Ειρηναίος Μαράκης, Πέντε ποιήματα

ΣΑΛΗΣ, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΒΑΡΚΑΡΗΣ

Δεν έφυγε
δεν έφυγε ποτέ
από την πόλη,
κάθε βράδυ
μόλις κοιμηθούν
οι τουρίστες
και κοπάσει
ο θόρυβος της μέρας,
εμφανίζεται.
Βγαίνει στα στενά
της Θεοτοκοπούλου,
στο παλιό λιμάνι,
φορτωμένος
τις αποσκευές των ξένων,
τους καημούς,
τα πάθη μας,
την πόλη
που πεθαίνει.
Καθώς ξημερώνει,
επιστρέφει στο μνήμα του,
ανησυχεί,
προβληματίζεται,
φοβάται,
αλλά ξέρει
ότι και το επόμενο βράδυ
ξυπόλυτος θα βγει
να προσφέρει στην πόλη
απλόχερα τσάντες
με τρόφιμα:
την αγάπη,
την αλληλεγγύη,
το αίμα του.
Δίπλα του, η Αμπλά
θα τραγουδά
σκοπούς των Χαλικούτηδων,
την ώρα που ο ήλιος
ψηλά θα σηκώνεται
πάνω από τον Φάρο,
πέρα από το Κουμ Καπί
κι από την Ιστορία.

*

ΣΟΛΕΤ

Στον Λεωνίδα Κακάρογλου (1952-2025)

Ξύπνησα
μ’ ένα φόβο και μια προσμονή.
Είδα να σχηματίζεται η μορφή σου
από το φως του πρωινού ήλιου
όπως ξετρύπωνε από τις χαραμάδες,
είδα να σηκώνει ανάστημα
σαν παραστρατημένος ήρωας
σε ασπρόμαυρο φιλμ νουάρ.
Πέταξε ψηλά
ανάμεσα από δίσκους βινυλίου
από βιβλία και κινηματογραφικές αφίσες
πάνω από την πόλη και το λιμάνι της
και μου θύμησε,
εκείνη την παλιά φωτογραφία
όταν σε πρωτογνώρισα.
Χόρευες, το έβλεπα καθαρά πια
και τραγουδούσες
κάποιο παλιό σκοπό
που στο ρεφρέν
επαναλάμβανε την ίδια πάντα λέξη: Σολέτ,
που ίσως σημαίνει το τέλος
ίσως και την αρχή.

13/7/2025

*

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΠΑΣΙΑΚΟ

Α, ρε Θόδωρε,
κάθε βράδυ ξενυχτάω
κάτω απ’ το μπαλκόνι σου,
σε στάση επαγρύπνησης
με καινούρια τσιγάρα στην τσέπη
σιγοτραγουδώντας
Καζαντζίδη
και δυο-τρία τσιτάτα
του Γκράμσι.
Δεν διάβασα ποτέ Βανεγκέμ —
δεν ήξερα καν
αν ήταν συγγραφέας
ή διάσημος ποδοσφαιριστής.

Περιμένω
την εμφάνισή σου
με το πλατύ χαμόγελο
να σου πω,
αν και το ξέρεις,
πως οι μάχες ξεκίνησαν.
Αλλά, τι κρίμα,
κάποιοι σύντροφοί μας
ξεχάστηκαν σε βραδιές
με ποιήματα
και πιώμα.

Στο δρόμο δε θα βγουν,
παρά μόνο θα ρεύονται
τα επαινετικά σχόλια
στα κοινωνικά δίκτυα,
και πονηρά
θα αναπαράγουν
τα γκαγκανικά σου ποιήματα,
για να τσιμπήσουν αρέσκειες
και κανένα γκομενάκι
από εκείνα τα διανοούμενα.

(Εδώ αδερφέ, κινδυνεύω
να χαρακτηρίσουν το ποίημα
σεξιστικό.
Άδικο, θα ’χουν;)

Α, ρε Θόδωρε,
κάθε βράδυ ξενυχτάω
κάτω απ’ το μπαλκόνι σου,
σε στάση επαγρύπνησης,
σε τούτη την απεργιακή φρουρά,
προσμένοντας τον ήλιο
που αργεί να ξημερώσει.
Κάπου πέρα μακριά
ξεπροβάλλει κι ο Ντουρούτι
οι ένοπλες γυναίκες της Επανάστασης
με το αγνό χαμόγελο
τραγουδώντας με πάθος
το Ay Carmela!

Δίπλα μου θα σταθούν
με το όπλο παρά πόδα,
όπως εγώ,
με τις βελόνες της αιμοκάθαρσης
στο χέρι.
Και θα σε περιμένουμε.

19/7/2025

*

ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΙΣΚΟΥ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Έσυραν τον άγνωστο βασιλιά
σε ανίερους θριάμβους και παρελάσεις
αλυσοδεμένο και γυμνό
με αγκάθινα στέφανα
να στολίζουν
το λερό του κεφάλι,
χαμογελούσε
τραγουδούσε
φώναζε
«Είμαι ο τελευταίος Μακεδόνας,
είμαι ο γιος του Περσέα
και της Λαοδίκης,
τέκνο μιας πολιτείας
που οικειοθελώς παραδόθηκε
στα δόντια μιας λύκαινας
και των παιδιών της».
Κανείς δεν άκουσε
την κραυγή του,
όλοι χορεύαμε
στους ρυθμούς
της μουσικής
το βούκινο
και το κέρας
σκέπασαν
την απελπισμένη φωνή του
καθώς — μόνος στον κόσμο —
ξεψυχούσε
μπροστά στη Ρώμη
και το λαό της.

Είπαν, πως ο βασιλιάς
κρίθηκε λίγος
στο πεδίο της μάχης
στα δύο χωρίζοντας
τον στρατό του
απέναντι στις λεγεώνες
των ένδοξων πραιτόρων μας —
και ποιος δεν είναι ένδοξος σήμερα —
του Καικίλιου Μέτελου
και του Λεύκιου Αιμίλιου Παύλου
αλλά είναι ένα ψέμα
ιδιαίτερα σοβαρό·
στο πεδίο της ηθικής
εκεί ορίστηκε
η νίκη ή η ήττα του Ανδρίσκου.
Δεν υπήρξε Μακεδόνας
ούτε πολιτικός,
γιος ενός βυρσοδέψη
με ρίζες στη Μυσία της Αιολίδας,
και αυταπάτες μεγαλείου
που κάποτε ονειρεύτηκε
ότι θα απελευθερώσει τους φτωχούς
από την εξαθλίωση.
Αλλά μπορούν ποτέ
οι ταπεινοί
να σηκώσουν κεφάλι;

8/7/2025

*

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ

Πίνω καφέ
διαβάζω τα νέα
στρίβω ένα τσιγάρο
κοιτάζω απροκάλυπτα
τις περαστικές
με τα αέρινα φορέματα
με γοητεύουν
τα τατουάζ πεταλούδα
στους ώμους τω κοριτσιών
γελάω με τους τουρίστες
που φοράνε άσπρες κάλτσες
μαζί με τα σανδάλια τους,
παρατηρώ:
επαίτες
διαδηλωτές
τροχονόμους,
κρύβονται τα ζευγάρια
από τα μάτια μου
ένα πεταχτό να δώσουν φιλί
κι αφηρημένος όπως είμαι
ρίχνω το ποτήρι
στο πάτωμα.

19/6/2025



Σημειώσεις:



*Ένα δείγμα από τα θέματα που με απασχολούν το τελευταίο διάστημα.



*Σαλής, ο μαύρος βαρκάρης: Σαλής Χελιδονάκης, ο μαύρος βαρκάρης των Χανίων, μια θρυλική προσωπικότητα που αγαπήθηκε τόσο, ώστε μετά το θάνατό του, το 1967, οι συντοπίτες του ζήτησαν ειδική άδεια από το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να τον θάψουν ανάμεσα στους Χριστιανούς. Απόγονος μαύρων εργατών από το Σουδάν (Χαλικούτηδων) που βρέθηκαν στην Κρήτη την εποχή της Αιγυπτιοκρατίας, αρνήθηκε να εγκαταλείψει τα Χανιά με την ανταλλαγή πληθυσμών το 1922 και παρέμεινε εκεί γράφοντας τη δική του ιστορία.



*Σολέτ: Τίτλος ποιήματος από την ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου «Η πρωτεύουσα των δακρύων» (Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, 2022)



*Γράμμα στον Θεόδωρο Μπασιάκο: Ο ποιητής Θεόδωρος Μπασιάκος γεννήθηκε το 1963 και έφυγε από τη ζωή – αλλά όχι από την ποίηση – στις 19 Ιουλίου 2020. Το παραπάνω “ποίημα” γράφτηκε με αφορμή την επέτειο του θανάτου του, αλλά και με σημείο εκκίνησης το ποίημά του με τίτλο «La lutte continue». 



*Το λάθος του Ανδρίσκου, τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας: Ο Ανδρίσκος (Μυσία 185 π.Χ. – Ρώμη 146 π.Χ.) ή Φίλιππος ΣΤ΄ ή Ψευδο-Φίλιππος, βασίλεψε στη Μακεδονία, το 149 με 148 π.Χ.. Δεν προερχόταν από βασιλική οικογένεια, ενώ οι στρατιωτικές συγκρούσεις του με τους Ρωμαίους αποτέλεσαν τον Τέταρτο Μακεδονικό Πόλεμο.

Μίλτος Σαχτούρης, Τὰ Γράμματα

Θὰ πάψω πιὰ νὰ γράφω ποιήματα
ἔριξες τὸ χρυσό σου δαχτυλίδι μὲς στὴ
θάλασσα
στὴν ἀμμουδιὰ μὲ τὸ νεκρὸ κρανίο
κι ὅλα τὰ βουλιαγμένα καράβια βγῆκαν
στὸν ἀφρὸ
κι ὁ καπετάνιος ζωντανὸς
κι οἱ ναύκληροι νὰ χαμογελᾶνε

εἶπα θὰ πάψω πιὰ νὰ γράφω ποιήματα

καὶ στὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ μου τοῦ προγονικοῦ
ὁ πατέρας μου καὶ ἡ μητέρα μου
κουνᾶνε τὰ μαντήλια τους καὶ χαιρετᾶνε

τὰ ποιήματά μου ὅμως δὲν μπόρεσαν νὰ
τὰ διαβάσουν
ἔχουν ξεχάσει νὰ διαβάζουν
λένε τὸ κάπα ἄλφα καὶ τὸ δέλτα ἔψιλον

καὶ σὺ μοῦ εἶπες ψέματα
στὸν τόπο αὐτὸ τοῦ κόκκινου γελαστοῦ
κρανίου μὲ ξεγέλασες
γι᾿ αὐτὸ κι ἐγὼ σὲ γέλασα
καὶ μὲ πιστέψατε

κατάρα μὲ τὶς ἑφτὰ σκιὲς

πάντα θὰ γράφω ποιήματα

Νίκος Καρούζος, Βραδινός Ιούνιος

Ένας θάνατος είν’ ο θάνατος.
Άλλος θάνατος είν’ η άκρη της ύλης.
Κι άλλος θάνατος, ο λευκότερος
είν’ η άνοιξη της μη-ύλης.
Όποιος ακούει τον πρώτο θάνατο
πεθαίνει στ’΄αλήθεια.
Όποιος αγγίζει το δεύτερο θάνατο
ζει.
Μα εκείνος που φτάνει στον τρίτο θάνατο
μοιάζει νά ‘χει νικήσει·
άνοιξη, όχι το έαρ, αλλά
το ν’ ανοίγεις: το δρόμο
τς μη-ύλης

Ιούνιος ‘75

Χρίστος Παλαιοπάνος, από τη συλλογή “Κατά Ασπαράκτων”

Συναυλία σπαραγμού του ποιητή σε μιαν εικόνα;
 
Βουητό
ό,τι συμβαίνει στο βουητό:
 
η θάλασσα πλάι στο δέντρο
που ακούει τη θάλασσα
από δέντρο θαλασσωμένη
 
το δέντρο πλάι στη θάλασσα
που ακούει το δέντρο
από θάλασσα δεντρισμένο
 
ο ποιητής που ανεβασμένος μέσα τους
απ’ το βουϊσμένο αίμα ολονών ποιημένος
κολυμπά
θάλασσα όντας
και δέντρο
στο βουητό με μιαν ερωτική κραυγή διαχυμένος
 
το ποίημα που γράφεται
από ποιητή σπαραγμένο

το βουητό
που ακούει το βουητό·
 
ανάσα              αέρας
διευθύνει
(συμβαίνουν κι αυτά)
 
 
 
(από την ενότητα “Ο Ασπάρακτος”)
 
Στην καρδιά του μέσα ο ανδριάντας της καρδιάς του
(νεοχριστιανικής τεχνοτροπίας δούναι και λαβείν)
επιδεικνύει
ως νέος Μωυσής
τις περιβόητες
“seven habits of highly effective people”
(με λήμμα στην wikipedia βεβαίως)
 
κορδώνεται αυτός (συμμορφωμένος πάντα)
κορδώνεται η πέτρα
φουσκώνει ο ανδριάντας
εξαπλώνεται
στο στόμα στα χέρια στο συκώτι (πάρ’ τα αετέ του Δία)
κατισχύει της παραδοχής του αίματος που κάποια λέξη αγάπη
τόλμησε
διαβαίνει από τα μάτια
ένδον στο κεφάλι (προπάντων εκεί· άνθος
ο ανδριάντας στο κεφάλι)
κορδώνεται
εξαπλώνεται
 
(πού σπαραγμός
μέσα στον ανδριάντα του που λατρεύει;)
 
κορδώνεται η πέτρα
εξαπλώνεται: πλέον
στα παρολίγο αγγιγμένα του
σε κάποιον παρολίγο διαχυμένο εαυτό που κάποια λέξη αγάπη
με αίμα θα τολμούσε
 
μα εξαπλώνεται…
 
 
 
(από την ενότητα “Κατά ασπαράκτων”)
 
Από το μήλο να μπεις στ’ ακρόμηλο…
 
Από το μήλο να μπεις στ’ ακρόμηλο
από τον όφι στο ακρόφιδό του
και μ’ άνοιξη απ’ το σύνορο στο άγραφο να μπεις big bang του:
ιερωμένη ανάσα
(ασπάρακτοι, αναγούλα;)
 
στις άσωτες γλώσσες εκεί χώσου ούρλιαξε
ξεγέννησέ τες
ανάπνευσέ τες
γίνου
ανάσα νέα
τ’ απόγειο της σκέψης και το προσήλιο του σώματος
το τέλειο των ατέλειωτων ποιημάτων των περιθωρίων
το αντίδωρο των εξορισμένων πατρίδων
 
ανάπνευσέ τες
σπάραξε
 
ποιον ήρωα στην κατάργηση εκεί των ηρώων;
 
(ασπάρακτοι, καρδιάς σας ελώδους ανακοπή;
στο μήλο στον όφι στο σύνορο
στον παχυλό Πατέρα Σας που ήρωα τον ανθίζετε
να σας ανθίσει νόμιμους,
ασπάρακτοι, ανακοπή;)
 
 
Κρασί vs ασπαράκτων
 
Θυμάται ο σπαραγμένος
το κρασί πριν απ’ το χρόνο:
«είμαι κρασί
κρασί με πίνει
κρασί με κερνά
μεθυσμένες οι ρίζες
μεθυσμένοι οι καρποί
κι έτσι όλοι μας κράσοι του κόσμου μαστοί
ποιήματα-ποίημα δίχως ποιητή»
 
τί «μοιρολόι επέκεινα» αντικρούετε ασπάρακτοι;
τί «εκείνοι» του γύπα συμμορφωμένοι
τί «στην παρανομία σπαράζουν»;
 
μεθυσμένη η παρανομία ολούθε εδώ
μας πίνει
και πίνουμε
μεθυσμένοι οι ερχόμενοί μας
θυμούνται το κρασί πριν απ’ το χρόνο:
είμαστε κρασί…
 
κι εσείς δόξα ορθή:
ασπάρακτοι.
 
*“Κατά Ασπαράκτων”, Εκδόσεις Ενδυμίων, Αθήνα, Ιούνιος 2016.

Lawson Fusao Inada, Το ταξίδι

Ο Μάιλς περίμενε στην αποβάθρα,
με την τρομπέτα του σε τσάντα πλαστική.

Η Κυρία ήταν ψυχρή─
άνεμος μαστίγωνε τις γαρδένιες
που έκλεψα για τα μαλλιά της.

Σε άθλια κατάσταση και οι τρεις.

Κανένας δεν ερχόταν, έτσι ξεκίνησα να κωπηλατώ.

Δυσκολευόμουν─
στάσιμα νερά, μαιανδρική ροή…

Η πόλη στέναζε και σιγοέβραζε.
Κονσερβοκούτια στις όχθες σάμπως χειροπέδες…

Να μαστε στα ανοιχτά…

Όμως ο Μάιλς έβγαλε το κόρνο του
και έπαιξε.
Η Κυρία τραγούδησε.

Ένα αργό παραδοσιακό μπλουζ.

Το ρέμα μάς πήρε─
κόρνο, φωνή, ο ήχος, λάμνοντας, του νερού…

Δεν ξέρω πόσον καιρό αρμενίζαμε─

το σκαρί μας γεμάτο μουσική,
η νύχτα διάστικτη με άστρα.

Όταν ξύπνησα μπαίναμε στον ωκεανό,
ο ήλιος χαμηλά στο νερό
ζεστός σαν λαιμός,
χρυσός σαν τρομπέτα.

Κλάψαμε.

Ύστερα με έναν ύμνο εκτιναχθήκαμε.
Ουδέποτε υπήρξα τόσο ευτυχισμένος.

*Από τα “Ποιήματα για την Τζαζ”, μετάφραση Χ. Αγγελακόπουλος, εκδόσεις Bibliotheque 2019.

Lola Ridge, Dream / Όνειρο

I have a dream
to fill the golden sheath
of a remembered day….
(Air
heavy and massed and blue
as the vapor of opium…
domes
fired in sulphurous mist…
sea
quiescent as a gray seal…
and the emerging sun
spurting up gold
over Sydney, smoke-pale, rising out of the bay….)
But the day is an up-turned cup
and its sun a junk of red iron
guttering in sluggish-green water –
where shall I pour my dream?

Έχω ένα όνειρο
να γεμίσω τη χρυσή θήκη
μιας ενθυμούμενης ημέρας….
(Αέρας
βαρύς και μαζικός και μπλε
σαν τους ατμούς του οπίου…
θόλοι
πυροβολημένοι σε θειώδη ομίχλη…
θάλασσα
ήρεμη σαν γκρίζα φώκια…
και ο αναδυόμενος ήλιος
που αναβλύζει χρυσάφι
πάνω από το Σίδνεϊ, χλωμός καπνός, που αναδύεται από τον κόλπο….)
Αλλά η μέρα είναι ένα αναποδογυρισμένο κύπελλο
και ο ήλιος της ένα σκουπίδι από κόκκινο σίδερο
που ρέει μέσα σε αργοπράσινα νερά…
Πού θα χύσω το όνειρό μου;

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ευγενία Βάγια, Δενδρίτες XVI : Η Θυματοποίηση

Είναι οι στρατηγικές που σε βάζουν στον πόλεμο.

Επιθυμώ μια χαμηλή πτήση και δεν έχω παρά να επινοήσω το τοπίο. Λοφώδες με κίτρινες καμπύλες, θαμνώδεις συστάδες, κρυψώνες άγριας επιθυμίας ή ενός τρόμου σε σίγαση. Κλίμα ξηρό, θερμά ρεύματα που πλαταγίζουν σαν πνευστά μεταξωτά. Ο κόσμος θα γείρει και θα πέσω μόλις αλλάξω πλευρό.

Σκέφτομαι τον βιασμό. Θέλω να πω, τον σκέφτομαι τεχνικά. Και ο νους μου διαφεύγει λοξώς προς τον άρρωστο. Γιατί, τι είναι η ιατρική και οι μέθοδοί της, αν όχι μια σειρά απεχθών – και αναπόφευκτων ωστόσο – βιασμών, από κάθε διαθέσιμη οπή, το στόμα, τη μύτη, το μάτι, τη φλέβα, τον κώλο, τον κόλπο, την ουρήθρα, την χειρουργική τομή. Και τι είναι ο χειρουργός αν όχι ένας παραβάτης που επιδιώκει – όχι χωρίς απόλαυση – να διεισδύσει στο άβατο, να το εξερευνήσει και να αποθέσει την σφραγίδα του εκεί, προσθαφαιρώντας, θρυμματίζοντας, ράβοντας. Ο σκοπός βεβαίως, αγιάζει τα μέσα. Ο ασθενής αντιπαρέρχεται το ένστικτό του που αντιδρά με νύχια και δόντια, και προσέρχεται εκών, πεισμένος μέσα από επιχειρήματα στατιστικής κυρίως, ότι με αυτόν τον τρόπο θα ξαναγεννήσει τον εαυτό του, όπως η γυναίκα που γεννάει μια καινούργια ζωή. Παραδίδεται – ένα αναίσθητο τσιτσίδι κάτω από το πράσινο νυχτικό του – στην ομήγυρη των μασκοφόρων, στα χέρια τους κυριολεκτικά, σαν τον αμνό μιας τελετουργικής σφαγής που θα καθαριστεί και θα επιστραφεί (σαν) καινούργιος στις λειτουργίες του συστήματος. Όμως αυτός ο ασθενής, ο κάθε ασθενής, δεν θα πάψει ποτέ να πάσχει κρυφά, με τον ίδιο τρόπο που πάσχει ακόμα και μετά την επούλωση των τραυμάτων του, το θύμα ενός βιασμού ή μιας βιαιοπραγίας. Είναι ανεξίτηλα γραμμένος στο σώμα του σύγχρονου ανθρώπου με χίλιους τρόπους, αυτός ο τρόμος. Και είμαστε όλοι ανεξαιρέτως φρικαρισμένοι, όσο και σωσμένοι από την ιατρική επιστήμη. Όμως ας φωτίσει κάποιος και τα σκοτάδια μας, μια γκρανγκινιόλ μικροπανίδα τσιρίζει τις νύχτες… Ή τουλάχιστον ας κλείσει τον διακόπτη, ας διαγράψει κάθε μνήμη δια παντός.

Ένα αυτόματο σύστημα ενεργοποιείται πάντα στην ώρα του και πάντα σε λάθος στιγμή.
Κάθε ελάττωμα, κάθε ανισορροπία θέτει προβληματισμούς, καθώς απαιτεί κατανόηση και προσπάθειες αποκατάστασης στο πεδίο της αποδοχής. Αντίθετα το τέλειο είναι και τελειωμένο. Δεν σου ζητάει τίποτα, η χαρά του τεμπέλη. Όμως για όσους βαριούνται εύκολα, δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από την ατέλεια. Και κάπως έτσι αποκτά γούστο κανείς…

Πόσο παραπλανητική είναι η αναφορά στο νόημα της ζωής! Πόση συσκότιση δημιουργεί αυτή η αναγωγή όλων των νοημάτων σε ένα, όταν ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει ότι νοήματα υπάρχουν όσα και οι άνθρωποι. Το νόημα της ζωής είναι να είμαι. Ενεργοποιώντας όλο το φάσμα των δυνάμεών μου, να υπάρχω και να συνυπάρχω. Η γκρίνια για έλλειψη νοήματος είναι ομολογία αποτυχίας του υλοποιημένου «μοντέλου» μου, του εαυτού μου. Σημαίνει ότι έχω παραδώσει σε άλλον τα κλειδιά, ότι δέχομαι να υπηρετώ ξένες δυνάμεις, δυνάμεις άλλων «νοημάτων». Κι αλίμονο αν πέσεις σε αλλουνού το όνειρο…

Άλλη μια τεχνική της εξουσίας: να σφετερίζεται την ομορφιά της πεταλούδας. Στο κάδρο αυτού που δείχνεις, δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει ούτε το δάχτυλό σου.

Κι ενώ τα σκατά της πατριαρχίας τα έχουμε εμπεδώσει, αυτό που τη γλιτώνει σταθερά είναι η ιεραρχία. Με τι πρεμούρα τρέχουν εγωιστές άνθρωποι, να τοποθετηθούν κάτω από άλλους, με γνώμονα το επάγγελμα, τις σπουδές ή τα φράγκα! Ενίοτε σκύβουν και το κεφάλι μη φανούν ψηλότεροι. Αυτό που μένει όταν συνειδητοποιείς τέτοια προθυμία θυματοποίησης, είναι να πεθάνεις από θλίψη. Ή να τους εκμεταλλευτείς.

Από τι ποινές γλιτώνω στη φαντασία μου! Όχι γιατί αποδεικνύεται η αθωότητα των προθέσεών μου, αλλά γιατί οι κατήγοροί μου ξεχνιούνται, το πέταγμα μιας μύγας τους αποσπά.

*Από τη συλλογή “η ρήξη – δενδρίτες και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις “Περισπωμένη”, Αθήνα 2023.

Bob Kaufman, Private Sadness / Ιδιωτική θλίψη

Sitting here alone, in peace
With my private sadness
Bared of the acquirements
Of the mind’s eye
Vision reversed, upended,
Seeing only the holdings
Inside the walls of me,
Feeling the roots that bind me,
To this mere human tree
Thrashing to free myself,
Knowing the success
Of these burstings
Shall be measured
By the fury
Of the fall
To eternal peace
The end of All…

Κάθομαι εδώ μόνος, εν ειρήνη
Με την προσωπική μου θλίψη
Αποκλεισμένος από τα κεκτημένα
του μυαλού
Όραμα αντεστραμμένο, αναποδογυρισμένο,
Βλέποντας μόνο τα κρατήματα
μέσα στους τοίχους μου,
Νιώθοντας τις ρίζες που με δένουν,
σ’ αυτό το απλό ανθρώπινο δέντρο
Πιέζοντας για να ελευθερωθώ,
Γνωρίζοντας την επιτυχία
αυτών των εκρήξεων
Που θα μετρηθεί
Με τη μανία
της πτώσης
Στην αιώνια ειρήνη…

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Καίσαρ Εμμανουήλ, Νυχτερινή φαντασίωση

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Φρεγάτα στο σεληνόφως

Νύχθ’ υπό λυγαίαν
ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,
ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν
πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.
Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,
ο Χάρος,
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη
από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.
Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.

Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό
εμηνύσαν
πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,
καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,

σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα
μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:
πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,
καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.

Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης
οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:

εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,
λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα
άνθη.

Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη
κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,
και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,
στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!

Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!

Philip Levine, Francisco, I’ll Bring You Red Carnations / Francisco, θα σου φέρω κόκκινα γαρίφαλα

Here in the great cemetery
behind the fortress of Barcelona
I have come once more to see
the graves of my fallen.
Two ancient picnickers direct
us down the hill. “Durruti,”
says the man, “I was on
his side.” The woman hushes
him. All the way down
this is a city of the dead,
871,251 difuntos.
The poor packed in tenements
a dozen high; the rich
in splendid homes or temples.
So nothing has changed
except for the single
unswerving fact: they are
all dead. Here is the Plaza
of San Jaime, here the Rambla
of San Pedro, so every death
still has a mailing address,
but since this is Spain
the mail never comes or
comes too late to be of use.
Between the cemetery and
the Protestant burial ground
we find the three stones
all in a row: Ferrer Guardia,
B. Durruti, F. Ascaso, the names
written with marking pens,
and a few circled A’s and tributes
to the FAI and CNT.
For two there are floral
displays, but Ascaso faces
eternity with only a stone.
Maybe as it should be. He was
a stone, a stone and a blade,
the first grinding and sharpening
the other. Half his 36
years were spent in prisons
or on the run, and yet
in that last photograph
taken less than an hour before
he died he stands in a dark
suit, smoking, a rifle slung
behind his shoulder, and glances
sideways at the camera
half smiling. It is July 20,
1936, and before the darkness
falls a darkness will have
fallen on him. While
the streets are echoing
with victory and revolution,
Francisco Ascaso will take up
the hammered little blade
of his spirit and enter for
the last time the republics
of death. I remember
his words to a frightened
comrade who questioned
the wisdom of attack: “We
have gathered here to die, but we
don’t have to die with dogs,
so go.” Forty-one years
ago, and now the city stretches
as far as the eye can see,
huge cement columns like nails
pounded into the once green
meadows of the Llobregat.
Your Barcelona is gone,
the old town swallowed
in industrial filth and
the burning mists of gasoline.
Only the police remain, armed
and arrogant, smiling masters
of the boulevards, the police
and your dream of the city
of God, where every man
and every woman gives
and receives the gifts of work
and care, and that dream
goes on in spite of slums,
in spite of death clouds,
the roar of trucks, the harbor
staining the mother sea,
it goes on in spite of all
that mocks it. We have it here
growing in our hearts, as
your comrade said, and when
we give it up with our last
breaths someone will gasp
it home to their lives.
Francisco, stone, knife blade,
single soldier still on
the run down the darkest
street of all, we will be back
across an ocean and a continent
to bring you red carnations,
to celebrate the unbroken
promise of your life that
once was frail and flesh.

Εδώ στο μεγάλο νεκροταφείο
πίσω από το φρούριο της Βαρκελώνης
ήρθα για άλλη μια φορά να δω
τους τάφους των πεσόντων μου.
Δύο αρχαίοι εκδρομείς μας κατευθύνουν
κάτω από το λόφο. «Durruti»,
λέει ο άνδρας, «ήμουν στο πλευρό του».
Η γυναίκα τον σιγοντάρει.
Σε όλη τη διαδρομή προς τα κάτω
αυτή είναι μια πόλη των νεκρών,
871.251 difuntos.
Οι φτωχοί στοιβαγμένοι σε πολυκατοικίες
μια ντουζίνα ψηλά- οι πλούσιοι
σε υπέροχα σπίτια ή ναούς.
Έτσι, τίποτα δεν έχει αλλάξει
εκτός από το μοναδικό
αταλάντευτο γεγονός: είναι
όλοι νεκροί. Εδώ είναι η Plaza
του San Jaime, εδώ η Rambla
του San Pedro, οπότε κάθε νεκρός
εξακολουθεί να έχει μια ταχυδρομική διεύθυνση,
αλλά επειδή αυτή είναι η Ισπανία
η αλληλογραφία δεν έρχεται ποτέ ή
έρχεται πολύ αργά για να είναι χρήσιμη.
Μεταξύ του νεκροταφείου και του
του προτεσταντικού νεκροταφείου
βρίσκουμε τις τρεις πέτρες
όλες στη σειρά: Ferrer Guardia,
B. Durruti, F. Ascaso, τα ονόματα
γραμμένα με μαρκαδόρους,
και μερικά κυκλωμένα Α και αφιερώματα
στην FAI και την CNT.
Για δύο υπάρχουν ανθοδέσμες,
αλλά ο Ascaso αντιμετωπίζει την αιωνιότητα
μόνο με μια πέτρα.
Ίσως όπως θα έπρεπε να είναι. Ήταν
μια πέτρα, μια πέτρα και μια λεπίδα,
η πρώτη αλέθει και ακονίζει
η άλλη. Τα μισά από τα 36
χρόνια του τα πέρασε σε φυλακές
ή στο κυνήγι, κι όμως
σε αυτή την τελευταία φωτογραφία
που τραβήχτηκε λιγότερο από μια ώρα πριν
πεθάνει στέκεται με σκούρο
κοστούμι, καπνίζοντας, με ένα τουφέκι κρεμασμένο
πίσω από τον ώμο του, και κοιτάζει
πλάγια στην κάμερα
μισοχαμογελώντας. Είναι 20 Ιουλίου,
1936, και προτού πέσει το σκοτάδι
ένα σκοτάδι θα έχει
πέσει πάνω του. Ενώ
οι δρόμοι αντηχούν
από τη νίκη και την επανάσταση,
Ο Francisco Ascaso θα σηκώσει
τη σφυρήλατη μικρή λεπίδα
του πνεύματός του και θα μπει για
τελευταία φορά στη δημοκρατία
του θανάτου. Θυμάμαι
τα λόγια του σε έναν φοβισμένο σύντροφο
που αμφισβήτησε
τη σοφία της επίθεσης: «Εμείς
συγκεντρωθήκαμε εδώ για να πεθάνουμε, αλλά εμείς
δεν χρειάζεται να πεθάνουμε με τα σκυλιά,
οπότε φύγε». Σαράντα ένα χρόνια
πριν, και τώρα η πόλη εκτείνεται
όσο το μάτι μπορεί να δει,
τεράστιες τσιμεντένιες κολώνες σαν καρφιά
χτυπημένες στα κάποτε πράσινα
λιβάδια του Llobregat.
Η Βαρκελώνη σας έχει χαθεί,
η παλιά πόλη καταπίνεται
στη βιομηχανική βρωμιά και
στις καυτές ομίχλες της βενζίνης.
Μόνο η αστυνομία απέμεινε, οπλισμένη
και αλαζονική, χαμογελαστή αφέντρα
των λεωφόρων, η αστυνομία
και το όνειρό σου για την πόλη
του Θεού, όπου κάθε άνδρας
και κάθε γυναίκα δίνει
και λαμβάνει τα δώρα της εργασίας
και της φροντίδας, και αυτό το όνειρο
συνεχίζεται παρά τις παραγκουπόλεις,
παρά τα σύννεφα θανάτου,
τον βρυχηθμό των φορτηγών, το λιμάνι
που λερώνει τη μητέρα θάλασσα,
συνεχίζεται παρά όλα
που το χλευάζουν. Το έχουμε εδώ
που μεγαλώνει στις καρδιές μας, όπως
είπε ο σύντροφός σας, και όταν
το παραδώσουμε με τις τελευταίες μας
ανάσες κάποιος θα το αγκομαχήσει
να το επιστρέψει στη ζωή του.
Φρανσίσκο, πέτρα, λεπίδα μαχαιριού,
μοναχικός στρατιώτης που εξακολουθεί να
το τρέξιμο στον πιο σκοτεινό
δρόμο από όλους, θα επιστρέψουμε
πέρα από έναν ωκεανό και μια ήπειρο
για να σου φέρουμε κόκκινα γαρύφαλλα,
για να γιορτάσουμε την αδιάσπαστη
υπόσχεση της ζωής σου που
κάποτε ήταν εύθραυστη και σαρκική.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.