Θόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ

Οι γυναίκες,
η μουσική
και το άγιο οινόπνευμα.

*

ΟΜΗΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΡ. 11

Η γραβάτα του Γιεσένιν στο λαιμό μιανού σκύλου
Η σκιά των παιδιών π’ αγαπιούνται μπρος στίς πόρτες
της νύχτας

Ένα φάλτσο ρεφρέν μιας μπάντας αόμματων κουρελήδων
στο σταυροδρόμι
— τζουμ πατρακ μπουμ (ί ι ι ι ί) μπουμ —

Ό κηλεπίδεσμος του φορτοεκφορτωτή
Μια λεκάνη ζεστό νερό για το ποδόλουτρο της πωλήτριας

Ένα φάλτσο ρεφρέν…

Το καλάσνικωφ του μαχητή της αντίστασης στη Φαλούτζα
Η πέτρα που πετάει στα ελικόπτερα ο 8χρονος παλαιστίνιος

Ένα φάλτσο ρεφρέν…

*Από τη συλλογή “Μαύρα μάτια”, εκδ. Πλανόδιον, Ιούνιος 2006.

Δημήτρης Γκιούλος, Δύο ποιήματα

Ήρωες

Κάποια στιγμή θα ανοίξω τ’
αγαπημένα μου βιβλία

θα τραβήξω με βία ολους τους
ήρωές μου

θα τους βάλω σ’ ένα καρυδότσουφλο
Γενάρη μήνα στο Αιγαίο

μέχρι το κόκκαλο μουλιασμένους
στον Έβρο

στους 50 °C στα σύνορα του Μεξικού
να τους κυνηγάει η πολιτοφυλακή

να καρβουνιάζονται σε ηλεκτρικούς
φράκτες στην Ισπανία

να τους βυθίζει τις σχεδίες η
ιταλική ακτοφυλακή

Θα τους βάλω να ψάξουν για τον
πολιτισμό σας

Να δω μετά τι θα σας πουν

Να δω πώς μετριέται ο ηρωισμός

*

Πρόσοψη

Παίρνω τη σιωπή σου αγκαλιά

κι εκείνο από την άκρη των χειλιών σου

που χαμόγελο ήθελε να γίνει

αλλά το άφησες μισό

Πηγαίνω πίσω στο δωμάτιο

μπρος στα μάτια μου την ανακατεύω με

τον πόθο

κι αν άνοιγα το παράθυρο

μια χαραμάδα τόση δα

όλη η πόλη θα πλημμύριζε άνοιξη

Μα εσύ δεν πιστεύεις σε θεούς

και εγώ δεν πιστεύω σε μένα

κι η πόλη παραμένει γκρίζα

και οι άνθρωποι πια

γκρίζοι κι αυτοί

σαν μισοτελειωμένες πολυκατοικίες

σαν κι εκείνο

που χαμόγελο δεν έγινε

*Από τη συλλογή “Αστικά Δύστυχα”, Εκδόσεις Θίνες, δεύτερη έκδοση, Φεβρουάριος 2021.

Εκκεντρική αρτηρία

ΤΑΜΠΕΛΕΣ

Ρατσιστές σεξιστές, φασίστες, μισογύνηδες.

Κατηγοριοποιούμε τους μαλάκες μπας και καταφέρουμε να τους νικήσουμε.

ΣΟΥΚΟΥ

Τα Σαββατοκύριακα έχουν προκύψει από εξαντλητικούς μαθηματικούς υπολογισμούς, έτσι ώστε να έρχονται τότε και να διαρκούν τόσο, που για λίγο καταφέρνεις να μη σκοτώσεις το αφεντικό σου.

ΜΙΚΡΟ ΑΤΙΤΛΟ ΜΕ ΔΑΚΡΥ

Παράγουμε περισσότερα δάκρυα από όσα μπορούμε να καταναλώσουμε.

Μεγάλη σπατάλη.

ΜΑΜΑ;

Μεγάλωσε τρεις κόρες

και γύρισε μετά από λίγο και μου είπε:

«Και πού χρειάζεται σήμερα ο φεμινισμός;»

ΒΑΤΡΑΧΙΑ ΜΕ ΕΠΙΚΑΛΥΨΗ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ

Αν θίξεις πολλά μπουένο πάνω από τα βατράχια που έχεις μέσα σου,

δύο είναι οι πιθανότητες: ή πou θα ξεράσεις ή που -άμα το κάνεις πολύ

προσεκτικά- θα καταφέρεις με τη σοκολάτα να καλύψεις τα βατράχια και

 η πληγή θα επουλωθεί.                            

 Έφαγα πολύ προσεκτικά ένα στικ μπουένο και περιμένω λίγο.

IL Υ A UN TRUC

Ας μη σταθούμε σαν ηλίθιοι απέναντι στις περιστάσεις.

*Από το περιοδικό «Τεφλόν», Τεύχος 25, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2021. Σελ. 50.

Χρίστος Κασσιανής, Το βιβλίο του Ανέμου

Τον άνεμο στο βιβλίο του ανέμου έβαλαν
κι ο άνεμος μπήκε στην αίθουσα, φύσηξε όλες τις σκόνες
φύσηξε μέσα του να φτιάξει τη δίνη της νύστας,
εκεί που χαμογελούνε χωρίς λόγο

Τον άνεμο καβάλησε το γεράκι,
απλώθηκε στα πέρα βουνά,
η θάλασσα χορεύει στο τραγούδι του,
το γεράκι κατεβαίνει με ταχύτητα ανέμου

Θροΐζουν οι φυλλωσιές στα δάση
στήνουν τον χορό τους κι αυτές.

Δεν θα τον πιάσεις,
το μόνο βέβαιο γι’ αυτόν στην απεραντοσύνη
απ’ του ήλιου τον πυρήνα στους πέρα γαλαξίες
ένας παλμός μέσα στο κύμα

Τι είναι και πού βρίσκεται;
σαν γέρνει της νύχτας το φεγγάρι
μας φέρνει νοσταλγία
κι ήσυχα τα φύλλα τώρα πως κουνιούνται
ήσυχα πως φεύγει και γυρνά
γαληνεύει τα σκοτεινά
με την ανήσυχη φλογέρα του

Ιούνιος 2021

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Τεχνητοί άνθρωποι

Απ’ αυτούς –
και τους καλούς,
και τους από κόμπρες πιο φαρμακερούς –
Η Σοβιετία
Είναι πλημμυρισμένη.
Ποιος κάνει
τους ανθρώπους
τους τεχνητούς;
Ποια Γκουζόν φορτωμένη;
Για συντομία
αυτό το θέμα δε θα πιπιλίσω
(χωρίς κακία,
χωρίς χαρά),
αντικειμενικά
τον άνθρωπο του συστήματος –
το «γραφειοκράτη»
θα ζωγραφίσω.
Οι φτέρνες – κάτω,
πάνω – φαλακρός,
οργανισμός, σαν οργανισμός.
Αλλά μέσα
Αντί για φωνή –
Συσκευή για παραγωγή
τυποποιημένων εκφράσεων.
Ακαταστασία στην επιχείρηση –
σαν άδης βροντάει,
φασαρία και φωνή.
Κι εκείνος, σαν κούκος,
Δυο λέξεις ξερνά:Όσον αφοράει
να συμφωνηθεί!
Τα ιδρύματα βυθισμένα στην τεμπελιά.
Προωθούν με μακρόχρονες αναβολές τη δουλειά.
Κι αυτός
σε κάθε αίτηση
απαντάει

Δε βαριέσαι,
θα ευθυγραμμιστούμε όσον αφοράει. –
Χρειάζεται ικανότητα,
χρειάζεται αυτοθυσία,
για να επιπλεύσεις
στο βούρκο του γραφείου,
κι εκείνος
ανασηκώνει τους ώμους με απορία:

Μπερδεμένα! –
Από τη διεύθυνση
κατευθείαν σαν κλέφτης
τρυπώνει
ο τυχοδιώκτης κι εγκληματίας,
κι αυτός
δηλώνει
με των ψαριών την ηρεμία:

Προωθημένα! –
Διαλύονται όλα,
ο μηχανισμός – σκορπάει,
κι αυτός,
καπνίζοντας και μασουλώντας,
με κύρος
κι ολάνοιχτο στόμα
μιλάει:

Χρησιμοποιημένα! –
Εδώ πρέπει
να βλέπεις
φουσάτα εχθρικά,
πρέπει
το στόχαστρο να οδηγείς, –
κι αυτός
συνέχεια
επαναλαμβάνει από ψηλά:

Γενικά και συνολικά!
Εδώ δεν πρέπει να δαγκώνεις τη γροθιά, –
καθώς γράφουν
στις εφημερίδες του τοίχου:
«Να το εξοντώσουμε τούτο, –
αν όχι παντού,
τουλάχιστον σε όλα τα μέρη».

Arthur Sze, Water calligraphy

– Sunrise: I fill my rubber bucket with water
and come to this patch of blue-gray sidewalk –
I’ve made a sponge-tipped brush at the end
of a waist-high plastic stick; and, as I dip it,
I know water is my ink, memory my blood –

the tips of purple bamboo arch over the park –
I see a pitched battle at the entrance to a palace
and rooftops issuing smoke and flames –
today, there’s a white statue of a human figure,
buses and cars drive across the blank square –

at that time, I researched carp in captivity
and how they might reproduce and feed
people in communes – I might have made
a breakthrough, but Red Guards knocked at the door –
they beat me, woke me up at all hours

until I didn’t know whether it was midnight or noon –
I saw slaughtered pigs piled on wooden racks,
snow in the spring sunshine – the confessions
they handed me I signed – I just wanted it
to end – then herded pigs on a farm – wait –

a masseur is striking someone’s back,
his hands clatter like wooden blocks –
now I block the past by writing the present –
as I write the strokes of moon, I let the brush
swerve rest for a moment before I lift it

and make the one stroke hook – ah, it’s all
in that hook – there, I levitate: no mistakes
will last, even regret is lovely – my hand
trembles; but if I find the gaps resting places,
I cut the sinews of an ox, even as the sun

moon waxes – the bones drop, my brush is sharp,
sharper than steel – and though people murmur
at the evaporating characters, I smile, frown
fidget, let go – I draw the white, not the black –

Καλλιγραφία του νερού

– Αυγή: γεμίζω τον λαστιχένιο κουβά μου με νερό
και φτάνω σ’ αυτό το μπάλωμα μπλε-γκρίζου πεζοδρομίου –
έφτιαξα ένα πινέλο με σφουγγάρι στην άκρη
ενός πλαστικού κονταριού μέχρι τη μέση μου· και, καθώς το βουτώ,
ξέρω ότι το νερό είναι το μελάνι μου, η μνήμη το αίμα μου –

οι άκρες των μωβ μπαμπού σχηματίζουν αψίδα πάνω απ’ το πάρκο –
βλέπω μια άγρια μάχη στην είσοδο ενός παλατιού
και στέγες που βγάζουν καπνό και φλόγες –
σήμερα, υπάρχει το λευκό άγαλμα μιας ανθρώπινης φιγούρας,
λεωφορεία και αυτοκίνητα διέρχονται την κενή πλατεία –

εκείνη τη στιγμή, ερευνούσα κυπρίνους σε αιχμαλωσία
και πώς μπορεί να αναπαράγονται και να ταΐζουν
ανθρώπους σε κομμούνες – μπορεί να έκανα
επανάσταση, όμως οι Κόκκινοι Φρουροί χτύπησαν την πόρτα –
με έδειραν, με ξυπνούσαν όλες τις ώρες

μέχρι που δεν ήξερα πια αν ήταν μεσάνυχτα ή μεσημέρι –
είδα σφαγμένα γουρούνια στοιβαγμένα σε ξύλινες σανίδες,
χιόνι στην ανοιξιάτικη λιακάδα – τις ομολογίες
που μου έδιναν τις υπέγραφα – ήθελα μόνο να
τελειώνει αυτό – μετά γουρούνια σε κοπάδι σε ένα αγρόκτημα – μισό λεπτό –

ένας μασέρ χτυπάει την πλάτη κάποιου,
τα χέρια του κάνουν θόρυβο σα να ‘ταν ξύλινοι κυβόλιθοι –
τώρα σταματώ το παρελθόν γράφοντας το παρόν –
καθώς γράφω σελήνη, αφήνω το πινέλο
να ελιχθεί ξεκουραστεί μια στιγμή προτού το πάρω

και ζωγραφίσω ένα φεγγάρι αγκίστρι – αχ, όλα βρίσκονται
μέσα σ’ αυτό το αγκίστρι – εκεί, αιωρούμαι: κανένα λάθος
δεν θα μείνει, ακόμη κι η μεταμέλεια είναι ευχάριστη – το χέρι μου
τρέμει· μα βρίσκω τα κενά τους τόπους ανάπαυσης,
κόβω τους τένοντες ενός βοδιού, ακόμη κι όταν ο ήλιος

η σελήνη είναι στη χάση – τα κόκαλα πέφτουν, το πινέλο μου είναι αιχμηρό,
αιχμηρότερο από ατσάλι – και μολονότι οι άνθρωποι μουρμουρίζουν
για τα ιδεογράμματα που εξατμίζονται, γελώ, συνοφρυώνομαι
κινούμαι νευρικά, το αφήνω – ζωγραφίζω το λευκό, όχι το μαύρο –

*Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη
**Από εδώ: https://mail.google.com/mail/u/0/#inboxFMfcgxwKjBLSMJttPffTsWFmDLFmdVKp

Πουπερμίνα, Συμφωνία σιωπής

(εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια)

Καλά λοιπόν
αφού το θες
ας παίξουμε τους πεθαμένους
και πιθανά εσύ
το παίρνεις και
τοις μετρητοίς,
όσο για μένα – εγώ
θα το τηρώ μόνο όσο
φέγγει η μέρα
τις νύχτες θα γλιστρώ
με τα ψηλά τακούνια
στα στιλπνά αργεντίνικα
πατώματα,
στεντόρεια πάλι
ξεσηκώνοντας
τα μαύρα χελιδόνια
απ’ το πεντάγραμμο
θα μένω ζωντανή

Αντί να εφεύρουμε
καινούργια γλώσσα
φρέσκια ειδικά για
την περίσταση
καταδικιά μας
κορακίστικη
– σαν τα παιδιά -,
ελόγου σου
έσπευσες να μου
Σαλπίσεις
της αφωνίας το
πρόσταγμα με μιας
Ξέρω η σιωπή
από κοινού με την
απόσταση
ανυπαρξία
υπόσχεται
σ’ όποια συνδήλωση
αφόρητων
κείθε σινιάλων
πεθυμιάς

Δεν θα ξαναμιλήσουμε
Οκ
θα παίζουμε τους πεθαμένους
σ’ άυλα για την ώρα
μνήματα βουβοί – εδώ -,
ωστόσο κοίτα
κάτι πλάι πρασινίζει
σα να φυτρώνει μία
μαργαρίτα της συγχώρεσης
να τη μαδώ

“Το πάθος ενός ανθρώπου” του Frans Masereel

Το 1918 o Frans Masereel δημιούργησε την πρώτη του “ιστορία δίχως λέξεις”. Ήταν το άλμπουμ “25 Εικόνες για το Πάθος ενός Ανθρώπου”, αποτελούμενο από εικοσιπέντε ξυλογραφίες.

Αμέσως έτυχε μεγάλης αποδοχής και τα επόμενα δύο χρόνια ακολουθήθηκε από “Το Βιβλίο μου των Ωρών” [1] “Ο Ήλιος”, “H Ιδέα” και το “Ιστορία Δίχως Λέξεις”. Αυτά τα βιβλία, καθώς και αυτά που ακολούθησαν κατά τη μακρά και παραγωγική του ζωή, επηρέασαν τρεις γενιές καλλιτεχνών, αν και η δουλειά του παραμένει σε κάποιο βαθμό άγνωστη σ’ ένα ευρύτερο κοινό. Μόλις τώρα ο Masereel ανακαλύπτεται ξανά ως ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες σχεδιαστές του 20ου αιώνα και ως πατέρας των graphic novels.

Ο Frans Masereel (1889-1972) γεννήθηκε στο Βέλγιο από ευκατάστατη οικογένεια. Το 1914, όταν η εισβολή του γερμανικού στρατού σηματοδότησε το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, αρνήθηκε να καταταγεί στον στρατό και διέφυγε στο Παρίσι. Από εκεί πήγε στη Γενεύη όπου, αηδιασμένος από την ανθρωποσφαγή που εξελισσόταν γύρω του, προσχώρησε στο Διεθνές Ειρηνιστικό Κίνημα. Το 1917 και 1918 δημιούργησε εκατοντάδες αντιπολεμικά σχέδια και ξυλογραφίες.

Το 1923, μη μπορώντας να επιστρέψει στο Βέλγιο λόγω της ανυποταξίας του, πήγε στη Γερμανία και συνδέθηκε φιλικά με τον George Grosz, καλλιτέχνη με αντιπολεμικές δημιουργίες αντίστοιχες με αυτές του Masereel. Συνδέθηκε επίσης με τον εκδότη Kurt Wolff που εξέδωσε στη Γερμανία όλα τα έργα του. Ιδέα του Wolff ήταν το να προλογίζουν μεγάλοι λογοτέχνες τα βιβλία του Masereel. O Thomas Mann προλόγισε το “Βιβλίο μου των Ωρών”, χαρακτηρίζοντάς το ως «ένα σιωπηλό ασπρόμαυρο φιλμ δίχως υπότιτλους». Ο Herman Hesse που προλόγισε την “Ιδέα”, τη χαρακτήρισε ως «μια δουλειά που συλλαμβάνει την ουσία της δημιουργικής διαδικασίας».

Όταν ο Hitler πήρε την εξουσία, όλα τα βιβλία του Masereel απαγορεύτηκαν ως «εκφαυλισμός του γερμανικού πολιτισμού και τέχνης». Ο Masereel, απέναντι στο κτήνος του ναζισμού, έφτασε μέχρι και να αναθεωρήσει τις πασιφιστικές αντιλήψεις που είχε αναπτύξει κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και προσφέρθηκε να καταταγεί στον γαλλικό στρατό, απορριπτόμενος όμως λόγω ηλικίας. Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής της Γαλλίας τα πέρασε διαρκώς μετακινούμενος και κρυπτόμενος καθώς η ζωή του θα κινδύνευε αν οι ναζί τον ανακάλυπταν. Συνέχισε ωστόσο να μάχεται με το μόνο όπλο που διέθετε· την τέχνη του.

Μετά τον πόλεμο αποδέχτηκε μια θέση διδάσκοντος στο Κέντρο Τεχνών στο Saarbrucken του Βελγίου. Τα έργα του απέκτησαν σταδιακά μια πιο αισιόδοξη θεματική. Η δημιουργική ζωή του συνεχίστηκε μέχρι και τα ογδόντα του χρόνια. Πέθανε το 1972 στη Ghent και η καλλιτεχνική του μνήμη διατηρείται ζωντανή από το Κέντρο Τεχνών που φέρει το όνομά του στο Kasterlee του Βελγίου.

[1] Στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει από τις εκδ. Γαβριηλίδης.

Βίκυ Λιούκα, Ξυπόλυτος τους έμαθες τους δρόμους

Ξυπόλυτος τους έμαθες τους δρόμους

Με μια πυξίδα
πέτρινη βαδίζεις
δρόμους γυάλινους

Στα μάτια μας θ’ ανθίσουν φεγγάρια

Απολέπιση
ελπίδας και μια τριχιά
από φώσφορο

Πού κρύφτηκαν οι λέξεις; (στις τσέπες του μυαλού μου)

Θυμούνται νέοι, κοιμούνται γέροι (με μια ερώτηση να καίει το μυαλό τους: κι αν;…).

Ανταπόδοση, ανάγκη, αγκύλωση

Η ανάγκη είναι η
ανταπόδοση
ληγμένων προσδοκιών

Οι μοίρες (;) παρακολουθούν από τον εξώστη: μια κίνηση και σε τσάκισαν

Μόνιμος κάτοικος σελήνης

Χρώμα ματιών: αληθινό

Χάθηκε η μαγεία:
της φορέσανε
αγκάθινο στεφάνι

Τσάκισε τα πόδια του στις πέτρες το ψάρι ψάχνοντας διαφυγή να βρει (ο ιχθύς θυσιάστηκε για την ανθρωπότητα)

Της μοιρασιάς το φαγητό σε κάποιους μοιάζει άγευστο

Έμαθες να τρέχεις και τώρα ξέμεινες από παπούτσια (σου τα έκλεψαν οι βοηθοί του νωθρού απόντα την ώρα που σταμάτησες να πάρεις μια ανάσα πριν ξαναρχίσεις το τρεχαλητό). Μα δε σε φοβίζει η γύμνια των ποδιών σου (ξυπόλυτος τους έμαθες τους δρόμους)

Το ένστικτο πιάστηκε στα σύρματα του φράχτη της προκοπής. Κανείς δε σκέφτηκε να κόψει τα σύρματα με μια τανάλια ορμώμενη από τις διδαχές του χθες

Εργαλεία καθημερινής (προσωπικής) εξέγερσης

Μετράνε αντιδράσεις / κόβουνε εισπράξεις (ένα εξιτήριο θέλω, να βγω από το μυαλό μου)

Με ένα κλειδί φτιαγμένο από νερό και αλάτι κλειδώνεις στη σοφίτα του μυαλού σου μηρυκασμένα λόγια

Αλουμινένια θεωρεία

  • Πού φύλαξες το πιστοποιητικό γέννησης;
  • Στο τελευταίο συρτάρι του απολυμένου καιρού

Ανάμεσα σε κοφτερά βουνά μια γλώσσα ξετυλίγει το σώμα της σα φίδι που ξυπνά (αναζητά τροφή και μια ευκαιρία να πει όσα γνωρίζει)

Στις κατακόμβες του μυαλού κρύβονται αιρετικοί

Επιχείρηση δύναμης
Ατροφικά μυαλά
Συλλογική ανωνυμία
Μη αναστρέψιμη πορεία

Με ένα ξυράφι κόβεις το λαιμό του ουρανού (σταγόνες από διάφανα όνειρα ρέουν προς τη μαύρη κοιλιά της γης μεταμορφώνοντάς την σε αιώνιο συνοδοιπόρο)

Πε(ρπα)τάς στο άπειρο
Μα δε σε φοβίζει η γύμνια των ποδιών σου (ξυπόλητος τους έμαθες τους δρόμους)

Τρυπάς την άκρη των δακτύλων σου κι αντί για αίμα στάζουν εικόνες (παρελθοντικές μορφές, μελλοντικές αυπνίες)

*Η ποιήτρια διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://vickyliouka.blogspot.com/

Dimitra Kouvata, Two poems in English

After the peasants’ manner

Cut a slice of bread
After the peasants’ manner
With the bread resting by the chest.
Broke it into pieces and divided it.
one for battered children
one for unfulfilled dreams
one for you
that you been everything.
Peeled also the wine off.
So get food and drink.
The stray dogs
Licked their muzzles

*

Climb

It rained again tonight.
The garden was full of snails.
They climb on the thread their mucus.
They are immersed in what I have wisely hidden.
They know them well
especially those who observe
those seemingly helpless
and those who served
in a Sisyphus effort
to climb on vertical surfaces.
even dizzy
all their stocks
without any climbing training.
No reason for special outfit.

*From the collection “Σκυλί δεμένο”, Mandragoras Editions, 2017.
** Translation from Greek: Dimitris Troaditis.