Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

Ι
Άγγιξε το κόκκαλο
κόρη με τη λάμψη του ασημιού στο μέτωπο
με τη φωνή που βύθισε στον φάρυγγα
Ω μικρό μου σιωπηλό φέγγος
έλατο στο χιόνι των ανθρώπων
ριζωμένο
με τα κλαδιά σου ν’ αστράφτουν αυθάδικα
στη λάσπη του γέλιου τους


ΙΙ
Τον λογαριάζει δικό της
στέκεται μέσα του κι αχνοπερνά τα χέρια
στριφτά χορεύει
τα σπλάχνα ανοίγουν
παίρνει το μαύρο του ματιού και το δένει στη φλέβα
υψώνει το πόδι
και κλωτσά την πληγή
εκεί
που ο σπόρος
αρνείται να δέσει


ΙΙΙ
Έλα να σ’ αγαπήσω.
Βεντάλια ορθάνοιχτη στα σπλάχνα του σεισμού,
Ο κρατήρας σου φέγγει τη νύχτα
κι οι οδύνες σωσμό πια δεν έχουν.
Ένα να σ’ αγαπήσω.
Με την απόγνωση που σου πρέπει.
Τ’ αστέρια θα χαμηλώνουν να προσκυνήσουν τη δίψα μας.
Και στον βωμό τους
σφαχτάρι ατόφιο μιας ουράνιας μουσικής
που δεν γεννήθηκε ακόμη
και τρόπος να υπάρξει ακόμη δεν βρέθηκε
θα αποθέσω τον λυγμό
να ‘ρθεις
να προσκυνήσεις.


*Από την ενότητα “Η θάλασσα θα μας δικάσει” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Αγέννητο άγαλμα”, Εκδόσεις Βακχικόν, Δεκέμβριος 2024.

Μάρκος Μέσκος (1935-2019), από τη συλλογή “Ψιλόβροχο”

Στη φωτογραφία ο Μάρκος Μέσκος (στο μέσον) με τον Γιάννη Πατίλη, δεξιά, και τον Γιώργο Χ. Θεοχάρη, στο εντευκτήριο του περιοδικού “¨Εμβόλιμον”, στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας.

ΧΙΧ

Καστοριά, ανώνυμο αρχείο 1948

Στοίχειωσε η λίμνη από τότε.
Μάρτυρας αθέατος ο βουκόλος περαστικός πρωί
έγραψε τη φρίκη στο μυαλό του:
ταραχή φωνές κραυγές κλάματα βογγητά, ύστερα σπασμοί.
(ήσαν εικοσιδυό οι γυναίκες).
Από τότε ησυχία το νερό κοιμάται- θαρρείς!
Εκεί ο γόνος μυστήριος
στοίχειωσε τη λίμνη και οι ψαράδες απορώντας
μαζεύουν στα δίχτυα μόνον κόκαλα – χάθηκαν τα ψάρια!
(Η Ζαγκορίτσιανη και η Όλιστα γνωρίζουν’ και θυμούνται).

*”Ψιλόβροχο”, Νεφέλη, 2000.

Κωστής Τριανταφύλλου, το απίθανο ποίηµα

έρχόµαστε από µια µαυρόασπρη οπτική σε σιωπηλές παραλλαγές
ο 20ός έφερε φασισµό, πόλεµο και φτώχεια
το πολύχρωµο ’68 έχασε γρήγορα τον ρυθµό του
ίδιες επιθυµίες τότε και τώρα
είπαµε πως ονειρευόµαστε έναν άλλο κόσµο
όχι όµως του θανάτου κι όπου κάτσει η µπίλια!
τίποτα δεν είναι τυχαίο
ας µην το κουράζουµε άλλο!

ο 21ος έφερε φασισµό, πόλεµο και φτώχεια
φανταχτερή οπτική σε κραυγαλέες παραλλαγές
στο όνοµα των αόρατων
µε µάτια σαν ευρώ
ό, τι φάµε κι ό, τι πιούµε!

ίδιες σκέψεις τότε και τώρα
δεν θα ξεµείνω απο λέξεις
δεν θα ξεµείνω απο δύναµη ψυχής
για να φωνάζω
και να διεκδικώ

καληνύχτα ανθρωπότητα

αντίσταση στην εγωπάθεια
στην αυθάδεια του τίποτα που έγινε παντοδύναµο καθεστώς
και κοιτάει αφ’ υψηλού τις ζωές µας
για το τίποτα λοιπόν
υποψήφιος γαµπρός
υποψήφιος πάντα νεκρός
σκάσανε δράκοι για λόγους παλαιούς
ιστορία γνωστή -κι έτσι κατάσταση!
µη ελεγχόµενο χάος τέλος πάντων

πόσο µακρυά είναι µια καινούρια ανατροπή;
το πιο πιθανό είναι να γεννηθεί ένας άλλος κόσµος πουλιών
είναι πιθανόν να σε γνωρίσω µε στίχους αγωνιστικούς και ξεκάθαρους
το πιθανότερο είναι ένας ψηλός ποιητής να ψηλώσει όταν µε διαβάσει
το πιο πιθανό για σήµερα είναι να γεννηθεί το απίθανο ποίηµα

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Ὁ φίλος μου στὸ Τόκιο (My Τοkyο Friend)

Γκράουτσο:
Ὁ Χάρπο κι ὁ Τσίκο εἶπαν πώς, ἀφοῦ πεθάνουν, θὰ μᾶς στείλουν μήνυμα, ἂν μπορέσουν.
 Τζὸρτζ Τζέσελ:
Ἔχεις νέα τους;
Γκράουτσο:
Διάολε, οὔτε λέξη.

ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ἐδῶ στὸ Τόκιο εἶναι ὁ ὀγδοντάχρονος Γκράουτσο Μάρξ. Ἔφερα μαζί μου ἀπ’ τὴν Ἀμερικὴ ἕνα βιβλίο 586 σελίδων γιὰ τὸν Γκράουτσο σὲ προχωρημένη ἡλικία καὶ τὸ διαβάζω ὅποτε θέλω λίγη συντροφιά.


       Ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου εἶναι Hello, I Must Be Going καὶ τό ‘χει γράψει ἡ φίλη του ἡ Σάρλοτ Τσάντλερ. Προσεγγίζει τὸν Γκράουτσο ἀπὸ ποικίλες πλευρές. Παραθέτει δικές της ἀναμνήσεις, καθὼς καὶ συζητήσεις του μὲ ἀνθρώπους ποὺ γνώριζε καὶ γούσταρε: τὸν Γούντι Ἄλεν, τὸν Τζὸρτζ Τζέσελ, τὸν Μπὶλ Κόσμπι, τὸν Τζὰκ Νίκολσον κ.ἄ. Διαβάζουμε ἐπίσης συνεντεύξεις μὲ τοὺς ζῶντες ἀδελφούς του Γκάμο καὶ Ζέπο.


       Ἀσφαλῶς, ἀπὸ τὸν Χάρπο καὶ τὸν Τσίκο… διάολε, οὔτε λέξη.


       Τὶς τελευταῖες ἕξι ἑβδομάδες κάνω παρέα μ’ ἕναν ἡλικιωμένο Γκράουτσο Μάρξ. Λυπᾶμαι ποὺ ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ σχέση αὐτὴ δὲν μπορεῖ νά ’ναι ἀμφίδρομη. Ἔχω διαβάσει ἑκατοντάδες ἀνέκδοτα μ’ αὐτὸν πρωταγωνιστή, ἔχω γελάσει καὶ μ’ ἔχει συναρπάσει τὸ σπιρτόζικο πνεῦμα του.


       Ὅταν δὲν περνῶ τὸν καιρό μου μὲ τὴ μορφή του ἀπ’ τὸ βιβλίο νὰ καθρεφτίζεται ψηλὰ στὸν οὐρανὸ τοῦ Τόκιο πάνω ἀπ’ τὸ ξενοδοχεῖο καὶ τὸ μικρὸ δωμάτιό μου, τὸν ἔχω στὸν νοῦ μου, ὁπουδήποτε κι ἂν βρεθῶ. Εἶμαι στὸ τρένο καὶ χαζεύω ἀπ’ τὸ παράθυρο κι ἀντὶ νὰ δῶ τὸ Τόκιο, βλέπω μιὰ φωτογραφία του ὀγδοντάχρονου Γκράουτσο Μάρξ.


       Ἐκεῖ ποὺ ὅλοι οἱ ἄλλοι βλέπουν τὸ Τόκιο, ἐγὼ βλέπω τον Γκράουτσο.


       Στὰ μισὰ τοῦ μοναχικοῦ γεύματός μου, ὁ Γκράουτσο θὰ καθίσει πλάϊ μου καὶ θὰ πεῖ κάτι ἀστεῖο καὶ θὰ χαμογελάσω.


       Ἢ τὴν ὥρα ποὺ συζητῶ μὲ κάποιους πολὺ σοβαροὺς Ἰάπωνες διανοούμενους, ὁ Γκράουτσο θὰ πεταχτεῖ ξαφνικὰ πίσω μας, ὅπως μόνο ὁ Γκράουτσο μπορεῖ νὰ τὸ κάνει. Καὶ θὰ πεῖ κάτι σὰν «Ἢ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι νεκρὸς ἢ οἱ δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ μου σταμάτησαν». Θὰ βάλω τὰ γέλια κι οἱ Ἰάπωνες θὰ ἀναρωτηθοῦν γιατί γελῶ. Θὰ μὲ κοιτάξουν ἀπορημένοι καὶ θὰ ζητήσω συγγνώμη λέγοντας «Μὲ συγχωρεῖτε, σκέφτηκα κάτι ἀστεῖο». Θὰ προσπαθήσουν νὰ καταλάβουν αὐτὸν τὸν ἀσυνήθιστα αἰχμηρὸ Ἀμερικανό, ὅμως κάτι τέτοιο δὲν θά ’ναι ἐφικτό.


       Ἀφοῦ πρῶτα θὰ μ’ ἔχει κάνει νὰ γελάσω, ὁ Γκράουτσο θ’ ἀποχωρήσει σιωπηλὸς· θὰ χαθεῖ στὸ σκοτεινὸ δωμάτιο, μὲς στὸ παντοτινὸ σκοτάδι ποὺ ὁδηγεῖ στὸν θάνατό μας.


       Σαγιονάρα, Γκράουτσο.


*Πηγή: Richard Brautigan, The Τοkyο-Montana Express, Λονδῖνο, Picador (Pan Books), 1982 [πρώτη ἔκδοση: Νέα Ὑόρκη, Targ Editions, 1979].


**Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan) (1935, Τακόμα – 1984, Σὰν Φρανσίσκο). Ἀμερικανὸς πεζογράφος καὶ ποιητής. Τὸ ἔργο του ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕντεκα νουβέλες, δέκα ποιητικὲς συλλογὲς καὶ μία συλλογὴ σύντομων πεζογραφημάτων. Ἡ πρωτοπρόσωπη ἀφήγηση, τὸ παιγνιῶδες καὶ γλυκόπικρο ὕφος καὶ ἡ εὑρηματικότητά του εἶναι στοιχεῖα ποὺ θὰ συναντήσει κανεὶς στὸ σύνολο τοῦ ἔργου του. Ἔδωσε ὁ ἴδιος τέλος στὴ ζωή του.


Μετάφραση ἀπό τὰ ἀγγλικά:
***Γιῶργος Ἀποσκίτης (1984). Γεννήθηκε καὶ ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Πραγματοποίησε σπουδὲς στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Ἐδιμβοῦργο. Ἔχει ἀσχοληθεῖ, μεταξὺ ἄλλων, μὲ τὴ λεξικογραφία καὶ μὲ τὰ κινούμενα σχέδια. Δουλειά του ἔχει δημοσιευτεῖ στὸ περιοδικὸ Σημειώσεις καὶ ἀλλοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρωτότυπα κείμενα καὶ μεταφράσεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπονζάι. Πρῶτο του βιβλίο ἡ συλλογὴ μὲ μικρὰ πεζὰ Στιγμόμετρο (Σμίλη, 2021).


****Αναδημοσίευση από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2025/12/23/richard-brautigan-o-filos-mou-sto-tokio/

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

Έξω απ’ το παράθυρό μου


Έξω απ’ το παράθυρό μου
σωρός μαζεύτηκε το χώμα
οι σκάλες γέμισαν σκουπίδια
υπόγειο το βασίλειό μου
κι η ερωμένη μου στο στρώμα
κατάκοιτη, τη ζώσαν φίδια.

Άνυδρη στέππα το μυαλό της
δυο μήνες περπατούσαν λύκοι
υπόγειο το βασίλειό της
άγχος η θάλασσα και φρίκη.

Κοιτάζω απ΄το παράθυρό μου
τις σκάλες και τον ουρανό
και τα σκουπίδια όπως σας είπα
κι αντί για θρόνο έχω σανό
και για τροφή μου έχω μια τρύπα.

Η τρέλα τσάκισε το πάθος
το πάθος που δεν έχει σβήσει
ξυπνήσανε πανάρχαια μίση
κι εμείς βουλιάζουμε σε βάθος.

Σε βάθος και πηχτό σκοτάδι
το πάθος έσπασε στα τρία
παγίδα τα ψυχιατρεία
και το μυαλό σου στο πηγάδι.

Πρέπει να βγούμε από το έλος
κι αν είναι κάποιος να επιζήσει
αυτή είσ΄εσύ που ΄χεις το βέλος
σα σύμβολο και έμβλημά σου·
τώρα πληρώνεις το έγκλημά σου
και το ασυγχώρητο το λάθος
να κρύβεις μές στην καρδιά σου
τόση ζωή και τόσο πάθος.


*Γράφτηκε Μ. Τρίτη, 9.4.1974. Δημοσιεύτηκε το 1982 στη συλλογή «Θειάφι και αποθέωση», Εκδόσεις Ακμών, 1982.


*


Παραινέσεις ενός παρανοϊκού ή Προσοχή στους ξένους πράκτορες


Ο ξένος είναι πάντα ξένος
μην το ξεχνάς
κι αυτόν
που σήμερα φιλία κιόλας κέρδισε
πουλώντας σου φρικτές κοινοτυπίες
για τον καιρό για το κρασί
την ομορφιά του τόπου
κράτησ’ τον στην απόσταση
μην πέφτεις στην παγίδα
όσο και αν σου φάνηκε
καλών προθέσεων, προσιτός
μην το ξεχνάς
στον χαρτοφύλακά του
μπορεί και να σου κουβαλά
μακέτα φυλακής μ’ ανεμιστήρες


*Γράφτηκε στις 6.4.1976. Δημοσιεύτηκε το 1982 στη συλλογή «Θειάφι και αποθέωση» με τίτλο «Ἐξω απ᾽τα δόντια».

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, από “Του Λιναριού τα πάθη”

User comments

Ράψιμο


Με σκουριασμένα βελόνια με στομωμένα ψαλίδια κόβω και ράβω. Η δαχτυλήθρα μου τρύπησε, τρυπιέμαι κι εγώ. Κι οι καρφίτσες μου χαίρονται τα γηρατειά του μαγνήτη. Κόβω και ράβω παρ’ όλ’ αυτά, κόβω και ράβω, να φτιάξω ρούχο να ντυθώ. Γιατί θα ’ρθουνε μέρες κακές και χειρότερες νύχτες, που τα ψαλίδια ολάνοιχτα θα ξαγρυπνούν στα τραπέζια. Θα κλείσουν για πάντα τα μάτια των βελονιών, να μην περνάει πια κλωστή. Στο βαθύ σκοτάδι πίσω απ’ τον μπουφέ, στον αγύριστο, θα ’χει πάει η δαχτυλήθρα μου. Αστραφτερές οι καρφίτσες θα ξεσηκώνονται. Κι ο μαγνήτης μου θα ’χει πεθάνει.


*


Η σβούρα


Μέσα στα δώρα που της φέραν στη γιορτή της, βρήκε μια σβούρα σκοτεινή που δε γυρνούσε. Ώρες την έριχνε πια στο χαλί. Κι έμενε η σβούρα σα νεκρή, σκοτεινιάζοντας γύρω την κάμαρη. Έξω στη λιακαδίτσα, στ’ ωραίο χωματάκι, μόλις που έπαιρνε μισή στροφή και ξανασταματούσε. Και η αυλίτσα έπεφτε μονομιάς στη σκιά.
Τι σβούρα ήταν αυτή; Ποιος της την είχε χαρίσει; Η μαμά της δεν ήξερε να της πει. Μακάρι να ’ξερε, της έλεγε, να του τα ψάλλει. Τις ξαδελφούλες της πια ξεμονάχιαζε, τις συμμαθήτριές της. Και τι μας πέρασες, μωρέ σαχλή; της κάκιωναν εκείνες. Μια παλιοσβούρα, και χαλασμένη, θα σου φέρναμε εμείς στη γιορτή σου;
Μόνη της έπρεπε να βρει την άκρη. Το σχολείο της ήτανε μέσα στα πεύκα. Κάτω απ’ τα πεύκα στεκόταν στο διάλειμμα, με τη σβούρα αγκαλιά, και κοίταζε πέρα.
Κάποια φορά, όταν χτύπησε πια το κουδούνι, κι όλα τα κοριτσάκια χαθήκαν στις τάξεις, αυτή στεκόταν ακόμα εκεί. Συλλογισμένη πήρε να περπατάει. Σε λίγο δεν έβλεπε πια το σχολείο, το σπίτι της, βρέθηκε πολύ πιο μακριά, κι αργότερα κρύφτηκε πίσω της το τελευταίο σπιτάκι, ενώ το δάσος, ατέλειωτο, συνεχιζόταν.
Τότε είδε μπροστά της έναν τεράστιο πύργο. Σκοτεινός και παράξενος υψωνόταν στα σύννεφα, κι είχε την πόρτα του ανοιχτή και την καλούσε.
Χώθηκε μέσα, δισταχτική. Μια σκάλα στενή διακρινόταν στο βάθος. Πού να οδηγούσε; Όσο κι αν κοίταζε ψηλά δεν μπορούσε να δει, γιατί εχτός που ήταν γύρω σκοτάδι, η σκάλα φαινόταν να χάνεται στα ύψη. Περπατώντας δειλά προς τα εκεί, χάιδευε τη σβούρα της ηλεκτρισμένη. Κάτι σα λάμψη πήρε να την τριγυρνά. Έκατσε χάμω, στο πρώτο σκαλάκι, κι ήσυχα ήσυχα, προσεκτικά, χωρίς καθόλου να στρίβει τα δάχτυλά της, άφησε πλάι της, με τη μύτη, τη σβούρα.
Που πήρε όμορφα στριφογυρίζοντας ν’ ανεβαίνει, μέσα σε σπίθες χρυσαφιές χρωματιστές σκαλί σκαλί, με κινήσεις χορεύτριας, με στροβίλους καθώς πάει τ’ αδράχτι.


*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993. («Του Λιναριού τα πάθη» πρώτη έκδοση: Άγρα, 1986). Εμείς τα αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2016/04/blog-post_12.html

Γιώργος Σαράτσης, Απολογισμός

Ιανουάριος. Συχνά, η μοναξιά δεν είναι μοναξιά. Κουβαλώ βιβλία που σπανίως διαβάζω, σαν προοπτική συντροφιάς. Σε μια γωνιά της Ελλάδας —είμαι σίγουρος— άνθισαν ήδη οι πρώτες αμυγδαλιές.


Φεβρουάριος. Υπάρχει μια άγραφη ποινή για όσα κάναμε, μπορεί και καταδίκη. Μετρώ τους κορμούς των δέντρων σα να ’ναι ψυχές ανθρώπων. Δεν έχω που να πάω, γι’ αυτό επιστρέφω. 


Μάρτιος. Δοκιμές του Ρέγκου με κάρβουνο και μολύβι. Σηκώνομαι και τα χόρτα κρατούν το σχήμα του κορμιού. Το κρανίο μου, τόπος όπου κατοικούν ξυλοκόποι και σφαγείς ζώων.


Απρίλιος. Μιλούσε στον ύπνο μου η θάλασσα. Όσα παρατηρώ, ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ομορφιάς. Γιγαντόμορφος ύπνος με καταπίνει. Γίνομαι απότομος, σαν γκρεμός. 


Μάιος. Ναυάγιο μες στην ανθισμένη ύπαιθρο. Χωρίς νερό, χωρίς τρικυμία. Υπάρχει μία ηλικία όπου όλοι συναντιόμαστε. Όσα έζησα χωρούν σε λίγες μόνο σελίδες.


Ιούνιος. Γεμάτος ακατανόητες συμπεριφορές. Τελειώνουν οι λέξεις και μετά οι ζωές μας. Οι πόλεις, η άσφαλτος, το διαμέρισμα — όλα ένα απέραντο λάθος. Χρονικές οπές. Μας καταβάλλει η ματαιότητα.


Ιούλιος. Η ποίηση, μια ιστορία τελειωμένη. Κάθε τέχνη είναι απολύτως ανώφελη, γράφει ο Ουάιλντ. Η καχυποψία είναι στοιχείο ανεπάρκειας. Όσα κάποτε μελέτησα, καθόρισαν μυστικά τη σκέψη μου.


Αύγουστος. Ανθρακοθηρίο. Ψηλαφώ τα όρια ακμής, παραμέλησης και μεταμόρφωσης. Όλα χωρούν στο τίποτα. Τα στοιχεία της υπαίθρου φιλικότερα από τους ανθρώπους.


Σεπτέμβριος. Νύχτες με αγκάθια και έντομα. Αγαπώ τη θάλασσα, αλλά τη βαριέμαι. Βαριέμαι μάλλον ό,τι αγαπώ. Η ευλογία του νερού, η κατάρα των ανθρώπων. Παρηγοριέμαι με τη σκέψη ότι όλα είναι Θεός.


Οκτώβριος. Ό,τι συλλαμβάνω, μ’ έχει πρώτα συλλάβει εκείνο και με κρατά χειροπόδαρα. Συνομιλώ αποδοτικότερα με τους στίχους. Μου προσφέρουν τα απολύτως αναγκαία. Δεν υπερβάλλουν και δεν σιωπούν αναίτια.


Νοέμβριος. Αποτυπώνω την εγκατάλειψη. Η Θεσσαλία δίνει μορφή στο ασχημάτιστο. Ζω σημαίνει βρίσκομαι σε απόγνωση. Ο εγκλεισμός μετριέται σε τετραγωνικά. 


Δεκέμβριος. Γέμισε το απόγευμα σκοτάδι. Μου κρατούν συντροφιά οι Κυριακές του Λάσκαρη. Ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Μέσα μου έχω σύρει τον πιο μεγάλο βράχο.


*Από εδώ: http://apotypoma.blogspot.com/2025/12/blog-post.html

Γιώργος Κοζίας, Το δίκιο ανήκει στον Μαρά

“Ήλιε χρυσέ, πύρινε, Καταστατικέ
Ήρθες, είδες, γκρέμισες, νίκησες!”

Είδα φυλές και έθνη με το σημάδι του Ιούδα
Κομπάρσους πλήθος με λόγχες αργυρές
Εμπόρους να πουλάνε καρμανιόλες
Είδα την Ιερουσαλήμ να κρύβεται
πίσω από τους κρεμασμένους
Είδα τον Λάζαρο μανιακό με ένα φτυάρι

Κι οι τρόφιμοι του Ασύλου Σαραντόν
με όλους τους πεθαμένους, ξαναπεθαμένοι
Ο ουρανός Σαρλότ Κορντέ, ο ουρανός
μας καταδιώκει
μες στη σιγαλιά των τάφων
Και μια ανθρωπόμορφη μαϊμού την αλυσίδα της
βροντάει σε ξόδι κολασμένων
Τι επικήδειες τιμές κι ατιμασμένων πάθη

Όταν προβάλει η αυγή κροκάτη
κι οι παλιοί Κορδελιέροι ξαναμοιράσουν τα χαρτιά
Ελευθερία – Ισότητα – Αδελφοσύνη
….βαθιά να μπαίνει το μαχαίρι και να δείχνει
ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ!

Απρίλιος 2023

*Από τη συλλογή “Τι αιώνα κάνει έξω;”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Πέντε ποιήματα

3.
Κάποτε το είχα αντιληφθεί πως το εν Εόν με
διαπερνά τόσο όταν αγαπώ Όσο και όταν πεθαίνω
από την πλήξη των άλλων Εγώ μέσα του Ένα
μόριο ελάχιστης ευθύνης Εγώ μέσα του Κι
αναπνέω από την τρύπα τΗς βελόνας

5.
Ο αδελφός μου κι εγώ
μαλώνουμε για
τον χάρτινο
ανεμόμυλο
κάτω από τον άπνοο
ουρανό

/ΜΟΝΟΠΛΑΝΟ

9.
Όλες οι πρώτες φορές με
τραυμάτισαν

16.
Στο σινεμά
μια καθώς πρέπει γυναίκα
μπαίνει
στο drive in
για να πάρει μάτι
τα ζευγάρια
που χαμουρεύονται στα αυτοκίνητα’
τελειώνει
κρυμμένη στην πίσω ρόδα
κατουρώντας την καύλα της
/τη νύχτα
έχω πιστέψει
ότι ζει κάπου στο μυαλό μου

17.
Κάποτε
ξεχνώ τον θάνατο
κι ερωτεύομαι•
κάποτε ο έρωτας
με ξεχνά
κι o θάνατος
ανθίζει

*σαν κορινθιακό κιονόκρανο

*Από τη συλλογή “σκαλέτα: 47 σκηνές για το τέλος του κόσμου”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2025.

Τώνια Τσαρούχα, Τις Κυριακές ανθίζουμε

Τις Κυριακές η θλίψη φοράει μπουφάν από πούπουλο
Κάθεται στην άκρη του κρεβατιού χωρίς να μιλάει
Σαν να ξέρει πως ανθίζουμε άγριοι και αληθινοί
Ενώ ο ήλιος μπαίνει στο δωμάτιο απ’ τις περσίδες.

Ανθίζουμε στο χάδι
Στο βλέμμα που στέκεται λίγο παραπάνω
Στο «Σε θέλω» που δεν χρειάζεται λόγια
Στη σιωπή όπου επιπλέουν χαμόγελα.

Αύριο με φύλλα σπιλωμένα απ’ το φθινόπωρο θα επιστρέψουμε στις ρίζες
Θα γίνουμε πάλι υπόγειοι πατώντας στις νότες ενός κλαρινέτου μπάσου
Σήμερα όμως με αγγίζεις και στα δάχτυλά σου αρχίζει κήπος από πέταλα
Που δεν φοβούνται τον άνεμο.

Σήμερα σε φιλάω κι έχω στο στόμα τη γεύση του χώματος
Αυτού που σκάψαμε για να βλαστήσουμε σαν υγρός ψίθυρος
Ανάμεσα σε λόγχες από φρέζιες και φως.

*Το ποίημα και η φωτογραφία του ΠάνουΚεφαλά αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2025/12/09/τις-κυριακές-ανθίζουμε-τώνια-τσαρούχ/