Λευτέρης Πούλιος, Η Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη

Μανιασμένη βροχὴ
πάνω ἀπ’ τὰ θαμμένα δάχτυλά μου.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
κάτω ἀπὸ ’να δέντρο
ἔξω ἀπ’ τὴ σπηλιὰ
Μ’ ἄγριες κουρελιασμένες προβιὲς
Καὶ βιβλικὴ γενειάδα-
ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι τσουκνίδα
εἶναι εὐάλωτη-
Κακοσιτισμένο
Νὰ ἀγναντεύει τὸ μαχητικὸ ἀφρὸ
τῆς ἀκροθάλασσας
Καθετὶ εἶναι γεμάτο
καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἐλευθερία.
Εἶδα τὸ ἀνθρώπινο πλάσμα
Στὸ ναὸ τῆς φαντασίας μὲ ἰκετήρια κλαδιὰ
Τρέμοντας μὲ σκέψεις φτωχοῦ θεοῦ
Τὸ εἶδα
στὴ στοιχειωμένη πολυκατοικία
Ὁδηγημένο στὴν αφθονία
μὲ αὐτοκίνητο οὐίσκι ἔντυπο
ἢ στὸ ἄντρο τῆς μιζέριας
Μὲ ὁλόλαμπρη γύμνια χλωμὰ στήθια
Ὀρυχτὰ στολίδια νεκρὸ βρακὶ
Ἡ μεγαλειότητά του περιμένοντας φώτιση
κάτω ἀπὸ ληστρικὰ νύχια
Ἔξαλλο βασανιστήριο
Φτυστὰ στὸν καιρό.
Κακόμοιρο πετσὶ θαμμένο
μέσα σὲ τόση νύχτα
Ἡ Ἀμφισβήτηση εἶναι εὐάλωτη
Μέσα στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

*Βίντεο: Thanasis Panou

Χρήστος Τσιαήλης, Ανθρακονήματα

Ο [άνθ]ρακας κατάφερε να κάνει το δικό του
ξεπέρασε κι αφάνισε πια το συνηθισμένο
ίνες μικρές, αόρατες σε συμπαγείς ενώσεις
διαφεντεύουν το σύστημα
μονοπωλούν το πλέγμα
όσο κι [αν θ]έλεις να κρυφτείς
κάποτε θα τ’ αγγίξεις
το ξένο τούτο υλικό
σκληρότερο απ’ ατσάλι
και ελαφρύ σαν δέλεαρ
του μόχθου ο εφιάλτης.

[Άνθ]ρακα μη με παρατάς
μη γίνεσαι άλλο ξένος
στρέφονται πια στα χημικά
κι αφήνουν τη χημεία
αν με αφήσεις πλαδαρό
πώς θα ορθοποδήσω.

Είναι κι η αεροναυπηγική
όλο μου τραγουδάει
να πάω ιπτάμενος, να ευφρ[ανθ]ώ
γιορτή μήπως και ζήσω
το όνομά μου ίσως θυμηθώ
το εισιτήριο, αν διαβάσω.

Κοίτα όμορφες κυρίες γηραιές
χαρτί, γυαλί και πλαστικό
αδέσμευτη σιλικόνη
στα παλαιοπωλεία που μείναν
αγέρωχα να προμαχούν
του μέλλοντος το διαβα.

Μαύρα [ανθ]ρακονήματα
σε κύβους και σε σφαίρες
σε πλάγια κοψίματα
του κόσμου η νέα μοίρα
σε μαγαζιά κομψά στημένη
δεν είναι μεταβατικός συρμός
κυκλοφορούν διαδικτυακές
αιτήσεις για νέες αιρέσεις.

[Άνθ]ρακα μην ανησυχείς,
όλο το τερατούργημα
θα γίνει ολοκαύτωμα
όταν πια άυλοι εμείς
αλλού θα κατοικούμε
τα νέα ζώα που θα ρθου[ν
θα] τα καθοδηγήσεις.

*Από τη συλλογή “Συμπτώματα”, Εκδόσεις Γκοβόστη, 2021.

Βύρων Λεοντάρης, Ζωή – χωρίς να ζούμε

Φωτογραφία: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

Τόσα φιλιά- μα δίχως χείλη
τόσοι φρουροί- μα δίχως πύλη
τόσοι αγώνες- δίχως μάχη
Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει Έρωτας

δίχως ν’ αγαπάμε.
Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε
Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία… δική σου ή άλλη…

Τι σκαλίζεις Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,

-Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω, λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου

τόσες αφές- μα δίχως χέρια
τόσες ειδήσεις- δίχως περιστέρια
τόσες μαγείες- δίχως θάμα.αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας…
Ζωή- χωρίς ποτέ να ζούμε.

να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.
-Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;
σάπια βροχή και τιποτένια.

το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου.
ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…

Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Δύο ποιήματα

Παιδί στο προσφυγόσημο

Παιδί στο προσφυγόσημο
ξυπόλητο σαράντα χρόνους
ρακένδυτο και δακρυσμένο
πλάι στο συρματόπλεγμα
θέλει ελεύθερο να περπατήσει
να ζήσει θέλει
να ξεκολλήσει επιτέλους
την παιδική ψυχή από το έρεβος.
Εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε
σε φάκελους σημαδεμένους
Δεν ωφελεί

*

Λήδρας

Πέραν του οδοφράγματος
χρόνος ανάδρομος
χώρος αλαλάζων
ουρανός πλατύτερος
μνήμη αιχμηρή
Η χώρα ενδότερη
στρώματα ιστορίας
σώματα μυθολογίας
χώματα και ονόματα
φιλολογία
Εκεί
η πατρίδα ψυχή
πτώμα σε Προκρούστειο κλίνη.

*Από τη συλλογή «Εκ του σύνεγγυς», Εκδόσεις Φαρφουλάς, Ιούλιος 2014.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Δύο ποιήματα / Two poems

ΗΛΕΚΤΡΙΣΕ

Θα επέστρεφες από ταξίδι.
Στο τηλέφωνο μού περιέγραψες
το τοπίο που διέσχιζες με το αυτοκίνητο,
τη διαύγεια και τα εξαιρετικά χρώματα της μέρας.
Ο ήχος της φωνής σου
άγγιξε, ηλέκτρισε με έρωτα όλο το σώμα μου.

Ένα ντελίριο.
Εκτυφλωτικός και πανίσχυρος ο έρωτάς μας.

CHARGED

You had returned from some trip.
On the phone you described to me
the landscape you crossed by car,
the clarity and special colours of the day.
The very sound of your voice
touched and charged my body with desire.

Our passion
a delirium, which blinds and overwhelms.

*

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΜΟΥ

Φέγγος, αγλάισμα της ψυχής μου.
Σ’ ερωτεύτηκα,
και το λάγγεμα απύθμενο,
ίμερος ολοκληρωτικός.

Πέρα από τις δυνάμεις μου
να λύσω τα δεσμά
που με φέρνουν σε σένα.
Μαγικά δεσμά, ισόβια.

WELL BEYOND MY POWERS

My soul’s adornment and light.
I fell in love with you
and surrendered to complete
fathomless desire.

To undo the fetters
that bind me to you
is well beyond my powers.
Such magical fetters, for life.

*From the book “TRAGEDY and the DEN of the SENSES”, Alfeios Editions, 2020. Translated from Greek by Douglas Babington.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα


Federico Castellón (1914-1971): The Dark Figure (1938)

Στέρεψαν τα μονοπάτια

Στέρεψαν τα μονοπάτια
μπούχτισαν οι κρύπτες τους
στόμωσαν οι διέξοδοί τους

στην ύστατη τούτη ώρα
ό,τι απέμεινε χάσκει
παρακλητικά
απλώνοντας το χέρι
για ελεημοσύνη
σε πρώην χορτάτους
συνδαιτημόνες
των ηχηρά μεγάλων.

*

Με αχνίζοντα ρουθούνια

Εμμένουμε στις πληγές μας
λατρεύουμε τη μοναξιά
οι ξερολιθιές μας θωπεύουν
ξασπρίζουν τα μαλλιά μας
οι κύκλοι μας χάνουν
την περίμετρό τους
αλλάζουν χρωματισμούς
αρνούνται να μας εμπεριέχουν
μας εγκαλούν
με αχνίζοντα ρουθούνια

Alda Merini, Δύο ποιήματα

Μ’ αρέσει το ρήμα νιώθω

Μ’ αρέσει το ρήμα νιώθω…
Νιώθω τον φλοίσβο της θάλασσας,
νιώθω τη μυρωδιά της.
Νιώθω τον αχό της βροχής
που σου βρέχει τα χείλη,
νιώθω την πένα
που χαράζει συναισθήματα
σ’ έν’ άσπρο φύλλο.

Νιώθω τη μυρωδιά εκείνου που αγαπάς,
νιώθω τη φωνή του
και το νιώθω με την καρδιά.
Νιώθω είναι το ρήμα
των συγκινήσεων,
που λικνίζεται πάνω στη ράχη
του κόσμου
και νιώθεται…


Και ακόμα πιο εύκολo

Και ακόμα πιο εύκολο θα μου ’ταν
να κατεβώ σ’ εσένα από τις πιο σκοτεινές σκάλες,
εκείνες του πόθου που μου χιμάει
σαν στερημένος λύκος μες στη νύχτα.

Ξέρω καλά πως θα έδρεπες τους καρπούς μου
με της συγγνώμης τα σοφά χέρια…

Και ξέρω επίσης πως μ’ αγαπάς με αγάπη
αγνή, απέραντη, βασίλειο της θλίψης…

Το δάκρυ μου όμως για σένα εγώ το ’σβησα
μέρα τη μέρα σε άπλετο φως
κι αμίλητη το ξαναστήνω στα μάτια μου
που, όταν σε κοιτάζω, τρέφονται μ’ αστέρια.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου

**Παρμένα από εδώ: http://www.poiein.gr/2020/11/01/alda-merini-21-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%BF%CF%85-1931-1-%CE%BD%CE%BF%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85-2009-%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1/?fbclid=IwAR0Ggu7fVuStT4macd9XMfacx9k1flOIcp4ClSlkSHdNJzwPBwjfRqLTj1M

Πουπερμίνα, Η γοργόνα


Juan Muñoz (Spain), A Room Where it Always Rains

[Μνήμη Ε.Τ.*]

Το καμένο σουτιέν

μιας Cécile

έναν Μάη

νίκησε την εντροπία

της στάχτης του

ανασύστησε την

σομόν δαντέλα

πέταξε ψηλά και

κρεμάστηκε σε γυμνό κλαδί

-Γι’ αυτό, απόρησε,

καήκαμε εμείς;

Για τούτες τις ειδήσεις

σπάσαμε με τις ντουντούκες

της επιθυμίας τα δεσμά;

Με μιας τότε σηκώθηκαν

ανταριασμένες

η Έμιλυ

η Βιρτζίνια

η Καλλιρρόη

μα και η ίδια η καμία

η Cécile

πήγαν μαζί να βρουν

την πληγωμένη

στα νερά της Ρόδου

της δώσανε φιλί γλυκό

την αγκαλιάσαν

κι εκείνη λευκή

απ’ τον αφρό ξεπρόβαλε

και μίλησε

Κορίτσια,Μη φοβάστε!
(*Ελένης Τοπαλούδη)…

Ν. Συριάκκης, Ένα ποίημα για τον εργάτη

Εργάτη: Τι έχεις και βογγάς
Και βαριαναστενάζεις,
Αφού εσύ ‘σαι το θεριό
Γιατί βοήθεια κράζεις;

Γιατί δεν αντρειώνεσαι
Τα σίδερα να σπάσης;
Μέσα στο δόλιο συ κλουβί
Ως πότε θα σπαράζεις;

Ακόμη δεν κατάλαβες
Την τόση δυναμή σου;
Ξύπνα λοιπόν και σύντριψε
Όλα με την πυγμή σου!

*Ο Ν. Συριάκκης ήταν εργάτης καπνεργοστασίου στο Βόλο. Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Εργάτης” της ίδιας πόλης, στις 13 Οκτώβρη 1909.