το Αρχιπέλαγος”, 2016.

Κομμένο δάκτυλο
 
Η αγάπη είναι σαν τη θάλασσα
που θα θελήσει να την πάρεις όλη
πάνω σου, να την αγαπήσεις
γιατί κι αυτή να ξεκουράζεται στον ήλιο
θέλει, μια μάνα
να την κρατήσει όλη πάνω της
μ’ ένα δάκτυλο
κι αυτό να ‘ναι κομμένο
από τ’ άλλα
μια μάνα που ο ήλιος θέλει
κι αυτός ακόμα να έχει

και έτσι μόνο η ποίηση στο είχε ζητήσει κάποτε
καθισμένη σε καρέκλα
μουδιασμένη ενός Ζηλωτή
κι εκείνη μ’ ένα δάκτυλο, ένα πόδι
κι αυτά κομμένα
λες κι ο ήλιος και η ποίηση μαζί με τη θάλασσα
για να κάνω τη σύγκριση -για ποιον;-
θα μου ζητήσουν αποδείξεις για την αγάπη
από ερευνητικά σημειωματάρια
που δεν φύλαξα
κι ακόμα…δεν μίλησα για την αγάπη.
μόνο συμβολικά,
γιατί  η αγάπη είναι το σαντάλι του ήλιου
που έμεινε να τον αποζητάμε
και ο ήλιος σαν την ποίηση είναι και τη θάλασσα
και θα είναι πια αδύνατο να το δεχτούν αυτό όλοι
χωρίς απόδειξη, χωρίς το κομμένο μας δάκτυλο
γιατί όλα ένα δάκτυλο
κομμένο θέλουν να δουν για να πειστούν
αυτό που λείπει κι αόρατα δίνει
αποδείξεις
στο σημείωμα
που διαβάζει η ψυχή

*Από τη συλλογή “Τα Σκέρτσα της Αλέγκρας”.