´Ερμα Βασιλείου, Tο χάραμα

Tο χάραμα είναι χάραγμα
Στον ουρανό
Γραμμή
Από χρυσό μολύβι
Που σπέρνει φως στην κάθε αυγή

Μακραγαθό από
Σύννεφα
με σύννεφο
Περβάζι
Χλωρό
Χειμερινό φλουρί σαν το
Γλυκό πουλί
Στ´ αγιάζι

Η σκοτεινιά
ησυχασιά
Και σιωπηλή αγκάλη
Σκέπασμα στην
Ψυχρότητα
Του θέρους Πανοσέντονο
Και του καιρού
Η νιότη

Μαρία Πανούτσου, Το Άφατο

-Κι εγώ που γράφω αυτές τις γραμμές
είναι που έχω φύγει από καιρό
για το ανοίκειο.
Πως το σημείωμα αυτό βρέθηκε τυχαία
και το έφερε ο άνεμος σε σας.
Το ξέρω πως αφήνουμε σημάδια
και θα μας οδηγήσουν με ασφάλεια
στον λαβύρινθο της άλλης ζωής.
Μόνο που φοβάμαι
πως δεν αφήνουμε σημάδια
για την άλλη ζωή
αλλά για τούτη εδώ,
την απαράμιλλη πίκρα,
και τάχα πως αναζητούμε
προσποιούμενοι
ότι ζητάμε μια ευτυχία
φτιαγμένη στα μέτρα μας.

Όπως ξέρω
ότι θα μείνει από μένα
είναι φαγωμένες φωτογραφίες
και μερικοί στίχοι —
μα όχι αυτοί που θα ήθελα.
Και συνηθίζω στην ιδέα
πως δεν υπάρχω,
πως μια άλλη ύπαρξη,
μια γυναίκα,
που προσπαθώ να εξοικειωθώ μαζί της,
με βοηθά να τελειώσω
κάποιο ημιτελές δικό μου.
Πως είμαι τυχερή που ανακάλυψα αυτήν τη φίλη:
τον εαυτό μου κομματιασμένο
σάμπως ευτυχισμένο,
ικανοποιημένο,
κουρασμένο,
μεταμορφωμένο,
παραλλαγμένο,
συρρικνωμένο,
εκτονωμένο,
ψαλιδισμένο,
εναρμονισμένο,
με μόνο εφόδιο μια διάχυτη συγκίνηση
να διαπερνά τους ιστούς του σώματος.
Ξέρω πως θα θυμάμαι όλα όσα με μάγεψαν,
όλα όσα με έσπρωξαν να πάω παραπέρα,
και κυρίως τη μέθη της δημιουργίας,
το ξέχασμα του χρόνου,
την απόλυτη αφοσίωση.
Μην με ξυπνάτε.

Αντέχω τον πόνο — εξασκούμαι χρόνια σε αυτό.
Δεν αντέχω την αυτοθυσία, αλλά ακόμη κι αυτήν την παλεύω.
Μη μου πείτε όμως τη λέξη «τέλος»·
με δακρύζει αυτή η λέξη.
Και δεν φοβάμαι, όχι,
αλλά να κρατώ μια επιστολή
σταλμένη από άνθρωπο.
Κάτι θέλω να σας πω
μα δεν μου βγαίνει καθαρό.
Πάω προς τα πίσω λοιπόν,
από εκεί που ξεκίνησα,
σε μια μήτρα,
μέχρι να βρεθώ πάλι στη ροή της ηδονής.
Τόση εξάρτηση δεν αντέχεται.
Το δικό μου ταξίδι θα άρχιζε αλλιώς:
χωρίς πρόσωπο, χωρίς γραμμές σώματος,
μια ύλη από ανθρώπινα κατάλοιπα.
Όμως είμαι εδώ τώρα.
Χάνω σιγά σιγά ό,τι μου χάρισε η φύση.
Παρακολουθώ την απώλεια
και τη συντροφεύω με συρτά βήματα
χορού πυρρίχιου.
Δεν γυρνώ προς την ιστορία.
Δεν γυρνώ προς την επιστήμη.
Δεν γυρνώ προς τους ήρωες.
Δεν γυρνώ προς την εξουσία.
Δεν γυρνώ σε παντοδυναμίες.
Εγώ, ο κομματιασμένος στενολύπητος εαυτός.
Κομμάτια του κορμιού μου εξέχουν
από τον τύμβο της Αθηνάς.
Ίσως φταίει που ξέχασα
την Αρκτεία τελετή
με τα σφιχτά τα βήματα γύρω από τη λεκάνη,
ή τον χορό του θανάτου
με μόνη κίνηση την έκφραση του προσώπου
σε αναρώτηση.

Εμμέλεια με φώναζαν από κοντά και μακριά,
και εμμελώς με ύβρη
ξεπληρώνω τις χαρές μου
με αγνωσία, με αμνησία.

2025
© All rights reserved

Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ

16 Οκτωβρίου – 15 Νοεμβρίου 2025

Εγκαίνια: Πέμπτη 16 Οκτωβρίου, 19.30

Η Roma Gallery παρουσιάζει την ατομική έκθεση Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ. Η έκθεση, την οποία επιμελείται η ιστορικός τέχνης Άλια Τσαγκάρη, πραγματεύεται τη συγκρότηση ενός νέου οπτικού αλφαβήτου δομικών μορφών. Το αλφάβητο αυτό αρθρώνεται μέσα από μια σειρά φωτογραφικών αποτυπώσεων ηλεκτρικών εκφορτίσεων κεραυνών, τους οποίους ο καλλιτέχνης παράγει στο εργαστήριό του, αξιοποιώντας ένα τυπωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα δικής του επινόησης. Στο πλαίσιο αυτής της πρωτοποριακής διαδικασίας, η αμιγώς λευκή έκρηξη του κεραυνού μεταστοιχειώνεται σε βαθιές μπλε αύρες μέσω ενός κοίλου κατόπτρου Murano. Οι ηλεκτρικές εκκενώσεις αποτυπώνονται ως ριζωματικές μορφές και ηλεκτροφορητικές απολήξεις, συγκροτώντας έναν ιδιότυπο οπτικό κώδικα που υπερβαίνει τη γραμμικότητα της συμβατικής γραφής.

Η συστηματική διερεύνηση των μορφοπλαστικών ιδιοτήτων των κεραυνών αποτελεί, ήδη από το 1989, κεντρικό άξονα της καλλιτεχνικής εργασίας του Κωστή. Σ’ αυτήν, ο κεραυνός δεν αντιμετωπίζεται ως απλό φυσικό φαινόμενο προς καταγραφή, αλλά παράγεται από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, προσλαμβάνοντας ανθρώπινη διάσταση και συνδεόμενος άμεσα με την αισθητηριακή εμπειρία απέναντι στο ηλεκτρικό πεδίο, δηλαδή στην ίδια την ηλεκτρική φύση του σύμπαντος. Πρώτο έργο αυτής της ενότητας υπήρξε ο Λαβύρινθος ή Το Κενό μνημείο (1989), μία σύνθετη εγκατάσταση με διαφανείς καθρέφτες, πέτρινες κατασκευές, πανό διαδήλωσης και ηλεκτρονικό κεραυνό, η οποία παρουσιάστηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών με αφορμή τη διακοσιοστή επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης. Το έργο αυτό αποτέλεσε πολυεπίπεδο σχόλιο πάνω στη ζωή και τον θάνατο, την παρουσία και την απουσία, εγκαινιάζοντας παράλληλα τη μακρόχρονη ενασχόληση του Κωστή με τον κεραυνό ως πρωταρχικό μέσο καλλιτεχνικής γραφής.

Αναλογιζόμενη τις εκθεσιακές μεταμορφώσεις του κεραυνού – από τον Λαβύρινθο έως το πρόσφατο έργο – η επιμελήτρια της έκθεσης Άλια Τσαγκάρη επισημαίνει: «Το Μπλε Αλφάβητο του Κωστή απαντά στο αίτημα των θεωρητικών της πρωτοπορίας του 20ού αιώνα για μία νέα «γραφή του φωτός», ενσωματώνοντας την τυχαιότητα και την εφήμερη χρονικότητα της ηλεκτρικής εκκένωσης σε έναν εξωγλωσσικό κώδικα επικοινωνίας. Ο ριζωματικός αυτός κώδικας, μέρος ενός ευρύτερου σώματος οπτικής ποίησης, ενεργοποιεί μία ρέουσα, πολυπολική και μη-γραμμική αισθητηριακή αντίληψη, τόσο του φαινομένου του κεραυνού όσο και της ίδιας της γραφής».

Η μετατροπή της ενέργειας σε μορφή και, εν συνεχεία, σε γραφή καθίσταται εφικτή χάρη σε μια παγκόσμια πρωτοπορία: το τυπωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα που σχεδίασε και υλοποίησε ο Κωστής, μέσω του οποίου παράγει ο ίδιος την ηλεκτρική εκκένωση. Με τον τρόπο αυτό, ο καλλιτέχνης δημιουργεί τον κεραυνό ex nihilo, εγγράφοντας την ηλεκτρική ενέργεια στο πεδίο της τέχνης ως συμπαγές και ολοκληρωμένο φαινόμενο. Αυτή η ηλεκτρισμένη εικονοποιία ριζωματικών μορφών συνιστά δομικό στοιχείο μιας νέας, αστραποβόλας γραφής· μιας αυθεντικής «γραφής του φωτός», η οποία υπερβαίνει την παραδοσιακή εικονογραφία της αστραπής και συγκροτεί το ιδιαίτερο αλφάβητο του Κωστή.

Η εικονογραφική και τεχνολογική σημασία της συμβολής του Κωστή αναδεικνύεται από την ένταξη έργων του σε θεσμικές συλλογές στην Ελλάδα (Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου) και στο εξωτερικό (Musée Electropolis, Μιλούζ), όπου συνυπάρχουν με έργα καλλιτεχνών όπως οι Raoul Dufy, Man Ray και Julio Le Parc. Η διεθνής απήχηση του έργου του επιβεβαιώνεται και από τη συμμετοχή του σε εκθέσεις σε καίρια μουσεία και ιδρύματα (π.χ. Espace Electra, Παρίσι· Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη), καθώς και από τη θεωρητική αναγνώρισή του από διακεκριμένους κριτικούς, μεταξύ των οποίων ο Pierre Restany.

Η έκθεση Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ πλαισιώνεται από βίντεο κεραυνών σε αργή κίνηση, συνοδευόμενο από πρωτότυπη ηλεκτρονική μουσική σύνθεση του Κώστα Μαντζώρου. Παράλληλα, τεκμηριώνεται με έκδοση η οποία περιλαμβάνει κείμενα του ιστορικού τέχνης Jacques Donguy, της Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας Μορφίας Μάλλη, καθώς και της ιστορικού τέχνης και επιμελήτριας της έκθεσης Άλιας Τσαγκάρη.
Η έκθεση τελεί υπό την αιγίδα του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών.

Ana Cristina Cesar, Ποιήματα

Ζήλια

Ζηλεύω αυτό το τσιγάρο που καπνίζεις
Τόσο αφηρημένα.

*

Πλάνο ταξιδιού

Αργά το βράδυ έβαλα όλο το σπίτι πίσω στη θέση του.
Έβαλα στην άκρη όλα τα χαρτιά που περίσσεψαν.
Επιβεβαιώνω στον εαυτό μου τη σταθερότητα των κλειδαριών.
Δεν σου ξαναείπα λέξη.
Από την κορυφή των βουνών της Petrópolis,
με ένα μυτερό καπέλο και ένα ποτιστήρι,
η Ελίζαμπεθ*
επιβεβαίωσε ξανά ότι «Το να χάνεις
είναι πιο εύκολο από όσο νομίζεις».
Έσκισα όλα τα χαρτιά που περίσσεψαν.
«Τα μάτια του αμαρτάνουν, αλλά το σώμα του
όχι», είπε η ακριβής, ταυτόχρονη μεταφράστρια,
και τα χέρια της έτρεμαν. «Είναι επικίνδυνος»,
γέλασε η Καρολίνα, ειδική στο φιλμ Kodak.
Η κάμερα ταξίδεψε σε χαμηλό υψόμετρο.
Η φωνή στα βουνά, άσβεστη
ήμερη φωτιά του πάθους, η φωνή
από τον καθρέφτη των ματιών μου,
που αρνείται κάθε ταξίδι,
και η βραχνή φωνή της ταχύτητας,
ήπια λίγο και από τα τρία
χωρίς να το καταλάβω
σαν κάποιον που ψάχνει για μια κλωστή.
Δεν σου ξαναείπα λέξη,
επαναλαμβάνω, τονίζω,
αργά το βράδυ,
ενώ ξεμπλέκω
χωρίς πολυτέλεια
με βελόνες
τις απόψεις που άκουσα σε μια ατελείωτη μέρα
που δεν μοιάζουν πια με το θολό φως εκείνης της
ίδιας ατελείωτης μέρας.

*Αναφορά στην ποιήτρια Ελίζαμπεθ Μπίσοπ.

*

Δόξα και πλούτος

Έγραψα το όνομά μου τόσες πολλές φορές
και τώρα γίνομαι θέμα εφημερίδας. Πόνοι στο σώμα—νευραλγική γραμμή που διαπερνά την
καρδιά. Οι γείτονες κάτω
παρακαλούν την άμεση απέλασή μου.
Δεν άκουσαν το φρενήρες πιάνο της βροχής
ούτε την πρώτη σωστή ιστορία τρόμου:
στο μουσείο της Μαντάμ Τισό, ο δολοφόνος σμίλευε
τα θύματα του σε κερί. Έγινε είδηση.
Οδηγώ το αυτοκίνητό μου. Κοιτάζω τον κόλπο στο βάθος,
στην ομίχλη των νέον, και σκέφτομαι την Χάια,
το Αμβούργο,το Ντόβερ,τις άγκυρες τις υψωμένες
στη Λισαβόνα. Δεν έφτασα στον νέο κόσμο.
Τίποτα δεν είναι εθνικό. Πέφτω, και στο πήδημα μου,
η ενοχλητική ενοχή πονάει: έχοντας κλέψει
το δικαίωμά σου να υποφέρεις. Έκλεψα τη
σιωπηλή σου φωνή, έπεσα στη θάλασσα,
παίρνω νερό. Δώσε μου τη βάρκα.

*

Τίποτα δεν κρύβει την τελειότητα της αγάπης…
Τίποτα δεν κρύβει την τελειότητα της αγάπης.
Ένα αυτοκίνητο με όπισθεν. Ανάμνηση του κινούμενου νερού. Φιλί.
Ιδιαίτερη γεύση του στόματός σου. Το τελευταίο τρένο που ανεβαίνει στον
παράδεισο.
Τεντώνω τα αυτιά μου.
Συσκευές που κάνουν μόνο ήχο καταλαμβάνουν τον κρυφό τόπο
της ευτυχίας.
Πρέπει να δέσω τον εαυτό μου στα πανιά με τα ίδια μου τα χέρια.
Να ρυμουλκήσω μια βάρκα.
Από εδώ, βαθιά στο καταφύγιο του δάσους, ακούω πράγματα που
δεν έχω ξανακούσει, πουλιά να κλαίνε.

*Η Άνα Κριστίνα Σεζάρ (Ana Cristina Cesar) ήταν ποιήτρια και μεταφράστρια που γεννήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας το 1952. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ονόματα της Γενιάς του Μικρογράφου. Συνδέεται επίσης με το κίνημα της Περιθωριακής Ποίησης. Το 1969, σε ηλικία 17 ετών, ταξίδεψε στην Αγγλία για πρώτη φορά. Αργότερα, θα έλεγε ότι η μεγαλύτερη συνέπεια αυτής της εμπειρίας ήταν η απώλεια της πίστης της. Ολοκλήρωσε κλασικές σπουδές στη Σχολή Πρακτικών της Φιλοσοφικής Σχολής του Ρίο και αργότερα απέκτησε πτυχίο Λογοτεχνίας από το Καθολικό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο. Αποφοίτησε με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από το Πανεπιστήμιο του Έσσεξ της Αγγλίας. Μετέφρασε, μεταξύ άλλων, έργα της Κάθριν Μάνσφιλντ και της Έμιλι Ντίκινσον. Ήταν τη δεκαετία του 1970 που άρχισε να αναπτύσσει το ποιητικό της έργο, κατά τη διάρκεια της τελευταίας βραζιλιάνικης στρατιωτικής δικτατορίας (1964-1985). Το 1983, στο τέλος ενός μαθήματος γυναικείας λογοτεχνίας στη Βραζιλία, εισήλθε σε βαθιά καταθλιπτική φάση. Αφού έκανε απόπειρα αυτοκτονίας στην παραλία, παρέμεινε σε ψυχιατρική κλινική για αρκετές εβδομάδες. Στις 29 Οκτωβρίου, επέστρεψε στο σπίτι των γονέων της στην Κοπακαμπάνα, όπου, σε ηλικία μόλις 31 ετών, αυτοκτόνησε πηδώντας από μια βεράντα παρουσία της οικογένειάς της. Δημοσίευσε τα έργα “Σκηνές του Απριλίου” (1978), “Πλήρης Αλληλογραφία” (1978), “Γάντια Σουέτ” (1980) και “Στα Πόδια Σου” (1982). Μετά θάνατον, εκδόθηκαν τα βιβλία “Αδημοσίευτα και Διασκορπισμένα” (1985), “Νέα Σέλετς” και “Ποιητική “(2015).


*Μετάφραση Στέλιος Καραγιάννης

Joseph Bovshover: Η ποίηση Yiddish, ο βρετανικός αναρχισμός και η Ρωσική Επανάσταση

Ο Joseph Bovshover στη Νέα Υόρκη το 1911

Το εξώφυλλο του «The Spur» τον Μάιο του 1920, σε εικονογράφηση του Henry Bernard

Mike Carey, CDA Student*

Έρχομαι σαν ένας φλεγόμενος κομήτης, σαν τον ήλιο όταν ξυπνά η αυγή.
Έρχομαι σαν μια θυελλώδης καταιγίδα, όταν σπάζουν οι κεραυνοί και οι αστραπές.
Έρχομαι σαν τη λάβα που ξεχύνεται από τα ισχυρά ηφαίστεια σε κίνηση.
Έρχομαι σαν την καταιγίδα από το βορρά που ξεσηκώνει και εξοργίζει τον ωκεανό.

Οδήγησα τους καταπιεσμένους και τυραννισμένους λαούς των προηγούμενων γενεών.
Τους βοήθησα να αποτινάξουν τη σκλαβιά και να κερδίσουν την πλήρη απελευθέρωσή τους.
Πορεύτηκα με το πνεύμα της προόδου και βοήθησα κάθε προσπάθειά της.
Και θα πορευτώ μαζί με τους λαούς, μέχρι να τους ελευθερώσω για πάντα.

Εσείς, άγιοι με τα σακίδια γεμάτα χρήματα, εσείς, στεφανωμένοι δολοφόνοι, χρισμένοι με διαμάχες και συγκρούσεις.
Έρχομαι να σας καταστρέψω, τους νόμους σας, τα ψέματά σας και τις ανόητες συμβάσεις σας.
Τις καρδιές σας που διψούν για αίμα, θα τις τρυπήσω μέχρι να σταματήσει η ζωή μέσα τους.
Τα στέμματα και τα σκήπτρα σας, τα μικρά χρυσά παιχνίδια σας, θα τα σπάσω σε κομμάτια.

Κρεμάστε με ή πυροβολήστε με, οι προσπάθειές σας είναι μάταιες – χάσιμο χρόνου,
δεν φοβάμαι ούτε τις φυλακές ούτε τα βασανιστήρια, ούτε τα ικριώματα, ούτε οτιδήποτε άλλο.
Θα ξανασηκωθώ από τη γη και θα καλύψω την επιφάνειά της με όπλα,
μέχρι να βυθιστείτε στους τάφους σας, μέχρι να τελειώσει η δύναμή σας για το κακό.

Αυτό το εκδικητικό ποίημα είναι απόσπασμα από το έργο «Επανάσταση» του Joseph Bovshover, που γράφτηκε πριν από τη Ρωσική Επανάσταση, αλλά μεταφράστηκε και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1919 από το αρχικό του ιδίωμα Yiddish από τον Joseph Leftwich, για το βρετανικό αναρχοκομμουνιστικό περιοδικό The Spur. Είναι ένα ασυμβίβαστο ποίημα, που προειδοποιεί τις άρχουσες τάξεις και όλους τους πυλώνες της αριστοκρατικής και αστικής κοινωνίας.

*Από το “Gezamelṭe shriften: poezye un proza” (New York, 1911) 17104.a.3

Ο Joseph Bovshover (1873-1915) γεννήθηκε στο Lyubavichi («η πόλη της αδελφικής αγάπης») εντός της Ζώνης Διαμονής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, μέρος των περιορισμένων εδαφών στα οποία επιτρεπόταν να ζουν οι Εβραίοι. Αρχικά έδρα του χασιδικού κινήματος Chabad, η εβραϊκή κοινότητα του Lyubavichi έπεσε θύμα της ναζιστικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση και σφαγιάστηκε τον Νοέμβριο του 1941.

Μισό αιώνα νωρίτερα, το 1891, λίγα μόλις χρόνια μετά από μια σειρά βίαιων αντιεβραϊκών πογκρόμ, ο Bovshover είχε μεταναστεύσει από αυτό που αποκαλούσε «τις καταπιεσμένες και μαστιγωμένες από τον Τσάρο χώρες» στη Νέα Υόρκη – και μετάνιωσε πικρά που αποχωρίστηκε τη μητέρα και τον πατέρα του για να ξεκινήσει μια νέα ζωή μακριά από τα πογκρόμ. Εντασσόμενος στο «χωνευτήρι» της εργατικής τάξης στις Ηνωμένες Πολιτείες, έγινε γνωστός αναρχοκομμουνιστής «ποιητής των εργοστασίων της εκμετάλλευσης» και αγκιτάτορας στο εργατικό κίνημα, δημοσιεύοντας σε Yiddish και αγγλικά με το ψευδώνυμο Basil Dahl. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Bovshover νοσηλεύτηκε για ψυχική ασθένεια πριν πεθάνει το 1915.

Μετά το θάνατό του, η συμβολή του Bovshover στην προλεταριακή ποίηση αναγνωρίστηκε ευρέως, και όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά την μπολσεβίκικη επανάσταση του 1917, η Ρωσία τον αναγνώρισε ως δικό της. Ο David Shneer έγραψε ότι «ανακηρύχθηκε άγιος… ως ιδρυτής της λογοτεχνικής ιστορίας των Εβραίων εργατών» από τον αναδυόμενο σοβιετικό Τύπο στα Yiddish. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 1918, η ποίησή του εμφανίστηκε σε τρεις από τις δώδεκα εκδόσεις της πρώτης εφημερίδας στα Yiddish στη Σοβιετική Ρωσία, «Varhayt» (Αλήθεια στα Γερμανικά). Ήταν φερέφωνο του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος «Pravda» (που σήμαινε επίσης «Αλήθεια» στα ρωσικά) και τον Αύγουστο του 1918 ιδρύθηκε εκ νέου ως «Der Emes» (και πάλι «Αλήθεια» στα Yiddish). Αν και υποστηριζόταν από τον Λένιν, έκλεισε υπό τον Στάλιν στα τέλη της δεκαετίας του 1930, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης σοβιετικής εκστρατείας κατά της κουλτούρας των ΓίντιςYiddish.

Ο Bovshover σύντομα έγινε γνωστός και στη Βρετανία. Μια σειρά μεταφράσεων της ποίησής του δημοσιεύτηκαν στο The Spur τα χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση, συμπεριλαμβανομένων των παραπάνω αποσπασμάτων. Το The Spur ήταν ένα βρετανικό περιοδικό αναρχοκομμουνιστικής κατεύθυνσης που αντλούσε έμπνευση τόσο από τον Μιχαήλ Μπακούνιν όσο και από τον Καρλ Μαρξ. Σε αντίθεση με πολλές άλλες αναρχικές εκδόσεις, οι συντάκτες του υποστήριζαν το μπολσεβίκικο κόμμα του Λένιν μέχρι την εδραίωση του σοβιετικού κράτους στις αρχές της δεκαετίας του 1920.

Στην παραγωγή του «The Spur» συμμετείχε μια ομάδα… πολύχρωμων προσωπικοτήτων. Επιμελήθηκε από τον Guy Aldred, έναν επαναστάτη με έδρα τη Γλασκόβη, και τη Rose Witcop, μια Εβραία αναρχική και σεξουαλική μεταρρυθμίστρια που είχε μεταναστεύσει στη Βρετανία από το Κίεβο της Ουκρανίας, τότε μέρος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Τα χαρακτηριστικά καρτούν του περιοδικού ήταν του Henry Bernard. Ο Joseph Leftwich μετέφρασε την ποίηση του Bovshover για το «The Spur». Τον προσέλκυσε ο Bovshover ως σοσιαλιστής και παθιασμένος υποστηρικτής της εβραϊκής κουλτούρας. Ο Leftwich έγινε διάσημος ως ένα από τα «Whitechapel Boys», μια ονομασία που επινόησε για μια ομάδα εβραίων συγγραφέων και καλλιτεχνών στο East End του Λονδίνου πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ποίηση του Bovshover συχνά μελοποιούνταν. Αν και το έργο του φαίνεται να έφτασε στον βρετανικό αναρχισμό στα τέλη της δεκαετίας του 1910 και στη δεκαετία του 1920 μέσω του σοβιετικού Τύπου στα Yiddish, πιο πρόσφατα ανακαλύφθηκε εκ νέου χάρη στις συνεισφορές του στο αμερικανικό βιβλίο εργατικών τραγουδιών από τον Σκωτσέζο μουσικό της λαϊκής μουσικής Dick Gaughan, που αναβίωσε ως μέρος της μουσικής επίθεσης του Gaughan στον θατσερισμό και την κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου στη δεκαετία του 1980. Μπορείτε να ακούσετε τον Gaughan και την Judy Sweeney να ερμηνεύουν μια διαφορετική μετάφραση του «Revolution», με όλο το ριζοσπαστικό πάθος που απαιτεί ένα τέτοιο ποίημα, στο YouTube εδώ και υπάρχει μια ζωντανή εκδοχή μόνο από τον Gaughan εδώ.

Αναφορές/περισσότερες πληροφορίες:

«Joseph Bovshover: Poet of the Workers and the Sweatshops» στο http://yiddishkayt.org/view/joseph-bovshover/
«Yoysef (Joseph) Bovshover» στο http://yleksikon.blogspot.co.uk/2014/10/yoysef-joseph-bovshover.html
Joseph Bovshover, «Ένας Ρώσος Εβραίος θυμάται την ημέρα που έφυγε από το σπίτι του, περίπου 1896-1897» στο The Jew in the American World: A Source Book, επιμέλεια Jacob Rader Marcus (Ντιτρόιτ, 1996), σ. 353-4 YA.1998.a.1050.
Encyclopaedia Judaica στη διεύθυνση http://www.bjeindy.org/resources/library/encyclopediajudaica/
Dick Gaughan, «Σημειώσεις για το τραγούδι Different Kind of Love Song (1983)» στη διεύθυνση http://www.dickgaughan.co.uk/discography/dsc-love.html
Mark Shipway, Αντι-κοινοβουλευτικός κομμουνισμός: Το κίνημα για τα εργατικά συμβούλια στη Βρετανία, 1917-45 (Basingstoke, 1988) YC.1988.a.8404.
David Shneer, Το Yiddish και η δημιουργία της σοβιετικής εβραϊκής κουλτούρας: 1918-1930 (Κέιμπριτζ, 2004) YC.2006.a.10674.

*Η αγγλική εκδοχή του κειμένου βρίσκεται εδώ: https://blogs.bl.uk/european/2017/07/joseph-bovshover.html?fbclid=IwAR3H0jssmaESYjsbTZd17IAWv2oUn1gmgNBiuaQTRXT6cgHaJDC1m_kA4m0 Μετάφραση: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης

Το εξώφυλλο του «The Spur» τον Νοέμβριο του 1919, σε εικονογράφηση του Henry Bernard

Σχόλια «Για τον έρωτα», του Τσαρλς Μπουκόβσκι 

(γράφει ο Μιχάλης Κατσιγιάννης)

[Η έκδοση που ακολουθεί το κείμενο είναι η εξής: Μπουκόβσκι, Τσ. (2018). Για τον έρωτα (Γ. Λαμπράκος, Μτφρ., Ε. Παναγιωτου, Επιμ.). Εκδόσεις Πατάκη.]

Γνωστός για το ύφος του, τον τρόπο σκέψης και ζωής του, την κοσμοθεωρία του, τις θεματικές του και την ιδιαίτερη τεχνοτροπία του. Στην ανθολογία ποιημάτων ‘Για τον έρωτα’, όπου συγκεντρώνονται διάφορα ερωτικά ποιήματα (ή ποιήματα για τον έρωτα ή ποιήματα προερχόμενα από τον έρωτα) του λογοτέχνη, ο αναγνώστης μπορεί να θαυμάσει έναν ιδιόρρυθμο, ικανό και πολύπλοκο ποιητή.

Στα μακροσκελή, αφηγηματικά – και ως έναν βαθμό πεζά – ποιήματα του τόμου, διαβάζουμε το πώς ο ποιητής εννοεί τον έρωτα, την αγάπη, τη συνύπαρξη μεταξύ δύο συντρόφων, την προσμονή και την ανυπομονησία, αλλά και τη μελαγχολία, τη θλίψη, την απογοήτευση και τη μοναξιά μέσα από έναν φακό που μας αναγκάζει να τοποθετήσουμε το βλέμμα μας στην πρακτική θα λέγαμε του ερωτική συναισθήματος. Ποιήματα σπασμωδικά, αποκαλυπτικά και κρύφια που εξερευνούν τόσο τη σχέση γραφής και ζωής όσο και τη σχέση χαράς και απώλειας. Πρόκειται για μια διπλή διήγηση: της σύγκρουσης με τον εαυτό αλλά και της ικανοποίησης που φέρνει η πληρότητα.

Ο Μπουκόβσκι εξομολογεί τους έρωτές του, ορμώμενος από διάφορα μικρά και καθημερινά συμβάντα, από πράξεις και σκέψεις της στιγμής, δημιουργώντας συνδέσεις μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό προσπαθεί να παρουσιάσει την ερωτική συνθήκη ως μία υλικότητα που όμως είναι σχεδόν αδύνατο να κρατηθεί και να κατανοηθεί πλήρως. Ο ποιητής μένει εκτός – με την έννοια της εκούσιας απόσυρσης – της ζωής, στέκεται έξω – και πίσω – από την εμπειρία και αφήνει το στίγμα αυτών να μιλήσει ενώ ο ίδιος χάνεται περιπλανώμενος στις αναμνήσεις και τα βιώματα. Τι κάνει δηλαδή ο ποιητής; Δίνει το λόγο στην εντύπωση της στιγμής, στη ροή των συναισθημάτων και των σκέψεων, αλλά και σε ό,τι απομένει τελικά και παρασέρνει τη διάθεση, μπερδεύει τα συμπεράσματα. Παραθέτω ενδεικτικά το ποίημα ‘Κοιμισμένη γυναίκα’ (σελ. 38-39):
 
Κοιμισμένη γυναίκα
 
Κάθομαι ανασηκωμένος στο κρεβάτι τη νύχτα και σ’ ακούω να ροχαλίζεις
Σε γνώρισα σ’ έναν σταθμό λεωφορείου
Και τώρα θαυμάζω την πλάτη σου
Ωχρόλευκη και διάστικτη με
Παιδικές φακίδες
Καθώς η λάμπα ελευθερώνει την άλυτη
Θλίψη του κόσμου
Πάνω στον ύπνο σου.
 
Δεν μπορώ να δω τα πόδια σου
Αλλά πρέπει να υποθέσω πως είναι
Τα πιο σαγηνευτικά πόδια.
 
Σε ποιον ανήκεις;
Είσαι πραγματική;
Σκέφτομαι λουλούδια, ζώα, πουλιά
Όλα μοιάζουν παραπάνω από καλά
Και τόσο εμφανώς
Πραγματικά.
 
Κι όμως δεν μπορείς παρά να είσαι μια
Γυναίκα. Καθένας από μας έχει επιλεγεί να είναι
Κάτι. Η αράχνη, ο μάγειρας.
Ο ελέφαντας. Θαρρείς ο καθένας από μας είναι
Ένας πίνακας που κρέμεται
Στον τοίχο κάποιας γκαλερί.
 
Και τώρα ο πίνακας γυρνά
Ανάσκελα, και πάνω από έναν καμπύλο αγκώνα
Μπορώ να δω 1/2 στόμα, ένα μάτι και
Σχεδόν μία μύτη.
Η υπόλοιπη είσαι κρυμμένη
Αθέατη
Μα ξέρω πως είσαι ένα
Σύγχρονο, ένα μοντέρνο ζωντανό
Έργο
Ίσως όχι αθάνατο
Αλλά έχουμε
Αγαπηθεί.
 
Σε παρακαλώ συνέχισε να
Ροχαλίζεις.
 
Η ποιητική μαεστρία του Τσαρλς Μπουκόβσκι είναι απολύτως εμφανής στην ανθολογία ‘Για τον έρωτα’. Η γραφή του μετακινεί συνεχώς τον αναγνώστη, δεν τον αφήνει να εγκατασταθεί, δεν του επιτρέπει να εμβαθύνει σε μια μεμονωμένη ποιητική θέαση. Πάντα υπάρχει κάποιο στοιχείο που παρεκκλίνει από την επικέντρωση στον στίχο-στόχο, αποσυντονίζει τη συχνά ευλαβική προσοχή στο κεντράρισμα. Τι εννοώ; O Μπουκόβσκι παρουσιάζει μία περίτεχνη λειτουργία όπου συμβαίνει το εξής: ο ποιητής ταξιδεύει τον αναγνώστη ανάμεσα στις διαστάσεις της ζωής και της σκέψης, δημιουργώντας έτσι ένα σύνθετο μείγμα – ετερόκλητων φαινομενικά – ποιητικών παραστάσεων.

Με άλλα λόγια, ο ποιητής παίζει με τον χωροχρόνο, με τα επίπεδα της λογικής και με τα στάδια του ψυχικού του κόσμου. Η γραφή του, ταυτόχρονα γενική και ειδική (συχνά στον υπερθετικό βαθμό), δεν είναι απλώς μια αποτύπωση – προσωπικών και μη – στιγμών, δεν πρόκειται δηλαδή απλώς για την εξιστόρηση ενός μυστήριου βιώματος. Ο ποιητής εκκινεί από διάφορες – σχεδόν πάντα συγκεκριμένες – αφετηρίες – που όμως, κατά την εξέλιξη του ποιήματος, χάνουν κάθε σαφήνεια – για να κατασκευάσει το ποιητικό του οικοδόμημα χωρίς να καταλήγει σε κοινότυπους τερματισμούς.

Στα ποιήματα του τόμου παρατηρούμε τον ποιητή να επιτελεί μια κυκλική πορεία, τα στοιχεία (/μέρη/ερεθίσματα/τμήματα) της οποίας προέρχονται από ποικίλα θέματα και συνυφαίνονται αριστοτεχνικά μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα ποιητικό σύνολο εκθεμάτων που εκφράζει τη βαθιά διαλεκτική ποίησης και ζωής και μαρτυρά μεν τη θέαση του ποιητή περί του ερωτικού συναισθήματος αλλά εκτείνεται και πέραν αυτής. Παραθέτω ενδεικτικά το ποίημα ‘Στάση’ (σελ. 14-15):
 
Στάση
 
Κάνοντας έρωτα στον ήλιο, στον πρωινό ήλιο
Στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου
Πάνω απ’ το σοκάκι
Όπου οι φτωχοί σκαλίζουν για μπουκάλια̇
Κάνοντας έρωτα στον ήλιο,
Κάνοντας έρωτα πάνω σ’ ένα χαλί πιο κόκκινο
Απ’ το αίμα μας,
Κάνοντας έρωτα την ώρα που τ’ αγόρια πουλάνε πρωτοσέλιδα
Και Κάντιλακ,
Κάνοντας έρωτα πλάι σε μια φωτογραφία του Παρισιού
Κι ένα ανοιχτό πακέτο Τσέστερφιλντς,
Κάνοντας έρωτα την ώρα που άλλοι άντρες – καημένα
Κορόιδα –
Δουλεύουν.
 
Εκείνη τη στιγμή – σ’ αυτό το…
Ίσως πάνε χρόνια με τον τρόπο που μετράνε,
Μα στο μυαλό μου είναι μονάχα μία πρόταση –
Υπάρχουν τόσες μέρες
Όπου η ζωή σταματά και κάνει στην άκρη και κάθεται
Και περιμένει σαν το τρένο στις γραμμές.
Περνώ απ’ το ξενοδοχείο στις 8
Και στις 5̇ στα σοκάκια έχει γάτες
Και μπουκάλια και αλήτες,
Και κοιτάζω ψηλά στο παράθυρο και σκέφτομαι,
Δεν ξέρω πια πού είσαι,
Και συνεχίζω τον δρόμο μου κι αναρωτιέμαι πού
Πηγαίνει η ζωή
Όταν σταματά.
 
Τέλος, θα ήθελα να προσθέσω τούτο σχετικά με την ποιητική του Τσαρλς Μπουκόβσκι. Σε ολόκληρη την ανθολογία, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με έναν πραγματικό ποιητή, συναντά έναν άνθρωπο που χειρίζεται την ποιητική τέχνη αποβάλλοντας απ’ αυτή κάθε είδους δήθεν ιερότητας, κάθε είδους δήθεν ηθικής (πρόθεσης και παρέμβασης) και, τέλος, κάθε είδους δήθεν ύφους κι έκφρασης. Με άλλα λόγια, ο αναγνώστης συνομιλεί με κάποιον που δεν ασπάζεται απλώς τον ποιητικό λόγο ούτε απλώς τον βιώνει, αλλά υπάρχει – λειτουργεί και δρα – εντός του. Ο Μπουκόβσκι φαίνεται να γνωρίζει ποιος είναι ο πραγματικός σκοπός της ποίησης: η αποδιοργάνωση της ψεύτικης και κατεστημένης πρακτικής, η κατασκευή άλλων αντιλήψεων και συμπεριφορών και προβολή άλλων μορφών και τρόπων δράσης. Γεγονός που ο αναγνώστης μπορεί να εξακριβώσει σε όλα τα ποιήματα της ανθολογίας και ίσως στο πιο φιλοσοφικό ποίημα αυτής, το μακροσκελές ‘Ένας ορισμός’ (σελ. 106-109). Παραθέτω ενδεικτικά μερικά απόσπασμα στίχων:
 
Αγάπη δεν είναι παρά οι προβολείς τη
Νύχτα που διασχίζουν την ομίχλη (σελ. 106).
 
Αγάπη είναι το τηλέφωνο που χτυπά
Και η ίδια φωνή ή άλλη
Φωνή μα ποτέ η σωστή
Φωνή (σελ. 107).
 
Αγάπη είναι η πιο άδεια
Πάπια (σελ. 108).
 
Αγάπη είναι μια γριά
Που τσιμπολογά μια φέτα ψωμί (σελ. 109)

*Δημοσιεύτηκε στο https://www.poiein.gr

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Η γοητεία του παλιού

Η απροσμέτρητη γοητεία του παλιού
ανάμνηση, βιβλίο, περιοδικό.
Η μυρωδιά, το σώμα του, το καρδιοχτύπι,
το κομπρεσέρ ανάβει της επιθυμίας και της νοσταλγίας.
Αγάπη ανεξαργύρωτη,
της φαντασίας αερόστατο.

Παλιά «χαρτάκια» (έτσι τα λέγαμε)
με ηθοποιούς και ποδοσφαιριστές
και με σημαίες κρατών
που από πίσω έγραφαν γλώσσα, πρωτεύουσα, προϊόντα κλπ.,
Τα «Ηρακλείδια» με τους άθλους του Ηρακλή,
μέσα σε μικρές σοκολάτες ΙΟΝ.
Και φυσικά τα θρυλικά «καραγκιοζάκια»,
με τις πολύχρωμες φιγούρες.
Όπως επίσης και «Γκαούρ-Ταρζάν»,
«Μικρός Σερίφης» και «Μικρός Καουμπόϊ».

Δράμα, 19 Νοεμβρίου 2023

Wislawa Szymborska, Δύο ποιήματα

Διαζύγιο

Για τα πιτσιρίκια το πρώτο τέλος του κόσμου.
Για τη γάτα ένας καινούργιος αφέντης.
Για την σκύλο μια καινούργια οικοδέσποινα.
Για τη σκάλα της επίπλωσης, γδούποι, ο δρόμος μου ή η λεωφόρος.
Για τους τοίχους άδεια τετράγωνα
όπου κάποτε είχαν κρεμάσει φωτογραφίες.
Για τους γείτονες νέα θέματα, ένα διάλειμμα στην πλήξη.
Για το αυτοκίνητο καλύτερα να υπήρχαν δύο.
Για τα μυθιστορήματα, τα ποιήματα – εντάξει, πάρε ό,τι θέλεις.
Χειρότερα με τις εγκυκλοπαίδειες και βινύλια,
για να μην αναφέρω τον οδηγό για τη σωστή χρήση τους
που αναμφίβολα στηρίζει δείκτες πάνω στα δύο ονόματα –
είναι ακόμα ενωμένα με τον σύνδεσμο “και”
ή τα διχάζει μια εποχή;

*

Η επόμενη μέρα – χωρίς εμάς

Το πρωινό αναμένεται ψυχρό και ομιχλώδες
Σύννεφα βροχής
θα μετακινηθούν απ’ τα δυτικά. Φτωχή ορατότητα.
Ολισθηρές οδικές αρτηρίες.

Βαθμηδόν καθώς προχωράει η μέρα
Μέτωπα με υψηλές πίεσις απ’ τα βόρεια
κάνουν πιθανή την τοπική λιακάδα.
Εξαιτίας των ανέμων ωστόσο, κατά διαστήματα
δυνατοί και θυελλώδεις,
μπορεί να μεταλλαχθεί σε καταιγίδες.

Τη νύχτα
χωρίς σύννεφα σ’ όλη τη χώρα,
μόνο στα νοτιοδυτικά
μια μικρή πιθανότητα επανάληψης.
Η θερμοκρασία θα πέσει απότομα
ενώ οι βαρομετρικές ενδείξεις δείχνουν άνοδο.

Η επόμενη μέρα
υπόσχεται να είναι λιόχαρη,
αν και εκείνοι που είναι ακόμα ζωντανοί
θα πρέπει να έχουν μαζί τους ομπρέλες.

*Από το βιβλίο “Βισουάβα Σιμπόρσκα – Εδώ – Ποιήματα (2005-2009) – Μια ανθολόγηση”, Β’ έκδοση, Εκδόσεις Σοκόλη 2021. Απόδοση-επιμέλεια: Βασίλης Καραβίτης.

Francis Picabia, Ποίημα

Artwork: Francis Picabia

Στις τσέπες της ζωής του
Η καρδιά του χόρτα τρυφερά
Αλλαξοπίστησες ώρες επιπλέον
Ιωδιούχο ποτάσσας καθολικής
Το στρατόπεδο πίσω
Ιστορία αδέξιων αληθειών
Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε
Οι γυναίκες βιζαβί
Πίκρα των ιδεών
Που στιγματίζουν το μοναδικό τέλος του ανθρώπου
Άσε με να σκεφτώ αναγνώστη τη μοίρα του
Ευτυχία δικιά σου βεβαιώνουν ποιος κλουβί δικό σου από κάγκελα τα
Σ’ ένα λαγούμι γαιάνθρακα
Στοχεύουν στις ιδιοκτησίες στενοχώραφων
Απογοητεύσεις θα εμποδίζατε ένα όνειρο γαλήνιο
Να ζει μ΄’ίσα σ’ ένα ακάματο χαμόγελο
Που το επικαλούνται σε ώρες μωρουδίστικες
Προς τι οι άυλοι ανατροπές
Να είναι καρνέ τσέπης
Που προστίθενται ακαταπαύστως
Για μια θρησκεία παρηγορητική
Όπως η ηθική του Χριστού
Εγωιστικό βασίλειο
Στο μουσείο του Λούβρου
Δρόμοι όταν γεράσω
Κουραστικολι όπωςένας σκύλος
Το καθημερινό μου βιβλίο καλό ανθρωπάκι
Στα μεγάλα βουλεβάρτα
Μακριά απ’ το Παρίσι
Θα είναι ο κόσμος λάθος επιτυχία
Ο Κάρολος Φλοκέ τα μάτια πεισματικά κλειστά
Μύγα η ομπρέλα παιδί
Και οι δικές σας σκέψεις
Είναι φλυαρίες καθημερινές αθλιότητες
Που χαμογελούν σε μανιακούς
Που αγαπάμε ευτυχία θράσος
Περί στομαχικού πόνου
Η πτήση των εφήμερων αεροπλάνο
Οδηγεί το όνειρο της υπομονής W.C.
Αγαπώ τους πιστούς της Σκηνής της κιβωτού
Που βουτούν σ’ ένα κύμα

*Από το βιβλίο “Φράνσις Πικάμπια – Μοναδικός ευνούχος”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2018. Μετάφραση: Ανδρέας Νεοφυτίδης.

Η ποιητική της ασθένειας ως βίωμα του ασθενούς: Η συμβολή της Χριστίνας Λιναρδάκη

Tου Δήμου Χλωπτσιούδη
 
ΣΚΠ, Χριστίνα Λιναρδάκη, Ενάντια, 2024
 
Η ποιητική της ασθένειας, ως υποείδος της ποίησης του ιδιωτικού ή αυτοβιογραφικής ποίησης, αποτελεί έναν χώρο όπου η σωματική και ψυχολογική εμπειρία της νόσου μετασχηματίζεται σε ποιητικό λόγο. Ενώ η ιατρική αφήγηση τείνει να αντικειμενοποιεί τον ασθενή, η λογοτεχνική προσέγγιση επιτρέπει την υποκειμενική ανασύνθεση της ασθένειας με έμφαση στο τραύμα μέσα από μια γλώσσα ωμή και ρεαλιστική. Όπως σημειώνει η Susan Sontag στην εισαγωγή του διάσημου Illness as Metaphor (1978) η ασθένεια είναι η νυχτερινή πλευρά της ζωής, μια επαχθής ιθαγένεια. Όλοι όσοι γεννιούνται έχουν διπλή υπηκοότητα, ζώντας στο βασίλειο της υγείας και το βασίλειο της νόσου. Αν και όλοι προτιμούμε να χρησιμοποιούμε μόνο το καλό διαβατήριο, αργά ή γρήγορα καθένας μας είναι υποχρεωμένος, τουλάχιστον για ένα διάστημα, να αυτοπροσδιορίζεται ως πολίτης του άλλου τόπου.

Στην ελληνική ποίηση το υποείδος υπηρέτησαν γυναίκες, καθώς η ασθένεια ως υποείδος της αυτοβιογραφικής ποίησης, προβάλλει αμήχανες στιγμές που εκθέτουν το ποιητικό υποκείμενο, είτε με έμφαση στην αναπηρία (Αγγελάκη-Ρουκ, Ειρήνη Παραδεισανού) είτε ως βίωμα του συγγενή που παρακολουθεί την εξέλιξη μιας ασθενείας (Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα). Η επιλογή των ποιητριών να εκθέσουν τον εαυτό και το τραυματικό βίωμα, ωστόσο, έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τον ανδρικό εξουσιαστικό λόγο, που επιδιώκει να εκφράσει το κοινόν. Οι γυναίκες ιστορικά προβάλλοντας το ιδιωτικό, αναζήτησαν μία νέα εκφραστική επιλογή να απομακρυνθούν από την ανδρική αισθητική και να εκφράσουν το άτομο, προσπαθώντας να συνδέσουν το βίωμα των αναγνωστών/αναγνωστριών με το δικό τους ως μία κοινή εμπειρία.

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Χριστίνας Λιναρδάκη, ΣΚΠ (Ενάντια, 2024), εισάγει στα ελληνικά γράμματα το υποπεδίο της ποιητικής της ασθένειας ως βίωμα του ασθενούς, προσφέροντας μια σκληρή ματιά στην εξέλιξη της σκλήρυνσης κατά πλάκας, και αυτή είναι η η μία σημαντική προσφορά της Λιναρδάκη στην ελληνική ποίηση –η άλλη εστιάζει στην κριτική και τις μεταφράσεις της).

[…] Ο μυελός μου
ένα πεδίο μάχης
διάστικτο από λευκούς κύκλους
πάνω στο μαύρο της μαγνητικής […]

Η συλλογή δεν αποτελεί απλώς μια ποιητική καταγραφή, αλλά μια ριζοσπαστική επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο η χρόνια ασθένεια διαμορφώνει την ταυτότητα, τον χρόνο και τις σχέσεις του ποιητικού υποκειμένου. Οι συνθέσεις λειτουργούν ως ποιητικό ημερολόγιο αυτοαποκάλυψης και αποδοχής, και διατηρούν χαρακτηριστικά ιατρικής αφήγησης (medicine narratives) από τη σκοπιά του ασθενούς, θυμίζοντας τις συχνές αναφορές της Χαράς Χρηστάρα σε ψυχιάτρους και την ψυχαναλυτριά της.

Η συλλογή αποτελεί μια σημαντική συμβολή στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, καθώς προσεγγίζει το τραυματικό βίωμα όχι ως μεμονωμένη στιγματική εμπειρία, αλλά ως πολυδιάστατη διαδικασία σωματικών και ψυχολογικών εγγραφών. Η ποιητική έκφραση της Λιναρδάκη, βασισμένη στο αυτοβιογραφικό υλικό, αποκαλύπτει την οντολογική ευπάθεια της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από ένα πρίσμα βαθύτατης ανθρωπιστικής ευσπλαχνίας. Ο ποιητικός λόγος δεν λειτουργεί μόνο ως κατανόησης εργαλείο, αλλά κυρίως ως μορφή ηθικής και υπαρξιακής αντίστασης έναντι της απώλειας σωματικού και ψυχικού ελέγχου. Η ποιητική πράξη δεν αποσκοπεί στη θεραπεία του τραύματος –κάτι που θα συνιστούσε μια απλοϊκή θεραπευτική ανάγνωση– αλλά στην ωμή εικονοποίησή του, μετατρέποντάς το από απρόσληπτο φαινόμενο σε διαχειρίσιμη εμπειρία.

Ο νοσοκομειακός χώρος μεταμορφώνεται ποιητικά σε τόπο φαινομενολογικής αναστοχής, όπου ο ποιητικός λόγος αποκτά την ιδιότητα του υπαρξιακού εργαλείου επιβίωσης. Σε μια εποχή ιατροκρατούμενων αφηγήσεων, όπου ο πόνος τείνει να υποβαθμίζεται είτε σε απρόσωπη στατιστική είτε σε κλινική περίπτωση, η ποιητική παρέμβαση της Λιναρδάκη υπενθυμίζει τον αναγκαίο ρόλο της Τέχνης να φωτίζει τις πιο ευάλωτες διαστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η συλλογή δεν περιορίζεται στην αυτοθεραπευτική αφήγηση, αλλά επεκτείνει τον διάλογο σχετικά με τις ηθικές και κοινωνικές προεκτάσεις των χρόνιων ασθενειών, θέτοντας ζητήματα που αφορούν τόσο την ιδιωτική όσο και τη συλλογική διάσταση του πόνου. Η ποιητική γραφή αποκτά πια χαρακτήρα παρέμβασης στη δημόσια σφαίρα, προκαλώντας τον αναγνώστη και την αναγνώστρια να αντιμετωπίσουν κριτικά τις επικρατούσες αναπαραστάσεις της ασθένειας και της αναπηρίας.

Η Λιναρδάκη, σε αντίθεση με δημιουργούς που ασχολούνται με την ασθένεια ως εξωτερικοί παρατηρητές (π.χ. συγγενείς ή ιατρικό προσωπικό), εστιάζει στην προσωπική σωματική εμπειρία, όπου το τραυματισμένο κορμί μετατρέπεται ταυτόχρονα σε θύμα και μάρτυρα, όπως στο «Ηλεκτρομυογράφημα»:

Στο πόδι ή αλλού στο σώμα
δεν ενοχλεί
στο πρόσωπο όμως
δεν είναι μόνο ο πόνος
είναι η φρίκη
του ακούσιου σπασμού που
[…]
σε μετατρέπει σε
σπασμένο είδωλο
αυτού που ήσουν πριν.

Βασικό χαρακτηριστικό στην ποιητική της ασθένειας είναι η αμεσότητα της γλώσσας. Αυτή η επιλογή φέρνει τον αναγνώστη και την αναγνώστρια πιο κοντά στο βιωματικό περιεχόμενο, καθώς το προσωπικό βίωμα της ποιήτριας συναντά τις εμπειρίες του κοινού.

Σε αντίθεση με άλλες ποιήτριες που ασχολούνται με την ασθένεια (όπως η Μπακονίκα και η Λουκίδου, που αναφέρονται τον καρκίνο, ή η Σιδηρά, που εστιάζει στην άνοια), η Λιναρδάκη δεν επικεντρώνεται μόνο στην απώλεια, αλλά και στην προσπάθεια της ασθενούς να αποδεχτεί τη νόσο:

[…]
το ένα πόδι έπαψε
ξαφνικά να λειτουργεί
μετατράπηκε σε
άσκοπη απόφυση που
απλά κρεμόταν
χρειάστηκα είκοσι λεπτά
για μια απόσταση
εκατό μόλις μέτρων
[…]

Στο πλαίσιο της εξομολογητικής ρητορικής η ποιήτρια εκθέτει άβολες στιγμές από την εξέλιξη της ασθένειας:
[…]έτυχε να κατέβω απ’ το μετρό επειδή βράχηκα
κι όμως μου πήρε πάνω από πέντε χρόνια
να συνειδητοποιήσω πως έχω πρόβλημα
δεν ξέρω πόσα μέχρι να το δεχτώ
«Ακράτεια»
ή άλλοτε δίνει έμφαση στα ιατρικά εργαλεία και τα φάρμακα:
Aubagio, Gilenya, Zeposia
Εξωτικές ονομασίες[…]
«Φάρμακα»
η νευρολόγος μου είναι φύση ρομαντική
πιστεύει πως τα φάρμακα
βρίσκεται η θεραπεία[…]
«Ιατρικός ρομαντισμός»
Μπλε και πράσινες πεταλούδες
χύμα
μέσα σε άσπρα κουτιά
[…]
που προορίζονται για ορούς.

«Πεταλούδες»

Ως μέρος της ποίησης της αγωνίας και του άγχους, η ποιητική της ασθένειας μάς επιτρέπει να στοχαστούμε και να συγκινηθούμε για το απρόβλεπτο του ανθρώπινου βίου, θυμίζοντας τη θέση του Σόλωνα και τη ματαιότητα των συλλογικών οραμάτων, όταν αδιαφορούμε για το ίδιο το άτομο. Το υποείδος αναδεικνύει τη ματαιότητα του αγώνα ενάντια στη φθορά, τον χρόνο, τη θνητότητα και τη νόσο. Οι σωματικές παθήσεις φέρνουν στην επιφάνεια μια έντονη αντίθεση συναισθημάτων, καθώς το σώμα παλεύει με την παρακμή: απογοήτευση και θυμός, αποστροφή και παραίτηση, απελπισία αλλά και ελπίδα.

Συχνή συνθήκη σε τέτοια ποιήματα είναι ο νοσοκομειακός χώρος ως ποιητικό σκηνικό, όπου ο τόπος και ο χώρος παραμορφώνονται υπό το βάρος της ασθένειας. «Στη νευρολογική κλινική» διαβάζουμε:

Οι θάλαμοι μιας νευρολογικής κλινικής
είναι κάπως πιο ανθρώπινοι
οι γιατροί σε εξετάζουν τακτικά
[…]
κάθε φορά με την ίδια αλληλουχία:
αντανακλαστικά
κίνηση ματιών
συγχρονισμοί
παραμάνες, διαπασών, σφυράκια και
δυνάμεις
Ένας επαναλαμβανόμενος αλγόριθμος […]

Οι νοσοκομειακοί χώροι δίνουν την ευκαιρία για την καταγραφή πολλών εικόνων, ως μια βουβή κραυγή απελπισίας και αγωνίας για τον εαυτό και τον άλλο:

Μάτια σφιγμένα δυνατά
μέσα στον μαγνητικό τομογράφο
η φωνή του τεχνικού ραγισμένη
μετά από μια αιωνιότητα
«τελειώσαμε» ανήγγειλε[…]
«Mediterranean Hospital»
Ένας νεαρός
περπατά με πι
δεν μπορεί να ισιώσει την πλάτη του
μιλά για το τελευταίο χειρουργείο του
για την αντλία κορτιζόνης στη σπονδυλική του στήλη
είναι μόλις δεκάξι

«Στον διάδρομο»

Η ασθένεια έχει ισχυρό έλεγχο στη φαντασία μας. Η ποιητική της ασθένειας έρχεται να μάς θυμίσει ότι παρά τις ιατρικές τεχνολογικές προόδους του 20ου αιώνα, ο άνθρωπος παραμένει αιχμάλωτος του σώματος και της αρρώστιας. Όταν η ανάπτυξη αντιβιοτικών για την καταπολέμηση των λοιμώξεων, η αυτονόητη δημόσια υγιεινή και τα εμβόλια για την πρόληψη επιδημιών δημιουργούν την αντίληψη ότι ζούμε σε μια σχεδόν μετα-ασθένειας εποχή, η ποιητική της ασθένειας μάς προσγειώνει στην τρωτότητα του σώματος και μάς θυμίζει ότι τελικά το άτομο δεν είναι άτρωτο και πως η υγεία του μπορεί να κλονιστεί ανά πάσα στιγμή. Η ασθένεια, με την αβεβαιότητα και τον πόνο που φέρνει, μας υπενθυμίζει την ανθρώπινη φύση και την ανάγκη για κατανόηση. Μέσα από την έκφραση του πόνου και της ευαλωτότητας (θυμικό), η ποιητική της ασθένειας αντιστέκεται στην απ-ανθρωπιά και την ψυχρή λογική (κυνισμός)· υποχρεώνει το άτομο να εκφράσει τα συναισθήματά του, δημιουργώντας έναν χώρο για την κατανόηση και την ενσυναίσθηση.

*Από το fractal art.gr