Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΤΑ LADA ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΘΑΝΟΥΝ;

Πωλούνται τύρφης υλικά
Οι λάμπες του Ίλιτς, ο Τύμβος του Τσάρου
Άγγελοι χωρίς φτερά, μολυβένιοι στρατιώτες
Τα μαύρα μάτια στο Γενί Καλέ
κι η δόξα του αντάρτικου στο Κερτς

Πωλούνται τύρφης υλικά
κρινάκια για τον άλλο κόσμο
κεριά σε μαύρο φόντο, ένα ψυχοσάββατο
που μνημονεύει άπιστες Καρένινες

Γεννηθήκαμε σαν ασκιά στην παγωνιά
Πού είναι ο χρυσός και ο άργυρος;
Πού είναι των υπηρετών το πλήθος και ο θόρυβος;

Όλη η ζωή συνοπτικά και σε προσφορά
Σκόνη, τέφρα, σκιά χωρίς
μορφή, χωρίς θρίαμβο, χωρίς πάθος

Θρηνώ και κλαίω και ρωτώ:
-Πού πάνε, Κύριε, τα Lada για να μην πεθάνουν;

“ΚΑΝΤΕΝΤΣΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ

Έρχονται οι Στρέλτσι του Ιβάν του Τρομερού
οι κωδωνοκρούστες της Αποκάλυψης
λαοί παραδομένοι στην τρέλα

Τον τομαρά ζητάνε, τον κρεμαλοφτιάχτη
κι αυτόν που τρώει το μεδούλι
από το καύκαλο του Γιόρικ
και το σαγονοκόκαλο του Κάιν

Άσε τη ζωή να κροταλίζει, να κροταλίζει
στην απύθμενη φύση, απύθμενα

Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD
Και μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται
καλύτερα από τις μηχανές
καλύτερα από τους πάνθηρες
καλύτερα από χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα

Άσε τη ζωή να κροταλίζει, να κροταλίζει
στην απύθμενη φύση, απύθμενα

Έχω τριάντα χρόνους νεκροθάφτης
πρώτα κοπέλι, μάστορας κατόπι

Για ένα γυαλί ρακή, σκάβω και θάβω
στα δείπνα της Εκάτης

Κι ο κάπελας με πάταγο την κούπα μου ας σπάσει.”

*Από τη συλλογή ”Τι αιώνα κάνει έξω;”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Σύρραξη στην κλινική την Κυριακή

Κάθε Κυριακή-Στην κλινική-Σύρραξη γύρω απ’ το μοναδικό ραδιόφωνο-Στην αίθουσα ψυχαγωγίας-Τη θλιβερή-Αντιμαχόμενοι άθεοι και χριστιανοί της ψυχιατρικής πανδαισίας-Οι άθεοι θέλουν να ακούσουν τα ηλεκτρικά δαιμόνια-Όπως τους κατηγορούν αυτοί της Εκκλησίας-Οι άλλοι τη λειτουργία-Για έναν Θεό που για να υπάρχει η κλινική είναι νεκρός-Όπως τους κατηγορούν αυτοί της αθεΐας-Και μέχρι να το αποσύρει νοσοκόμος για να επιβάλει ησυχία-Στην αίθουσα-Τα ηλεκτρικά δαιμόνια με το νεκρό Θεό παλεύουν-Στα ερτζιανά-Ποιος θα σταθεί-Κι απ’ τα ηχεία ηλεκτρισμός μαζί με ψαλμωδία-Σκηνή που κάνει τον καθένα να ξεχνά-Του εγκλεισμού του την αιτία-Στην κλινική-Κάθε Κυριακή-Σύρραξη γύρω απ’ το μοναδικό ραδιόφωνο-Στην αίθουσα ψυχαγωγίας-Τη θλιβερή-

*Aπό τη συλλογή ‘’Κάθαρμα”, Εκδόσεις Οδού Πανός, 2020.

Omed Qarani, Δύο ποιήματα

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Δεν χρειάζεται να θυμάσαι,
Εμείς γνωρίζουμε
πως ο θάνατος είναι μια ορεινή νύχτα
κι ένα κομμάτι κρύο ψωμί
κρεμασμένο στον αέρα
Και το γεγονός ότι δεν θα επιστρέψεις ποτέ,
κάνει τη ζωή διαρκώς πιο γλυκιά…

*

ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ

Ο λόγος που για μερικά χρόνια
η αστυνομία με κυνηγούσε διαρκώς
και μερικά χρόνια με φυλάκισαν
δεν ήταν ότι ήμουν κάποιος νέος επαναστάτης
ούτε κάποιος παλιός τρομοκράτης
ήμουν απλώς μεθυσμένος
ήθελα να ανατινάξω τα κτίρια
αφού ο Μιναρές του Τσόλι *
είχε χαθεί από μένα!

Ιωάννινα, Ελλάδα 2018

 *​Ο Μιναρές Τσόλι (γνωστός και ως Μιναρές Μουζαφαρίγια) είναι ένα ιστορικό μνημείο στην πόλη της Ἄρβηλα (Χαουλέρ -Αρμπίλ). ​Η ιστορία του χρονολογείται περίπου 800 χρόνια πριν. ​Ύψος: Είναι περίπου 36 μέτρα και αποτελείται από μια οκταγωνική βάση και έναν κυλινδρικό κορμό.

Ηλίας Μέλιος, Δύο δρόμοι

στην αυτοδιάθεση της Κύπρου

στις εθνικές γιορτές (που μοιάζουν πανηγύρια)
στις παρελάσεις
οι γριές γυναίκες παιδεύονται
ποια απ’ όλες θα φτάσει πρώτη τη σημαία
να της βάλει φωτιά
τις στάχτες της να σκορπίσει στα νερά της πατρίδας

στις παρελάσεις που μοιάζουν πανηγύρια
οι γριές γυναίκες του λιμανιού
βάζουν στοίχημα μεταξύ τους
ποια απ’ όλες θα κλέψει πρώτη τη σημαία
ενοχλούνται μ’ αυτούς που απορούν με
το ημιτελές του χαρακτήρα τους

*Από το “Χεράτ”, Έκδοση Ελί-τροχος, Πάτρα 1998.

γ.μ, Τ’  Όχι

Συνηθισμένοι πολύ, δεν συνηθίζεται
Σχεδόν σχίζει ο βυθός δίχως πνιγμό
Οι ιδώ, ναι χωρούν ηδοναί
Οι αιδώ, αξίνα αξία μοναξιά
Οι εκεί, αδιαφορούν
Κρύβονται Κρύβουν
Τέρπει Τ’ Όχι
απόχη Σ’ αποχή

ἄφραστα 2025

Γιώργος Αναγνώστου, Διαsπορική ανυπακοή

 
I.
 
Εγώ ο Γνώστης Αναγνώστης
από τη βαθιά ελληνική επαρχία
εξουσία πατριαρχίας
στην υγρασία της Λουϊζιάνα
με εξόρισε
–αν η προφορά μου μουσκεύει
το λ το ζ και το αλphα
τώρα γνωρίζετε το λόγο
του νότου οι υγρότοποι με διαποτίζουν
Εγώ ο φυγάς του εβδομήντα
εργάτης παράνομος κατέληξα
στολή σερβιτόρου τη
φτώχια μου μασκαρεύει
φτύνω όλους όσους που ως
«αποδημητικό πουλί»
με τραγουδάνε
την ιστορία μου εξαλείφουν
Ο τσιγαρισμένος από χιλιάδες opa!
σε λικνίσματα φλόγας σαγανάκι flambé
αντανακλάται η εικόνα μου
αδύνατον πλέον να με αναγνωρίσω
βέρος Ελληνοαμερικανός βαφτίστηκα
Εγώ ο βιοπαλαιστής με παπιγιόν
Άκη Πάνου άσμα ασπάστηκα
μακριά απ’ τη μιζέρια
γονάτισα, ορκίστηκα
Εγώ ο αριστερός
από την υπόσχεση του just do it
φανταστείτε αρπάχτηκα
Αμερικανικού ονείρου
πορεία προς τη νίκη
η εξάντληση ματώνει το κάτω χείλος
μόνιμα μελανιασμένος μελαψός
Εγώ ο μειωμένος
άρωμα μνήμης αιώνιο
μια Nancy από το Τέξας
στη σέλα ενός country two step
με ταξίδεψε
«you got a friend in me»
ο Randy Newman τραγούδησε
σιγοντάραμε υπόσχεση κι εμείς
Εγώ που mi corazón
έμαθα αγάπη να ψιθυρίζω
οι ταυτίσεις με το άλλο
ζωή μου δώρισαν
σε πληθυντικούς γλώσσας κατοικώ
στα αγγλικά μου βγαίνει η ψυχή
δοκίμια να συντάσσω
μα κι όπως τώρα
καλή ώρα
πολιτικές ενστάσεις
στη μητρική γλώσσα  
μεταφέρω
 
II.
 
Εγώ λοιπόν είμαι αυτός
που γραφεία μακρινά και απόμακρα
διασπορά τώρα με αποκαλούνε
να συσφίξουν τις σχέσεις μου
με παραδόσεις που αλίμονο με εκδίωξαν
αποσκοπούν
σε κουστούμι ενικού ταυτότητας
απαιτούν να με χωρέσουν
πόσο στενόχωρο, πόσο στενόχωρο…
Εγώ αντ’ αυτού
πρακτική αντίστασης έχω κατά νου
τις μεζούρες μου ξεδιπλώνω
την διαsπorική μου φορεσιά
κόβω σε άλλα μέτρα
γνώση που από κάτι τυπάδες φίνους
διανοητές από τη σχολή
του Birmingham
απέκτησα
τα δύσκολα βράδια
με τις σελίδες τους μεθώ
φίλους τους θεωρώ
Εγώ από τα bayou της Λουϊζιάνα
αυτήν την τεχνική διακαώς επιθυμώ
να σας εξηγήσω
ραπτική εαυτού
την ονομάζω
–κάτι που κι άλλοι φίλοι έχουν εξασκήσει
Με βελονιές
εδώ και χρόνια τώρα
μορφή αποδίδω
στο μεταξύ που με ορίζει
ράμματα διαφοrάς
με επιμέλεια φροντίζω
στο σώμα και την ψυχή
χαρές και οδύνες
ραφές διασταυρώνουν
παλίμψηστο ιστορίας
υφαίνουν
Εγώ ο Γνώστης Αναγνώστης
από τη βαθιά ελληνική επαρχία
και τις υγρασίες του νότου
διαπλασμένος
μαρτυρία εαυτού να συρράψω κατάφερα
ενάντια σε θύελλες εξουσίας
αναγνώριση διεκδικώ
φωνή αντιτείνω
φωνήεντα και σύμφωνα μουσκεμένα
φορεμένα κατάσαρκα
κυρτός μεν μα ευχαριστημένος
στις γειτονιές του κόσμου
τα ταξιδεύω
με άλλων ανθρώπων
προφορές σαν σμίγουν
πολυφωνίας
συλλογική ανυπακοή
–ω υπέροχη προοπτική!
αρθρώνουν.
 
*Ο Γιώργος Αναγνώστου (Ορεστιάδα 1960) διδάσκει στο πολιτειακό πανεπιστήμιο του Οχάιο. Στον ποιητικό χώρο έχει δημοσιεύσει δύο συλλογές, Διασπορικές Διαδρομές (Απόπειρα 2012, http://apopeirates.blogspot.com/2012/04/blog-post_20.html) και Γλώσσες Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής (Ενδυμίων 2016,  
http://endymionpublic.blogspot.com/2016/07/blog-post.html). Ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά (Θράκα, Bibliotheque, (δε)κατα, To Koskino, Λεύγα, Στάχτες, Transnational Literature, κ.α.). Διατηρεί την ιστοσελίδα Διασπορική Σκοπιά (https://diasporic-skopia.blogspot.com/).

Γωγώ Πονηράκου, Περί ποίησης

Η φωτογραφία της Γωγώς Πονηράκου δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.discardedmagazine.com 

Έχετε σκεφτεί πως θα ‘τανε
η ποίηση αν τη διαβάζανε
με στόμφο και λαγνεία
στα στριπτιτζάδικα;
Αν αφορούσε παραπάνω
από πολλούς κι αν
ξεχυνότανε ορμητικά σε
καταγώγια και σκοτεινά
ανάκτορα;
Αν γινόταν παντιέρα
και κυριαρχούσε αντί για
τις λέξεις προκάτ των ειδήσεων;
Αν οι λέξεις οι ποιητικές τρύπωναν και
πονούσαν στιγμιαία σαν αφύπνιση
αντί για τα άρθρα του συντάγματος και το
πάτερ ημών;
Αν γινόταν τύμβος στον
πεζόδρομο της Γλάδστωνος
να μας θυμίζει τι σημαίνει
επιθανάτιος ρόγχος μέρα μεσημέρι
μπροστά στα μάτια όλων;
Έχετε σκεφτεί γιατί αξίζει
να παιδεύεσαι να βγάλεις
έναν ρημαδιασμένο στίχο
για τον έρωτα τον εικοστό
πρώτο αιώνα; Τον έρωτα
τον λυσιμελή και ακατάλυτο
που τώρα και πάντα μας παιδεύει;
Αν τίποτα από όλα αυτά
δεν σκεφτήκατε
τότε το νόημα ερρίφθη
στο κενό
με σάλτο μορτάλε.

Langston Hughes, Poet to bigot / Ποιητής προς φανατικό

I have done so little
For you,
And you have done so little
For me,
That we have good reason
Never to agree.

I, however
Have such meagre
Power,
Clutching at a
Moment,
While you control
An hour.

But your hour is
A stone.

My moment is
A flower.

Έχω κάνει τόσο λίγα
Για σένα,
Και έχεις κάνει τόσο λίγα
Για μένα,
Που έχουμε έναν καλό λόγο
Να μην συμφωνούμε ποτέ.

Εγώ, όμως,
Έχω τόσο μικρή
Δύναμη,
Αγκαλιάζοντας μια
Στιγμή,
Ενώ εσύ ελέγχεις
Μια ώρα.

Αλλά η ώρα σου είναι
Μια πέτρα.

Η στιγμή μου είναι
Ένα λουλούδι.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Mutalib Abdulla, Εικόνες του Θανάτου

Ο κόσμος ολόκληρος 
διέρχεται μέσα από εικόνες του θανάτου
Το λευκό χρώμα το φέρνει
Κόκκινο το ξαναπαίρνει
Ο κόσμος είναι μάταιος όσο η αναμονή
Στο μέγεθος της επιτυχίας της ζωής
Τις ιστορίες τις ξαναλέω
Ο θάνατος σαν ανεμοστρόβιλος προς το πρόσωπό μου ερχόταν,
Σαν το σκοτάδι η σκοτεινιά του κόσμου
Δεν ξέρω πώς να φωτίσω
όλες εκείνες τις ιστορίες
Όλοι εκείνοι οι ήχοι πού τελειώνουν
Ο κόσμος ήταν σκοτεινός
Από το λευκό χρώμα βυθίζομαι 
Από τις εικόνες του θανάτου Πέφτω

*Ο Mutalib Abdulla, διακεκριμένος Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στην πόλη Ερμπίλ, την πρωτεύουσα της Περιφέρειας του Ιρακινού Κουρδιστάν. Μέχρι σήμερα, συνεχίζει να ζει και να δημιουργεί στην πόλη που τον γέννησε. Με ένα εντυπωσιακό έργο που περιλαμβάνει 33 δημοσιευμένα βιβλία, ο Αμπντουλά έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της κουρδικής λογοτεχνίας. Έχει λάβει πολλές τιμητικές διακρίσεις εντός του Κουρδιστάν και έχει βραβευτεί πολλές φορές για το έργο του.
**Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani.

Ender Başkan, Two Hundred Million Musketeers

Melbourne book launch: 5 November at Readings Carlton (VIC)

Sydney book launch: 27 November at Better Read Than Dead (NSW)

The debut poetry collection by the winner of the 2021 Overland Judith Wright Poetry Prize, Two Hundred Million Musketeers by Ender Başkan explores the complexities of new parenthood and family life, and anxieties about the future his children will grow up in.

Ender Başkan’s debut poetry collection depicts the intensity of life as a parent of young children. It maps the shifting trains of thought which go with the experience of being a new parent, when one’s attention is drawn in many different directions – between child-rearing and house-keeping, domestic crises, the need to earn a living, and the responsibilities you have to the past as well as to the future, to your own parents and grandparents, as well as to your children. Work, friendships, social life and creative practice are all altered. The poet reflects on his own childhood, and his grandparents’ exile from their homeland in Turkey, to which he returns several times in the course of the book, with his own young family. But there is also an increased awareness of the future, not only to the world his children will grow up in, but to the kind of world that is being built right now, in homes, workplaces, and in social and political allegiances.

Perhaps most tellingly, since Ender Başkan is a poet, he is subsumed in the flood of language, as it emerges from the mouths of his youngsters, indeed from his own mouth, as he talks to them. Words and sounds and the effects of language come to the fore. The imagination of children lends its own wonder and surrealism to that of the poet. His writing is direct, playful, absurd, staunch and political. In these respects, Başkan follows in the footsteps of the previous generation of Australia’s poets of migrant background, all of them masters of language – Pi.O., Chris Mann, Antigone Kefala and above all the late Ania Walwicz, his close friend and mentor.

Ender Başkan is on a roll: behold the flows of this supercollider brain and heart, imparting particles (poetic lines) with immense energy, accelerating language into an extreme and vast sequence of intimacy – the vastness of work life, art life, and life life, and life, and life, held high.
Lucy Van

Ender is aware of all that looms around about him – yet anchored in the daily grind of family and the domestic environment, and his job, and a troubled heart and conscience, and the art and poetics of the complexity of language – he slides across the floor with a fabulous smile and presence.
π.O. (Pi.O.)

Ender Başkan is a Melbourne-based poet, novelist, small-press publisher and bookseller. The winner of the 2021 Overland Judith Wright Poetry Prize, his poems have been published in HEAT, Meanjin, Cordite, Unusual Work and Best of Australian Poems. He has also published a novel, A Portrait of Alice as a Young Man. He is the co-founder of Vre Books press, Agog poetry readings and Study experimental space. His debut poetry collection Two Hundred Million Musketeers will be published by Giramondo in November 2025.