Δήμητρα Κατιώνη, Από τις “Τρεις μέρες και ένα τρίτο”

τα γάντια μου

η γραφή

αποστομώνουν όλων

των λογιών θηκούλες

του πράγματι

βαθιές χαρακιές είναι ο κόσμος

από τα χάδια

*

κι αν δεν μπορείς να γράψεις

ο γύρος του κόσμου

ας γίνει το πρώτο σου

όμικρον

*

χιονόπτωση θα πει

κακοκαιρία

με τον καιρό λοιπόν

σβήνουν τα χνάρια μας

λευκό θα γίνει το πένθος

πολύ σύντομα

δε θα έχει γραφεί τίποτε ποτέ

*

Τι γλυκιά αθωότητα αυτό

το περιτύλιγμα

κρύβει καλά το μυστικό

που αγνοεί

το καλύτερο που έχουμε ίσως να κάνουμε

είναι να τυλιχτούμε σφιχτά

με όλα τα σελοτέιπ

γύρω από το άγνωστο που μας δόθηκε ως δώρο.

*”Τρεις μέρες και ένα τρίτο”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Σωτήρης Παστάκας, Δύο ποιήματα

Ένα κοτσάνι μήλου.

Κάποιος καθόταν εδώ

και δάγκωνε ένα μήλο.

΄Επειτα χάθηκε. Την ίδια μέρα

που η Ιστορία κατέγραψε τρεις

νεκρούς στο κέντρο της Αθήνας.

Κάποιος άλλο σ’ ένα άλλο

σημείο, άφησε τη γόπα του τσιγάρου

πριν χαθεί κι εκείνος.

Η Ιστορία καταγράφει μόνον:

κοτσάνια, πτώματα, στάχτες.

***

Έστρωσα το τραπέζι για έναν.

Για μένα. Άναψα την τιβί.

Κάθισα. Για να σωθεί ο καπιταλισμός

απαιτούνται θυσίες απ’ όλους μας.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Ρωτούσες

αν μπορούσες να περάσεις.

Μπορούσες. Έσβησα την τιβί.

Σηκώθηκα. Ο καπιταλισμός

αιμορραγεί και πεθαίνει. Είπα.

Άλλαξα τραπεζομάντηλο. 

Έστρωσα το τραπεζι για δύο.

*Από τη συλλογή “Χαμένο κορμί”, Εκδόσεις Μελάνι, Οκτώβριος 2010.

Πρίμο Λέβι (Privo Levi): Ἕνα ἥσυχο ἀστέρι

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Πρί­μο Λέ­βι (Primo Levi)

Ἕ­να ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι

(Una stella tranquilla)

Ε ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ τοῦ σύμ­παν­τος, πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, ζοῦ­σε κά­πο­τε ἕ­να ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι ποὺ κι­νοῦν­ταν ἥ­συ­χα στὸ βά­θος τῆς ἀ­βύσ­σου, τρι­γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ ἕ­να πλῆ­θος ἥ­συ­χων πλα­νη­τῶν γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν ἔ­χου­με τί­πο­τα νὰ ποῦ­με. Τὸ ἀ­στέ­ρι αὐ­τὸ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λο καὶ ζε­στό, τὸ βά­ρος του τε­ρά­στιο – κι ἐ­δῶ ἀρ­χί­ζουν οἱ δυ­σκο­λί­ες μας ὡς ἀ­φη­γη­τές. Γρά­ψα­με «πο­λὺ μα­κριά», «με­γά­λο», «ζε­στό», «τε­ρά­στιο»: ἡ Αὐ­στρα­λί­α εἶ­ναι πο­λὺ μα­κριά, ἕ­νας ἐ­λέ­φαν­τας εἶ­ναι με­γά­λος κι ἕ­να σπί­τι ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρο, σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ ἔ­κα­να ἕ­να ζε­στὸ μπά­νιο, τὸ Ἔ­βε­ρε­στ εἶ­ναι τε­ρά­στιο. Φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα ὅ­τι κά­τι στὸ λε­ξι­κό μας δὲν λει­τουρ­γεῖ.

        Πραγ­μα­τι­κά, ἂν εἶ­ναι νὰ γρά­ψου­με αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα θὰ χρει­α­στοῦ­με τὸ θάρ­ρος νὰ σβή­σου­με ὅ­λα τα ἐ­πί­θε­τα ποὺ ἔ­χουν τὴν τά­ση νὰ δη­μι­ουρ­γοῦν σα­στι­μά­ρα – θὰ προ­ξε­νοῦ­σαν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα, δη­λα­δὴ θὰ ὑ­πο­βάθ­μι­ζαν τὴν ἀ­φή­γη­ση. Γιὰ νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὰ…

View original post 1,889 more words

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Από το “Έκαστος εφ’ ω ετάφη”

Πήγα ταχυδρομείο να στείλω γράμμα κάπου

επέστρεψα σπίτι

έστρωσα τραπέζι, είχα φακές

έφαγα μες στη σιωπή

έπιασα το πρόσωπο στο άδειο πιάτο

κάτι μου θυμίζει

κάτι κάποτε όμορφο

παρακάτω όμως η ζωή συνεχίζεται

με ένθετα εφημερίδων και ΠΡΟΠΟ την Κυριακή

συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες

-και μη χειρότερα όπως λένε-

τελειώνοντας δε θα παραπονεθώ

για το επίμονο ψιλόβροχο στο περβάζι

αλλά ομολογώ ότι ζηλεύω αυτό

το “πέρα βρέχει”

(κάπου αλλά πού) 

***

Πόσο έντιμος να ‘σαι

με τον εαυτό σου

με τον κόσμο

και πόσο ν’ αγρυπνάς

κι αν λίγο αποκοιμηθείς

έχει νόημα το όνειρα γλυκά

ή ξύπνησα από εφιάλτη

και ο κρύος ιδρώτας

Είναι ακριβή η τιμή

είτε πληρώνεις

είτε εισπράττεις

σαν ένα δίκοπο μαχαίρι

που διαπερνά το κόκαλο

Δίκοπα ερωτήματα

μα όχι ρητορικά

τέρμα οι ρητορείες

***

Και για να λέμε

την αλήθεια

έχω βαρεθεί να ονειροπολώ

αυτές οι ομιχλώδεις αυγές

όλο μυστήριο

τα ρεμβαστικά μεσημέρια

τα σκέτα ηλιοβασιλέματα

η μεταφυσική της νύχτας

μ’ έχουν καταστρέψει

και ο καφές αυτός ακόμη

μ’ έχει προδώσει

Μόνο οι φωτεινές επιγραφές

λένε την αλήθεια

τα μόνα γράμματα

που φωτίζουν

Ωστόσο

δάσκαλε που δίδασκες

τώρα κλείσε το φως

και όνειρα γλυκά

Επείγον φως | Λουκάς Λιάκος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Είμαι μια λάμπα κρεμασμένη σε έναν βρώμικο τοίχο
που από κάτω της γράφει Πανόραμα

Αυτό που είμαι
δεν φτάνει τον ουρανό
δεν φτάνει μέχρι την άβυσσο
κοιτάζει μονάχα σε τούτη τη μεριά
εμένα

Η ελευθερία μου αντιπροσωπεύει το επείγον φως
πάνω σε τοπία και πρόσωπα

γκροτέσκα θαλπωρή

Καμιά διάθεση υποτίμησης
όμως άμα πεθάνω σου εύχομαι κάθε ευτυχία

Είναι να τους ζηλεύεις όλους αυτούς
που δεν θα καταφέρεις να βγάλεις από την ζωή σου

View original post

Julia Vinograd, Σιχαίνομαι την ποίηση

Σιχαίνομαι την ποίηση

με τον τρόπο που ένας τοξικονανής σιχαίνεται την πρέζα

που να την αγοράσει αδυνατεί

και αναγκάζεται να κάνει το παν ώστε να την εξασφαλίσει

και συχνότατα

δε θα του προσφέρει καμία ορμή,

απλά τους τρόμους θα απομακρύνει

για ακόμα μία ώρα.

Σιχαίνομαι την ποίηση

με τον τρόπο που ένα παντρεμένο ζευγάρι

που δεν πιστεύει στον χωρισμό

σιχαίνεται ο ένας τον άλλο.

Σιχαίνομαι την ποίηση με τον τρόπο που οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί

σιχαίνονται το ποτό

και οργανώνουν συναντήσεις να μιλήσουν για αυτό.

Σιχαίνομαι την ποίηση

με τον τρόπο που ένας άθεος σιχαίνεται τον Θεό

και προτάσσει τη γροθιά του

σε μία άδεια τρύπα στον ουρανό.

Και όσο περισσότερη ποίηση ακούω

τόσο το μίσος μου φουντώνει ολοένα

και συνεχίζω να τη γράφω χωρίς σταματημό.

Ιδού εγώ.

*Από τη συλλογή “A Symphony for Broken Instruments”, Zeitgeist Press 2019.

**Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Ψευδαίσθηση

Κι όμως υπήρχες. 

Στην έλευσή σου να κοιτάξω δεν γύρισα. 

Το σημείο προς στιγμήν απώλεσα.

Στο προσωρινό της παρουσίας σου ίσως έλπιζα

 τη δύναμή σου αγνοώντας.

Της αβεβαιότητας τη σκιά αντανακλούσες 

με την ανεπαίσθητη πρόκληση της τάξης μου.

To μήνυμα της αναχώρησής σου προσμένω

μέσα από την αδυναμία αφομοίωσης

και τον φόβο της συνύπαρξης  

***

Χρόνος

Αβίαστα κυλάς τη συνείδηση παραπλανώντας

στο φευγαλέο πέρασμα των στιγμών σου

Ή μαρτυρικά μία προς μία τις σταγόνες σου αφήνεις

τη σκληρότητά σου αδυσώπητα δηλώνοντας

Απόλυτε, τη σχετικότητά σου αγάπησα

την τελεία σου απ’ το νου μου έδιωξα 

προτού τη σκιά της αντικρύσω

Μάταια. Το μυστήριό σου ιερά φυλάς, 

του απρόβλεπτου την εναγώνια αναμονή διαιωνίζεις

Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Μολύβι αντί βελόνας

Λέξη λέξη πλέκω το ποίημα.

Γράμμα γράμμα ανασύρω τις λέξεις, 

τη μία μετά την άλλη.

Μολύβι αντί βελόνας.

Παίζω με τα χρώματα, 

την υφή και το σχέδιο.

Αποφασίζω, ποίημα ή ιστορία.

Λέω, ωδή ή χρονογράφημα.

Σας ντύνω, σας στολίζω, 

σας ζεσταίνω με λέξεις

σφιχταγκαλιασμένες.

Τι χρώμα να έχει το ποίημα;

Ποια η περίσταση;

Μαύρο για το πένθος.

Κόκκινο για τον έρωτα.

Πράσινο για την ελπίδα 

Πορτοκαλί για τη χαρά.

Κι αυτή η άνοιξη δεν λέει να μας λυπηθεί.

Κι αυτή η αγάπη

μάς έχει πάρει από φόβο.

***

Το αληθινό νόημα

Ως την άκρη της κάθε μέρας περπάτησα 

για να σας φέρω το αληθινό νόημα.

Αυτό που είχα οριστεί να σας διαδώσω.

Αυτό που θα σας έσωζε από την απελπισία.

Αυτό που θα σας έκανε να χαμογελάσετε 

και να ομολογήσετε ανακουφισμένοι:

Ναι, μάλιστα, γι’ αυτό αξίζει να ζούμε.

Αλλά δεν το βρήκα. Με συγχωρείτε.

Δεν το ήθελα. Πρέπει να με πιστέψετε.

Ξέρω τώρα θα με κατακρίνετε

και θα λέτε πως δεν κρατάω τις υποσχέσεις μου.

Πως άδικα με εμπιστευτήκατε

και περιμένατε ανυπόμονοι,

γιατί η ζωή σας είχε σταματήσει

και θέλατε να τη συνεχίσετε.

Μόνο εσείς ξέρετε πόσο θέλατε.

Δηλαδή τι σας λέω τώρα;

Ότι πρέπει να ζήσετε πλέον χωρίς νόημα;

Ή ότι το νόημα δεν είναι ένα;

Ή ότι κακώς με διορίσατε;

Τι κάνω λοιπόν; Παίζω μαζί σας;

Σας στερώ από τις ελπίδες σας;

Ναι, ναι. Καλά με καταλάβατε. Αυτό κάνω.

Σας στερώ από τις ψεύτικες ελπίδες σας.

Πώς μπορώ και σας το κάνω αυτό;

Μπορώ γιατί εσείς δεν μπορέσατε.

Και μην ξεγελιέστε,

δεν δίνω δεκάρα για την υπόσχεση που σας έδωσα.

*Από το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, εκδόσεις_των_άλλων, 2016.

Νικόλας Λεβέντης, Δύο ποιήματα

Μόνο στο άκουσμα της λέξης 

το κορμί μου τρέμει.

Ναι, φοβάμαι την ανθρώπινη ηλιθιότητα.

Ανθρωπισμός και βαναυσότητα 

δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Πόσες και πόσοι σημαντικοί άνθρωποι 

είναι το χώμα των ημερών μας;

Ζωγράφοι, γλύπτες, μυθιστοριογράφοι, επιστήμονες·

όλοι θύματα του πολέμου.

Θεωρούμε τον πόλεμο συνώνυμο της δύναμης, 

νομίζουμε το αίμα συνώνυμο της αυτοθυσίας.

Το να πεθαίνεις είναι τιμή;

Το να σκοτώνεις είναι δύναμη;

Αν η πατρίδα σου αναγνωρίζει την αξία σου

                                         μόνο όταν είσαι νεκρός

τότε δεν είναι πατρίδα.

***

ΗΣΥΧΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα.

Δεν θα υπάρξει άλλη δικτατορία σαν αυτη.

Όταν οι πράοι 

αποφασίσουν να μιλήσουν

ακόμα και ο σκύλος σου θα φοβάται να γαβγίσει.

Έχουν ακούσει αρκετά

σκόρπια, ανώφελα, κακομαθημενα λόγια

για να τους επιτρέψουν να εξουσιάσουν ξανά.

Στο εξής, θα ακούς μόνο τις στριγκλιές 

εκείνων που συνήθιζαν να μιλούν.

Να τη φοβάσαι αυτή την ημέρα.

Ο σεβασμός θα είναι η νέα θρησκεία, 

η αγάπη ο νέος τρόπος σκέψης, 

η εσωστρέφεια το νεο σπίτι της νόησης

και οι ήσυχοι άνθρωποι θα γευματίσουν

πάνω στα νεκρά σώματα όποιων δεν συμμορφωθούν.

Η τελευταία λέξη θα είναι η κραυγή τους.

*Από τη συλλογή “Κυνισμός”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2019.

Πάνος Κουτούλιας, Τέσσερα ποιήματα

Μυωπικός αφορισμός ενδομύχως

Όταν σε συναντούν πρώτη φορά

και ύστερα προφέρουν τ’ όνομά σου

μοιάζει σα να σε παραφράζουν ολόκληρο

Ή σα να αντικρίζεις ένα ξεχασμένο ποίημά σου

και να σου μπήγονται προοπτικές στα μπούτια…

***

Επίγραμμα

Τι άλλο πήγε άκλαφτο εκτός απ’ τη ματιά μου;

***

Ψυχογραφία για πολλούς

Κάθε άτιτλος βίος στέκει

αφού υπάρχουν εκδορές,

αμμόλοφοι και ψυχοφάρμακα.

Και τι αναφαίρετη δικαίωση,

ρουτίνα μετά έρωτος,

της πιο κατατρεγμένης ευτυχίας

το τέχνασμα

– πρόσχωμεν -.

***

Γκρίζο

Ιστοί παρακοιμώμενοι,

βηματοδότες της αβύσσου,

λίγο ανέστιοι πλαγιάζουμε

κι απέλπιδες

με κάτι από γοτθική κουλτούρα

και βλεφαρίσματα βαράθρου.

Φρικαρισμένοι εκπρόσωποι

των ευφραδών κραυγών

και του κούφιου κλάματος.

Λοιπόν

σε κάτι θα προσβλέπει

Η ανειδίκευτη λύπη μας.

*Από τη συλλογή “Προϊστορία για έναν”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Ιούνιος 2017.