Jack Hirschman, Τρία ποιήματα

Οι αντάρτες

Κοιμούνται στις σπηλιές των βουνών
Οι Ατίθασοι Άντρες
Χωρίς το σβήσιμο της δίψας
Χωρίς τη ζεστασιά γυναίκας ή παιδιού
Κρεβάτι η ξιφολόγχη
Μαξιλάρι από ατσάλι

(1952)

***

Ύμνος

Είμαι στο σπίτι,
είσαι στο σπίτι,
μέσα

τα παιδιά
κοιμούνται στο
δωμάτιό τους

μέσα, είμαι
εργάζομαι
κάτω

από Το Λυχνάρι
του
ποιήματος

(1964)

***

Η ηλικιωμένη γυναίκα

Ο οδηγός του λεωφορείου κι εγώ καταλαβαίνουμε
ότι αυτή η μικροκαμωμένη ηλικιωμένη γυναίκα
δύσκολα μπορεί να σταθεί
έτσι την επόμενη φορά που θα είσαι
στο στόμα ενός λεωφορείου
δώσε ένα χέρι.
Ακόμα και η μανούλα σου
είναι ένα παιδί κοντά στο τέλος.

(1991)

*Από το βιβλίο “Front Lines – Selected Poems”, City Lights Pocket Poets Series No 55, 2002. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Δημήτρης Γλυφός, Κρυπτόλεξο

Χωρίς ταυτότητα στα δόντια, ζαρώνω τα σεντόνια.
Παλινδρομώ στο στρώμα που τα
ελατήρια τρίζουν ένταση, στηλοθέτες περιορισμού
και κίνησης.
Μακρηγορώ αλήθειες. Υπηρετώ την ευτυχία. Η
αγωνία μου στηρίζεται στον
κύκλο. Τον αθετώ. Παγώνω την τροχιά. Εσύ, ούτε
εφαπτομένη.
Σηκώνομαι.
*
Αφηγούμαι στη συστολή. Ζεσταίνω τους μηρούς.
Στριμώχνομαι.
Το λιμάνι με αγνοεί. Προσμονή.
Οραματίζομαι επιστροφή. Απεργούν τα
πηδάλια και σκοντάφτω σε κάθε κύμα.
Απόσταση.
330 σε ευθεία.
Άνοιξη το δρομολόγιο.
Αργεί.
*
Λες να ξεχάσω το χρώμα της φωνής μου;
Τεστάρω. Βραχνάδα. Ίσα που ακούγεται. Βήχω.
Ξαναμιλώ.
Ζεσταίνω γάλα. Μια κουταλιά μέλι.
Κυκλοφορώ γυμνόις με ην αγωνία του τέλους, το
άγχος της ανάσας και έναν
ίλιγγο να λογχίζει τα στερνά του φόβου.
*
Συνειδητοί αυτόχειρες, κρεμόμαστε από δύο λέξεις.
Αντωνυμία και ρήμα.

*Από τη συλλογή “Παρεστιγμένος”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2015.

Λευτέρης Πούλιος, Ερωτική Γεωγραφία

ΑΓΑΠΗ γιγάντια εσωτερική εκκρεμότητα·
μήλο μουσκεμένο από σειρήνες
σε πιάνω ενώ η πραγματικότητα κατρακυλάει
μέσα απ’ τα χέρια μου.
Κυνηγάω το όραμα με τα τραγίσια ποδάρια μου
βλέπω τον κόσμο να χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη
της μηχανοκρατίας.
Ένας αρχαίος ουράνιος τρόμος με καταδιώκει
Αιθεροβατώ λυσσάω εξαίσια
εσύ κολυμπάς σ’ ένα πέλαγο ματιών
κυλάς σαν ένα ποτάμι γεμάτο φεγγάρια.
Πάνω στα σκαλοπάτια τα ψόφια μας χάδια
μέσα στο δρόμο ποδοπατούν το φιλί μας
σε μια αστυνομική κλούβα φυλακισμένο το χαμόγελό σου.

*

ΠΡΟΣΤΑΞΕ τα σκυλιά σου που κάθονται
κάτω απ’ τη βερικοκιά της αυλής
να με ξεσκίσουν, την καρδιά, το σηκώτι μου
κι ό,τι περιστοιχίζει τη σκέψη μου.
Εξ αιτίας της ομορφιάς που έχεις
όπως εγώ τις κοσμικές μου δονήσεις
προσφέρω τ’ όνομά μου στη λήθη.
Αγάπα με, χάιδεψέ με, λιώσε με στο στόμα σου
διώξε από πάνω σου την αόριστη μελαγχολία
να ο καθρέφτης που μέσα του ταξιδεύεις.
Κυρία, αναισθητίστρια, αμαζόνα
άνιμα
ανακουφίστρια των πληγών του πραγματικού
μάγισσα παραδόξων εικόνων του πονηρού.

*
ΘΕΛΩ να σε πλάσω με λέξεις που καίνε και παραληρούν
εδώ στο παλαβόσπιτό μου.
Καθισμένος πάνω σε μια στραβοπόδαρη ακτίνα του φεγγαριού
στο καπάκι ενός κόσμου που βράζει
ακούγοντας γέλια από αόρατες κοιλιές
σκάβω τη μεγάλη κραυγή των ανθρώπων.
Πάνω σου τα λόγια μου άφηνε να συνδέονται.
Υπάρχει ο έρωτας
όπως υπάρχουν στεναγμοί φυλακών
μ’ ένα μάτι τρελό κι αχαλίνωτο π’ αγναντεύει την άβυσσο.
Υπάρχουν σεμνές σιωπές πλάι στο λυγμό
και το ψωμί ξεριζωμένο απ’ το σκληρό χώμα.
Υπάρχει η αγάπη
όπως υπάρχει μέσα στα ανάθεμα της εργατιάς
η εκμεταλλεύτρια τάξη
και το απερίφραστο μπλε του θανάτου.
Υπάρχει ο έρωτας
όπως ο άνθρωπος χτισμένος σ’ ένα θεμέλιο από δάκρυα.

*
Ο ΑΝΕΜΟΣ μαίνεται στις κόκκινες ανθήσεις
Το κορμί σου μέσα σε βελουδένιο τρεμούλιασμα
Τα χείλη του του αιδοίου σου σε σχήμα φασματικού τριαντάφυλλου
Το χέρι μου είναι ένα κι ένα για το στήθος σου
Οι φλόγες του δέρματός σου είναι η Τροία
Ο Αχιλλέας είναι στο άρμα των μαλλιών σου
Πάνω στον κόρφο σου παίζουν οι Μπητλς
κι ο πόθος δεμένο με κρατεί
στην άκρα γη που κόβεται
στ’ αυτί σου που ακούει την πτώση.

*

ΦΙΛΙ στο φιλί διασχίζω την ήπειρό σου
καλπάζω σα ζώο μαστιγωμένο στις πεδιάδες σου
στα ποτάμια και στις πόλεις σου
μέσα απ’ τους δύσβατους δρόμους του αίματος
κυνηγώντας το όπαμα της ηδονής.
Μαζί σου μεθάω και φτύνω
την άγουρη ομορφιά που ΄ναι ο κόσμος.

*
ΤΑ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΑ φιλιά μας
μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο
αλλά η αγάπη δε μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις
που μας χωρίζουν αιώνια
τον ένα απ’ τον άλλο.

Είσαι ένα νησί κατοικημένο από φωνές
και όστρακα
κι ήρθα σε σένα σα ναυαγός
ν’ αγγίξω το θαμμένο μέλι
στα σκοτεινά πέταλα των γοφών σου.

*
ΗΡΘΑΝ τα χέρια μου να μελετήσουν
τον άσπρο χάρτη του κορμιού σου, γυναίκα
με δέρμα λείο και στερεό
κυλώντας σαν ένα τόπι την υλική σιωπή.

*
ΤΟΝ ΗΧΟ ΤΟΥΤΟ της σιωπής ίσως να μην τον ερμηνεύεις
καθώς το στόμα σου γλείφει το σώμα μου
βασίλισσα στη χώρα της αθωότητας και της ενοχής.
Σπαθιά φτερουγίζουν γύρω μας και φρουρούν το φιλί μας.
Οι σωλήνες του καλοριφέρ βήχουν μες στο δωμάτιο
και στοιβάζονται στο μπάνιο κύματα του ηλεκτρικού.
Αυτή τη στιγμή βγάζεις διάτες και κηρύττεις τον πόλεμο.
Έξω στο δρόμο αγίους αποκεφαλίζουν
και κρεμάνε πουτάνες.
Ώρες τυφλές, πράξεις και λόγοι, αλήθεια
και ψέμα όλα είναι ένα.
Στις κούνιες μωρά ασφυκτιούν
στις πλατείες στρατοί συνάζονται και σκορπιούνται
κι όλα είναι ένα καθώς τα κορμιά μας
σμίγουν σε μια συνουσία αλλόφρονη.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ κύμα θα χαθεί.
Τώρα που η ψυχή σήκωσε την κεραία της
τίποτα να μην ταράξει την ώρα σου.
Εδώ χαρήκαμε το κορμί σου
και το κορμί μου.
Η δύναμη που μας κρατάει ψηλά
είναι αυτό το κύμα.
Πώς να σου μιλήσω για πράγματα που είναι
αβάφτιστα μέσα μας;
Ας κινηθούμε κι ας ακολουθήσουμε το κύμα
στην επόμενη εύνοιά του.

*Από το “Το αλληγορικό σχολείο” (1978).

Ηλίας Λάγιος, Η Έρημη Γη

[…] Αυτός, χαίρε τέκνο του μέλλοντος! Κάθεται
κοντά της στο τραπέζι,
Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,
Ένας από τους νιόκοπους, που ρήμα εντός των κατοικεί
Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.
Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται
Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,
Δίνονται στων κορμιών τους το φιλί
Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.
Φίδια νερά και σμίγουν εν εκστάσει,
Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μια γύμνια που τόσο καλά ξέρουν,
Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,
Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους
σ’ όλο το ένα που υποφέρουν.
(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Ηλίας, την
είχα ζήσει τούτη τη χαρά
Που μου δόθηκε σ’ αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά
του πόθου μου το βράδυ,
Εγώ που πρόδωσα προδόθηκα και απαρνήθηκα τα φτερά
Μου, και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι).
Χαϊδεύονται στερνή φορά,
Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…
Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,
Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός το ξέρει,
Απ’ το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:
Ήταν ωραίο όσο κράτησε, μελισσουργός κι αστέρι…

Έκτωρ Κακναβάτος, Ασώματος του δέκατου εξιλασμού

Πάλι ξαρχής το πρόβλημα
αίμα ξερό άγριο στάχυ
πέρα δώθε ή φτερούγα σύγκρυο
τό σανίδι άναίσθητο
οι ουσίες πάλι
καί πάλι.

Κατέβαινε ώς τα περίχωρα
ώς τα πρώτα σπίτια μέ τ’ αγρίμια
έμπαινε
έκοβε τα ειδώλια στο εικονοστάσι έφευγε.

Για τής άστροφεγγιάς
του υπερτέλειου θηλαστικού την ανασύνθεση
άρκοϋσε λέει έκεϊνο τ’ άπολίθωμα στα προσχωσιγενή
οί δυό λέξεις σου: είμαι μόνος.
Πότε μίλησες;
ποιόν αίώνα είπες; τί είπες;
Στό ράφι άφωνα τα πήλινα

Τί τή θέλεις τήν έξήγηση;
άσ’ το πιο καλά στο έτσι στο άσχετο
σαν πού πήρε, στην άρχή σκυρόδεμα,
να χτίζεται το πρόσωπό σου,
ύστερα σηκωμός
καί τώρα πάει ανέμη.

Να προβλέψεις λέει τα τριξίματα
τό βάρος λέει μιας σκιάς
πού ήταν να πέσει πάνω σου απο τη
μια στιγμή στην άλλη
καί πού τότες θά ’μενε στη μέση
άτέλειωτο
καί πού άπ’ ολους πρώτα θά φεύγανε
τά τρωκτικά άπ’ τό φεγγάρι
σάν πού κάνουν πάντα στά ναυάγια
ύστερα κάτω άπ’ τήν πόρτα μας τό φάκελο
ό πλειστηριασμός πού ορίστηκε
γιά τις δεκάξι…

Άσώματος τού δέκατου εξιλασμού
στον πάτο πιθαριού
άναπαμένος μες στο λάδι
τί τή θέλει τήν έξήγηση
ό Όπούντιος;

(1973)

*Από τη συλλογή “Διήγηση” (1974).

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

VI

Βλάσφημες λέξεις

Ο Θεός είν’ ένας άγνωστος
γέρο καουμπόης
μέσα σε μπαρ.
Την ώρα που πίνεις το ποτό σου
εμφανίζεται από το πουθενά
σε ρωτά με τ’ όνομά σου
πώς τα περνάς
σαν παλιός καλός γνώριμος
κατεβάζοντας ένα μπουκάλι Sarsaparilla.
Κι έτσι όπως ήρθε γίνεται καπνός
αφήνοντάς σε σύξυλο ν’ αναρωτιέσαι
μήπως το φαντάστηκες όλο αυτό
με τον καουμπόη και με τον Θεό.

***

VIII

Του παππού

Το σύρμα γύρω απ’ το χαρτόνι,
το ξύλινο μέτρο με το σφυρί.
Καρφάκια ριγμένα στο κουτί τους
περιμένουν όπως τ’ άφησες,
κάτι να μαστορέψεις…

Γιατί οι τοίχοι ξεφλούδισαν
και ξηλώθηκαν τα λούκια.
Η αποθήκη γκρέμισε,
δε τη στηρίζουν παρά κλαδιά—
παίρνει επιδιόρθωση τούτη η ερημιά;

***

Φάσμα

Εκείνο το μικρό βιβλιαράκι
του Καρυωτάκη
φυλλομετρούσες το σύθαμπο.
Πάνω στον τοίχο σου
άλλαζαν τα χρώματα
απ’ το θερμό ως το ψυχρό·
έπειτα δίχως όραση —
μαύρο πάνω στο μαύρο.
Ήθελες να μιλήσεις σ’ έναν άγιο
και το σκοτάδι σού φερε το Λάγιο.
Τώρα
τηλεπαθητικά μεταμορφώνεις
το θάνατό σου σε θάνατο.

*Από τη συλλογή “Οι ψυχές αυτές μένουν απούλητες”, Θεσσαλονίκη, 2020.

Λάζαρος Γεωργιάδης, Δύο ποιήματα

ΑΛΦΑ ΚΥΚΛΩΜΕΝΟ

Οι πέτρες και τα παραμύθια είναι ok.
Τα μπουκάλια και η νεραϊδόσκονη είναι ok.
Οι καταλήψεις και η σκουριά είναι ok.
Οι πορείες και η μούχλα είναι ok.
Οι πέτρες τα μπουκάλια οι καταλήψεις οι πορείες
είναι όλα ok.
Μόνο η φαντασία μόνο η φαντασία Πέθανε

κι επειδή θέλω να ξέρω πάντα το πώς
και το γιατί

αν έπρεπε δηλαδή να ανοιχτούμε η να κλειστούμε
περισσότερο
θα σας περιμένω όλους εκεί
που όλα
θα έχουν πια περάσει

στη μούχλα στη σκουριά στη νεραίδοσκονη στα παραμύθια
στη ζωή που δεν πέθανε

αλλά ευτυχώς
μας ξεπέρασε.

***

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Μια νύχτα το πλήθος έγειρε
πολύ
έγειρα κι εγώ

λιγάκι

κράτησα το φθινόπωρο στα χέρια μου
το έσφιξα κάπως
με ρώτησε -γιατί;
το έσφιξα περισσότερο
-γιατί έχεις τόσο παγώσει τελευταία;
κι άλλο το έσφιξα κι άλλο κι άλλο ώσπου
σταμάτησε να με ρωτά
τότε το φθινόπωρο έπεσε στο χώμα
πήρε ένα ξεριζωμένο κρύο αγκαλιά
κρεμάστηκε χαρούμενο
κρεμάστηκε κάτασπρο
ομόρφυνε το σκοτάδι
το σκοτάδι του ελέους έγινε δικό του

τώρα ξέρεις είπα
αυτή είναι η αρχή

για κάθε
τέλος.

*Από τη συλλογή “Τέλος”, εκδόσεις Στοχαστής, 2018.

Νίκος Μιτζάλης, Δύο ποιήματα



Ξοδεμένοι καιροί

Στους ξοδεμένους καιρούς
ο θάνατος δεν βρίσκει τίποτα να πάρει
γιατί πεθαίνεις κάθε μέρα
από λίγο
και με χάρη
αόριστα
κάτω από βαριά όνειρα
χωρίς πρόσημα
χωρίς χρώμα
μέσα σε ξεκρέμαστους τοίχους

***

Παράξενες απόπνοιες

Να ξέρεις
Λίγες οι στέγες πολλοί οι άυπνοι
Λίγα τα όνειρα πολλοί οι φυλακισμένοι
Παράξενες μέρες
Παράξενες απόπνοιες
Χωρίς διαφυγή
Μονάχα μορφασμοί
στις ούγιες της άμορφης πόλης
προκατακλυσμιαίες υπομνήσεις
αυτού που επέρχεται

Πέτρος Κ. Βελούδας, Στην τελευταία στάση μιας εξομολόγησης

Φώτο: Candice cj

Δές πως δακρύζει για σένα
το φεγγάρι τα δακρυά του
γαλάζια θάλασσα και πάνω
της στέκεις εσύ,αποσταμένος
ναυαγός αλλοτινών θλίψεων.
Χώρισες μαχαιρώνοντας
στην πλάτη την αγάπη
πρότου δώσεις μια
αγκαλιά, προτού γευτείς
δροσιστικό αναψυκτικό
ψυχής μια ανόθευτη αγάπη…
Την καρδιά σου δεν πρόλαβες
ίσως δε θέλησες να έχεις στις
αποσκευές των μακρινών σου
ταξιδίων και εκείνη η καμπουριασμένη
μα καλοσυνάτη αγάπη πάντα σε περιμένει
στην τελευταία στάση των συναισθημάτων του
τρένου της…
Όπώς σκέφτεσαι
και μίσεις,θα το χάσεις
το χαρμόσυνο τρένο
της σωτηρίας…
Αλήθεια ΄γιατι δεν
μεταμόσχευσες ελπίδα
στους πάσχοντες μακράς
νοσηλείας πονεμένους
του καημού γητευτές;
δεν μεταμόσχευσές ειλικρίνεια
σε καρδιές που σε λίγο θα πάψουν
να χτυπούν…
Θρηνητικές καμπάνες
τα χεράκια τους χτυπούν
όσοι τόσοι συνάνθρωποι
στις ψυχές της πίστης
μόνο φάρμακο θα βρούν…
Αχ! το χλώμο γυμνό μα
πάντα φωτεινό φεγγάρι
προχωράει με ανοιχτά
τα φώτα πορείας μέχρι
τα σκαλοπάτια του έσω
σπιτιού σου.
Βγαίνεις μεσάνυχτα…
συναντάς τις βροχές
βρίζεις ακατάπαυστα
σαν καίνε οι βραδυές…
Κοιμάσαι τα χαράματα
σε Σπαρτιάτικο ντιβάνι
συννεφία το άρωμα
που φοράς σαν πιάνεις
λιμάνι.
Το γέλιο σου σκιάχτρο
που διώχνει ψυχές
απότομος μοιάζει
γκρεμνός δίχως αγκαλιές…
Παιδι σαν είσουν εσκιζες
τις σελίδες αντι να ζωγραφίζεις
στις ακουαρέλλες σου ήλιους
και αχτίνες..
Αναρωτιούνται σε συγκίνησε
ποτέ η απαγγελία ενός ποιήματος;
Δάκρυσες στην μοναξία των νεκρών
φύλλων του πλάτανου του γενεαλογικού
σου δέντρου;
Ήρθες στα συγκαλά σου
τώρα που ασθενικός όντας, ανήμπορος
κρατάς τη βακτηρία του ρυτιδιασμένου
σου κορμιού και ψυχισμού, ίσα που προφθαίνεις
να βρείς ευωδιαστή απ’το θυμιάμα θαλπωρής
εκκλησιά. Κάτι άλλαξε εντός σου είναι που βρήκες
τον αληθινό σκοπό σου, το φώς των ματιών της
ψυχής άνοιξε κι είδε ολοκάθαρα Αγγελών χορωδίες…
Να και η μεγάλη στιγμή η μοναδική και ουσιώδης
εστω και εσπευσμένη των κριμάτων σου εξομολόγηση…
Τις αμαρτίες μια μια τις πετάς από γέρος φτερά νέου αποχτάς
και το σπουδαιότερο στης Σωτηρίας τώρα τα αγνά νέρα ας κολυμπάς
και έγινες Άνθρωπος από..σκοτεινός… Μισάνθρωπος!

Εις μνήμην Μπασιάκου | Βαλάντης Βορδός

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

thodoros

Σε ποιόν να το πω ρε Θόδωρε ότι πέθανες
δεν είναι κανείς εδώ
και στο χωριό δεν σε ξέρουν
κι η μάνα μου δεν νιώθει από ποιήματα
με τους ομότεχνους παρτίδες έκοψα
τη λύπη πρέπει να την κρατά ένας
για να τιμά τον εκλιπόντα
Στον μόνο που το ξεστόμισα
ήταν η σκυλίτσα μου
πλάσμα εξόχως ποιητικό
που αν ήσουν εδώ χάδια θα σε γέμιζε
και φιλιά

***

Θέατρο

Θα ’χουμε μάχη
το βλέπω ξεκάθαρα
σμήνη πετάνε ανάμεσα απ’ τα δέντρα
στον αέρα υπερίπτανται σε φιγούρες
άλλα αερόβια
στο έδαφος ετοιμασίες και σκαψίματα
κουβάλημα τροφής στα καταφύγια
οι στρατοί παρατάσσονται στο θέατρο της μάχης
Είναι μέρες που ήρθαν τα πανάρχαια μαχητικά
αναβοσβήνει στην άτρακτο το φωτάκι τους
τα τανκς με τις κεραίες τους σκανάρουν τον χώρο
Μόνη κι ατάραχη κρυμμένη στην δάφνη η κουκουβάγια
παρατηρεί αθέατη
κι εγώ ετοιμάζομαι
δεν λιποψυχώ και βρέχω το σκυλί κι εμένα
με αντικουνουπικά
ανάβω φιδάκια…

View original post 211 more words