Χρίστος Κασσιανής, θορυβώδεις επίλογοι

οι επίλογοι κάνουν τον θόρυβο

Μη θορυβείτε, τέρμα οι παρεμβολές
να γίνει επίλογος αδημονείτε
στο πέταγμα των σκιών υπό τον ήλιο

θα επιβιώσουν οι Ισχυροί, μονολογούνε
η γάτα παίζει με τα πεσμένα φύλλα
το πλήθος συγκεντρώθηκε τον αποδιοπομπαίο ν’ αποθεώσει

καλύτερο δεν έχει
στο πλήθος που τρέχει
με τις παλιωμένες του μάσκες

Νοέμβριος 2020

Αντώνης Μπουντούρης, Πάσχα

Το χεροπάλεμα της σάρκας
κι η απαντοχή στον Τίμιο θάνατο.

Μια χαρά
σαν αυτή που γειτονεύει
με τις Κυριακές.

Διεσταλμένα τα μάτια μου

Στον τρόμο και στο Θαύμα.

Constantine P. Cavafy-Poems

vequinox's avatarManolis

ΤΟ ΔΙΠΛΑΝΟ ΤΡΑΠΈΖΙ

Θάναι μόλις είκοσι δυό ετών.

Κι όμως εγώ είμαι βέβαιος που, σχεδόν τα ίσα

χρόνια προτήτερα, το ίδιο σώμα αυτό το απήλαυσα.

Δεν είναι διόλου έξαψις ερωτισμού.

Και μοναχά προ ολίγου μπήκα στο καζίνο

δεν είχα ούτε ώρα για να πιω πολύ.

Το ίδιο σώμα εγώ το απήλαυσα.

Κι αν δέν θυμούμαι, που ένα ξέχασμα μου δέν σημαίνει.

Α, τώρα, να, που κάθησε στο διπλανό τραπέζι

γνωρίζω κάθε κίνησι που κάμνει, κι απ’ τα ρούχα κάτω

γυμνά τ’ αγαπημένα μέλη ξαναβλέπω.

THE NEXT TABLE

He must be barely twenty two years old.

And yet I am certain that the same number

of years ago, I enjoyed this same body.

It is not an erotic flush at all.

And it was just a little while ago that I entered the casino;

so I haven’t had time to drink much.

I enjoyed this same body.

And if I don’t…

View original post 32 more words

Ζωή Καραπατάκη, Στην πόλη μας

αυτό που τρίζει μέσα στη σιωπή
είναι το μονοπάτι σου
που τώρα μόνο του πάει και πάει

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, διήγηση

Όλα τα σύμφωνα δεν έφταναν
για να ψελλίσουν τη συννεφιά
Το εμβαδόν της αν και απροσδιόριστο
τα κατάφερε και χώθηκε από νωρίς το πρωί
έτσι όπως ήταν σύσσωμο
ανάμεσα στην καρδιά και το σηκώτι
Και τότε μια υγρασία
τα κάλυψε όλα
Τα βλέμματα
Τις φωνές
Τις κινήσεις
σαν να μην τα είχε δει ποτέ ο ήλιος
Και τα στόματα
μια λίμνη έγιναν
τόσο ατάραχη
που θα πίστευε κανείς
ότι δεν είχαν μιλήσει ποτέ

Αυτά συνέβησαν μόλις
ολοκληρώθηκε η οδηγία – διαταγή
από τα μεγάφωνα της –
νέου τύπου – πόλης μας

Φωνή απ’ την Θάλασσα | Πάνος Κεφαλάς

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kefalas

Ο Κέρουακ είπε «Ίσως αυτό να είναι η ζωή. Ένα κλείσιμο του ματιού στα αστέρια. Σ’ αυτή την αιώνια αναζήτηση αλήθειας, ο ποιητής είναι μόνος. Προσπαθεί να γίνει παντοτινός σε μία κοινωνία που βασίζεται στον χρόνο». Από το πρωί, τα λόγια αυτά με βασανίζουν.
Σήμερα δεν ταξίδεψα στην νεραντζιούπολη.
Δεν γνώρισα κάποιον άγνωστο στο μετρό ή στον ηλεκτρικό.
Δεν έβγαλα ούτε μία φωτογραφία.
Σήμερα γνώρισα τη θάλασσα.
Ήταν κρυμμένη σε δύο μάτια.
Σήμερα μίλησα με τη θάλασσα.
Της εξομολογήθηκα τις σκέψεις μου και τις αμαρτίες μου.
Μερικούς από τους πόνους και τις απογοητεύσεις που βίωσα τον περασμένο χρόνο.
Η θάλασσα με άκουσε με κάθε ειλικρίνεια.
Ταυτίστηκε μαζί μου.
“Πονώ με τον πόνο σου, πάω προς το βυθό σου”, αναφώνησε με θλίψη.
Δεν πίστευα ότι θα έκανα ακόμη ένα ταξίδι.
Μα όπως ο ύπνος φέρνει όνειρα, έτσι και η θάλασσα φέρνει ελπίδες.
Φοβήθηκα!
Κι η θάλασσα ένιωσε τον φόβο μου.
Κι…

View original post 186 more words

Νίκος Σφαμένος, Αν

Στον Θεόδωρο Μπασιάκο

Αν με ρωτούσες
θα σου λεγα
πως θα θελα
να μασταν
σε ένα από τα καφενεία
που σου έγραφα
και να τραγουδάμε
για εκείνα τα όνειρα
που ταξίδεψαν

έπειτα
θα σκορπίζαμε ποιήματα
σε φωτοτυπίες
χορεύοντας
στους έρημους δρόμους

ανοιξιάτικο βράδυ
η πόλη κοιμάται

αγγίζω το βιβλίο
που μου χες στείλει τότε
και χαμογελάω
σίγουρος
πως θα ανοίξουμε μαζί τις σελίδες
και οι μέρες μου θα πάρουν λίγο χρώμα

25/4/2021

Η εκκρεμότητα του τέλους

Γιώργος Δάγλας: «Ταριχευτές πουλιών», Εκδόσεις «Κύμα», 2020, Σελ. 46.

Πέτρος Σ. Στεφανέας*

Η επιλογή της παιδικότητας δεν είναι τυχαία για τον ποιητή και πρόκειται κατ’ ουσίαν για ανάκληση – μέρος της προσέγγισης του χρόνου.

Ο Γιώργος Δάγλας στην τελευταία ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ταριχευτές πουλιών» επιβεβαιώνει την ποιητική του παρουσία ως ποιητής με κεντρικό άξονα την αποτύπωση της μελαγχολίας και την αναζήτηση της ταυτότητας της ακύρωσης.

Ο θάνατος ως απουσία διατρέχει το σύνολο του βιβλίου –«Οταν φύγω για τα επουράνια, μια παιδική παράσταση θα κλείνει την αυλαία της»– με την παιδικότητα να είναι το κλειδί της μετάβασης στην αθανασία. «Οταν φύγω ένας πικρός κλόουν θα υποκλίνεται στη μέση του τσίρκου, και τα παιδιά θα χειροκροτούν ενθουσιασμένα».

Η αδυναμία του ποιητή να παρακολουθήσει τον χρόνο λειτουργεί εξαγνιστικά και αποδομητικά –«ένας αργοπορημένος επιβάτης θα τρέχει να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο και μισότρελοι ποιητές θα με θάβουν στο βάθος μιας παλιάς ταβέρνας».

O αυτοσαρκασμός και η αποδόμηση του ποιητή είναι παρόντα σε όλα τα ποιήματα της συλλογής –«με πόσο γάλα και ξύδι να ξεπλυθώ»– αλλά και με αναφορές σε τόπους (Σύρος, Γαλαξίδι). Το ποίημα «Σύρος» συμπυκνώνει τη μελαγχολική ματιά του ποιητή: «Είχα μεγαλώσει γρήγορα. Ερχόμουν από τη στέπα μέσα από άγρια ανεμοθύελλα. Ενα μακρινό ταξίδι χωρίς αποσκευές και πυξίδα».

Η παιδικότητα επιστρέφει και σ’ αυτό το ποίημα ως σημείο αναφοράς: «Λίγα κιτρινισμένα χαρτιά με παράξενες σφραγίδες και ένα παιδικό παιχνίδι στις λυπημένες τσέπες μου». Το παιδί ως νοσταλγική αφετηρία της ζωής αλλά και ως όχημα για την ανακάλυψη της φύσης – ποίημα «Σύρος»: «Ενα γεράνι δίπλα στα ναυπηγεία με τα πλοία που λαχτάρισαν να ανοιχτούν στην απέραντη θάλασσα – ένα γεράνι – ήρθα να δω».

Η επιλογή της παιδικότητας δεν είναι τυχαία για τον ποιητή, πρόκειται κατ’ ουσίαν για ανάκληση – μέρος της προσέγγισης του χρόνου, το ομώνυμο ποίημα είναι χαρακτηριστικό: «Τόση έρημος λες πού χάθηκε; Και τώρα δύο κόκκοι άμμου σε τόση κλεψύδρα. Και τρέχεις έντρομος μέσα στη νύχτα να ψάξεις το ποδήλατο που σου κλέψανε παιδί». Ο χρόνος όμως μπορεί να πλανέψει: «Μα το απόγευμα αυτό ήρθε από κάπου αλλού. Το είδα από μακριά και το γνώρισα σαν μια άγνωστη που σου έμοιαζε και την ακολούθησα σε μια μάταιη ελπίδα». Επιλέγει την ακύρωση στο τέλος της πλάνης.

Ο Γιώργος Δάγλας γεννήθηκε στην Ιθάκη, το 1958. Εχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Η μέρα των φωταγωγών» (Ελεύθερος Τύπος, 1982), «Το μαύρο χιόνι» (Ελλέβορος, 1989, β’ έκδ. Φίλντισι, 2016), «Καντάδες για ένα δαίμονα» (Φίλντισι, 2014) και «Ταριχευτές πουλιών» (Κύμα, 2020). Είναι ψυχή των εκδόσεων «Κύμα» και κοσμήτορας της Πανελλήνιας Ενωσης Λογοτεχνών.

Υπεύθυνος ύλης στο λογοτεχνικό περιοδικό «Κύμα», συνεργάζεται με το ραδιόφωνο, περιοδικά και λογοτεχνικά μπλογκ. Εχει ασχοληθεί με τον στίχο. Πιο συγκεκριμένα, οι «Καντάδες για ένα δαίμονα» έχουν μελοποιηθεί από τον συνθέτη Βασίλη Λαγό και ερμηνεύονται από την Ντόρα Βλάσση, τον Λάκη Χαλκιά και τον Γιώργο Ρωμανό, και η πρόζα με τίτλο «Το σίδερο» μελοποιήθηκε από τον Νεκτάριο Καζαντζή και ερμηνεύεται από τον Δημήτρη Ζερβουδάκη. Περισσότερα μπορεί να δει κανείς εδώ.

Η ποίηση του Γιώργου Δάγλα όπως αποτυπώνεται στο τελευταίο βιβλίο του δεν είναι μόνο ποίηση της ακύρωσης, πηγαίνοντας πιο πέρα προτείνει διεξόδους σε απλές εκδοχές του βίου, σαρκάζει τους πάντες και τον ίδιο τον ποιητή. Η ανατροπή ως διέξοδος αποδομείται, ενώ η επανάληψη των μοτίβων οδηγεί σε μια δυστοπία φτιαγμένη με ποιητικό υλικό. Το ποίημα «Ο Βυθός» συνοψίζει αυτή του τη στάση:

«Να ακούω τη μνήμη να έρχεται και να φεύγει μ’ ένα ανυπόμονο βογγητό». «Ν’ ακούω την ίδια ιστορία γι’ αυτούς που δεν γύρισαν ποτέ πίσω». Συνοψίζοντας, στο βιβλίο «Ταριχευτές πουλιών» ο Γιώργος Δάγλας σκηνοθετεί μια μικρή ποιητική παράσταση, γιατί «με έναν άλλο θίασο θα φύγω», για να καταλήξει τελικά «σε αυτά τα στενά δρομάκια συναντώ τους παιδικούς μου έρωτες και μελαγχολώ». Το θέατρο κυριαρχεί και σε παλαιότερα ποιήματα («Η μέρα των φωταγωγών»): «Μ’ άνεργους ηθοποιούς κι αλκοόλ θα τη βρω. Κι έτσι νομίζω χωρίς άγχος με κουβέντες καλές θα πεθάνω».

Ο ποιητής στην πορεία του αναζητά μόνιμα τη σημασία του ίσιου δρόμου: «Κάθε τόσο σταματούσε στη μέση του δρόμου // σκόνταφτε σε μια μνήμη, κι άλλαζε κατεύθυνση. Κάπου μακριά έπαιζε μια ορχήστρα, κι οι φίλοι πίνανε κρασί. Αλλοι είχαν φύγει από καιρό, κι άλλοι τον είχαν ξεχάσει. Και το κορίτσι που χόρεψε, ήρθε και κάθισε δίπλα του, και τον κοίταζε στα μάτια κι αυτός κάθε τόσο σκόνταφτε στον ίσιο δρόμο της ζωής του».

Στο τέλος μια προσωπική έξοδος από τη σκηνή. «Εσκυβε το κεφάλι, έβαζε ξανά το φάκελο στην τσάντα κι έφευγε ήρεμος. Τότε άναβε ξαφνικά ο ξεχασμένος φάρος, χιλιάδες πλοία γέμιζαν το πέλαγος μ’ όλα τα φώτα αναμμένα και τα κύματα χάιδευαν στοργικά τα βράχια». Η Ιθάκη, τόπος γέννησης αλλά και μόνιμης αναφοράς του Γιώργου Δάγλα, διατρέχει συνολικά την ποίησή του ως το σύμβολο της αέναης ανθρώπινης διαδρομής προς ένα άγνωστο τέλος.

Ο ποιητής δεν μας προτείνει συγκεκριμένο τέλος, θρηνεί όμως την ύπαρξή του. Ο θρήνος του είναι προσωπικός με στοιχεία αυτοσαρκασμού –«Ελάσσων Ιθακήσιος ποιητής». Επιζητά την εκκρεμότητα του τέλους και την αποδέχεται ως πιθανά τον βεβαιότερο νόμο της ζωής.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/290289_i-ekkremotita-toy-teloys

Raoul Vaneigem: Η ζωή περνά, η ζωή χάνεται

H ζωή περνά, η ζωή χάνεται
Οι μέρες πορεύονται με το βήμα της πλήξης
Το Κόμμα των Κόκκινων, το Κόμμα των Γκρίζων
Οι επαναστάσεις μας προδίδονται

Η εργασία σκοτώνει, η εργασία πληρώνει
Ο χρόνος εξαγοράζεται στο σουπερμάρκετ
Ο πληρωμένος χρόνος δεν επιστρέφει
Η νεότητα θανατώνεται από τον χαμένο χρόνο

Τα μάτια, που φτιάχτηκαν για την αγάπη
Είναι οι αντανακλάσεις ενός κόσμου αντικειμένων
Χωρίς όνειρα και χωρίς πραγματικότητα
Είμαστε καταδικασμένοι σε εικόνες

Εκείνοι που σκοτώθηκαν, εκείνοι που πέθαναν από την πείνα
Έρχονται προς το μέρος μας από τα βάθη του παρελθόντος
Τίποτα δεν άλλαξε, αλλά τα πάντα ξεκινούν
Και ωριμάζουν στη βία

Καείτε, κρησφύγετα των παπάδων
Φωλιές των εμπόρων, των αστυνομικών
Στον άνεμο που μεταδίδει τη θύελλα
Οι γιορτινές μέρες δρέπουν τους καρπούς τους

Τα όπλα στρέφονται εναντίον μας
Θα στραφούν ενάντια στα αφεντικά
Όχι πια ηγέτες, όχι πια Κράτος
Για να κερδίζουν από τους δικούς μας αγώνες.

Στίχοι: Raoul Vaneigem, 1961
Μουσική: Francis Lemonnier
Μετάφραση από τα γαλλικά στα αγγλικά: NOT BORED! Οκτώβριος 2006.
Μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνικά: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι, Δεκέμβριος 2006.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Jacques Herold, La Recontre (1936)

ΤΥΨΕΙΣ

Άργησα πολύ να σε συναντήσω
Με ξεπέρασαν οι επαναστάσεις
Θώρακες στρατιωτών περιμένουν
Να πληγωθούν απ’ το χέρι σου
Μπαίνεις ξυπόλητη στον τάφο
Βγαίνεις ζωντανή μα πιο μόνη
Τοπία αλκοολικών σ’ ακολουθούν
Αμπέλια μεθυσμένων συνειρμών
Ζωγράφοι υπερθετικού βαθμού
Του σώματος που σπαρταράει.

Κι εγώ πνιγμένος απ’ τις τύψεις
Θα φασκιώνω νεογέννητες λέξεις
Μ’ ένα κατάλευκο κομμάτι χαρτί.

*

ΣΚΕΨΕΙΣ

Στο πιάτο απορρίμματα σκέψεων
Βγαλμένες από δοκιμαστικό σωλήνα
Έφαγα βιαστικά μερικές πιρουνιές
Τις υπόλοιπες δώρο στα περιστέρια
Τότε αυτά άρχισαν να αρρωσταίνουν
Πέθαναν σε μια μέρα περίπου είκοσι
Ασθενοφόρα μάζευαν τα πτώματα
Πρώτα τα άσπρα και μετά τα γκρίζα
Ρατσισμός ακόμη και στον θάνατο
Οι φωτογράφοι έβγαζαν μεροκάματο
Γελούσαν τα δόντια των ρεπόρτερς
Μεταφυσική στη μέση του δρόμου
Επιχειρήματα με ισχνές προκείμενες
Ρουκέτες αναπόδεικτων ισχυρισμών.

Όταν χώνεψα καλά όλες τις σκέψεις
Ξάπλωσα στον ίσκιο του πλάτανου
Και αναλήφθηκα στους ουρανούς.

*Από τη συλλογή “Ο Εισπράκτορας”, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, Εκδόσεις Στοχαστής, Καλοκαίρι 2017.