Βολφ Μπίρμαν (Wolf Biermann), Τρία ποιήματα

δε φτάνει η ειρωνία

για τον Χάινριχ Μπ.

Δε φτάνει; Μα ούτε
κι η οργή φτάνει, ούτε
η κατανόηση, η λύπη
δε φτάνει καθόλου, ούτε η προσοχή!

Μα δε φτάνει η
βία, ούτε οι προφητείες
ούτε η ΟύνεΟη, τα ιερα
ψέματα δε φτάνουν
δε φτάνει να κλείνουμε τ’ αυτιαά
ούτε να σωπαίνουμε ούτε να μιλάμε

Σεμνότητα δε φτάνει
ούτε υπεροψία, το θάρρος δεν
φτάνει, ούτε η δειλία, ενάντια
σε τούτη την τρέλα δε φτάνει
η τρέλα, ενάντια σ’ ανθρώπους δε βοηθάνε
οι άνθρωποι, ούτε οι φωνές ενάντια σ’ αυτους που φωνάζουν
μα ούτε κι η σιωπή ενάντια στις φωνές

Οι λέξεις διαστρέφουν τις λέξεις
οι λέξεις διαστρέφουν τα στόματα
τραβηγμένες απ’ τα μαλλιά της γνώσης
έτσι κι εμείς τραβιόμαστε απ’ τα μαλλιά μας
για να βγούμε από καινουργιοκαταχτημένους βούρκους
Ο κόσμος, Θεέ μου, εύκολο είναι να σωθεί!
Αλλά άνθρωποι, ποιος θα σώσει τους σωτήρες;!

***

πορτραίτο ενος γέρου επαναστάτη

Δέστε, σύντροφοι, τούτο τον επαναστάτη: Τον κόσμο
τον άλλαξε, τον εαυτό του όμως όχι
Τα έργα του φτάσαν στον σκοπό τους, μα αυτός έφτασε στο
τέλος του

Δε μοιάζει, αλήθεια, με το βόδι του κινέζικου παραμυθιού
το ζεμένο στο ζυγό; Όλο το νερό
το έχει αντλήοει. Πότισε
τα χωράφια. Το ρύζι
πρασινίζει. Κι αυτός όλο γυρίζει
γύρω γύρω
και δε βλέπει μπρός του τίποτ’ άλλο απ’ τα
ίδια-του τα χνάρια πάνω στη λάσπη χιλιοχαραγμένα
Χρόνια και χρόνια φαντάζεται μεσ’ στη μοναξιά του
Πως βαδίζει το δρόμο των μαζών. Κι ωστόσο τρέχει
πίσω απ’ τον εαυτό του μονάχα. Τον εαυτό του μονάχα
συναντάει και δεν τον βρίσκει
και μένει πάντα μακρια απ’ τον εαυτό του

Δέστε, σύντροφοι, τούτο τον επαναστάτη: Τον κόσμο
τον άλλαξε, τον εαυτό του όμως όχι
Τα έργα του φτάσαν στον σκοπό τους, μα αυτός έφτασε στο
τέλος του

Αυτά να βλέπετε, σύντροφοι. Και να τρέμετε!

***

στην Πράγα ζει η παρισινή κομμούνα

Στην Πράγα ζει η Παρισινή Κομμούνα, ακόμα ζει!
Η Επανάσταση γίνεται λεύτερη ξανά
Ο ίδιος ο Μαρξ κι ο Λένιν κι η Ρόζα κι ο Τρότσκι
Στέκουνε πλάι στους κομμουνιστές

Ο Κομμουνισμός κρατάει ξανα στην αγκαλιά του
την Ελευθερία και της κάνει ένα παιδί γελαστό
που θα ζήσει χωρίς γραφειοσατράπες
λεύτερο απ’ την εκμετάλλευση και των τυράννων
την εξουσία

Οι φαρισαίοι τρέμουν μεσ’ στο πάχος τους
και μυρίζονται την αλήθεια. Έρχετ η μέρα
που στου Μολδάβα το βυθό θ’ αρχίσουν να κυλάν οι πέτρες
και τέσσερις αυτοκράτορες στην Πράγα θαν’ θαμμένοι

Ανασαίνουμε ξανά, σύντροφοι. Με γέλια
διώχνουμε απ’ τα στήθια μας τη στείρα μας λύπη
Ναι, είμαστε πιο δυνατοί απ’ τους αρουραίους και
τους δράκους!
Και τόχαμε ξεχάσει και πάντα το ξέραμε

*Από τη συλλογή “Στους παλιούς συντρόφους μου”, Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1979. Μετάφραση΅Δημοσθένης Κούρτοβικ.

D.H. Lawrence, Από “Το πλοίο του θανάτου”

IV

0 let us talk of quiet that we know,
that we can know, the deep and lovely quiet
of a strong heart at peace!

How can we this, our own quietus, make?

’Ώ, άφήστε μας νά μιλήσουμε γιά τή γαλήνη πού γνωρίζουμε
γι’ αύτήν πού είμαστε σέ θέση νά γνωρίζουμε,
γιά την ωραία καί βαθιά γαλήνη μιας δυνατής
καρδιάς έν ειρήνη;

Πώς θά πετύχουμε τή λύτρωσή μας!

V

Build then the ship of death, for you must take
the longest journey, to oblivion.

And die the death, the long and painful death
that lies between the old self and the new.

Already our bodies are fallen, bruised, badly bruised,
already our souls are oozing through the exit
of the cruel bruise.

Already the dark and endless ocean of the end
is washing in through the breaches of our wounds,
already the flood is upon us.

Oh build your ship of death, your little ark
and furnish it with food, with little cakes, and wine
for the dark flight down oblivion.

Φτιάξτε λοιπόν τό πλοίο τοΰ θανάτου, γιατί πρέπει
νά φύγετε γιά τό μακρύτερο ταξίδι, γιά τή λησμονιά.

Καί νά χαθείτε μ’ έναν θάνατο, άργόσυρτο κι έπώδυνο
πού βρίσκεται ανάμεσα στόν νέο καί τόν παλιό εαυτό σας.

Τά σώματά μας έπεσαν, μωλωπισμένα, άγρια μωλωπισμένα
ήδη οί ψυχές μας στάζουν μές άπ’ την έξοδο
τοΰ ώμου μωλωπισμού.

’Ήδη ό ζοφερός απέραντος ωκεανός τοΰ τέλους
εισρέει στ’ ανοιγμένα τραύματά μας,
μάς σκεπάζει ήδη ή πλημμύρα.

’Ώ, φτιάξτε τό καράβι τοΰ θανάτου, τή μικρή σας κιβωτό
καί εφοδιάστε το μέ τρόφιμα, κρασιά καί κέϊκ
γιά τή σκοτεινή σας πτήση κάτω κεΐ στή λησμονιά.

VI

Piecemeal the body dies, and the timid soul
has her footing washed away, as the dark flood rises.

We are dying, we are dying, we are all of us dying
and nothing will stay the death-flood rising within us
and soon it will rise on the world, on the outside world.

We are dying, we are dying, piecemeal our bodies are dying
and our strength leaves us,
and our soul cowers naked in the dark rain over the flood,
cowering in the last branches of the tree of our life.

Τό σώμα λίγο-λίγο αργοπεθαίνει, καί ή άτολμη ψυχή
έχει ξεπλύνει την πατημασιά της, καθώς ή ζοφερή
πλημμύρα ανατέλλει.

Πεθαίνουμε, πεθαίνουμε, δλοι μας πεθαίνουμε
καί τίποτα δεν πρόκειται νά σταματήσει
τήν πλημμύρα τού θανάτου πού επέρχεται εντός μας
καί συντόμως στόν κόσμο θά έπέλθει,
δηλαδή στόν έξω κόσμο.

Πεθαίνουμε, πεθαίνουμε, τό σώμα μας άργοπεθαίνει
καί ή δύναμή μας μάς αφήνει,
κι ή ψυχή γυμνή ζαρώνει στή σκοτεινή βροχή τής πλημμυρίδας,
στά έσχατα κλαδιά ζαρώνει τού δέντρου τής ζωής μας.

*Από τη συλλογή “Το πλοίο του θανάτου”, δίγλωσση έκδοση. Εκδόσεις θράκα, 2015. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος.

Καλλιόπη Εξάρχου, Δύο ποιήματα

Νόμος της βαρύτητας

Έμαθα ότι κάποιοι από σας
διστάζετε να ταξιδέψετε
στην πολιτεία των ποιητών

Σας μίλησαν
για ναύλα ακριβά
γιατί τα σύννεφα
κινούνται με αιθέρα
Σας είπαν
για δωμάτια αφρούς
και φοβηθήκατε
την αστάθεια του ύπνου
Ρωτήσατε με τι θα τρέφεστε
και σας έδωσαν
σπόρους πουλιών

Με κείνα και με τ’ άλλα
αποφασίσατε τελικά
να πάτε
κάπου που να πατάει χώμα
η καρέκλα σας

Εσείς δεν είστε
για θροΐσματα φτερών
που αψηφούν τον νόμο της βαρύτητας

***

Λόγος παραινετικός

Τα απόμακρα στόματα
φοβού
που σ’ εξορίζουν 
από τη γλώσσα σου

Μη ζηλέψεις
τα χέρια
τα υπερφίαλα

Μη συγκατανεύσεις
στους ήχους
των αλώσεων

Αφού γεννήθηκες
για να διακορεύεις
τα σύνορα
μεταξύ ζωής
και ονείρου

Πιάσε λοιπόν
το νήμα από εκεί
και βολέψου
στην κατάρα
κι ευλογία
του άμαχου πληθυσμού

*Από τη συλλογή “μάχιμα χείλη”, Εκδόσεις Σοκόλη, Δεκέμβρης 2014.

William Butler Yeats, Δύο ποιήματα

Το τραγούδι του περιπλανώμενου Άνγκους

Βγήκα στο φουντουκόδασος γιατί έκαιγε
Μια φλόγα δυνατή μες στο κεφάλι μου’
Κι έκοψα ένα κλαδί αγριοφουντουκιάς και το ξεφλούδισα
Κι έδεσα στην άκρη με κλωστή ένα βατόμουρο’
Και μόλις πήραν να φτεροκοπούν γύρω οι νυχτοπεταλούδες
Και τ’ άστρα, σαν κι αυτές, λευκά να τρεμοσβήνουν,
Έριξα στο ποτάμι το βατόμουρο
Κι έπιασα μια μικρή, μιαν ασημένια πέστροφα.

Την έσυρα αμέσως καταγής
Και βάλθηκα ν’ ανάψω μια φωτιά’
Μα κάτι πήρε να θρόίζει στο χορτάρι
Κι άκουσα κάποια τ’ όνομά μου να φωνάζει.
Στράφηκα: ένα κορίτσι φως θαμπό
-Άνθη μηλιάς στόλιζαν τα μαλλιά της-
Έλεγε τ’ όνομά μου’ κι έτρεχε, κι έφευγε μακριά
Ώσπου και χάθηκε στο κάτασπρο φεγγάρι.

Τι κι αν με βρήκαν τα γεράματα να διάγω
Βίο πλάνητα σε λόφους και σπηλιές’
Εγώ θα βρω πού χάθηκε, θα βρω τα χείλη της
Να τα φιλήσω’ το χέρι της στο χέρι μου θα κλείσω
Και θα βαδίσουμε μαζί μες στα ψηλά, τα διάστικτα αγριόχορτα’
Κι ώσπου να σβήσει ο χρόνος κι η ζωή,
Θα δρέπουμε μαζί τα μήλα της σελήνης τ’ ασημένια
Και τα χρυσά της ηλιακής μας σφαίρας.

*Από τη συλλογή «Ο άνεμος στις καλαμιές»(1899). Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

***

Οι κούκλες

Μια κούκλα στου κουκλοιποιού το σπίτι
Την κούνια του μωρού κοιτάζει και φωνάζει:
«Για μας, αυτό είναι μεγάλη προσβολή».
Και η γηραιότερη από τις κούκλες όλες,
Στη βιτρίνα φυλαγμένη από καιρό,
Που του είδους τις πολλές γενιές έχει γνωρίσει,
Σε όλο το ράφι φωνάζει δυνατά:
«Αν και κανένας δεν υπάρχει
Κακό να πει γι’ αυτό το σπιτικό,
Ο άντρας και η γυναίκα έφεραν εδώ
Σε δυσμένεια ρίχνοντάς μας
Ένα πλάσμα θορυβώδες και αισχρό».
Ακούγοντάς τις φωνές και τις βλαστήμιες
Του τεχνίτη η γυναίκα ξέρει
Πως ο άντρας της τον αχρείο έχει ακούσει,
Πως ο φόβος στην καρέκλα τον ζαρώνει.
Με το κεφάλι της στον ώμο του γερμένο,
Στ’ αυτί τού ψιθυρίζει:
«Καλέ, καλέ, καλέ μου,
Ατύχημα, ατύχημα ήταν το μωρό».

*Από τη συλλογή «Ευθύνες» (1914). Μετάφραση: Θωμάς Τσαλαπάτης.

**Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Ποιήματα του William Butler Yeats», Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2011.

Paul Verlaine, Οι ράθυμοι

Μπά ! Καί ή μοίρα μας έγινε πεζή.
– Αν θέλετε, πεθαίνουμε μαζί;
– Σπανία ή πρόταση, όρισμένως.

– Ωραίο τό σπάνιο. Λοιπόν εμπρός.
Ό τόπος θαυμάσιος καί ό καιρός.
– Χί! χί ! χί! Απογοητευμένος !

Ίσως. Αλλά προπάντων έραστής
άψογος. Ανέκαθεν ιδεαλιστής.
Νά πεθάνουμε τώρα ελάτε.

Περσότερο ειρωνεύεστε, θαρρώ,
παρά όσο κάνετε τόν τρυφερό.
Πάψετε, κύριε, αν άγαπάτε.

Έτσι τό βράδυ κείνο άπάνω στη
χλόη, καί στ’ άνθη άπάνω καθιστοί,
δυό περίεργοι έρωτευμένοι

άναβάλανε τέτοιο ζηλευτό
θάνατο, κι άπομείνανε γι’ αύτό
– χί ! χί ! χί !— καταγοητευμένοι.

*Από το βιβλίο “Σαρλ Μπωντλαίρ – Πωλ Βερλαίν, 25+6 Ποιήματα σε μετάφραση Κ.Κ. Καρυωτάκη”, Εκδόσεις Στοχαστής. 2008-09 (ανατύπωση).

Σταμάτης Μεσημέρης και οι Ρωγμές (άρθρο του zero που δημοσιεύτηκε το 2015)

zerogeo's avatarZero Geographic

Σταμάτης Μεσημέρης και οι Ρωγμές

«Τα ξεφτίλια κυματίζουν, οι επίσημοι δακρύζουν
το μετρό στην Ολυμπία και ο έρωτας στη μαύρη αγορά
Τα σικέ χτυπάνε φιέστα και η πρέζα δίνει ρέστα
ανοξείδωτο το άγχος και η πλήξη παίζει δορυφορικά.
Βραδυνές περιπολίες,
κράτα εσύ τις εξουσίες,
παίρνω εγώ τα όνειρά μου
και τα βγάζω βόλτα στα στενά
Βραδυνές περιπολίες,
κράτα εσύ τις εξουσίες,
να σου γράφω αφιερώσεις
τοίχο, τοίχο δε σ’ αντέχω πια.
Βρέχει κύπελα η τρέλλα και η μοναξιά ομπρέλλα
τα εξάσφαιρα γαυγίζουν, σπάει τα ρεκόρ
και τρέχει ο τσαμπουκάς
Ξεπουλάνε οι προστάτες αναψυκτικά, φλοκάτες,
θα μας μείνουν τα καπέλα, τα χαπάκια και το νέφος της φωτιάς.»

(ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΜΕΣΗΜΕΡΗΣ-ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΠΕΡΙΠΟΛΙΕΣ)

Ο Σταμάτης Μεσημέρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948. Πτυχιούχος της Παντείου Σχολής Πολιτικών Επιστημών συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στη ψυχολογία. Στο εξωτερικό μάλιστα εργάστηκε σαν υφηγητής σε πανεπιστήμια ενώ έγραψε και αρκετά βιβλία σε σχέση με τη ψυχολογία.

Σαν μουσικός ξεκίνησε το…

View original post 400 more words

Ακούγοντας νοερά το ομότιτλο τραγούδι | Χριστίνα Παλάντζα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis

Υπάρχουν τόσα τρανταχτά γεγονότα, τόσες τρανταχτές καταστάσεις εκεί έξω.
Θα έπρεπε να τρέχουν χείμαρροι από το στόμα μου.
Μα απλώς διαταράσσουν την όραση και τη δρασκελιά μου.
Το παρελθόν το παρόν και το μέλλον μαγειρεύονται μαζί ως να καούν.

Ρίχνω τα μαλλιά μου μπροστά.
Μειδιάζω άβολα και τάχα υπεροπτικά.
Δε μιλάω δε μιλάω.
Ανοίγω το στόμα μου και το μετανιώνω.
Περιμένω εκνευρισμένα το λεωφορείο.
Σε μια άλλη ζωή.
Μα γιατί να μην μπορώ να πάω στο θέατρο…

Έχω χάσει επεισόδια;
Είμαι εκτός σύνδεσης;

Ο λόγος είναι ασταθής και εύθραυστος.
Κάποτε είχε ρίζες.
Αγνές ρίζες.
Δεν έπεσε σε παγίδες,
αλλά μπήκε σε ένα υπερβολικά ίσιο αυλάκι,
δέχτηκε ότι πρέπει να περάσει κι από κανένα χωράφι.
Έκανε την ευτυχία τόσο ασταθή και εύθραυστη, μα την έντυσε με ατσάλινα ρούχα,
παρέδωσε τα όπλα της, κι ας μοιάζαν παιδικά παιχνίδια για να σταματάει η γκρίνια.
Πιθανώς να δεχτεί να καταλήξει στο πουθενά, σαν μουτζούρα…

View original post 8 more words

Αναμένεται: Ευάγγελος Ρ. Ρουσσάκης, Το σχοινί, εκδ. Φεγγίτης

Μια παράξενη φιγούρα που κοιτάει ένα σχοινί, σ’ ένα δωμάτιο έξω από τον χώρο και τον χρόνο. Μια ονειρική διάσταση, ένα ατέρμονο παιχνίδι του Κενού και της Νύχτας. Παρατηρητής και παρατηρούμενο ταυτίζονται. Ο θεός κυνηγάει τον κόσμο. Η ματαιότητα είναι ένα φίδι που τρώει την ουρά του. Οι Τέχνες είναι οι αισθήσεις του θεού. Όλα είναι θραύσματα μιας ανέγγιχτης εικόνας. Η λογική καταρρέει. Θριαμβεύει η καρδιά. «Υπάρχουμε στ’ αλήθεια;» Η απάντηση είναι η ερώτηση. Σε αυτή την υπαρξιακή, σκοτεινή, απόκοσμη νουβέλα, o Kafka συναντάει τον Schrödinger.

Ο Ευάγγελος Ρ. Ρουσσάκης μάς οδηγεί σ’ ένα μονοπάτι πέρα από τις παρυφές της συνείδησης• κι από εκεί, μπορεί κανείς ν’ αγναντέψει, κατειλημμένος απ’ την αίσθηση της γνήσιας προαιώνιας λαχτάρας, το πιο αδυσώπητο μυστήριο – τον σύγχρονο μετέωρο άνθρωπο.

Νίκος Σφαμένος, Η άνοιξη που έρχεται θα είναι παγωμένη

με τις ώρες μπροστά σ’ ένα κομμάτι
χαρτί
χαμογελάς
ω ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα
μα γράψε κάτι για τούτη τη νύχτα
-ειδικά ετούτη-
και μετά πέτα τις λέξεις στον αέρα
άστες να στριφογυρίζουν και
άπλωσε τα χέρια σου
άγγιξε τες
μα ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα
και εγώ
τι να σας πω
τι να σας πω
για τούτη τη πένθιμη νύχτα του
ακροβάτη
δεν ξέρω
οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο νεκροί
από ποτέ
και οι γάτες τριγυρνάνε στις σκεπές
και οι γέροι κλαίνε στα λιμάνια
τα χέρια να αιωρούνται στο σκοτάδι
οι ψυχές να διαβαίνουν τα σοκάκια
και εγώ
μα τι να σας πω
δεν ξέρω
περπατάω σε ετοιμόρροπες
γέφυρες
ξενυχτάω σε μια άδεια άγνωστη
πολιτεία
οι μεθυσμένοι θα κοιμούνται στα
βρώμικα παγκάκια
τα παιδιά θα ονειρεύονται παρέα
με τ αστέρια
εγώ
καίγομαι
τα βράδια
εκτοξεύομαι
-μα οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα-
οι καμπάνες τις πόλης χτυπάνε
κάποιοι τούτη την ώρα έρχονται
κάποιοι τούτη την ώρα φεύγουν
τι να πει ένας μοναχικός καθώς
οι πόλεις ερημώνουν
οι ζωές χάνονται
τι να πει στις μέρες που φεύγουν ή
στα σκυλιά που κλαίνε στους δρόμους
-μάλλον τίποτα-
μόνο θα πάρει στη χούφτα του
δυο τρεις λέξεις
θα μυρίσει τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσει και όλα χαθούν
θα τις κρύψει στη μασχάλη του
θα μοιραστεί μαζί τους τη γαλήνη
απόψε δε φυσά αέρας και ούτε
ο ουρανός έχει
αστέρια
λέξεις μαχαίρια
άγιες
ανέγγιχτες
ταξιδεύουν στον ορίζοντα
ελεύθερες
όμως εγώ θα τις κρύψω στη μασχάλη μου
θα μυρίσω τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσω και όλα χαθούν

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Ο Νίκος Καχτίτσης και οι κυκλοθυμίες του

Μια ματιά στο βιβλίο του Γιάννη Βασιλακάκου «Νίκος Καχτίτσης – Ένας κυκλοθυμικός ήρωας του Κάφκα», Εκδόσεις Οδός Πανός

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ*

Τι κοινό έχουν ένας παρανοϊκός Βέλγος εγκληματίας πολέμου, ο οποίος κρύβεται στην Κεντρική Αφρική, και η αινιγματική φυσιογνωμία με το αλλόκοτο ονοματεπώνυμο Στοππάκιος Παπένγκους, αρχαιοπώλης το επάγγελμα, με τον Νίκο Καχτίτση; Κατά πόσο η ζωή του τελευταίου είναι παράλληλη με αυτή των δύο προαναφερομένων; Και ποιος, τέλος πάντων, ήταν ο Νίκος Καχτίτσης;

Ο Καχτίτσης, ακόμη και σήμερα, παραμένει όχι από τους ιδιαίτερα γνωστούς λογοτέχνες στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας. Ίσως επειδή έζησε για πολλά χρόνια εκτός Ελλάδας, αλλά όχι μόνο γι’ αυτό. Άγνωστος ήταν και για μένα προσωπικά, γιατί πριν κάποια χρόνια το όνομά του δεν μου έλεγε κάτι. Αν και είχα ακούσει το όνομά του, ωστόσο εκτός από ένα κείμενο του Κωστή Παπαγιώργη, δεν γνώριζα τίποτε άλλο.

Ωστόσο, από τα συμφραζόμενα συνάγεται ότι ο Καχτίτσης, τόσο ως υπαρκτή προσωπικότητα όσο και ως λογοτέχνης, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, να κεντρίζει το ενδιαφέρον κυρίως από τον χώρο της ελληνικής ιντελιγκένσιας, αλλά και να διεγείρει την πιο ανήσυχη φαντασία.

Από κάποιες σκόρπιες αναφορές εδώ κι εκεί και από τον Παπαγιώργη λίγο πιο μετά, γνώριζα ότι το πιο εμβληματικό έργο του Καχτίτση ήταν ο «Εξώστης», που τράβηξε τόσα και τόσα για να εκδοθεί μέχρι που ο ίδιος έγραψε ένα άλλο βιβλίο το «Η Περιπέτεια Ενός Βιβλίου» (όπου εξιστορεί την Οδύσσεια της έκδοσης του «Εξώστη»). Μυστηριακές, πράγματι καταστάσεις, που σίγουρα καθιστούσαν όχι μόνο το έργο, αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα, ως υπόσταση, ως γραφή και ως ιδέες, ένα αίνιγμα, ένα μεγάλο ερωτηματικό. Κάτι που γινόταν και πιο έντονο αν προσθέταμε και το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν απόδημος -όπως και εγώ- ένας συγγραφέας της διασποράς, για τον οποίο σχετικά λίγοι από τον λογοτεχνικό χώρο γνώριζαν κάτι γι’ αυτόν και το έργο του.

Η περίπτωση του Καχτίτση μου θυμίζει την περίπτωση ενός άλλου Έλληνα λογοτέχνη της διασποράς, του υπερρεαλιστή ποιητή Θεόδωρου Ντόρρου, ο οποίος έζησε στη Γαλλία, για τον οποίο μόνο ένα μικρό βιβλίο, αποτελούμενο από την ποιητική συλλογή με τίτλο «Στου γλυτωμού το χάζι» και αρκετά βιογραφικά στοιχεία, σχόλια και γενική επιμέλεια Μαρίας Αθανασοπούλου έχει έως τώρα εκδοθεί στην Ελλάδα (εκδ. Γαβριηλίδης, 2005). Παρεμπιπτόντως, φωτογραφία του Ντόρρου από τη δεκαετία του 1920 ή του ΄30 μόλις μερικές μέρες πριν κατορθώσαμε να δούμε (χάρη στον εκδότη του λογοτεχνικού ελλαδικού περιοδικού «Οροπέδιο» και λογοτέχνη Δημήτρη Κανελλόπουλο).

Και στην περίπτωση του Ντόρρου, όπως και σ’ αυτήν του Καχτίτση, πέρα από την εν λόγω έκδοση, ο λογοτέχνης παραμένει όχι ιδιαίτερα γνωστός στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Είναι άραγε η κοινή και αδιαφιλονίκητη μοίρα των Ελλήνων λογοτεχνών στην διασπορά να τους «τρώει το μαύρο σκοτάδι» και να μην γίνεται καμία νύξη γι’ αυτούς, πέρα από τραγικά ελάχιστες περιπτώσεις, στα ελλαδικά λογοτεχνικά πράγματα;

Έτσι, λοιπόν, εκεί που και μόνο το διασπορικό νήμα που με ένωνε με τον Καχτίτση και ήθελα να μάθω κάτι, να ξεκινήσω να βρω στοιχεία για αυτόν, έρχεται ο Γιάννης Βασιλακάκος και μου λέει ότι είχε ήδη ετοιμάσει ένα βιβλίο γι’ αυτόν. Οποία χαρά! Επιτέλους!

Ο Γιάννης Βασιλακάκος, λοιπόν, κυκλοφόρησε πριν ένα χρόνο περίπου (Μάρτη του 2019) το πολύ καλό βιβλίο του για τον Καχτίτση με τίτλο «Νίκος Καχτίτσης – Ένας κυκλοθυμικός ήρωας του Κάφκα» από τις πολύ καλές εκδόσεις Οδός Πανός του Γιώργου Χρονά.

Πριν όμως πούμε οτιδήποτε για το βιβλίο και την όλη δουλειά του Γιάννη Βασιλακάκου για τον Καχτίτση, να παραθέσουμε, για να προδιαθέσουμε τον αναγνώστη, ένα απόσπασμα (που παραθέτει ο Γιάννης Βασιλακάκος) από λεγόμενα του Ηλία Πετρόπουλου. «… Οι δε λογοτέχνες σιωπούν. Ωστόσο, η κάθε μέρα που διαβαίνει όλο και με πείθει ότι ο θάνατος του μακαρίτη Νίκου Καχτίτση υπήρξε και παραμένει μια συντριπτική απώλεια για την αρκούντως ισχνή νεοελληνική πεζογραφία. Είναι υποκριτικό, και ίσως μάταιο, να γράψω μια συγκινητική νεκρολογία για τον μακαρίτη. Αυτός ο Νίκος Καχτίτσης, σαν τον ‘Νεκρό Ταξιδιώτη’ του Παπαδιαμάντη, πλέει προς την Ελλάδα. Και είναι πιο πρακτικό και πιο πατριωτικό το να τονίσω, με εμπάθειαν, πως αυτός ο Νίκος Καχτίτσης είναι κάποιος σπουδαιότατος νεοέλλην πεζογράφος». (Από το έργο των Η. Πετρόπουλου-Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλου, Μνήμη Νίκου Καχτίτση, εκδ. Φάσμα 1972).

Το βιβλίο του Γιάννη Βασιλακάκου, λοιπόν, που όπως είπαμε πριν φέρει τον τίτλο «Νίκος Καχτίτσης – Ένας κυκλοθυμικός ήρωας του Κάφκα», είναι ένα αρκετά δομημένο, ένα εν πολλοίς «ψαγμένο» βιβλίο όσον αφορά τη θεματολογία που σχετίζεται γύρω από τη ζωή, το έργο και την όλη παρουσία του Νίκου Καχτίτση στα Γράμματα. Ο συγγραφέας παρουσιάζει εδώ την επιτομή μιας εξαντλητικής, όπως φαίνεται, έρευνας και αναψηλάφησης όλων όσων αφορούν την πολυσχιδή αλλά και αινιγματική, προσωπικότητα του συγγραφέα-ήρωά μας.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη: στην παράθεση βιογραφικών στοιχείων αλλά και κριτικών και παρατηρήσεων αντλημένων τόσο από μεγάλο αριθμό αρχείων και δημοσιεύσεων, αλλά -το κυριότερο- από προσωπικές καταθέσεις στον συγγραφέα ανθρώπων οι οποίοι έζησαν από κοντά ή σχετίστηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τον Καχτίτση και το έργο του.

Οι τίτλοι των κεφαλαίων αυτών που είναι ενδεικτικοί της όλης δουλειάς που έχει κάνει ο Γιάννης Βασιλακάκος, έχουν ως ακολούθως: «Μια σημαδιακή “αποκάλυψις” του προφήτου Ηλίου του Πετροπούλου», «Η περιπέτειά μου με τον Στοππάκιο Παπένγκους», «In search of Stoppakius Papenguss», «Παιδική ηλικία: ο άγνωστος χαμένος Παράδεισος», «Οι αλλεπάλληλες “κρίσεις”», «Η διηνεκής επιστολή», «Ποιοι οι φίλοι», «Το «”πορτρέτο του καλλιτέχνη” από τους φίλους του», «Cunnus et Litteratura», «Το “άνοστον ήμαρ»” του Μεσιέ Κατσιτσίς», «Οι αλχημείες του Στοππάκιου Παπένγκους», «Mια αινιγματική Περιπέτεια», «Η τελευταία (αντιστασιακή) πράξη του δράματος», «Ένας, παρ’ ολίγον, Έλληνας Κόνραντ», «Ο πιο εκ-κεντρικός μεταμοντερνιστής μας», «Ο βίος βραχύς», η τέχνη μακρά, ενός “καταξιωμένου και άγνωστου”», Επίμετρο: «Οι μεταθανάτιες εκδοτικές περιπέτειες», Επιμύθιο και, φυσικά, η απαραίτητη Βιβλιογραφία.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου δημοσιεύεται ένα αρκετά εκτεταμένο Επίμετρο, όπου ο συγγραφέας παραθέτει φωτογραφίες του Νίκου Καχτίτση και άλλων, χειρόγραφα κείμενα δικά του (του Καχτίτση) και των αλληλογράφων του, χειρόγραφα περιοδικά, φυλλάδια, επιφυλλίδες, έντυπα περιοδικά, δημοσιευμένα κείμενα σε περιοδικά και ακόμα αδημοσίευτα κείμενα του Νίκου Καχτίτση. Επίσης, εξώφυλλα αυτοεκδιδόμενων βιβλίων, περιοδικών και… κηδειόχαρτων του Νίκου Καχτίτση καθώς κι ένα εκδοτικό συμφωνητικό.
Τόσο ο παρανοϊκός Βέλγος εγκληματίας πολέμου, για τον οποίο μιλούσαμε στην αρχή του παρόντος σημειώματος, και ο οποίος έχει καταφύγει στην Κεντρική Αφρική, όσο και ο αινιγματικός και εν πολλοίς παράξενος Στοππάκιος Παπένγκους, κεντρικοί ήρωες των μυθιστορημάτων του Καχτίτση «Ο Εξώστης» και «Ο ήρωας της Γάνδης» αντίστοιχα, αποτέλεσαν και παραμένουν «στοιχειωμένες» υποθέσεις για τον Γιάννη Βασιλακάκο, στην εναγώνια προσπάθειά του να φέρει στο φως όλα εκείνα που θα μπορέσουν να στοιχειοθετήσουν μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη εικόνα του ψυχικού και εσωτερικού κόσμου του Καχτίτση και, ίσως, κατ’ επέκταση να προσφέρει μια ανάλογη ερμηνεία του «αλλόκοτου» αλλά και πρωτοποριακού του έργου.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Γιάννης Βασιλακάκος στην αρχή του βιβλίου του (σελ. 12-13):
«Η ενασχόλησή μου με τον Καχτίτση (που άρχισε το 1988, δεν έχει τελειώσει ακόμη, και ίσως να μην τελειώσει ποτέ…) υπήρξε απ’ τις συναρπαστικότερες περιπέτειες της ζωής μου. Αυτή η μακρόχρονη περιπλάνησή μου σ’ έναν ομότεχνο και, τηρουμένων των αναλογιών, ομοιοπαθή συγγραφέα της διασποράς, όσο γοητευτική κι αν ήταν, δεν υπήρξε εντελώς ανέφελη».
Και λίγο παρακάτω:
«Όπως όλοι οι μεγάλοι έρωτες είχε τα high και τα low της, τα πάνω και τα κάτω της, και, ασφαλώς, ένα καθόλου ευκαταφρόνητο τίμημα (προσωπικό, οικογενειακό, ψυχολογικό). Το ερώτημα είναι: άξιζε τον κόπο ή μήπως ήταν “πολύ κακό για τίποτα”; Η απάντηση, προφανώς, είναι αυτονόητη και μόνο από την ύπαρξη του ανά χείρας βιβλίο».
.
Έχω την εντύπωση από τα γραφόμενα του Γιάννη Βασιλακάκου, στην ανάγνωση του βιβλίου του, ότι στα δύο προαναφερόμενα έργα του Καχτίτση, κατά κύριο λόγο, αλλά και στο συνολικό του έργο με τη συγγραφή αέναων επιστολών και τις απόπειρες έκδοσης εντύπων και άλλων υλικών, έρχεται άμεσα στην επιφάνεια ο αποκλεισμός που χαρακτηρίζει όχι μόνο τη σχέση του Καχτίτση με την ελληνική λογοτεχνία, αλλά και τη σχέση της ελληνικής λογοτεχνίας με την παγκόσμια. Και από την άποψη αυτή, έχει δίκιο ο Γιάννης Βασιλακάκος που ορίζει ως κυκλοθυμική καφκική φυσιογνωμία τον Καχτίτση. Άλλωστε, το επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο ήρωάς μας, δηλώνοντας σε ανύποπτο χρόνο «υπήρξα καφκικός προτού διαβάσω Κάφκα», αλλά με μια θεμελιώδη διαφορά: Το χιούμορ, όπως γράφει και ο Παπαγιώργης. Αλλά μέχρι εκεί. Γιατί η αφήγηση του Καχτίτση παρ’ ότι έχοντας ως άμεση πρώτη ύλη τη μετανάστευση και την απομάκρυνση από τη γενέτειρα και την απομόνωση στη διασπορά, όπου κυρίαρχα στοιχεία είναι τα διάφορα αδιέξοδα, ο αποκλεισμός και/ή μια κάποια αίσθηση ενοχής, μάλλον με την έννοια του ότι στη διασπορά ίσως βλέπει τους άλλους ως διαφορετικούς, δεν προχωρεί στο απόλυτο σκοτάδι και την απελπισία που διακατέχουν την καφκική γραφή. Από την άλλη, προχωράει σε αστεϊσμούς, χιούμορ, λεκτικά παιχνιδίσματα, αλλά και δόσεις αυτοσαρκασμού, κάτι που, όπως λένε διάφοροι κριτικοί και μελετητές, προσδίδει και μια υπερρεαλιστική υφή στην… Καχτίτσεια γραφή.

Έτσι, λοιπόν, είναι εύλογο το ότι ο Καχτίτσης επιλέγει ως ήρωα της μιας εκ των ιστοριών του τον Στοππάκιο Παπένγκους, ο οποίος παίζει ρόλο δοσίλογου στην πολιορκία της Γάνδης, αλλά αυτοαπομονώνεται στην Αφρική. Κι αυτό γιατί στην ξενιτιά όλα σχεδόν είναι διαφορετικά, και μπορείς να αλλάξεις ρόλους, να ξεχάσεις πρότερες αμαρτίες και να ενδυθείς νέους χιτώνες, παντελώς διαφορετικούς από τους προηγούμενους στην προηγούμενη χώρα ή τόπο διαμονής σου και να περάσεις απαρατήρητος, καταχωνιάζοντας μυστικά που μόνο εσύ τα ξέρεις. Όλα αυτά σε έναν λογοτέχνη, ειδικά εάν είναι έξυπνος και έχει και ταλέντο στη γραφή, όπως ο Καχτίτσης, αποτελούν μιας πρώτης τάξης ύλης για δημιουργία.

Συμπερασματικά, η άποψή μου είναι ότι οι ψυχικές ορμές στο έργο του Καχτίτση, ίσως είναι μια μέθοδος αυτοϋπονόμευσης, αυτοσαρκασμού και, μάλλον, αυτοτιμωρίας. Κάτι που πηγάζει από το αίσθημα αποκλεισμού, ανασφάλειας και ίσως ενοχής, όπου τα πάντα διογκώνονται, αλλά που είναι «καταδικασμένα» στην αποτυχία. Αυτή είναι η κυκλοθυμία του Καχτίτση και αυτό είναι που ανιχνεύει και παραθέτει στο εν λόγω βιβλίο του ο Γιάννης Βασιλακάκος.

Η απομονωμένη και παράταιρη φυσιογνωμία που έχει αποσυρθεί διακριτικά σε μια άκρη στην αφρικανική ήπειρο είναι η ίδια με τη φυσιογνωμία του Καχτίτση της απομακρυσμένης διασποράς, της ξενιτειάς, των ατέρμονων επιστολών και των εκδοτικών σχεδίων που δεν πραγματώνονται.

Ένας τέτοιος ναυαγισμένος ήρωας, που δημιουργούσε στη μοναξιά αξίζει να μελετηθεί περισσότερο. «Το έργο του Καχτίτση είναι βαθύ, δαιδαλώδες, με πολλά αυτο-υπονομευτικά στοιχεία, συμπαγές, καφκικό, θριλερικό με πρωταγωνιστές ήρωες συντριμμένους, απόλυτα δέσμιους των ενοχών τους, που είναι σχεδόν πάντα αόρατες (οι ενοχές), καθώς αποκτούν όψη μόνο μέσα από τα οδυνηρά αποτελέσματά τους» διάβασα κάπου και συμφωνώ.

*Ο Δημήτρης Τρωαδίτης διαμένει στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Εργάζεται στον ομογενειακό Τύπο. Η πιο πρόσφατη ποιητική του συλλογή «Λοξές Ματιές» (2019) κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Στοχαστής». Διαχειρίζεται την ποιητική ιστοσελίδα «Το Κόσκινο» στη διεύθυνση http://tokoskino.me