Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΑΤΑ

Οι τοίχοι τρέμουν σα νερό πάνω σε τζάμια 

Κι αυτές οί δυό μπροστά μου οι πόρτες 

Η μία μοιάζει πόρτα ασανσέρ

Που μόλις τώρα έφτασε στο ισόγειο και θ’ ανοίξει

Και γκάγκστερ με κοστούμι ροζ θα βγει.

Η άλλη μοιάζει πόρτα 

Διαδρόμου εσωτερικού 

Που μένοντας κλειστή συνήθως 

Ανοίγει μόνον για να βγάλουν 

Στο εποχούμενο φορείο 

Τον ναρκωμένο 

Εγχειρισθέντα ασθενή.

Η Όφηλία 

Με κόκκινο πουλόβερ 

Γελάει συνεχώς 

Είθε το γέλιο της αυτό 

Να έχει μια κάποια μονιμότητα.

16 Μαρτίου 1970

***

ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ

Ποιος τό ’λεγε απ’ τον κήπο

Με τους φοίνικες και τ’ άγρια περιστέρια

Πως θα βρεθείς κατάδικος

Με τη νωπή βουή του όχλου

Που ανέντιμο σε φώναζε

Προδότη κι άλλα τέτοια.

Ούτε κι η φύση σου έμεινε 

Παρηγοριά και φως.

Τα δέντρα που τ’ αγάπησες 

Σά νά ’τανε παιδιά σου 

Στα πήραν απ’ το βλέμμα σου 

Τα σίδερα κι οι τοίχοι.

Κανείς δεν είναι σίγουρος 

Πόρτες κλειδώνουν βιαστικά 

Συγκλητικοί και πόρνες.

Πλανιούνται μες στη σκέψη τους

Ο Νόμος δε γνωρίζει 

Προσκόμματα και κλειδαριές 

Πόρτες κλειστές περνάει 

Σα να ‘ταν ο Ασώματος ή laser ή κάτι 

Το απίστευτο, πιο δυνατό κι από τη φαντασία.

*Από τη συλλογή “Το αίμα του λύκου”, έκδοση Εγνατία/Τραμ, Θεσσαλονίκη 1978.

Γρηγόρης Σακαλής, Το μέλλον

Artwork: Maurice Sapiro

Ο ήλιος βγαίνει για όλους

λένε

και είναι σωστό

μόνο που κάποιοι

γεύονται τα πάντα

κι άλλοι μόνο

τον άρτο τον επιούσιο

αυτή είναι η ιστορία

όσοι δουλεύουν σκληρά

έχουν μικρό μερίδιο

κι όσοι κατέχουν

και διευθύνουν

τεράστιο κομμάτι

με αιτήσεις και προσευχές

δεν βγαίνει τίποτα

χρειάζεται αγώνας

από όλους εμάς

που ανήκουμε

στα φτωχά στρώματα

αγώνας επίμονος, πιεστικός

να μη πτοούμαστε

απ΄τις αποτυχίες

μα πάνω σ΄αυτές

να χτίζουμε

τις μελλοντικές επιτυχίες.

Ai Ogawa, Ένα πούρο είναι – Ω, μη σκας

Είναι να ακολουθήσεις τη χοροπηδηχτή Betty, την μπάλα εννοώ,

Λοιπόν, ίσως ήταν κάτι άλλο.

Ω, ναι, διάβασε το οτοκιού, είπαν,

Αν χάσεις τον δρόμο σου, εννοώ το μέρος 

Στο ίσιο και στενό μονοπάτι

Που ο Κύριος με μια κλωτσιά στα πισινά μ’ έστειλε να ακολουθήσω 

Και να ’μαι εδώ πάλι μπροστά στις κάμερες 

Προσπαθώντας να εξηγήσω πως όταν ήμουν νέος 

Δεν ανησυχούσα για το αύριο.

Ήμουν πολύ τυχερός.

Η θλίψη ποτέ δεν χτύπησε την πόρτα μου 

Και αν είχε, δεν θα την άνοιγα.

Είχα αρκετό χυλό στο πιάτο μου,

Λοιπόν, εντάξει, ό,τι κι αν ήταν αυτό 

Ήταν σ’ ένα πιάτο.

Σιχαίνομαι να σε πιέζω

Μα έχω θέματα του κράτους να ασχοληθώ

Έτσι καλύτερα να προχωρήσεις μ’ αυτό

Και να κάνεις την ερώτηση που πεθαίνεις να ρωτήσεις, ε, εμ, –

Να ρωτήσεις;

Μισό λεπτό. Θα πω,

Καμιά φορά ένα φιλί είναι μονάχα ένα φιλί, ε,

Ή μήπως είναι ένα πούρο;

Λοιπόν, ξέρεις τι εννοώ.

Το έχεις δει στις ειδήσεις Ακριβώς όπως εγώ.

Σίγουρα εγώ δεν το διάβασα στην εφημερίδα.

Δεν έχω την υπομονή γι’ αυτό.

Μ’ αρέσει κάποιος να μου το διαβάζει·

Με βοηθά να συγκεντρώνομαι στα σημαντικά πράγματα 

Σαν – ε, τι έλεγα τώρα δα;

Είμαι κάπως αφηρημένος αυτή τη στιγμή.

Έχω πολύ στο πιάτο μου.

Το ξαναείπα αυτό;

Δεν μπορείς να φτιάξεις σανό χωρίς, ξέρεις _ Χόρτο;

Καμιά φορά όταν έχεις ραντεβού με το πεπρωμένο σου Φτάνεις λίγο αργά,

Αλλά φτάνεις.

Δεν είναι ντροπή αυτό.

Νομίζω πως ντροπή θα ήταν αν άφηνα ένα σωρό -Αχ, ας μου πει κάποιος πώς να κυβερνήσω.

Έχω τον καλύτερο δάσκαλο που θα είχε κανείς.

Δεν είμαι υποχρεωμένος να σου πω, λοιπόν ίσως να σου πω, αεκινησα με τα καλύτερά μου,

Λοιπόν, και τα δύο.

Βλέπεις αυτά τα χέρια;

Σταθερά σαν τους αιώνιους βράχους.

Μόνο αυτό χρειάζεται να ξέρεις.

Μπορώ να φύγω τώρα;

Εννοώ μπορώ να φύγω τώρα.

Εντάξει, εντάξει, μία ερώτηση. Τι είναι αυτό;

Λυπάμαι, τελείωσε ο χρόνος

Και όλοι ξέρουμε πως ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν.

Βάλε αυτό στην πίπα σου και πιες, εννοώ 

Κάπνισέ το.

*Από το βιβλίο “Άι Ογκάουα Τα Αιρετικά Παραμύθια” – Ανθολόγιο ποιημάτων, σε μετάφραση Βαγγέλη Αλεξόπουλου – Διώνης Δημητριάδου, Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, Ιανουάριο 2020.

Γιώργος Κυρμανίδης, Σίγουρα σκοτάδια

Eικόνα: Wally Skalij

Αδιόρατες οι διαχωριστικές γραμμές

της λογικής με την παράνοια.

Ίσα  που προλαβαίνω να τις διακρίνω

μέσα στο πυκνό σκοτάδι.

Αυτό είναι λοιπόν που μ’ οδηγεί

στο πέρασμα των χρόνων

στους λειμώνες  της ζωής 

και στη συννεφιασμένη πόλη

αυτού του απροσδιόριστου θανάτου; 

Κανένας δεν με οδήγησε

με τέτοια σιγουριά

ούτε καν η ελπίδα

που κρατά σαν λάβαρο το φως

Είναι που με φοβίζει πια η λάμψη

δεν τη συμπαθώ

προτιμώ το ατάραχο σκοτάδι.

Τέτοια κατασκευασμένη σιγουριά 

άραγε ποιος ξέρει πού θα με βγάλει…

*Ο Γιώργος Κυρμανίδης είναι  23 ετών, φοιτητής στο Τμήμα Ιστορίας  και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. και είναι η πρώτη τυ δημοσίευση.

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com/2021/01/blog-post_21.html

Manolis Aligizakis, Εφημερίδα / Newspaper

Άνοιξε την εφημερίδα

κάτω απ’ τη λάμπα της κουζίνας

να ρίξει λίγο φως πάνω στα νέα

ιδίως εκείνα τα ρεπορτάζ

για επιθέσεις και δολοφονίες

που γίναν χθές τη νύχτα.

Πήρε βαθειά αναπνοή

που κάπως είχε συνεισφέρει

στην ωραιοποίηση του άσχημου

μοντέρνου κόσμου της πόλης

κι ύστερα πήγε κι έβαλε καφέ

σαν νά ` χε μια φορά ακόμη

στον πόλεμο να πάει και χρειάζονταν

την πρωϊνή εξάσκησή του.

NEWSPAPER

He opened the newspaper

under the light of the kitchen

to brighten the news                                            

of muggings, break ins and

murders of last night.

After he took a deep breath

knowing he contributed

in beautifying the world

to this ugly modern city 

he put the coffee on

as if again he had to go to war

and needed his morning fix.

*Από τη συλλογή “AUTUMN LEAVES”, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2021/01/12/autumn-leaves-poetry-by-manolis-aligizakis-5/

Ποιητικό υστερόγραφο | Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kar

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ’ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.

View original post

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Ικριώματα χρόνου

Πάνω από τα ικριώματα του χρόνου

αλείφοντας τις πληγές με τον ιδρώτα

το δίχως άλλο αποκομμένος από 

την βρώμικη ανάσα της ασφάλειας

και το δολερό χάδι της υποταγής

Φθινόπωρο 1997

***

Καρυδότσουφλο

 Αγέρας και καπνός

πάλι στα κύματα και στον ωκεανό

καρυδότσουφλο, επίμονη σχεδία

Οκτωβρίου 2020

***

Του σπουργίτη

Γνέφεις σ’ ένα σπουργίτη που σε καταδέχθηκε

στο μικρό μπαλκόνι σου

τυλιγμένος από σταχτιά κρούστα

όπου το ραδιόφωνο σου μεγάλωνε τη βαρυθυμιά

κι ο σπουργίτης ξαναπετά σ’άλλα μπαλκόνια και παράθυρα

Οι βυθισμένες θάλασσες έρχονται στο νου

σε πρωινά φθινοπώρου που στάθηκαν

κι απλώνεις τ’ανέγγιχτο ψιθύρισμα μες στους μικρούς κατακλυσμούς

που είχαν κάτι από από κάλεσμα φλογέρας

που πλήθυναν με τα χρόνια

και ιστορείς στη Μήδεια τον κρυφό σου καημό

αλλ’αυτή κυλιέται στα σπασμένα γυαλιά

με τα άδεια της μάτια να σε καθρεφτίζουν

μετά, σκέφτεσαι να πλαγιάσεις

ζαλισμένος απ’των σφαγμένων αηδονιών τη φωνή

Πάλι δεν χόρεψες στο καταμεσήμερο

Το βράδυ, σε βρήκε στην άλλη όχθη

ακάθεκτο να γερνάς

Νοέμβριος 2003

Ιδιωματικόν | Λεωνίδας Καζάσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Απόψε ο ήλιος δεν θα βγει,
καθηλώθηκε στις μαύρες παρυφές σου,
των χαραμάδων σου το αμυδρό επιστατεί,
στην ιδιαιτερότητά σου να εντρυφήσει,
στων ματιών σου τον φόβο τον πλαστό,
στων χειλιών σου την αχάριστη ανεξικακία,
στης κίνησής σου τον ενδοιασμό,
στην σεμνότητά σου υποβόσκει η λαγνεία.
Απόψε η μέρα έχει κρυφτεί,
βράδυ ατέλειωτο, σκοτάδι!
Πάνω σου ο ήλιος ασελγεί,
άγαρμπος δίχως χάδι.

View original post

“Απ’ το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο” του Δημήτρη Α. Δημητριάδη

Γράφω γιατί μου λείπεις 

πάντα μου λείπεις 

κι ο μόνος ήχος του κόσμου 

είναι ένα ατέλειωτο μπλουζ [1] 

Η επαφή του αναγνώστη με τους στίχους του Δημήτρη Δημητριάδη είναι από τις πλέον αυτονόητες που έχω συναντήσει τελευταία, και ο κύριος λόγος που γράφω γι’ αυτή τη συλλογή. Το ζητούμενο για τον ποιητή είναι να επικοινωνήσει ευθέως και άμεσα, γράφει με τον ίδιο τρόπο που θα κοιτούσε τον άλλον στα μάτια: χωρίς κενά και πιθανότατα χωρίς παρερμηνείες. 

Προσωπική ποίηση στο σύνολό της, στο Απ’ το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο το Εγώ είναι ο ποιητής που στέκεται απέναντι στον αναγνώστη ξεδιπλώνοντας φόβους, αγωνίες και απογοητεύσεις. Εκθέτοντας τετελεσμένα. Η ματιά του επανέρχεται σε παρελθούσες εποχές και σκέψεις σε μια προσπάθεια να ξορκιστεί ο χρόνος και ίσως και το αποτέλεσμά του, να ξορκιστούν οι φθορές, οι απουσίες. Η πορεία είναι αναμφισβήτητα προς τα πίσω, στην ανάμνηση και στα ατελέσφορα, στα όνειρα και σε ό,τι τελικά ξημέρωσε αντί αυτών, αλλά δεν υπάρχει πίκρα, μόνο αποδοχή. Και η απουσία της αισιοδοξίας έστω και σε ψίθυρο είναι αυτό που θα φώτιζε τα πάντα αλλιώς, που ενδεχομένως θα εξασφάλιζε μια συνέχεια. Το μοναδικό άνοιγμα στο μέλλον γίνεται στο τελευταίο ποίημα, και το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να τονιστεί η απουσία φωτός που διέπει ό,τι προηγήθηκε. 

Ξεκάθαρες εικόνες και ψύχραιμη ματιά στα πράγματα, αυτά είναι τα στοιχεία που οριοθετούν το περίγραμμα των ποιημάτων, δεν υπάρχουν υπεκφυγές και το κυριότερο δεν υπάρχουν προσποιήσεις: όλα είναι εδώ, ανοιχτά χαρτιά μπροστά στον αναγνώστη. Εικόνες που αρκετές φορές απεικονίζουν μια βιαιότητα σχεδόν ωμή, σκιτσαρισμένη με αδρές γραμμές και ικανή να δημιουργήσει μια αίσθηση ηλεκτροσόκ, και που εξαφανίζεται ακριβώς όπως ήρθε: σαν στιγμιαία λάμψη χωρίς να αφήσει ίχνη. Έλεγα πιο πάνω ότι τα γραφόμενα στο Απ’ το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο περιγράφουν το παρελθόν, ενίοτε και το παρόν, αλλά δεν δείχνουν κανένα μέλλον, καμία εικόνα που να έπεται όσων έχουν συμβεί και που θα μπορούσε να θεμελιώσει μια συνέχεια. Δεν θα μπω σε κλασικά κλισέ περί απαισιόδοξης ή αισιόδοξης ποίησης γιατί στο τέλος της μέρας μου φαίνονται στείρα και σαφώς υποκειμενικά, θα ήθελα όμως να υπογραμμίσω το γεγονός ότι το μόνο οικείο μέρος για τον Δημητριάδη είναι το παρελθόν: παρόλα τα δύσκολα τοποθετεί εκεί, είναι χώρος γνώριμος και άρα ασφαλής. Εκεί είναι που βλέπει κανείς σε όλη της την έκταση την κάθετη ρήξη ανάμεσα στην μέσα και την έξω πραγματικότητα που αποτελεί έναν από τους πυλώνες της συλλογής. Στην πραγματικότητα ο ποιητής αναγνωρίζει στον εαυτό του μια παρουσία μετέωρη ανάμεσα σε μια ταυτότητα που πλέον του φαίνεται μακρινή και σε μια άλλη που πήρε την θέση της προηγούμενης αλλά που την αισθάνεται σαν ξένο ρούχο. Η ιδιαιτερότητα των στίχων του πηγάζει από την απόσταση ανάμεσα στο πριν και το τώρα, από τα κενά και όλα όσα τελικά έμειναν μετέωρα σε πλέον μη αναστρέψιμες συνθήκες. Δεν υπάρχει φως είναι γεγονός, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ποιητής αλλά και ο αναγνώστης δεν μπορούν να βρουν τον δρόμο τους μέσα στις σκιές, το αντίθετο μάλιστα. 

Παραθέτω δύο ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο: 

ΒΛΕΠΩ ΞΑΝΑ 

Μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό σακάτεμα 

σ’ αυτό το μακελειό 

βλέπω ξανά 

τα μακρινά τραγούδια 

να πέφτουν άηχα 

σαν σιγανή βροχή 

γλείφοντας τα πρόσωπα των επιζώντων. [2] 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ 

Οι λέξεις 

ακούν καθαρά τον μονόλογο της φωτιάς 

το τραγούδι που αφέθηκε στο χρόνο 

και δεν ακούγεται πουθενά 

τη σιωπή που υπάρχει μέσα σου 

και κανείς θόρυβος 

δεν μπορεί να την καλύψει. [3]

Κρις Λιβανίου

[1] in. «Γιατί μόνο ο θάνατος δεν έχει λέξεις», στ. 1-4, σελ. 13.

[2] σελ. 31.

[3] σελ. 44.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2021/01/blog-post_15.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28στίγμαΛόγου%29

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τέσσερα πεζοποιήματα

Ξενοδοχείο “Αγκαλιάς-Πραγματικό Θαύμα”

Καπνίζω στο διάλειμμά μου στην ταράτσα-Στο Ξενοδοχείο “Αγκαλιάς-Πραγματικό Θαύμα”-Στη Μητρόπολη Των Θαυμάτων Και Της Απελπισίας-Που βρομάει βενζίνη και διοξείδιο του άνθρακα-Είμαι υπεύθυνος για τον κεντρικό υπολογιστή-Που συντονίζει τον Κύκλο των Εποχών στα δωμάτια-Με φύλλα να θροΐζουν σε τεχνητά φθινόπωρα-Βροχές να πέφτουν σε αγριόχορτα και χώματα-Και τεχνητά καλοκαίρια με θάλασσας αφρό να ακούγεται σε βότσαλα-Μεγαλύτερη αδυναμία μου όμως-Το Δωμάτιο της Σιωπής-Όπου πολλοί επιθυμούν να αγκαλιάζονται στη σιωπή με τα διαθέσιμα ανδρόγυνα-Χαζεύω ένα Ανδρόγυνο Αγκαλιάς-Καπνίζει κι αυτό σιωπηλό στην ταράτσα-Αναρωτιέμαι με πόσους ανθρώπους αγκαλιάστηκε και κοιμήθηκε σαν παιδάκι-Πόσοι το τρόμαξαν όταν ξύπνησαν και δικαιολογημένα ήταν ερωτευμένοι μαζί του αφόρητα-Αφού της Κοινωνικής Αποστασιοποίησης ξεπέρασαν τα όρια-Απέξω ο τοίχος γράφει με βιαστικά γράμματα “Ζητείται λίγη τρυφερότητα”-Λίγο πριν χαράξει-Στη Μητρόπολη Των Θαυμάτων Και Της Απελπισίας-Που βρομάει βενζίνη και διοξείδιο του άνθρακα-Καπνίζω στο διάλειμμά μου στην ταράτσα-Στο Ξενοδοχείο “Αγκαλιάς-Πραγματικό Θαύμα”

***

Το διαφορετικό παιδί

Το διαφορετικό παιδί-Μετανάστης απ’ τη χώρα του Φιοντόρ-Πριν δολοφονηθεί στις σκάλες μιας πλατείας-Απ’ την παρέα των παιδιών-Που τον φωνάζουν διαφορετικό-Επειδή δεν σκοτώνει στα ηλεκτρονικά και στο κινητό-Επειδή δεν κλοτσάει μαζί τους την μπάλα στα στενό-Αλλά με κορίτσια ζωγραφίζει κόκκινες βάρκες σε θάλασσας αφρό-Εξομολογείται στον δάσκαλό του της μουσικής-Πως τον περισσότερο πάγο και χιόνι της μητρικής του της πατρίς-Στις αρθρώσεις και στην καρδιά-Το λιώνουν οι αχτίδες του ήλιου της νέας του πατρίς-Που θέλουν έντεκα λεπτά να φτάσουν στη γη-Βεβαίως του απέμεινε χιόνι στην ψυχή-Χιόνι πατημένο-Από μορφές και ίσκιους-Που πρωταντίκρισε μωράκι και παιδί-Αλλά ο ήλιος-Ο εκτυφλωτικός της νέας του πατρίς-Του ζέστανε για μια ζωή-Τον Φιοντόρ να λέει του Πούσκιν ποιήματα-Με του πατέρα του φωνή-Τη βότκα-Στο τραπέζι-Τη γεμάτη αινίγματα-Και πρόσωπα σαν βουνοκορφές-Μες σε ομίχλη πυκνή-Το διαφορετικό παιδί που μετανάστης απ’ τη χώρα του Φιοντόρ-Πριν δολοφονηθεί στις σκάλες μιας πλατείας-Απ’ την παρέα των παιδιών-Που τον φωνάζουν διαφορετικό-Επειδή δεν σκοτώνει στα ηλεκτρονικά και στο κινητό-Επειδή δεν κλοτσάει μαζί τους την μπάλα στα στενό-Αλλά με κορίτσια ζωγραφίζει κόκκινες βάρκες σε θάλασσας αφρό

***

Πρόσφυγας φωνή

Μόνον το ξύσιμο των τροχών-Στου συρμού τη σιωπή-Βασανισμένη μορφή-Φωτογραφία κρατά-Σε ένα σταθμό-Μ’ εκείνη κι άρρωστο παιδί-A capella τραγουδά με τόνο σιγανό-Οι επιβάτες-Ακόμη κι οι πιτσιρικάδες-Σηκώνουν το βλέμμα απ’ τις οθόνες των κινητών-Ρωτούν σε τι γλώσσα τραγουδά-Ψιθυρίζουν “Ωραίο τραγούδι από μακριά”-Η φωνή της τους κάνει να μιλήσουν ξανά-Οι περισσότεροι της δίνουν στο κουτί-Όταν κατεβαίνει-Κάποιος λέει-“Πρόσφυγας φωνή”-Μόνον το ξύσιμο των τροχών-Στου συρμού τη σιωπή-

***

Χυμός ροδάκινου δεύτερο κουτί

Έναν Ιούνιο-Στο Γκρίζο Κτίριο-Που σχολείο λέγανε-Και πήγαινα παιδί-Σαν το πουλί π’ αφήνει άλλα πουλιά απ’ τη σκεπή-Μαθητής σπάζει τη γραμμή-Αρπάζει χυμό ροδάκινου δεύτερο κουτί ενώ έπρεπε να πάρει έναν σύμφωνα με τη δωρεά την κρατική-Τότε ο Καθηγητής με τα Χέρια τα Μακριά-Μπροστά σε όλους τον χτυπά-Απ’ τους χυμούς τρέχουν στα πόδια του ζουμιά–Μα τρεις μαθήτριες-Άλλα πουλιά απ’ τη σκεπή-Με οργή ορμάνε στη σκηνή-Διασώζουν τον συμμαθητή-Που τρέχει μες στον ήλιο να κρυφτεί-Ο Καθηγητής με τα Χέρια τα Μακριά τις σέρνει και τις τρεις στον διευθυντή-Με την κατηγορία πως παρεκωλύθη βιαίως και υβρισθείς στο έργο του το ανήκουστο-Κι η τιμωρία τους από το άκαμπτο συμβούλιο-Σχολικού περιβάλλοντος αλλαγή και χειρίστη διαγωγή-Προσπερνώντας ότι έφαγε ξύλο μαθητής για χυμό ροδάκινου δεύτερο κουτί-Που άρπαξε–Σπάζοντας τη γραμμή-Σαν το πουλί που αφήνει άλλα πουλιά απ’ τη σκεπή-Στο Γκρίζο Κτίριο-Που σχολείο λέγανε-Και πήγαινα παιδί-Έναν Ιούνιο-

*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδ. Οδός Πανός, 2020.