Γιώργος Καραγιάννης, Υπόμνηση ματαιότητας

Πράγματα που μας αρέσουν, μας παρηγορούν,

μας δένουν με τον τόπο, τη ζωή μας και τη φύση

και γινόμαστε ένα.

Κι όταν η αλήθεια μας ελέγχει και το ψέμα,

οι αντοχές μας συγκρατούν το βλέμμα πιο ψηλά,

πάντα να βαδίζουμε με τιμή κι αξιοπρέπεια.

Αλλά μόλις βρίσκουμε γαλήνη και ισορροπούμε,

αναιρούν την προσφορά μας

λες και μετάνιωσαν…

Σπάνε σαν μπαλόνι 

κι έρχονται μας απειλούν,

να γυρίσουμε ξανά πίσω στο παρελθόν,

όπως ήμασταν.

Κι ας τα έχουμε όλα εκτελεσμένα ιδανικά

κι ας μην είμαστε ήσυχοι, γιατί μάθαμε ν’ αμφιβάλλουμε,

βιώνοντας στην πράξη την ουσία της ζωής,

δοκιμάζοντάς την μόνο από ρόλους θεατρικούς,

την ώρα που και οι δράσεις μας

απορροφώνται απ’ το χρόνο

κι αφήνουν πίσω τους μια άηχη υπόμνηση 

για το ήδη ματαιωμένο,

εμείς δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε, 

πως είναι τελείως εύκολο 

κάτι που χάθηκε χτες να ξαναεμφανιστεί,

γιατί τη δεύτερη φορά δεν θα ’ναι πια το ίδιο…

Κουβαλά ήδη στην πληγή τη μαχαιριά 

με το βλέμμα καθηλωμένο σε μια ζωή ρηχή,

που δύσκολα αλλάξει.

*Από τη συλλογή, “Άνεμος στον άνεμο”, Εκδόσεις Ρώμη, 2020.

**Ο Γιώργος Καραγιάννης ζει στη Θεσσαλονίκη. Ασχολείται με τη λογοτεχνία.  Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές: “Ένα καράβι όνειρα -Το Κεντρί” (2015), “Της ζωής μου το χρώμα” (Αρισταρέτη, 2017), “Σ’ ένα τριαντάφυλλο σε θέλω” (Αρισταρέτη, 2017) και “Άνεμος στον άνεμο” (Ρώμη, 2020).

*** Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι πίνακας του Γιάννη Στρατή.

Oscar Hahn, Ningun lugar esta aquí o esta ahi / Κανένα μέρος δεν είναι εδώ ή εκεί

Ningún lugar está aquí o está ahí 

Todo lugar es proyectado desde adentro 

Todo lugar es superpuesto en el espacio

Ahora estoy echando un lugar para afuera 

estoy tratando de ponerlo encima de ahí 

encima del espacio donde no estás 

a ver si de tanto hacer fuerza si de tanto hacer fuerza 

te apareces ahí sonriente otra vez

Aparécete ahí aparécete sin miedo 

y desde afuera avanza hacia aquí 

y haz harta fuerza harta fuerza 

a ver si yo me aparezco otra vez si aparezco otra vez 

si reaparecemos los dos tomados de la mano 

en el espacio

             donde coinciden

                            todos nuestros lugares

Κανένα μέρος δεν είναι εδώ ή εκεί 

Όλα τα μέρη προβάλλονται από μέσα 

Όλα τα μέρη είναι πάνω στο χώρο

Τώρα προβάλλω ένα μέρος προς τα έξω 

προσπαθώ να το τοποθετήσω πάνω από κει 

πάνω από το χώρο όπου δεν είσαι εσύ 

να δούμε αν ύστερα από τόσο κόπο τόση υπομονή 

φανείς εκεί ξανά χαμογελώντας

Εμφανίσου εκεί εμφανίσου άφοβα

κι από το έξω μέρος προχώρα προς τα δω

και προσπάθησε πολύ πολύ

να δούμε αν κι εγώ φανώ ξανά αν φανώ ξανά

αν φανούμε οι δυο πιασμένοι από το χέρι

στο χώρο

         όπου συγκλίνουν

                         όλα τα μέρη μας

*Ο ποιητής είναι από τη Χιλή (γεν. 1938).

**Από το βιβλίο “Τα εκατό ωραιότερα ερωτικά ποιήματα της Ισπανικής γλώσσας”, Εκδόσεις Εκάτη, 2000. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Γιάννης Ζελιαναίος, Βρώμικη γραφή

Βρώμικη γραφή vα με συντροφεύει.

Σπίτι μοναδικό δε θα μ’ αντέχει.

Θα ζω την αυθυπαρξία και τις αγέρωχες λέξεις.

Τα μαλλιά μου θα πέφτουν σε καύτρες καί ξερριζώματα. 

Θα βλαστημάω δύο βιβλία στης ειμαρμένης το περήφανο. 

Η γλώσσα πια θα έχει ξεφτίσει στην αυλαία του πανικού. 

Θα είναι η θλίψη πρόστυχη, 

κρατήρας σιωπηλός 

κι ο ευμενής μπροστάρης μου, 

σε χώμα σακατεμένο.

Τίποτα πια δεν έχει όμορφο τέλος.

*Από τη συλλογή “Άννα”, εκδόσεις Εριφύλη, Αθήνα 2005.

Έλσα Κορνέτη, Δύο ποιήματα

Αγγελόπτερο

Πόσο να σκάψει ακόμα το βιολί 

Στο ασημένιο φλιτζάνι του καφέ 

Για να εζορύξει χώμα;

Οι άγγελοι Σαν αυγά Πρώτα μέσα στις φλόγες επωάζονται Κιτρινίζουν σαν ηλιοτρόπια Κι έπειτα Απ’ το ρουθούνι μιας καμινάδας Ξεχύνονται σε σμήνη Κολλούν δυο σύννεφα φτερούγες στη ράχη του ο καθένας Ακολουθούν τα ίχνη της όξινης βροχής Τα δάκρια μιας άρπας Κι εγώ που έχω μάθει από μικρή να ξεχωρίζω έναν ερωτευμένο άγγελο Τον βλέπω να παίζει βιολί Για μια παράξενη αγάπη Για τους μνηστήρες που μαρμάρωσαν στον χρόνο Κρεμιέται από τον πολυέλαιο Ενός καμένου θολού Με το δοξάρι του μονομαχεί Τρυπώντας άτακτες νότες Τόσο χαριτωμένα Τραμπαλίζεται Στα ξέφτια μιας γιρλάντας Στο παραμύθι που έγινε Σαπίλα Πολυτελείας

Έμεινα έκπληκτη να τον κοιτώ 

Όπως υπέρλαμπρος πετούσε 

Πριονίζοντας με το δοξάρι 

Τον λαιμό του

Πιάσε, μου φώναξε 

κι ευθύς μου πέταξε 

σαν τόπι χρυσό 

κομμένο το κεφάλι του 

που φέγγοντας 

ακόμα χαμογελούσε

***

Αντανάκλαση

Ο πατέρας μου ο πετεινός

Η μητέρα μου το φίδι

Εκπαίδευσαν τα μάτια μου

Στη μαρμάρινη σιωπή

Το πρόσωπό μου γυάλινο

Χίλια κομμάτια θραύσματα ενωμένα

Η έλξη για το όμοιο με ωθεί

Μια ζωηρή αντανάκλαση να ερωτευθώ

Σήμερα

Είμαι μελαγχολικός 

Στριμωγμένος

Στη βρόμικη γωνία της βιτρίνας 

Ξεντύνομαι βιαστικά 

Το πουκάμισο της ημέρας 

Πέφτω σε λήθαργο 

Έναν αιώνα για να κοιμηθώ

Κι όταν κάποτε ακίνητο 

Παγωμένο με βρουν 

Θα πουν:

Του τελευταίου βασιλίσκου το φιλί 

Ήταν θανατηφόρο 

Αυτοκτόνησε 

Φιλώντας με πάθος 

Τον καθρέφτη

*Από τη συλλογή “ΑΓΓΕΛόΠΤΕΡΑ”, Εκδόσεις Μελάνι, 2016.

Ολα μιά λέξη

milenaphotopoetry's avatarmilenaphotopoetry


Λάμνω
Λαμνοκόπι
Είμαι κομμάτι αυτής της ρίζας
Είμαι το μετέωρο λήμμα της
κινώ
ό,τι παγώνει
κι ό,τι δειλιάζει
και ύστερα βυθίζομαι
στη νωπή λάσπη
των αναφιλητών της
και στην κινούμενη προσευχή 
που όσο την τραγουδάς 
βουλιάζει
γιατί η Μέκκα της
δεν είναι μακριά
βαθιά είναι
Η μοίρα της αγαπημένης μου
λέξης
είν' ο αφορισμός
Λάμνω
στο ιερό της σπλάχνο
όλα μια λέξη
Αυτή προφήτης
και γω
Προσκυνητής

View original post

2 ποιήματα | Αντώνης Κίτσιος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

All-focusΟι θεριστές

Το σώμα στη κάμψη της τρίτης αλληγορίας
κατηφορίζει τη πλαγιά σκυμμένο
Δείχνει ν’ ανταμώνει στο βάθος η πληρότητα
με το κούφιο του ίσκιου μιας κερασιάς
Απάνω της ο Λεβάντες υπόσχεται
τα πρώτα του γυμνάσματα
πριν απ’ το γέρμα αποθάνει κι αυτός
Το χώμα πιο πέρα σήπεται
σαν τέφρα που κάποτε φώναζε seminandi
κι ο ουρανός ξοπίσω του περίσσευμα
για το λίγο της γης
Μα στη μέση ο άνθρωπος
ρόδινο αγρίωμα
στην εφηβεία του Σκιροφοριώνα
κόβει το στάρι πριν το σπουδάσουν τα δάχτυλα
μαζεύοντας το βιός του από συνήθεια
σπέρνοντας τα χρόνια του όπως οι άλλοι
Κι είναι το σβέρκο αβάστακτο
και η τρικυμία ίδια
Κανείς εδώ
κανείς εκεί
τον πόνο του δεν τραγουδά
μονάχος το δρόμο σέρνει
Σε θέρισε το θέρος θεριστή
μ’ απόμεινες ν’ ανασαίνεις

View original post 123 more words

Ματίνα Τσιμοπούλου, Τρία ποιήματα

Φυσική θέση

Πάνε μήνες που έχασα την φυσική μου θέση.

Από τότε:

Αποκοιμιέμαι στον καναπέ.

Ξεχνώ ανοιχτά τα φώτα.

Ανεβαίνω αντικανονικά τις κυλιόμενες στο σούπερ μάρκετ. 

Στρίβω δίχως να βγάζω φλας.

Και φοράω τα ρούχα μου απ’ την ανάποδη.

Κι όχι πως το κατάλαβα η ίδια!

Είναι που μου το ψιθυρίζουνε αποδημητικά πουλιά.

***

Τυχαία έξοδος

Γλίστρησες μέσα στη νΰχτα των άλλων

για να με συναντήσεις

στην κορυφογραμμή των οριζόντων.

Πάνω στην κόψη της πραγματικότητας 

μου ξημέρωσες 

κάτι από παραμύθι 

με δόσεις

αστικού ρομαντισμού.

Χάθηκες πριν την αυγή

ακριβώς πάνω στην εκπνοή του χρόνου.

Αναγκάστηκα να φορέσω κόκκινα γυαλιά

για να ανεχτώ τον ήλιο

να φωτίζει

κατάματα το γυμνό μου όνειρο

κι αυτό να καίγεται

στην πυρά μιας ανένδοτης λήθης.

***

Ώρες αιχμής

Ο καλύτερός μου φίλος 

σε καθεστώς ανάγκης 

δεν είναι άλλος,

παρά οι ώρες αιχμής στο κέντρο

και η συμφόρηση σε πλατείες και λεωφορειόδρομους.

Ξέρεις ότι είσαι πεζός 

και απολαμβάνεις

τη δυστυχία της σύμπτωσης με αποδημητικά πουλιά 

και αναλώσιμη ύλη.

Η προσοχή που σου αναλογεί

στοιβάζεται σε μία μερίδα πιθανοτήτων

να πρωταγωνιστήσεις σε αναστημένες ιστορίες.

Κανένα τρακάρισμα 

δεν σε ταράζει περισσότερο 

από τον ήχο

δυο άδειων, περαστικών βλεμμάτων 

που τσακίστηκαν

πάνω σε τοίχο ακριβούς ασυγχρονίας.

*Από τη συλλογή “Ετεροτοπίες”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2017.

Τάσος Γαλάτης, Boogie-woogie

‘Ωραίες τοΰ μάμπο 

κι ωραίες τοΰ μπούγκι-γούγκι 

τώρα σημαδεμένες από τον καιρό 

χίλιες φορές ωραίες

χίλιες φορές ταξιδεμένες 

μέ τούς πελώριους κεκρύφαλους 

καί τούς πανύψηλους κοθόρνους.

Πόσοι αιώνες φλυαρίας 

στο ψιλικατζίδικο μέ τά φτηνά καλλυντικά 

στο γύρο τής μικρής πλατείας μέ τις ακακίες 

στα σταυροδρόμια καί στα κεφαλόσκαλα· 

ό άκονιστής, ό παλιατζής, ή γύφτισσα 

καί ό σακατεμένος στρατιώτης.

Εΐδα τό γράμμα πού διπλώνατε στον κόρφο σας

σάς έφερα τό κοκοράκι γιά τον πονοκέφαλο

τό Ζέφυρο καί τό Ρομάντζο

άκουσα τά χωνιά καί τά συνθήματα

τούς πυροβολισμούς μέσ’ στο σκοτάδι

γι’ αύτό ποτέ μη σταματάτε

λικνίστε ακόμη στο χορό σας τό παιδί

ώ άρχαγγέλισσες νυχτερινές

ώραίες του μάμπο

κι ωραίες του μπούγκι-γούγκι…

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οροπέδιο”, Τόμος 1 – Τεύχος 4 – Χειμώνας 2007-2008, σελ. 499.

Γρηγόρης Σακαλής, Ψευδαίσθηση

Ποιοί είναι αυτοί

που καθορίζουν τη ζωή μας

που λένε πόσο θα δουλέψουμε

και πόσο θα πληρωθούμε

που με την προπαγάνδα τους

μας λένε τι θα φάμε

τι θα πιούμε

τι θα πιστέψουμε

που έχουν όλα τα μέσα

στα χέρια τους

και φτιάχνουν

μια πλαστή εικόνα

να καταναλώνεται

απ΄ τη μάζα

κι αυτοί ανενόχλητοι

να διοικούν

σε μια δημοκρατία ψεύτικη

που κάθε τέσσερα χρόνια

δίνει στο λαό

μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας.