Κατερίνα Φλωρά, Συγχώνευση

Photo: Patty Maher

Στων δακτύλων τα κενά μπήκαμε

-ή μάλλον-γλιστρήσαμε.

Δίχως της ροής τη δύναμη ν’ αντιληφθούμε

της εκλογής το εύλογο απωλέσαμε

Σα νομίσαμε ελεύθεροι πως είμαστε,

απλωθήκαμε αδιακρίτως, 

τον πρότερο βίο μας λησμονώντας.

Ίσως όχι. Πίσω από τη γλυκιά ομίχλη

ο αναστολές μας βασιλεύουν

του ήλιου τις αχτίνες αγνοώντας.

                *

Ανάμειξη στοιχείων, ετερόκλητων μορφών, 

που στο δρόμο χαθήκαν, 

μια ευθεία γραμμή ακολουθούσαν κι όμως.

Η πορεία όμορφα λαξεμένη, 

περίτεχνα προδιαγεγραμμένη

τους σαστισμένους διαβάτες υποδέχεται.

Οι πύλες σαν κλείσουν πίσω-κι αν δύνασαι-

μη γυρίσεις• 

στην ακτίνα σου είναι το μόνο που έχεις.

Τυχαίοι συνδυασμοί μιας επίπονης διαδρομής οι διαλογές σου.

Ελεύθερες, βαθιές, τελείες. 

Γιώργος Δάγλας, Η μάνα νύχτα

Πλησίασε να καταθέσει τον πενιχρό της οβολό

στα πέτρινα χέρια των αγνοούμενων.

Εν μέσω αρχαγγέλων κι ανταρτών.

Με φανταχτερό διάδημα και κόκκινο βελούδο.

Οπλισμένη.

Ξυπόλυτη και ξάγρυπνη.

Πλησίασε ευλαβικά η μάνα νύχτα

κρατώντας την ανάσα στην προσμονή

της έκρηξης.

Πλησίασε κι έβαλε το λαιμό της

κάτω απ’ το λεπίδι των γνωστικών.

“Ας έρθουν τώρα”. Είπε.

“Ας έρθουν οι υπάλληλοι. Ας έρθει η πουτάνα η

μέρα.

Από την Ιθάκη ας έρθουν. Κι από την Πέλλα.

Εγώ θα χωθώ, να κοιμηθώ λίγο, εδώ,

στις τσέπες των πουλημένων, των προδομένων,

των σακατεμένων απ’ αγάπη. Ας έρθουν”.

Απομακρύνθηκε. Άφησε πίσω τον τόπο του

κρανίου.

Του κρανίου που σήμαινε:

Έτσι θα δοθείς στην κοινωνία. Ούτε λογοτεχνικά

άλλοθι, ούτε έρωτες θα σε σώσουν. Όπως οι

πρωθύστεροι

και οι μετέπειτα θα συρθείς στη δίνη μου.

Στο προσωπικό μου κενό θ’ αφομοιωθείς.

Απομακρύνθηκε.

Πίσω,

Σαν κομμένη ουρά φιδιού, σφάδαζε το πάθος.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://orae-poetry.blogspot.com/2021/01/blog-post_9.html?spref=fb&fbclid=IwAR0YqgIOOB7VW1LecnQanweZUSkKO75mkZiBK9vZKeRm4g8IhaMX3qJgA94

Γρηγόρης Σακαλής, Πιονέροι

Στον David Cooper

Υπήρξαν μερικοί άνθρωποι

που είχαν το χάρισμα

που όλη η ζωή τους

ήταν φωτεινό παράδειγμα

για τους άλλους

αφοσιωμένοι στην αποστολή τους

έκαναν εν τέλει

τη θεωρία πράξη

που μας έδωσαν

τη Γραμματική της ζωής

που έφεραν

την απελευθέρωση του έρωτα

στο προσκήνιο

απευθύνθηκαν στους νέους

και αυτοί ανταποκρίθηκαν

οι νέοι, η ελπίδα του κόσμου

περπάτησαν στους δρόμους

που άνοιξαν

εκείνοι οι παλιοί πιονέροι

που ανέλαβαν την ευθύνη

για τη ζωή τους

και τη ζωή των άλλων.

Edward Reilly, Two poems

Artwork: Martin Lewis

You walked past  

You walked past me like someone else 

whose eyes had glittered in starlight. 

Autumn. Street vendors selling hot drinks, 

as we discussed the virtues of France. 

So it was, and as if that wasn’t enough, 

the deities were all willing to mock me. 

So I thought, but found myself unburdened, 

for the next night you walked by, and paused. 

***

Your cousin 

This boy’s running out of time. 

His mother’s looking for him, 

And the sisters too, calling –  

It’s time to meet your cousin! 

He’s hiding behind the garage, 

Gone out for a quiet smoke, 

And the Aunts are calling –  

Come and meet your cousin! 

O the cousin from Thessaloniki, 

Her doe eyes would melt ice, 

And then his father says quietly – 

It’s time to greet your cousin!

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

Αυτό το πρωινό…

τους παρατηρώ να περιμένουν

εδώ και ώρα

τούτη την αποπνικτική

μέρα

καθώς οι άνθρωποι

πηγαινοέρχονται βιαστικοί

τα ρούχα τους ξεθωριασμένα

τα μαλλιά απεριποίητα

εκείνη χοντρή με μια τεράστια ελιά 

στο μάγουλο

και αυτός ιδρωμένος να κρατά τη

πραμάτεια τους

το πράσινο ανάβει

της δίνει ένα φιλί

και περνάνε

απέναντι

***

Joy

τα φώτα της πλατείας

σβήνουν

κλόουν κρέμονται στις

σκεπές

και δυο τεράστια χέρια σκεπάζουν

τον ουρανό

θ’ αποκοιμηθούμε στα σεντόνια της

νύχτας

θ’ αποκοιμηθούμε

με γαληνεμένο πρόσωπο και

δροσερά χέρια

θα μας νανουρίσει μια άγνωστη

μελωδία

και την αυγή θα σηκωθούμε

θα περπατήσουμε σε μια ανθισμένη

λεωφόρο

πλημμυρισμένοι από

παιδικά τραγούδια και

ζεστά χαμόγελα

θα ’μαστε εκεί

εκεί

εμείς που μεγαλώσαμε στις νύχτες

θα αντικρίζουμε μόνο μέρες 

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Σχέδιο/Artwork: Νίκος Δεληγιάννης

Ο βοσκός 

Ο βοσκός τα πρωινά λειβαδότοπους, βουνά αγναντεύει,

στων ρεμβασμών τις σιωπές το λιόγερμα αφομοιώνει,

των ζωντανών το τρίχωμα κουρεύει, το γάλα ζουπιχτά μαζεύει

να φτιάξει βούτυρο, τυρί.

Η χρησιμότητα, της ομορφιάς τα βλέμματα αποσπά!

Μα ο βοσκός ντρέπεται! Κατώτερο τον θεωρούν˙

γυναίκα δεν σταυρώνει!

Και οι χωρικοί καλύτερα στον Τάρταρο! Παρά βοσκοί.

Ποιός δεν θα πήγαινε βοσκός,

αν λυγερές στους λόφους ανεβαίναν,              

παγούρια να μοιράσουνε σε διψασμένων χέρια;

***

Φρούτων χυμούς

Φρούτων χυμούς ο χρόνος να ρέει

σε στάχυα, θερμοκήπια, μποστάνια, ελαιώνες,

αργά η συγκομιδή να γίνεται με ξάπλες στους λειμώνες.

Καπνό, λάδι, κρασί στις πληγές να βάζουμε, 

νερό μπόλικο στο σώμα το ιδρωμένο από άσκηση, 

από φιλιά,

συζητήσεις ατέρμονες μετά του ήλιου την ήττα,

ροχαλητά τα πρωινά θα δονούν

σε κοινότητες αγροτικές, κοινοκτημονικές,

με βιβλιοθήκες και έρωτα ελεύθερο.

Νίκος Μιτζάλης, Δύο ποιήματα

Νύχτα

Τη νύχτα που κάνουν λιγότερο θόρυβο οι αλυσίδες μας

και το φέγγος των προσώπων είναι μεγαλύτερο

η πόλη της ασφάλτου φωταγωγείται

ανασαίνοντας έρωτα με θάνατο

Στο σκοτάδι φαίνεται κάπως πιο ωραία

καθώς σκεπάζει την τραχιά ασχήμια της

με μανδύες από νέον

Μπορούμε έτσι να την περιδιαβούμε ευκολότερα
με καινούργια μάτια 

αποφεύγοντας μπλόκα και κακοτοπιές 

πάνω από στέγες και ταράτσες 

σουλατσάροντας σε ξέφωτα και πολύβουα σοκάκια 

γεμάτα με πέτρινα πηγάδια ευχών κι επιθυμιών 

με θελκτικές νύμφες-χαρτοκλέφτες για συντροφιά 

πασαλειμμένες με μπογιά και επιτήδευση 

που ανελύπητα μας τσαλακώνουν 

Προσπαθούμε να της μοιάσουμε 

να γίνουμε απ’ το ίδιο υλικό εξευμενίζοντάς την

καταλήγουμε όμως πάντα σε ένα λόφο ξημερώματα 

να πηδάμε στο κενό 

να μιλάμε για φευγιό 

και για μια άλλη πόλη.

***

Προς επίδοξους αρχιτέκτονες

Φωνές που διασταυρώνονται, ξεμακραίνουν και σκορπίζουν

ξεπηδούν από ημερολόγια αποδημιών

γίνονται ταμπελίτσες μπροστά σε άδειες θέσεις

γυμνά καδράκια σε άσπρους τοίχους και σε ταφόπλακες

πώς να τις βάλεις στο χαρτί

πώς να τις στριμώξεις μέσα σε τοίχους δωματίων

σε κλιμακοστάσια, σε αίθρια και σε ογκοπλαστικά μορφώματα

άσε τον ερπυσμό να σε κατευθύνει

κι όπου σε πάει

σε διαφορετικές γλώσσες

σε διαφορετικά προβλήματα

σε διαφορετικούς μικρόκοσμους

αν μπορείς μετάφερέ τα στο τσιγαρόχαρτο

κι άναψέ το

*Δημοσιεύτηκαν στον “Μανδραγόρα”, Τεύχος 63, Νοέμβρης 2020.

Ένα έτσι, Το παιχνίδι έχει κάποιους κανόνες

Το παιχνίδι έχει κάποιους κανόνες.

Μονάχα αν τους παραβείς

μπορείς να παίξεις το κεφάλι σου σαν

μπάλα από άχυρο και την καρδιά σου σαν

την μονόχορδη κιθάρα του βοριά.

Απάτησε με κάθε σου ματιά κι ως

την ελάχιστη χειρονομία

τον εαυτό σου με κάποιον άλλο

και αρκέσου στο να περιμαζέψεις

το είδωλο που θα περισσέψει

από έναν κοινό καθρέπτη

καταμεσής μια φλέβας από

άνεμο και σκόνη.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2021/01/29/5267/

Κατερίνα Λιάτζουρα, Από την “Κρεμμυδαποθήκη”

SONY DSC

Οδός Βώκου

Μαρτιάτικο φεγγάρι ανοιξιάτικο στο γιόμα σου γλυκό φεγγάρι. Με ζωγραφιστά κτερίσματα αποκοίμισες την Γκαμήλα στην αγκαλιά σου και έφεξες τη Χαράδρα του Βίκου από ψηλά. Ζαγοριανό καράβι να διαβεί με Αργοναύτες εσένανε και εμένανε. Καλαρρύτες πλήρωμα ξεχασμένο από τον χρόνο. Ούριος άνεμος φύσηξε στη Σκάλα του Βραδέτου, για να αφεθείς στου Λάμπρου το τραπέζι και εκεί για άλλη μια φορά να ξεχαστείς να παραγγείλεις ένα και άλλο ένα και το χρέος σου να κάνεις μέχρι γλυκά το σούρουπο εσέ και τον δρόμο να ζεστάνει. Καθώς ο Αώος με των Βαΐων τα Δαφνόφυλλα χάρτινα φίλτρα θα δοξάσει, που λαχταρίσανε πλύση με βενζίνη ή και φύσημα την επιθυμία να εμποδίσουνε, εσύ απλόχερη ευχή θα δώσεις στης Κηπίνας την Μονή, όπου διαύγεια σου ήρθε ξάφνου πως πλήρωμα δεν υπήρξαμε ποτές, μα αερικό αντρόγυνο που στου Ναπολέοντα την μπίρμπα κρασάτη κούπα τσούγγρισε και εκεί, μες των ματιών σου τα ουράνια τόξα βυθισμένη από τα χείλη μου ανοιξιάτικος χείμαρροςξεχύθηκε η ευχή, να μην τελειώσει το ταξίδι της προσμονής, μα τώρα εξαρχής να ξεκινήσει.

***

Μανίκια

Να χαθώ έτρεξα σε κρησφύγετο μυστικό. Εκεί στο λιβάδι, μακριά, στη σκιά της Σκοτεινής, δρόμος με πέρασε από τον Μύλο του Γαμία και πάνω από γέφυρα ετοιμόρροπη ξύλινη με οδήγησε σε πηγή αθέατη με νερό και αλάτι, τις πληγές μου να γιάνω. Δείπνο βασιλικό μου πρόσφερες σε καφενείο χωρικό, αβγό σφιχτό και στραγάλι, μαζί και κρασί από την καρδιά σου. Εικόνες γνώριμες, γνωστές από τις μνήμες της νοσταλγίας ή και της επιθυμίας αναδυόμενες. Και εκεί το ρολόι των κριμάτων μου αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά τού χρόνου, για να ξεχάσει να μας υπενθυμίζει υστερόβουλα πως αιώνιοι θα είναι οι εφιάλτες.

*Από τη συλλογή “Κρεμμυδαποθήκη”, Εκδόσεις Βακχικόν, Μάρτιος 2020.

Δήμητρα Καραφύλλη (1947-2014), Τρία ποιήματα

Herme Pato, Madrid 1940

Βρεγμένη γάτα

Αγωνία στην εξέδρα

κάτι ωραίο ετοιμάζουν

οι κριτές από την έδρα

αποφάσεις νίκης βγάζουν.

Ως γνωστόν τα σπονσοράτα

δεν βραβεύουν επιδόσεις

φεύγεις σαν βρεγμένη γάτα

αν δεν έχεις να λαδώσεις.

***

Αέρα

Μη μου βάζεις τραχηλιά

έχω στο λαιμό ελιά

Νόστιμη και πιπεράτη.

Θέλεις να στη δείξω;

Νάτη!

***

Ανδρών επί φανών

Στην Ξένη Σκαρτσή

Τίποτε δεν έχει αλλάξει, παρεκτός…

Σβέλτος, ηλιοκαμένος, γελαστός

ο τροχονόμος της γειτονιάς μου.

Πόσο πιο βολικό το τζόκεϊ καπελάκι

από το σκληρό πηλίκιο.

-Καλημέρα κυρία, ευχαριστώ.

Πριν σταματήσω καν στη διαστάυρωση

Καθαρίζει και τα τζάμια.

*Από τη συλλογή “Γρήγορα στις οθόνες σας”, εκδ. “Αρκαδικός Κήρυκας”, Αθήνα, 2013.