Χτυπώ τις πόρτες σας τη νύχτα Εγώ ύπνο δεν έχω Γυρίζω στα σπίτια σας Σκορπώ την αγρύπνια μου Σας χτυπώ με μανία Πόρτες αμέτρητες Λίγοι ανοίγουν
Οι πιο πολλοί Κοιμούνται βαθιά Λήθαργο ∆ίχως όνειρα Όσο κι αν τους χτυπώ ∆εν ακούγεται
Όμως κάποιοι ανοίγουν Κάποιοι που ξενυχτούν Και βλέπουν μόνο εφιάλτες Κι ο πιο συχνός τους Κι ο χειρότερος Είναι πως έρχομαι Και τους χτυπώ Τη νύχτα
ΘΡΗΝΩΝΤΑΣ― κυρίως ό,τι παρελθοντικό Η απώλεια βαραίνει και ακόμα συγκλονίζει Κανένας να τη μοιραστεί (ακίνητα) τα δέντρα Τα φυλλώματά τους έπεσαν― ετούτο παραμένει Οι λέξεις― η ανάσα αυτή― εσύ― όχι― εγώ;
Πώς να συγκολλήσεις τα πράγματα λες και όχι σπασμένα πώς τα χέρια που με κονίαμα και άργιλο επιχειρούν τα ερείπια συνειδητοποιούν ανακαλύπτοντας ότι το καθετί αποδεικνύεται πάντοτε αδιαχώριστο από τη μορφή που εξ αρχής διανοημένο.
Εάν υπήρχε ο θάνατος μονάχα, ποια θα ήτανε η διαφορά; Μπαίνουμε σε ένα δάσος από όπου διέξοδος καμιά, όμως εν τω μεταξύ τα δέντρα μαζεύουνε ήλιο και αέρα και εμείς πατάμε τη γη ίσαμε να γίνει σκόνη. Η αναπνοή μετατρέπεται σε λουλούδι που μας ξαφνιάζει βγαίνοντας από το στόμα.
*Από τη συλλογή “Livingdying”, New Directions 1970. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος [από ανάρτησή του στο Facebook που την αφιερώνει στον Βάσο Γεώργα].
Ήχησε τις ισορροπίες Απομακρύνονται Δεν το συνηθίζω Τώρα θα μιλήσω Τι συνέβη Κανείς δεν έμαθε Στο παραμικρό λάθος Πετάχτηκαν μαχαίρια Ήχησε τις ισορροπίες Είχα σκοπό να πιω Για να ξυπνήσω Για να ηχήσω Ρηχά τα καλώδια Ακριβά τα διόδια
Ω θάνατοι σε δόσεις, ω έμποροι μικροί, η Άννα Φίρλινγκ θα πληρώσει.
Μόνη, ξυπόλητη σέρνει το άδειο καρότσι της στα γυμνά πεδία της ατέλειωτης σφαγής, γόνιμη σαν μαγιάτικη βροχή, ευλογημένη ως μάννα εξ ουρανού.
Η Άννα Φίρλινγκ θα πληρώσει. Θα αγοράσει την ταπεινή ζωή με το ακριβότερο νόμισμα για τις χαρές που δεν ήρθαν ποτέ, για τα γκρεμισμένα όνειρα.
Η Άννα Φίρλινγκ θα εξοφλήσει, με το μαύρο γάλα των παιδιών της. Ω θάνατοι σε δόσεις, ω έμποροι μικροί, μιλώ σε έναν καινούργιο κόσμο, χωρίς ζωή καταραμένη, χωρίς Τετάρτη των τεφρών, χωρίς επιούσιο ταπεινωτικό, χωρίς τοτέμ, χωρίς λυγμό, χωρίς μαστίγιο και σταυρό, χωρίς θεό-αφεντικό.
If you have time to chatter, Read books. If you have time to read, Walk into mountain, desert and ocean. If you have time to walk, Sing songs and dance. If you have time to dance, Sit quietly, you happy, lucky idiot.
Αν έχετε χρόνο να συνομιλήσετε, Διαβάστε βιβλία. Αν έχετε χρόνο να διαβάσετε, Περπατήστε σ’ ένα βουνό, μια έρημο και έναν ωκεανό. Αν έχετε χρόνο να περπατήσετε, Τραγουδήστε τραγούδια και χορέψτε. Αν έχετε χρόνο να χορέψετε, Καθίστε ήσυχα, χαρούμενοι, τυχεροί ηλίθιοι.
In the land of begotten magpies, “within normal limits” the unstoppable flow of language in this book keeps trying to keep up with its thought(s), cos as Misha the Maniac sez YOU HAVE NOTHING TO LOSE BUT YOUR LANGUAGE — words popping in and out, stop starting, in a multiplicity of poetic forms (well executed), as the emotions having no time to rein themselves in, go on their trajectory.
This was the margarine spread over my toast this morning. “The” may be the tyranny of sentences, but “The poet” of “This” book, with “The” poems of inner conflict, must be welcomed afresh, distorted, and mutating, stretching, and screaming themselves into existence – like a meme “I am becoming a germ”.
Nothing is sacred here; “I don’t know what love is but it’s choking my oesophagus”, all is up for grabs, in every direction, in a masterful sense of awareness over the material of hospital encounters, and social contexts, where the body is not “The” site of suffering, but “a”. —– π.ο.