Ταυτότητα, Τραύμα, Μαγεία και Συγγραφή: Η Δύναμη της Κληρονομιάς και της Μεταμόρφωσης στη Μόρα

Γράφει η Μάγδα Τικοπούλου // *
 
Βίκυ Κατσαρού «Μόρα Το σημάδι της Σάρας», εκδ. Ενύπνιο
 
Πολυεπίπεδο, συμβολικό αφήγημα που ισορροπεί ανάμεσα στον μύθο, την ψυχολογία και τη γυναικεία εμπειρία. Διάχυτη η αίσθηση ιεροτελεστίας και μεταμόρφωσης, με τη γραφή να λειτουργεί ως πράξη αυτογνωσίας, εξαγνισμού και λύτρωσης.

Η Σάρα έχει κληθεί να κληρονομήσει μια αρχαία καταστροφική δύναμη, και αναζητά διέξοδο, αναζητά ένα δικό της Πάσχα αναίμακτο προς μια καλύτερη ζωή, ενόσω έχει να αντιμετωπίσει το τριήμερο Πάσχα (θάνατο) της υπερρεαλιστικής της Μητέρας, όπου συντελείται κι η μετάβαση των δυνάμεων από τη μια στην άλλη γυναίκα. Με αυτό ως πυρήνα της αφήγησης, η Κατσαρού χτίζει ένα ποίημα, ένα μεγάλο έπος, όπου ξεδιπλώνονται ιστορίες μαγισσών. Ιστορίες γυναικών, με σαφές πρόταγμα: Αντίδοτο στο μίσος και στην καταστροφή είναι η δημιουργία κι η ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους. Κι ότι η μητρότητα είναι κατάσταση ύπαρξης, κι ας μην έχεις παιδιά.

Τα παιδιά μου άνθρωποι δεν ήταν. Τα παιδιά μου ήταν γάτες, σκύλοι, αλεπούδες, κίσσες κι αετοί, η γυναίκα στην κοιλιά μου δεν καταδέχτηκε ανθρώπους να γεννήσει. Έγινα Μητέρα όλων των μη ανθρώπινων πλασμάτων. Του λύκου και της Σάρας. Δεν υπήρχε λόγος άλλα παιδιά να έφερνα στον κόσμο.

Ήμουν η Μητέρα όσων δεν απέκτησαν μητέρα.
Και τώρα, αιώνες μετά, έχω επιστρέψει κι εγώ στη δική μου μάνα.

Η Κατσαρού κινείται ανάμεσα στο εσωτερικό βίωμα και την εξωτερική πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα υβρίδιο λογοτεχνίας και μυθολογικού δράματος. Η ιστορία της Σάρας αναπτύσσεται μέσα από αναμνήσεις, οράματα και τελετουργικές πράξεις, και το παρόν συναντά το παρελθόν με τρόπο που θυμίζει προφορικές παραδόσεις και αρχαία τραγωδία:

Η Μόρα κάθεται στην πλαστική καρέκλα,
πλέκει μαύρο φόρεμα.
Μάνα, της λέω, πότε θά ’ρθω;
Την τρίτη φορά που τον ώμο σου δαγκώσω.
Με τρυπά με το βελόνι στην κοιλιά
και η μάνα μου ουρλιάζει γιατί ουρλιάζω,
ουρλιάζει που δεν πρόσεξα, λέει,
και χτύπησα στο κάγκελο.
Η Μόρα ακόμα πλέκει.
Το φόρεμα έχει κόκκινα μανίκια.
«Αυτή θα βγει πρώτη και θα είναι η πρωτότοκη».

 
Η αφήγηση έχει μεγάλη συναισθηματική ένταση, με σκηνές που χαράσσονται βαθιά στη μνήμη του αναγνώστη. Η εναλλαγή μεταξύ των ηρωίδων, πάντα σε πρώτο πρόσωπο, προσδίδει θεατρικότητα και μια αίσθηση αρχέγονης αφήγησης:

Ελσινόρη
Μύριαμ, εσύ δεν κρατάς στα χέρια σου το Βρέφος, κρατάς τον Λύκο.
Ελσινόρη
Γυναίκα εσύ, όχι πια άνθρωπος, ευχή σου δίνω και κατάρα τον κόσμο να κάψεις όλο.

Η πρόκληση προς τον αναγνώστη είναι η πυκνότητα του λόγου που κάνει την ανάγνωση απαιτητική, καθώς δεν υπάρχει στιγμή ηρεμίας. Ορισμένες μεταβάσεις ανάμεσα σε σκηνές ή χρονικά σκαλοπάτια θα μπορούσαν να είναι πιο αργές, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να πάρει μια ανάσα.

Το έργο είναι γεμάτο συμβολισμούς που παραπέμπουν στη μητρότητα, τον πόνο, τη γυναικεία δημιουργικότητα και την επιβίωση μέσα από το τραύμα.

Μύριαμ, ελευθέρωσε τον λύκο και δώσε στη Σάρα την ευχή να κάψει όλο τον κόσμο. Κανένας κύκλος δεν θα σπάσει, αλλιώς να έχεις την κατάρα μου, η ψυχή σου να μην αναπαυτεί ποτέ, ούτε η δική της.

Σφίγγω το χέρι της Μητέρας. Πρώτη φορά νιώθω να φοβάμαι. Πρώτη φορά αμφισβητώ αν η Μητέρα να με προστατέψει θα μπορέσει. Γιατί η γυναίκα μες στον στρόβιλο καταλαβαίνω πως είναι η δική της Μάνα, και κουβαλά τις δυνάμεις ολωνών μας.
 
Κεντρικά μοτίβα: Το σώμα ως πεδίο μνήμης και θυσίας. Ο λαιμός της Σάρας, η πληγή της, η λύκαινα που γεννιέται από μέσα της, είναι όλα σύμβολα της μετάβασης και της μεταμόρφωσης. Η γραφή ως τελετουργία. Η Σάρα δεν γράφει απλώς, αλλά γεννά μέσω της γραφής. Τα κείμενά της είναι η συνέχεια του εαυτού της και η πλήρωση της ύπαρξης. Η κληρονομιά των γυναικών. Η Ελσινόρη, η Μύριαμ, η μητέρα της Σάρας – όλες οι γυναικείες μορφές αποτελούν συνδετικούς κρίκους ενός αόρατου, διαγενεακού τραύματος και εξαγνισμού. Η θρησκεία και το ιερό. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο εκκλησιαστικό στοιχείο και την αρχέγονη θηλυκή δύναμη δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα σύγκρουση ανάμεσα στο θεσμοθετημένο ιερό και το φυσικό, ενστικτώδες ιερό:

Τα βράδια, όπως ισχυρίστηκε ο ιερέας, έβρισκε, μπροστά από την εικόνα της Παναγίας, φρέσκο χώμα σπαρμένο κόκαλα και μαύρες τρίχες. Αυτό γινόταν για πολύ καιρό μέχρι που ο παπάς παραφύλαξε ολημέρα κι οληνύχτα για να δει τι γίνεται.

Κι αυτό που είδε, λένε οι πιστοί, τον έκανε να φύγει για πάντα από τον τόπο τους. Είδε στις τέσσερις τα ξημερώματα, μια γυναίκα λευκόσαρκη, με μαύρα μακριά μαλλιά, ουρά γοργόνας αντί για πόδι και αντί για χέρι δέντρο, να χορεύει πάνω από την αγία τράπεζα.
 
Το ύφος είναι έντονα ποιητικό, με φράσεις που θυμίζουν ψαλμούς, επωδές και αρχαϊκές τελετουργίες. Ο λόγος είναι φορτισμένος, με λέξεις που δίνουν έμφαση στο σωματικό και το υπερβατικό. Η λυρικότητα είναι εντυπωσιακή και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που μοιάζει με όνειρο ή όραμα. Οι περιγραφές είναι σωματικές και αισθητηριακά δυνατές, κάνοντας τον αναγνώστη να «νιώθει» το βάρος κάθε λέξης. Η επανάληψη λέξεων και φράσεων ενισχύει τη ρυθμικότητα και το μυστικιστικό στοιχείο του κειμένου. Βέβαια, η ένταση της γλώσσας θα μπορούσε να μειωθεί ελαφρώς, ώστε να δημιουργηθούν φυσικές ανάσες για τον αναγνώστη.

Ελσινόρη, στεκόμαστε γυμνές μέσα στη μαύρη νύχτα, μπροστά απ’ τη φωτιά σε σταυρική θυσία, Εκάτη, σου προσφέρουμε το σώμα της καρδιάς μας. Πού είσαι, Μητέρα, μες στη λάμψη της νύχτας και του σταυρικού θανάτου; Σε καλούμε, στον αγώνα της φωτιάς, να αναδυθούμε, να θεριέψουμε στη λάβα μέσα.

Το φως της καύσης κι ο αέρας γύρω μας χορεύουν, Μάγισσα εσύ της Φωτιάς, που ανάβεις και σβήνεις τις φλόγες όλες, σε προσκυνούμε με σεβασμό, καιγόμαστε για σένα.

Πρόκειται για ένα έργο που λειτουργεί ως μυσταγωγική εμπειρία ανάγνωσης. Η Μόρα δεν απευθύνεται απλώς στη λογική, αλλά στις αισθήσεις και στο ασυνείδητο, θυμίζοντας έργα της Σύλβια Πλαθ, της Τόνι Μόρισον, της Μαργαρίτας Καραπάνου.

Η Κατσαρού δεν φοβάται να βουτήξει στα βάθη του τραύματος και της μνήμης, αλλά και να δώσει στον αναγνώστη μια αίσθηση λύτρωσης μέσα από τη μεταμόρφωση της Σάρας.

Όπως δεν φοβάται να πειραματίζεται συνεχώς με τη γραφή της, να συνδυάζει φόρμες και κείμενα, και να διατηρεί την πρωτοτυπία της. Η Σάρα, η μελλοντική Μόρα, είναι μια μύστης, θεματοφύλακας μιας αρχαίας μνήμης που αποτυπώνεται στο σώμα της και στις λέξεις της.

Η Κατσαρού έχει γράψει ένα λαϊκό παραμύθι της εποχής μας, ένα έπος αντοχής και αναγέννησης, αποτίνοντας φόρο τιμής στην πράξη της γραφής ως γενεσιουργού δύναμης.
 
*Μάγδα Τικοπούλου, επιμελήτρια

**Δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.fractalart.gr/mora-to-simadi-tis-saras/

Jorge Amado (1912 -2001), Δύο ποιήματα στα ελληνικά και ισπανικά

LLEGADA
Anoche presentí que no vendrías,
la luna se escondió en el horizonte,
los árboles tejieron melodías
y el frío se escapó de entre los montes.

Las horas lentamente se embriagaban,
el mundo se detuvo en sus relojes,
la rosa en su capullo se cerraba
y un grillo me cantaba:” no te enojes”.

De pronto el bosque se vistió de plata,
se abrieron las ventanas y las flores,
se oyeron unos pasos por las matas:
llegaba el amor de mis amores.

ΑΦΙΞΗ

Χθες βράδυ ένιωσα ότι δεν θα ερχόσουν,
το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από τον ορίζοντα,
τα δέντρα ύφαιναν μελωδίες,
και το κρύο ξέφυγε από τα βουνά.

Οι ώρες σιγά σιγά μεθούσαν,
ο κόσμος σταμάτησε στα ρολόγια του,
το τριαντάφυλλο στο μπουμπούκι του έκλεισε,
και ένα τριζόνι μου τραγούδησε: “Μην θυμώνεις.”

Ξαφνικά, το δάσος ντύθηκε στα ασημένια,
τα παράθυρα και τα λουλούδια άνοιξαν,
βήματα ακούστηκαν στους θάμνους:
η αγάπη των ερώτων μου έφτανε.

AMARTE

Amarte es la materia que no rindo,
que aplazo trás los montes del engaño,
que dejo que el fantasma de lo lindo
me envuelva en lo efímero y el daño.

Amarte en lo invisible de tu esencia,
buscarte en lo indecible de tu Rostro,
gozar sin más tu altísima presencia,
querer vivir sin que existieran otros.

Amarte en la belleza de la rosa,
mirarte en el paisaje vespertino,
sentirte en esa mano cariñosa,
beberte en esa agua que fue Vino.

ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ ΣΕ

Το να σε αγαπώ είναι το θέμα που δεν παρατώ ποτέ,
που το αναβάλλω πίσω από τα βουνά της απάτης,
που αφήνω το φάντασμα της ομορφιάς
να με τυλίξει μέσα στο εφήμερο και το οδυνηρό.

Αγαπώντας σε μέσα στο αόρατο της ουσίας σου,
αναζητώντας σε στο ανείπωτο του Προσώπου σου,13
απλά απολαμβάνοντας την υψηλή σου παρουσία,
θέλω να ζήσω χωρίς να υπάρχουν οι άλλοι.

Αγαπώντας σε μέσα στην ομορφιά του τριαντάφυλλου,
ατενίζοντας σε στο βραδινό τοπίο,
νιώθοντας σε σε αυτό το στοργικό χέρι,
πίνοντας απ’ αυτό το νερό που ήταν Κρασί.

*Δημοσιεύονται στο “ΠΟΛΥΜΝΙΑ, ARS POETICA” (POLIMNIA, ARS POETICA), Διεθνή Επιθεώρηση Ποίησης, Διηγήματος και Δοκιμίου (Revista Internacional de Poesía, Cuento y Ensayo), Οκτώβρης 2025.
**Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.

Γιώργος Κοζίας: Βαρκαρόλα (σχεδίασμα)

  

Όπου κι αν ταξιδέψεις
σάπια εποχή και τιποτένια.

Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα
στην Ανάφη και βρίσκεται
εξόριστος στην Τροία

Είμαστε παγιδευμένοι, σου λέω,
μας χτίκιασαν στα ναυπηγεία…

Σκουριασμένες λαμαρίνες, ενθύμια
της άμμου, πέτρες για το κακό μάτι
Ωραία Ελένη, αυτό το σκοτωμένο καλοκαίρι
βάλε μαύρες πέρλες, σφίξε με
κι αγκάλιασέ με
Χόρεψε μαζί μου από Ανία
Το γαμήλιο πάρτι το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ

Ξέμπαρκος κόσμος, ελπίζει, μάταια ελπίζει
στο ίδιο μουράγιο ανάστροφα γυρίζει

Τα πλοία, τα πλοία θα μας αφανίσουν
Είμαστε περαστικοί
σου λέω, ανίατα περαστικοί…

Ας πάμε λοιπόν ψυχή μου
ας πάμε πάλι κάπου
κι ας είναι στο Πριγκιπάτο του Θανάτου
Να λάμψουμε ή να χαθούμε
κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.

*Από τη συλλογή «Τι αιώνα κάνει έξω;», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Τάσος Λειβαδίτης, Η κατάκτηση του χρόνου

Πηγαίναμε να κατακτήσουμε τον κόσμο- εγώ, ένας στρατιώτης
απ’ τον μεγάλο πόλεμο κι ο κόμης ντε Λωτρεαμόν. Το τρένο έτρεχε
με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ήταν ένα σχέδιο παράτολμο- κάποτε
θα σας εξηγήσω. Νύχτα. Οι φωταγωγημένες πόλεις περνούσαν
έξω απ’ τα παράθυρα σαν αναμμένα κουρέλια κυνηγημένα απ’
τον άνεμο. Ο κόμης φορούσε έναν μανδύα φαρδύ για να σκεπάζει
τον αιώνα του κι έναν λαιμοδέτη ανάστατο σα μια εξέγερση.Ο
στρατιώτης τραυματισμένος παραμιλούσε κ’ ίσως τ’ ασυνάρτητα
λόγια του να εξηγούσαν τ’ όνειρο μιας εποχής. Ύστερα άρχισε
να χιονίζει, κρυώναμε όπως στην προϊστορία «Ραχήλ!» ψιθύρισε
ο στρατιώτης. Τι ήθελε να πει; Ο κόμης έσκυψε πάνω του. «Η
συμπόνια είναι το μόνο ελαφρυντικό  στο έγκλημα να υπάρχουμε»
είπε.
Γι’ αυτό σας λέω: όταν ακούτε ένα τρένο να σφυρίζει τη νύχτα,
σηκωθείτε κι αγρυπνήσετε.
Ίσως να μην ξαναϊδωθούμε.

*Από τη συλλογή “Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου”, Εκδόσεις Κέδρος, 1990.

Κατερίνα Φλωρά, Εκπνοή

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

αν προφτάσαμε τον καιρό
πριν το κύμα καλύψει
ό,τι απέμεινε στης βουβής ακτής την ερημιά
πριν καλύψει το σύννεφο
το φως της μέρας που λιγοστεύει ολοένα
πριν αέρας σκορπίσει
τα λησμονημένα όνειρά μας στων αστεριών τη σκόνη
θα’ ταν σαν να αντικρύζαμε ξανά το απέραντο ζεστό πέπλο μιας αγκαλιάς
εκπληρώνοντας αέρινα τα θραύσματα των χαμένων μας επιθυμιών

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Προσμένω

Εδώ ο χρόνος πολυκαίριασε
και δε φοριέται άλλο.
Στα συρτάρια των καιρών,
οι αναμνήσεις βάρυναν επικίνδυνα
κι ας λένε πως ξαλαφρώνεις με το φευγιό του χρόνου.
Ένας κόσμος τα μάτια σου.
Απάνεμος Ζέφυρος το γέλιο σου.
Ασημόχρυσο χάδι
η ζεστή σου ανάσα.
Κερί κόκκινο για την αγάπη σου ανάβω.
Προσμένω
στο παράθυρο
να σε δω να έρχεσαι,
να γεμίσει ο τόπος Ανατολή!

Κυπαρισσία, 1 Νοέμβρη ´25

Κωστής, Μπλε Αλφάβητο

16 Οκτωβρίου – 15 Νοεμβρίου 2025

Στη Roma Gallery παρουσιάζεται η ατομική έκθεση Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ. Η έκθεση, την οποία επιμελείται η ιστορικός τέχνης Άλια Τσαγκάρη, πραγματεύεται τη συγκρότηση ενός νέου οπτικού αλφαβήτου δομικών μορφών. Το αλφάβητο αυτό αρθρώνεται μέσα από μια σειρά φωτογραφικών αποτυπώσεων ηλεκτρικών εκφορτίσεων κεραυνών, τους οποίους ο καλλιτέχνης παράγει στο εργαστήριό του, αξιοποιώντας ένα τυπωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα δικής του επινόησης. Στο πλαίσιο αυτής της πρωτοποριακής διαδικασίας, η αμιγώς λευκή έκρηξη του κεραυνού μεταστοιχειώνεται σε βαθιές μπλε αύρες μέσω ενός κοίλου κατόπτρου Murano. Οι ηλεκτρικές εκκενώσεις αποτυπώνονται ως ριζωματικές μορφές και ηλεκτροφορητικές απολήξεις, συγκροτώντας έναν ιδιότυπο οπτικό κώδικα που υπερβαίνει τη γραμμικότητα της συμβατικής γραφής.

Η συστηματική διερεύνηση των μορφοπλαστικών ιδιοτήτων των κεραυνών αποτελεί, ήδη από το 1989, κεντρικό άξονα της καλλιτεχνικής εργασίας του Κωστή. Σ’ αυτήν, ο κεραυνός δεν αντιμετωπίζεται ως απλό φυσικό φαινόμενο προς καταγραφή, αλλά παράγεται από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, προσλαμβάνοντας ανθρώπινη διάσταση και συνδεόμενος άμεσα με την αισθητηριακή εμπειρία απέναντι στο ηλεκτρικό πεδίο, δηλαδή στην ίδια την ηλεκτρική φύση του σύμπαντος. Πρώτο έργο αυτής της ενότητας υπήρξε ο Λαβύρινθος ή Το Κενό μνημείο (1989), μία σύνθετη εγκατάσταση με διαφανείς καθρέφτες, πέτρινες κατασκευές, πανό διαδήλωσης και ηλεκτρονικό κεραυνό, η οποία παρουσιάστηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών με αφορμή τη διακοσιοστή επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης. Το έργο αυτό αποτέλεσε πολυεπίπεδο σχόλιο πάνω στη ζωή και τον θάνατο, την παρουσία και την απουσία, εγκαινιάζοντας παράλληλα τη μακρόχρονη ενασχόληση του Κωστή με τον κεραυνό ως πρωταρχικό μέσο καλλιτεχνικής γραφής.

Αναλογιζόμενη τις εκθεσιακές μεταμορφώσεις του κεραυνού – από τον Λαβύρινθο έως το πρόσφατο έργο – η επιμελήτρια της έκθεσης Άλια Τσαγκάρη επισημαίνει: «Το Μπλε Αλφάβητο του Κωστή απαντά στο αίτημα των θεωρητικών της πρωτοπορίας του 20ού αιώνα για μία νέα «γραφή του φωτός», ενσωματώνοντας την τυχαιότητα και την εφήμερη χρονικότητα της ηλεκτρικής εκκένωσης σε έναν εξωγλωσσικό κώδικα επικοινωνίας. Ο ριζωματικός αυτός κώδικας, μέρος ενός ευρύτερου σώματος οπτικής ποίησης, ενεργοποιεί μία ρέουσα, πολυπολική και μη-γραμμική αισθητηριακή αντίληψη, τόσο του φαινομένου του κεραυνού όσο και της ίδιας της γραφής».

Η μετατροπή της ενέργειας σε μορφή και, εν συνεχεία, σε γραφή καθίσταται εφικτή χάρη σε μια παγκόσμια πρωτοπορία: το τυπωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα που σχεδίασε και υλοποίησε ο Κωστής, μέσω του οποίου παράγει ο ίδιος την ηλεκτρική εκκένωση. Με τον τρόπο αυτό, ο καλλιτέχνης δημιουργεί τον κεραυνό ex nihilo, εγγράφοντας την ηλεκτρική ενέργεια στο πεδίο της τέχνης ως συμπαγές και ολοκληρωμένο φαινόμενο. Αυτή η ηλεκτρισμένη εικονοποιία ριζωματικών μορφών συνιστά δομικό στοιχείο μιας νέας, αστραποβόλας γραφής· μιας αυθεντικής «γραφής του φωτός», η οποία υπερβαίνει την παραδοσιακή εικονογραφία της αστραπής και συγκροτεί το ιδιαίτερο αλφάβητο του Κωστή.

Η εικονογραφική και τεχνολογική σημασία της συμβολής του Κωστή αναδεικνύεται από την ένταξη έργων του σε θεσμικές συλλογές στην Ελλάδα (Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου) και στο εξωτερικό (Musée Electropolis, Μιλούζ), όπου συνυπάρχουν με έργα καλλιτεχνών όπως οι Raoul Dufy, Man Ray και Julio Le Parc. Η διεθνής απήχηση του έργου του επιβεβαιώνεται και από τη συμμετοχή του σε εκθέσεις σε καίρια μουσεία και ιδρύματα (π.χ. Espace Electra, Παρίσι· Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη), καθώς και από τη θεωρητική αναγνώρισή του από διακεκριμένους κριτικούς, μεταξύ των οποίων ο Pierre Restany.

Η έκθεση Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ πλαισιώνεται από βίντεο κεραυνών σε αργή κίνηση, συνοδευόμενο από πρωτότυπη ηλεκτρονική μουσική σύνθεση του Κώστα Μαντζώρου. Παράλληλα, τεκμηριώνεται με έκδοση η οποία περιλαμβάνει κείμενα του ιστορικού τέχνης Jacques Donguy, της Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας Μορφίας Μάλλη, καθώς και της ιστορικού τέχνης και επιμελήτριας της έκθεσης Άλιας Τσαγκάρη.

Η έκθεση τελεί υπό την αιγίδα του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών.

*Οι δύο φωτογραφίες της ανάρτησης αποτελούν δείγμα των εκθεμάτων.

Γρηγόρης Σακαλής, Πλάσμα

Ένα κίτρινο φόρεμα
περιέχει το σώμα της
κι ένα μαύρο φουλάρι
το στολίζει
Θεέ μου, τί ομορφιά
πόσο γαλαντόμος ήσουν
όταν την έπλαθες
μάτια αμυγδαλωτά
και μαλλιά σγουρά
πόσοι την έχουν αγαπήσει
μα αυτή είναι φειδωλή
δε δίνει εύκολα
την αγάπη της
εγώ τί τύχη να ’χω
που δεν είμαι αντάξιός της
μα δεν πειράζει
θα την αγαπώ από μακριά
μου φτάνει που τη βλέπω
ν’ ανασαίνει, να χαμογελά
κι ας μη μ’ αγαπάει.

*Δημοσιεύτηκε στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”.

Μικρό σχόλιο για τον Διονύση Σαββόπουλο

Ειρηναίος Μαράκης*

Έφυγε από τη ζωή ο Διονύσης Σαββόπουλος, ένας δημιουργός που καθόρισε όσο λίγοι τη μουσική, πολιτική και πολιτισμική ταυτότητα της νεότερης Ελλάδας. Το έργο του σημάδεψε εποχές, γενιές και διαθέσεις· υπήρξε ένας καθρέφτης αλλά και παραμορφωτικός φακός της νεοελληνικής κοινωνίας, συνομιλώντας με την ιστορία, τις ιδεολογίες, τα πάθη και τις μεταμορφώσεις της. Με τη φωνή, το λόγο και τη στάση του, ο Σαββόπουλος εξέφρασε, όπως ελάχιστοι, το αντιφατικό πνεύμα μιας εποχής που αναζητούσε ελευθερία, ταυτότητα και ελπίδα μέσα στις αλλεπάλληλες μεταπολεμικές και μεταπολιτευτικές της περιπέτειες.

Είναι μια σκληρή αλήθεια, ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος στο Περιβόλι του τρελού (1969), στον Μπάλλο (1971) και στο Βρώμικο ψωμί (1972), για να αναφέρω κάποια από τα σημαντικότερα μουσικά έργα του, δεν είναι ο ίδιος Σαββόπουλος που θα συναντήσουμε λίγο αργότερα στη Ρεζέρβα (1979) – διαφαίνεται ήδη μια πρωτόλεια “αντιδραστική” θεώρηση του κόσμου και της τέχνης, ακόμα και της δικής του προγενέστερης και φωτεινά προοδευτικής παρουσίας – στον δίσκο Τραπεζάκια έξω (1983) που περιλαμβάνει το τραγούδι «Ας κρατήσουν οι χοροί» με τον εθνικιστικής απόχρωσης στίχο «σε μέρη αυτόνομα μέσα στην τουρκοκρατία» και, βέβαια, στο Κούρεμα (κυκλοφόρησε, τι ειρωνεία, στο “βρώμικο” ’89), που αποτέλεσε το λιγότερο επιτυχημένο εμπορικό δίσκο του, αν και περιέχει ένα διαχρονικό αριστούργημα, το Καλοκαίρι. Ωστόσο, πέρα από τις σκληρά συντηρητικές ιδεολογικές στροφές του, τις οβιδιακές μεταμορφώσεις του και τη στήριξή του σε πολιτικές που στρέφονται ενάντια στις ανάγκες και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης στον τόπο μας, ο Σαββόπουλος υπήρξε ένας βαθύς καταγραφέας του ελληνικού μικρόκοσμου: της αμηχανίας και της οργής του, του φόβου και της χαράς του, της ανάγκης του να σταθεί όρθιος μέσα στην Ιστορία. Από το Μωρό και τη Δημοσθένους Λέξις μέχρι τη σπουδαία τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ1 Ζήτω το ελληνικό τραγούδι που μεταδιδόταν την περίοδο 1986- 1987, ο λόγος του άλλοτε προφήτευε κι άλλοτε απογοήτευε.

Σήμερα που φεύγει, μένει να θυμόμαστε πως ο Σαββόπουλος, με όλες του τις αντιφάσεις και τις επιλογές, υπήρξε κάτι ιδιαίτερο: ένας διαχρονικός δημιουργός, που ακόμα και ενάντια στις δικές του, απέλπιδες προσπάθειες να αλλάξει τα νοήματα του προγενέστερου έργου του για να ταιριάξει με την «αναθεωρητική» τάση στην Ιστορία – την οποία προβάλλουν και διαφημίζουν με επιμονή από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μέχρι την τραμπική ακροδεξιά – όπως κάνει, για παράδειγμα, στην αυτοβιογραφία του Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα (εκδ. Πατάκη), ξέρει και γνωρίζει ότι «όλα είναι συνειδητά», ιδιαίτερα σε μια εποχή κρίσεων αλλά και αγώνων. Με τα χρόνια, ο Σαββόπουλος, τόσο πολιτικά όσο και καλλιτεχνικά, πέρασε στην αντίπερα όχθη· όμως μάς άφησε τραγούδια (Κιλελέρ, Στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ, Ζεϊμπέκικο, Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη, Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο, Άγγελος εξάγγελος), που μέχρι σήμερα υπερασπίζονται τη θέση τους μέσα στη συλλογική μας μνήμη – όχι μόνο για να μας θυμίσουν τι ίσως χάθηκε αλλά και για να μας καλέσουν να ξαναβρούμε εκείνη τη χαμένη δυνατότητα του τραγουδιού να λέει την αλήθεια.

Ας είμαστε ειλικρινείς: όσο κι αν αλλοιώθηκε η δημόσια και καλλιτεχνική περσόνα του, πίσω από τις δηλώσεις, τις επιλογές και τις υποχωρήσεις του, παραμένει ο δημιουργός που κάποτε – μεταξύ άλλων – ένωσε την ποίηση με τον δρόμο, το όνειρο με την πολιτική, το ατομικό βίωμα με τη συλλογική μοίρα. Κι αν τελικά ο Σαββόπουλος δεν άντεξε το βάρος των νεανικών του επιλογών, το έργο του εξακολουθεί να μάς προκαλεί: να σκεφτούμε, να αμφισβητήσουμε, να τραγουδήσουμε. Αυτό, ίσως, είναι και το πιο τίμιο μνημόσυνο που μπορούμε να του κάνουμε.

*Ατέχνως (21/10/2025)
https://atexnos.com/mikro-scholio-gia-ton-dionysi-savvopoulo/

Μανόλης Αναγνωστάκης, Θά ῾ρθει μιὰ μέρα

Φωτογραφία: Fernando Pedro Salgado

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα
ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι
καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη,
μὰ δὲ βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία
ἢ γιὰ νὰ ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ
νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲ βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας
εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο
ἴσως καὶ στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ
δὲ μπορεῖς νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ -ξεχνῶ πάνω σὲ τί-
κι εἶναι κρῖμα
γιατὶ ἦταν τόσο μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου,
ἀλλὰ κι ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου,
νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.