Θεοδώρα Βαγιώτη, Τεκνία ειρηνεύετε εν εαυτοίς

Το παράκανες προφήτη

με το βρεφικό άσθμα

και με το χνώτο βαρύ πάνω στον σβέρκο μου

πνεύμα πιο νεκρό κι απ’ τη σάρκα που κατοικείς,

στέκεις στην άκρη του βράχου

και βλέπεις /με εκείνο το βλέμμα/

ουρλιάζεις δυσωδία σκέψεων

και το αίμα των αδερφών μου ασπαίρει 

από τη μύχια πίστη που έριξες στο κύμα

νομίζεις πως μου σφίγγεις τα χέρια

με ξοφλημένες καλημέρες

και γνωματεύσεις τελεσίδικες

κάτι αμούστακων αγοριών

τάχα μου πως δε θα βγάλω τον μήνα

μα κι αν έτσι το τέλος

στην πλάτη μου κρατώ τον βράχο

τώρα δα και συναπτούς αιώνες αμέτρητους

δεν το ‘χω σε τίποτε

να σ’ αγαπήσω

πιο πολύ και απ’ τον θεό σου

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

Σχέδιο: Νίκος Δεληγιάννης

Ενύπνιο σχιζοφρενούς

Τίποτα δεν είναι πιο φρικτό

απ’ τους έρημους σταθμούς

που τουρτουρίζουν μεσάνυχτα.

Γι’ αυτό και τα ποιήματα

στριμώχνονται στις ράγες

περιμένοντας κάποιο σφύριγμα

όλα όμως το πρωί αυτοκτονούν.

Κατά τις οκτώ περνάει το τρένο

και στρίβει για να μην τα πατήσει.

***

Παρά ταύτα ποιητής

Υποτίθεται πως μπαίνω

στα ενδότερα του στίχου

βγαίνω μετά μ’ έναν φακό.

Πώς έγινε και μ’ αγάπησες

εσύ που κρατώντας ήλιο

στίλβωνες τα συναισθήματα;

Εν τάχει, μη γίνεσαι μέρα

κι ό,τι αυτό συνεπάγεται

σε θέλω τίτλο ποιήματος

που δε θα διαβάσει κανείς.

***

Αμφισημία

Επείγουσα χειρουργική επέμβαση

σφαδάζουν οι μελλοθάνατες λέξεις

όχι πως με νοιάζει για την τύχη τους

Άλλωστε σε τόσα πολλά ποιήματα

που γράφονται στην εποχή μας

θα τις ξανασυναντήσουμε σίγουρα

Το ζήτημα είναι στα νοήματά τους

κι αν καταδέχομαι πια να παίζω

με την αμφισημία που κουβαλάνε.

*Από τη συλλογή “Ωδίνες της Ποίησης”, εκδόσεις στίξις, Δεκέμβριος 2018.

Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Σπίτια στην αμμουδιά

Αθόρυβα γλιστρούν στην αμμουδιά

Και μετά όμοια καράβια με πόρτες, περβάζια, παράθυρα

Μικρά -όπως τα όνειρα τά ‘χτισαν για να κατοικηθούν

Από φιλιά- τα σπίτια

Πριν τα πάρει ο άνεμος ο βαθύς των φωνών:

Ψέλλισμα, μουρμούρισμα, ομιλία

Κάλεσμα, βόγκος, κλάμα, σιωπή

Και τ’ αφήσει ορθάνοιχτα στ’ ανοιχτά να πλέουν

Του πελάγους της νύχτας ικέτες

Του πελάγους της νύχτας αστεριών αλιείς

Του πελάγους της νύχτας αχθοφόροι

Και λιγάκι πιο ύστερα

Ναυαγοί

Μια φλογίτσα αφήνοντας να σημαίνει πως κάποτε ήταν χτισμένα

Στην αμμουδιά.

*Από τη συλλογή “Το ψηφιδωτό της νύχτας”, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2018.

3 ποιήματα | Γιώτα Αναστασιάδου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

giota anastasiadou

[ Απορία ]  

Πιο μόνη νιώθω το καταμεσήμερο
Ιούλιος τρεις και μισή το μεσημέρι
ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΜΕ
Ματαιώσαμε το γάμο

Εσύ
με καλοσχηματισμένη τη γραβάτα
να παραδέχεσαι πως τα νερά είναι βαθιά εδώ
ζεστή αυτή η ώρα

Εγώ
μες το λευκό μου νυφικό
στενό
πού να χωρέσει τόση αμφιθυμία

Τα παιδιά μας
μικρά και αγέννητα
να ορίζουν τις ζωές μας

Κάγκελα φόρεσε το καλοκαίρι
κι Εμείς
ελεύθεροι
να ταρακουνάμε τα δοκάρια

Άραγε θα ήταν καλύτερα έτσι;

***

[ Όταν με πυροβολώ ] 

Όταν με πυροβολώ
δεν τραβάω την σκανδάλη

Όταν με πυροβολώ
δεν κοιτάζω με αφοσίωση τα παιδιά μου

Όταν με πυροβολώ
δεν ενημερώνω έγκαιρα τον σύντροφό μου

Όταν με πυροβολώ
δεν φιλώ γλυκά στο μάγουλο τις αδελφές μου

Όταν με πυροβολώ
παγερά και αδιάφορα διαβάζω τα νέα της ημέρας

***

[ Απενεργοποιημένη ]

Ένα κομμάτι του εαυτού της ξεπήδησε
και σύρθηκε εκεί έξω

Το αφήνει που και που
για να εξετάσει…

View original post 52 more words

Νικόλας Ευαντινός, Δύο ποιήματα

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ 1

Αν δεν ήμουν άνθρωπος παρά μονάχα ανθρώπινος

θα μπορούσα να βαδίζω πάνω στο κορμί των ανθρώπων

σε κάθε κύτταρο νεκρό να κάνω μια τελετή,

γύρω από κάθε τρίχα να στήνω χορό για να σηκωθεί,

κάτω από κάθε γλώσσα να κρύβομαι για να βραχεί,

μέσα σε κάθε μάτι να μπαίνω

το βλέμμα να κάνω να βγει…

θα είχα άλλο όνομα…

αν δεν ήμουν άνθρωπος παρά μονάχα ανθρώπινος

***

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ 2

Στο μέγα πολυκάντηλο της φύσης 

-όπως ο σκοτεινός Κόντες του φωτός 

βάφτισε τον ουρανό-

σβήνουν τα κεριά ένα ένα.

Αεικίνδυνος φτάνει ο καπνός τους 

στα φεστιβάλ της ανοιχτής καρδιάς

         – για να ’ναι κάτι ανθρώπινο 

         πρέπει να μυρίζει μια τέτοια απόσταση.

Ιδού λοιπόν η διαφορά μας

από τους ασάλευτους κροκόδειλους των βαλτω

μπαρουτοκαπνισμένοι ονειρευόμαστε

πολυελαίους ουρανούς,

αιώνια αναμμένους προς χαριν

του διάττοντος αστέρα που είμαστε.

*Από τη συλλογή “Ρουβίκωνας στα μέτρα μας”, Εκδόσεις Μελάνι, Ιούνιος 2011.

Ένα ποίημα του Bob Kaufman για τον Albert Camus

Καμί, θέλω να μάθω, το παγερό μαχαίρι του ανέμου βυθίζεται αθόρυβα μέσα στην ψυχή, τελικά

Καμί, θέλω να μάθω, ο καθισμένος θάνατος βγάζει ξαφνικά φτερά και πετάει, ταχύτερος και από τις μολυβένιες σφαίρες των Φασιστών…

Καμί, αντάρτη με αμμώδες πρόσωπο από τον Όλυμπο, φωτισμένο μυαλό, που λάμπει ευκρινώς, σε μακρινές ιστορικές κορυφές…

Καμί, θέλω να μάθω, το αιχμηρό κιγκλίδωμα προσομοιάζει με τον Φράνκο, που διατρυπάει της Μαδρίτης την πληγή που στον Γκόγια παραπέμπει

Καμί, θέλω να μάθω, την ανιαρή αισθητική, τον ελαστικό γδούπο εκρηγνυόμενων τροχών, την τριβή της σκόνης στο ατσάλι

Καμί, θέλω να μάθω, κροταλίζει σαν εκείνο το μοιραίο τρένο, που στριγκλίζει στον Φιλανδικό σταθμό

Καμί, θέλω να μάθω, η θλιμμένη κραυγή των απρόθυμων φίλων παρηγορεί τον ετοιμοθάνατο αέρα…

Καμί, θέλω να μάθω, η κραυγή του διαμαρτυρόμενου θανάτου τραγουδάει, σάμπως δεσμευτικός όρκος συγκατάνευσης των εραστών

Καμί, θέλω να μάθω, η δριμεία γεύση του αιχμηρού γυαλιού γλυκαίνει την ξεσκισμένη γλώσσα, την ξερή

Καμί, θέλω να μάθω, η ξινή γεύση της απραγματοποίητης υπόσχεσης διαφεύγει του ετοιμοθάνατου στόματος των ματιών και των χειλιών

Καμί, θέλω να μάθω, το απελευθερωμένο αίμα αναβράζει στο χώμα καυτό, μικροσκοπικές Κόκκινες Θάλασσες

Καμί, θέλω να μάθω, ο κυκλώπειος προβολέας καταυγάζει νευρικές γραμμές ορυγμάτων τελικών επιθυμιών

Καμί, θέλω να μάθω, το μυστικό απόθεμα ανανταπάντητων ερωτημάτων κραυγάζει για λύσεις τελικές

Καμί, θέλω να μάθω, το μάτι του χρόνου τρεμοπαίζει προσδοκώντας επανακατακτημένες εποχές εμπλουτισμένες

Καμί, θέλω να μάθω, το θραύσμα του χαλαζία αισθητοποιεί την κλαγγή της σάρκας όπως ακουμπάει σε χρώμιο και οστό

Καμί, θέλω να μάθω, η διαπεραστική λόγχη του θανάτου μιμείται την απαρνημένη επιθυμία, τη σταύρωση την εσωτερική

Καμί, θέλω να μάθω, ο πνευματικός χυμός εξαφανίζεται τόσο αργά, όπως το αίμα της Σαχάρας των υιών των προφητών

Καμί, θέλω να μάθω, καθρεφτίζει την Αράβισσα κόρη, το φύλο της ανασκολοπισμένο σε κάποιων στρατιωτών το κρασομπούκαλο

Καμί, θα σε ακολουθήσω στα ποθητά πατώματα μαύρων ερήμων, κατά πλάτος στεγών φλεγόμενων φοινικιών…

Καμί, θα συρθώ με γόνατα από γυαλόχαρτο σε όασης βυθούς μυστικών πηγαδιών των Βεδουίνων, αναθεματίζοντας…

Καμί, θα απλώσω το χέρι στον καυτό ουρανό, το καφέ μου στόμα γεμισμένο εύθραυστα τηλέφωνα, άνευ χτυπημάτων…

Καμί, θα ψελλίσω καιρό λατρεμένες ασυναρτησίες μέσα από στιβάδες διαμαρτυρόμενης έξαψης, απαιτώντας…

Καμί, δε θα κραυγάσω παρά μία ερώτηση τρομακτική, ο θάνατος υπάρχει; Καμί, θέλω να μάθω…

*Bob Kaufman, από τη συλλογή “Solitudes Crowded with Loneliness”, New Directions 1965. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Δύο νέες ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις του περιοδικού Τεφλόν!

Adelaide Ivánova | Το σφυρί

Μετάφραση από τα βραζιλιάνικα πορτογαλικά: Peter Constantine, Σπύρος Πρατίλας

Ένας ήχος διαπερνά το βιβλίο της Αντελάιντε Ιβάνοβα: ο ήχος του σφυριού. Είναι ένας ήχος ξερός και οξύς, πολλές φορές ενοχλητικός. Ήχος άλλοτε θρηνητικός, όπως αυτός μιας καμπάνας τη Μεγάλη Παρασκευή, άλλοτε επιθετικός, όπως αυτός μιας γροθιάς που βρίσκει στόχο, άλλοτε χειραφετικός, όπως ο χτύπος των πελμάτων στο οδόστρωμα κατά τη διάρκεια μιας φεμινιστικής διαδήλωσης. Άλλωστε, σύμφωνα με τη Βραζιλιάνα ποιήτρια το σφυρί είναι ταυτόχρονα εργαλείο άμυνας και επίθεσης.

Μια από τις πιο πολυσυζητημένες ποιητικές συλλογές των τελευταίων ετών, το «Σφυρί» είναι ένα βιβλίο για την κακοποίηση και τη σεξουαλική ελευθερία, τη γυναικεία σεξουαλικότητα και τη χειραφέτησή της, την καύλα και την έμφυλη βία σε έναν κόσμο όπου «το αηδόνι που κελαηδά/ είναι το αρσενικό αηδόνι». Mε γλώσσα που τσακίζει κόκαλα, η Ιβάνοβα μιλά για την κουλτούρα του βιασμού και την αυτοδιάθεση των σωμάτων, διατείνεται ότι το σφυρί «είναι ένα εξαιρετικό αντικείμενο/ που σε βοηθά να κοιμάσαι ήσυχη/ και να καρφώνεις πρόκες».

Jazra Khaleed | Μα είν’ αυτό ποίηση;

Το χιπ χοπ. Οι αντιφασιστικές διαδηλώσεις. Οι εξεγέρσεις στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι τσαμπουκάδες στον δρόμο. Τα γκραφίτι και ο παλμός της ρίμας. Οι εμσί και οι ντιτζέι. Το τρομοκρατόραμα και η φασιστάδα. Η ανεργία και το τσάκισμα των μισθών. Η αστυνομική βία. Οι εκκενώσεις των καταλήψεων. Η ελπίδα που έχει πάντοτε πλαν μπι. Η σιωπή τυλιγμένη στον ιστό της σημαίας. Οι επαναπροωθήσεις και τα ναυάγια στο Αιγαίο. Η παρανομοποίηση των μεταναστών εργατών. Το έντιμο αίμα που ζητά εκδίκηση. Ο πόλεμος που σαν καπνός τρύπωσε στα συλλογικά μας όνειρα. H μνήμη που έμεινε πίσω υπό κρατική επιτήρηση. Οι πέτρες που γίναν σύντροφοι σκελετωμένων αγοριών. Το ταξικό μίσος.

Όλα αυτά για τα οποία η ποίηση δεν πρέπει να μιλά. Έτσι μας λένε. 

Το «Μα είν’ αυτό ποίηση;» έρχεται να μας θυμίσει 

ότι –σήμερα περισσότερο από ποτέ– «Ποίηση σημαίνει επίθεση».

Άρης Αλεξάνδρου, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τα σύννεφα διαβαίνουν χαμηλά

τόσο που κ’ ένα χαμόγελο νά ‘τανε σπασμένο

θα μπορούσες να άπλωνες το χέρι και ν΄ αγγίξεις

τη διαβατική

                  θηλύτητά τους

*** 

ΚΤΗΜΑ ΦΥΛΑΚΗΣ

Κάθε αυγή και κάθε δύση

μαζεύω το χρυσάφι τ’ ουρανού

και το σφραγίζω

                        σε προφίλ

με το πραγματικό

                          τ΄ αληθινό μου

                                            πρόσωπο.

Με την ελευθερία μου

ένα χρυσάφι μη δεκτόν παρά τοις εμπόροις

Πληρώνω κάθε νύχτα

                               το πρόσκαιρό μου

                                                        Κτήμα τάφου

*Από τη συλλογή ‘Ευθύτης οδών” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο ‘Άρης Αλεξάνδρου Ποιήματα 1941-1984”, τρίτη έκδοση, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991.

Δήμητρα Κατιώνη, Από τις “Τρεις μέρες και ένα τρίτο”

τα γάντια μου

η γραφή

αποστομώνουν όλων

των λογιών θηκούλες

του πράγματι

βαθιές χαρακιές είναι ο κόσμος

από τα χάδια

*

κι αν δεν μπορείς να γράψεις

ο γύρος του κόσμου

ας γίνει το πρώτο σου

όμικρον

*

χιονόπτωση θα πει

κακοκαιρία

με τον καιρό λοιπόν

σβήνουν τα χνάρια μας

λευκό θα γίνει το πένθος

πολύ σύντομα

δε θα έχει γραφεί τίποτε ποτέ

*

Τι γλυκιά αθωότητα αυτό

το περιτύλιγμα

κρύβει καλά το μυστικό

που αγνοεί

το καλύτερο που έχουμε ίσως να κάνουμε

είναι να τυλιχτούμε σφιχτά

με όλα τα σελοτέιπ

γύρω από το άγνωστο που μας δόθηκε ως δώρο.

*”Τρεις μέρες και ένα τρίτο”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Σωτήρης Παστάκας, Δύο ποιήματα

Ένα κοτσάνι μήλου.

Κάποιος καθόταν εδώ

και δάγκωνε ένα μήλο.

΄Επειτα χάθηκε. Την ίδια μέρα

που η Ιστορία κατέγραψε τρεις

νεκρούς στο κέντρο της Αθήνας.

Κάποιος άλλο σ’ ένα άλλο

σημείο, άφησε τη γόπα του τσιγάρου

πριν χαθεί κι εκείνος.

Η Ιστορία καταγράφει μόνον:

κοτσάνια, πτώματα, στάχτες.

***

Έστρωσα το τραπέζι για έναν.

Για μένα. Άναψα την τιβί.

Κάθισα. Για να σωθεί ο καπιταλισμός

απαιτούνται θυσίες απ’ όλους μας.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Ρωτούσες

αν μπορούσες να περάσεις.

Μπορούσες. Έσβησα την τιβί.

Σηκώθηκα. Ο καπιταλισμός

αιμορραγεί και πεθαίνει. Είπα.

Άλλαξα τραπεζομάντηλο. 

Έστρωσα το τραπεζι για δύο.

*Από τη συλλογή “Χαμένο κορμί”, Εκδόσεις Μελάνι, Οκτώβριος 2010.