Kenneth Rexroth, Για μια μασέζ και πόρνη



Φωτογραφία: Édouard Boubat, A Gentle Eye, 1970

Κανείς δεν ξέρει πια τι είναι η αγάπη.

Κάνεις δεν ξερει στο θεό τι συνέβη.

Μετά τα μεσάνυχτα, οι αδελφές και οι λεσβίες 

Ξεχύνονται στους δρόμους των παλιών μπορδέλων,

Σαν σπειροχαίτες σε ένα ηλίθιο μυαλό.

Οι απατεώνες ολοι χάθηκαν από την πόλη.

Θυμάμαι τις ώρες που πέρασαν 

Μιλώντας μαζι σου για τις ανοησίες 

Του κόσμου που καταρρέει και τις κτηνωδίες 

Της ράτσας μου και της δικής σου,

Ενώ οι άρρωστοι, οι ανώμαλοι, οι κακομούτσουνοι,

Ήρθαν κι έφυγαν, κι εσύ τους τακτοποίησες 

Και τους εδωσες να καταλάβουν,

Και τους ξαποστειλες με λίγη αίσθηση 

Ηλεκτρικής ζωής από τα ακροδάχτυλά σου.

Ποιος θα μπορούσε να ξεχάσει το γλυκό σου κορμί 

Η τα γαλήνια ευγενικά σου αισθήματα,

Ή τον χαμογελαστό σου έρωτα

Υποθέτω πως το άγγιγμά σου κράτησε πολλούς άντρες 

Όσο ήταν δυνατό στα συγκαλά τους.

Κάθε ώρα όλο και λιγοστεύει τούτο το άγγιγμα στον κόσμο.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Μαριαλένα Δισακιά, Δύο ποιήματα

Έφυγε

Χαράματα κατέβηκε από το καράβι 

Ένιωθε πια πως λόγος επιστροφής δεν υπάρχει 

Γύρισε βλέποντας την θάλασσα 

Πόσα της είχε πάρει 

Πόσα της είχε δώσει 

Σήμερα 

Χτες

Ο χρόνος που οι άλλοι μετρούν με λέξεις 

Άχρηστες για εκείνην πιά 

Αγκαλιάζει την θάλασσα 

Σφιχτά

Ανύπαρκτοι λόγοι επιστροφής 

Σε κανέναν δεν θα λείψει 

Σε κανέναν δεν έλειψε.

***

Πορεύομαι

Σβήνουν τις σκιές των δέντρων 

τα σύννεφα 

Σβήνει το φως της μέρας 

στο θάνατο 

Ναοί σιωπούν μπρος στο χάρο που 

σφύζει ζωή.

Το χέρι στης απώλειας το δρόμο δεν μπορώ να 

ακουμττήσω.

Ναι για τον δικό σου πόνο μιλώ αυτόν που 

δεν αντάμωσα 

Μαζί του πορεύομαι!

*Από τη συλλογή “Στροβιλισμοί της Αστάρτης”, εκδ. Λευκό Μελάνι, Αθήνα 2018.

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Φθινοπωρινά φύλλα

Του φθινοπώρου τα φύλλα,

στην πτώση τους στριφογυρίζουν

σηκώνουν άνεμο που τον νιώθουν

η γη, ο ποταμός κι η θάλασσα

Σαν πέσουν, της προσφοράς τους οι χάρες

έχουν ήδη προσφέρει ζωή

Σεπτέμβριος 2019

***

Όνειρο πτώσης τυράννου

Στην επαρχία Ναμ Βέι, ο τυραννικός κυβερνήτης

αποκομμένος με την αυλή και τους αξιωματούχους του

καταπίεζε αβάσταχτα τους υποτελείς

Η μικρή έφηβη Γιν Λι Σαν, ονειρεύτηκε:

“προετοιμαζόμαστε κι όταν πέσεις από εμάς

οι γύπες δεν θα πεινάσουν την μέρα εκείνη

Κι αν πέσουμε εμείς,

η γενιά μας,

οι επόμενες γενιές θα έχουν διδαχτεί

ότι γίναμε απροσκύνητοι

μέχρι τον θάνατό μας”

Ιούλιος 2019

***

Στην κανονικότητα

έτσι, ξανά,

καθημερινότητα και κανονικότητα

το κομμένο σκοινί κρατάει

αλλά και πάλι κομμένο είναι

κι αν γίνεται ν’ ανταμώσουμε ξανά

θα ερχόμαστε από διαφορετικά σημεία

Ιούλιος 2019

Χ.Π. Σοφίας, Πέντε μικρά ποιήματα

ΦΥΓΗ

Από τότε που έφυγες

τα άστρα κοιμούνται σπίτι μου

ΤΟΠΟΣ

Σε αυτόν τον τόπο

Το βλέμμα δεν μπορεί να θρέψει

Ούτε τη χαρά ούτε και τη λύπη

ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ

Βιαστικοί ταξιδιώτες του

ονείρου είμαστε

Στα χέρια μας

τα ξύλινα όπλα των παιδιών

Στα μάτια μας

όλα τα χρώματα

ΑΤΑΦΗ

Άταφη αγάπη

Τον έρωτα περιμένει

ΜΥΣΤΙΚΟ

Ζηλεύουν

τις αμυγδαλιές

οι κερασιές

Το αποκάλυψε

εχθές βράδυ

ένας χιονάνθρωπος

στο φεγγάρι

*Από τη συλλογή “Ο έρωτας της βροχής είναι παντοτινός”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2019.

Μαριάννα Πλιάκου, Δύο ποιήματα

Πρωινή βροχή

Ας πούμε ότι βρέχει.
Ότι είναι Κυριακή, πρωί.
Ότι είμαστε δεκαεννιά,
κι αυτό θα πει
δεν έχουμε ιδέα πως είναι να στενεύει ο δρομος
μέχρι να μη χωράς.
Γεμάτη αυτοπεποίθηση εσύ,
θα περπατάς
πάνω από την πόλη,
απ’ την ομίχλη που άλειψε τον δρόμο,
από το δέρμα μου που μαλακώνει όταν σε βλέπω
που έρχεσαι.
Ακόμα δεν θα ξέρουμε
πως όλο αυτό που μοιάζει με αρχή,
θα το σκεπάσει η φθινοπωρινή υγρασία.
Στο ποίημα εδώ, αυτό δεν έχει σημασία.
Ούτε πως κάτι τόσο αλλιώτικο θα γίνουμε
απ’ ό,τι φανταστήκαμε.
Τώρα,
εδώ,
είμαστε μόνο εσύ κι εγώ.
Και η υπόσχεση της πρωινής βροχής.

***

#Descartes

Ποστάρω επιμελώς.
Στήνω τους τένοντες και τις αρθρώσεις –
φωτογραφίες,
σπάνια ρήματα, ανέκδοτα ποιήματα,
πολυσυλλαβικά επίθετα σε δόσεις.
Φτιάχνω το δικό μου τέρας του Φράνκενσταϊν,
το ταΐζω ό,τι βρω.
Κάθε μέρα μεγαλώνει και ψηλώνει
ένα μέτρο τη φορά.
Κι αυτό με αφορά,
καθώς το ψηφιακό μου
τέρας άρχισε να μ’ αψηφά.
Και χωρίς αμφιβολία,
άλλη σκέψη ή δυσκολία,
το σαρκοφάγο,
περίτεχνο,
πλάσμα μου, σύντομα θα με καταπιεί.

*Από τη συλλογή “2017”, Εκδόσεις Κύφαντα, 2019.

3 ποιήματα | The Kiss Venture

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kefalas

In Memoriam | Νίκος Κασίμης

..κι ύστερα, έκλεισες τα μάτια, καταπίνοντας βιαστικά
μια τσίχλα σχεδόν αμάσητη.
Είχαν προηγηθεί βέβαια κάτι λαχανιασμένα αλισβερίσια
-εκ του συστάδην, πάντοτε-
Κάτι νυχιές στις χούφτες, κάτι βλέμματα.
Τίποτα δεν προμήνυε όμως τόση υγρασία,
να φτάνει ως το μεδούλι και να ψάχνει ακόμη…
εσύ, καλά εκεί, εν αναμονή, κάτω απ’ την ελάχιστη μάσκαρα
που έλιωνε έτσι, απρόκλητα – εγώ τι κάνω τώρα, μου λες;
Ποτάμια ιδρώτας… κι όχι, δεν ήταν άγγιγμα ελαφιού,
το γρέζι έτρωγε δέρμα κι από κάτω γυάλινες φλέβες – θρύψαλα
ηττηθήκαμε κατά κράτος φίλε, η μπάλα έφυγε πέρα, στα μάρμαρα…
μ’ ένα μύτο ξερό, σφύριξε η λήξη
κι ύστερα…
ύστερα, το κακό απόγινε, ολοσχερώς που λένε…
μπλέξαν κραγιόνια, δάκρυα κι αναφιλητά, ένα τουρλουμπούκι
αδιάβαστος πήγα, σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.
Μ’ αρέσει που στο τέλος ρώτησες «τι ώρα είναι»,
καθώς μου σκούπιζες – καθόλου απαλά- κάτι αναμνηστικές μπογιές
στην άκρη των χειλιών
κι…

View original post 124 more words

Θεόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

Ο μουγγός τραγουδιστής κυττούσε τη πανσέληνο

Και ο μουγγός κυττούσε τη πανσέληνο μες απ’ το καθρέπτη
του ποταμού
Ο νυχτοφύλακας έπαιρνε κ έκλεινε τη φεγγαρόλαμψη σ’ ένα
του σφύριγμα
Κ ή Αφροδίτη περιδέραιο τη πέρναγε στο σκιερό ουρανό.
Μα τά μικρά κορίτσια που δεν πάτησαν ακόμη δεκατρία
Τ’ ουρανού το σφύριγμα μ’ ένα σφύριγμα κι άνεμο φιλί έπιναν
Από το στέμμα του μισότρελλου γεροζωγράφου π έφερνε
Τα σφυριχτά κορίτσια, με το κάρβουνο ηής υπόσχεσης στο χαρτί
της αιώνιας αγάπης’
Και κυττουσε μέ λαχτάρα κι όλο κύτταγε τη πανσέληνο, ο
μουγγός, μες απ το ποτάμι.
Το ποτάμι κυττούσε τη πανσέληνο κ η πανσέληνος το ποτάμι.
Φιλούσε με τ άλαλα χείλη του ο μουγγός τά σπυριά,
καί γίνονταν φεγγάρια’
Χίλια φεγγάρια ο ουρανός, χίλιες πανσέληνους,
κ ένα κλεφτοφάναρο για τον ποιητή.

***

Κολυμπώ στα βαθειά νερά

Μια ζωή στοά) χρόνου το σταμάτημα
Κολυμπώ στα βαθειά νερά.

Στης αγάπης το πρωτοξύπνημα
με χείλη φιλιών, ρουφώ
απ το λουλούδι τή δροσιά
Μια στάλα ικμάδα που κυλά
σ αυλάκια αχάρακτα
νεανικού προσώπου.

Απύξιδο καράβι χάνεται
Στου έρωτα τον ωκεανό’
Γοργόνα απ τής νιότης χλωροφύλλη
Από τη μέση και κάτω ροφός,
Τους κρίκους
Της αλυσίδας
Της άγκυρας λύνει.
Στου βυθού τα εργαστήρια
Κομψοτέχνημα σ ασήμι καί φύκη ο έφηβος
Της σάρκας και του έρωτα την ένωση, γιορτάζει.

Και το σκοινί τραβώ- δεν τελειώνει.
Τη σκανδάλη πατώ
Κ εκπυρσοκροτεί
Ένα όνειρο
Όνειρο και σκάνδαλο
Καθαρό ασήμι και χρυσάφι της αμμουδιάς
’που κυλιούνται τα γυμνά παιδιά —
Και το σκοινί τραβώ ίσαμε το τέλος.

*Από τη συλλογή “22 Ποιήματα”, Αθήνα 1982.

Ζωή Καραπατάκη, Δύο ποιήματα

1
Χωρίς αλφάβητο

Τη νύχτα η Σφίγγα
αφουγκράζεται την έρημο και
ανανεώνει το μυστήριό της
με εισπνοές νύχτιας σιωπής
Οι βεδουΐνοι μηρυκάζουν τη ζέστη
της μέρας
με ήχους κοφτούς και κρυσταλλιασμένους
απ’ τη βραδυνή ψύχρα
Από ψηλά οι αστερισμοί
ανταλλάσσουν μηνύματα με
την απέραντη κίτρινη άμμο
μαζί ανιχνεύοντας τις κοινές ρίζες τους

Μια ροή δίχως παύση
διατρέχει το χώρο
Μια μυστική κοσμική ενέργεια
αχαρτογράφητη και
χωρίς αλφάβητο

2
Μια ιστορία αληθινή

Μια ιστορία με αλήθεια
είναι κελάϊδημα πουλιών
το δειλινό
συναθροισμένα καθώς στέκουν
στην ίδια φυλλωσιά

Πές μου και συ
μια τέτοια ιστορία το βράδυ
Τόσο ζωντανή
Τόσο εύηχη
Τόσο αληθινή

Τόσο αληθινή

Κι εγώ τότε γιατί
να μη σε αγαπήσω

Mary Oliver, Τρία ποιήματα

Μετάφραση-Επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος

Ωδή στο φθινόπωρο

Στα βάθη του φθινοπώρου
δε σου περνάει απ’ το μυαλό πως τα φύλλα θ’ αναρωτιούνται πόσο
άνετα θα ’ναι ν’ ακουμπούν
τη γη παρά την
κενότητα του αγέρα και τις απανωτές
επελάσεις του ανέμου; Και δε νομίζεις
πως κι αυτά τα δέντρα ακόμα, κυρίως εκείνα με τις βρυώδεις,
χουχουλιάρικες σπηλιές, αρχίζουν να ’χουν έγνοια

των πουλιών που θα ’ρθουν –σ’ εξάδες, δωδεκάδες– στρώμα να βρουν
στα σώματά τους μέσα; Και δεν ακούς
τη χρυσόβεργα που ψιθυρίζει αντίο,
το αιώνιο πλάσμα εστεμμένο με τις πρώτες
τούφες του χιονιού; Η λιμνούλα
έχει χαθεί, και το κατάλευκο πεδίο όπου
γλιστρά η αλεπού τόσο γοργά αποκαλύπτει
τις γαλαζόχρωμες σκιές της. Κι ο άνεμος εξαπολύει
το ουρλιαχτό του. Και το βραδάκι ειδικά,
ο σωρός απ’ τα καυσόξυλα πιάνει λίγο-λίγο να προχωρά,
αδημονώντας να φτάσει στον προορισμό του.

*Από τη συλλογή Devotions (2017)

***

Σήμερα

Σήμερα πετάω χαμηλά και
δεν βγάζω άχνα.
Αφήνω όλα τα βουντού της φιλοδοξίας κοιμισμένα.

Ο κόσμος προχωρά όπως πρέπει,
οι μέλισσες στον κήπο αφήνουν κάποιο βουητό,
τα ψάρια χοροπηδούν, τα μυγάκια καταβροχθίζονται.
Και πάει λέγοντας.

Μα εγώ παίρνω ρεπό.
Ήσυχη σαν το φτερό.
Παραμένω ακίνητη παρόλο που στην πραγματικότητα διανύω
μια απόσταση τρομακτική.

Ηρεμία. Μία εκ των πυλών
που σε μπάζουν στο ναό.

*Από τη συλλογή A thousand mornings (2013)

***

Μην ανησυχείς

Τα πράγματα παίρνουν τον χρόνο που παίρνουν. Μην
ανησυχείς.
Πόσους δρόμους είχε ακολουθήσει ο Άγιος Αυγουστίνος
μέχρι να γίνει Άγιος;

*Από τη συλλογή Felicity (2015)

Επίμετρο:
Η Μαίρη Όλιβερ (Οχάιο, 1935 – Φλόριντα, 2019) είναι Αμερικανίδα ποιήτρια, βραβευμένη με το National Book Award (1992) και το Pulitzer Prize (1984). Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών και επηρεάστηκε από το έργο των ποιητών H.D. Thoreau και W. Whitman. Τον τελευταίο, μάλιστα, τον θεωρούσε ήρωά της και ως τον αδελφό που δεν είχε ποτέ. Κύρια πηγή έμπνευσής της δεν είναι άλλη από τη φύση και τα πλάσματά της – η ίδια υπήρξε, άλλωστε, δεινή πεζοπόρος. Συνεπώς, η φύση δεσπόζει στο σύνολο του ποιητικού της έργου. Όπως και ο Whitman, έτσι και η Oliver επεδίωκε όχι μόνο να παρατηρεί τη φύση αλλά και να μπαίνει στη θέση του κάθε πλάσματός της και να γίνεται ένα μαζί του. Η ποίησή της μοιάζει να έχει τη μορφή μιας σκοτεινής ενδοσκόπησης που σε αφήνει, ωστόσο, με μια ανακούφιση ευδαιμονίας. Η Όλιβερ έχει, επίσης, συγκριθεί με την Έμιλι Ντίκινσον, ως προς το γεγονός της κοινής συγγένειας της ποίησής τους με τη μοναξιά και τον εσωτερικό μονόλογο. Τέλος, αποτελεί μία εκ των κορυφαίων ποιητών της Αμερικής που ασχολούνται με τον κόσμο της φύσης και του περιβάλλοντος (τη λεγόμενη ecopoetry), μαζί με τους Joy Harjo, Wendell Berry and W.S. Merwin.

Ευάγγελος Ρ. Ρουσσάκης, Επισήμανση

Αν θέλεις να λέγεσαι ποιητής,
το κάνεις πιθανότατα για τους λάθος λόγους
και μην προσπαθήσεις να βαφτίσεις
ένα σύννεφο ως λευκό αν δεν το έχεις δει
κάποτε να μαυρίζει και να φέρνει βροχή
και κάποιος πρέπει να προσέχει τα δέντρα
σε σχήμα βραστήρα αλλά αν
θέλεις να λέγεσαι ποιητής
το κάνεις πιθανότατα για τους λάθος λόγους
αν θα περίμενες η επιθυμία σου να αρκεί
ξανά σκέψου το πολλές φορές
και αν δεν νιώσεις τις λέξεις
να σχηματίζονται τότε
άφησέ το
δεν είναι πως
όλοι δεν μπορούν να είναι ποιητές
αλλά γιατί να χρειάζεται να δώσεις
στον εαυτό σου αυτόν τον τίτλο;
αν μπορείς να γράφεις για τα δέντρα, για τα νοσοκομεία
για τα νεκροτομεία, για τους απόκληρους της κοινωνίας
κάνε το αλλά χωρίς να χρειάζεται να το αναγνωρίζει κανείς
και αν κάποιος πρέπει να μιλήσει για ότι βγαίνει από σένα
αυτός
δεν είσαι εσύ
εσύ πρέπει απλώς να γράφεις
όπως βγαίνει αυτό από μέσα σου
χωρίς άλλα περιτυλίγματα και χωρίς προσπάθεια
γιατί η προσοχή στα δέντρα, στα πουλιά, στους απόκληρους
δεν συνεπάγεται τέχνη
αλλά μπορεί να γίνει
αν θέλεις να λέγεσαι ποιητής
τότε πιθανότατα το κάνεις για τους λάθος λόγους
υπάρχει μια ροή στα πάντα
στις λέξεις, στις παύσεις,
στους ήχους του στυλό
πάνω στο χαρτί
στο χτύπημα των πλήκτρων
ο οποίος ξεπερνά εσένα
και όποιον άλλον καταπιάνεται
με τις παύσεις ανάμεσα από τις λέξεις
ο ρυθμός που θα έλεγε ένας θεωρητικός
που
υπερέχει όλων των άλλων
αν θέλεις να λέγεσαι ποιητής
το κάνεις πιθανότατα για τους λάθος λόγους