Μίλτος Σαχτούρης, ‘Ω σε ποιαν Άνοιξη

‘Ω σε ποιαν Άνοιξη
ποιο τραγούδι χιονισμένο
ανοίγει τα μεγάλα μάτια του

Πουλιά με γαλάζια μαύρα φτερά
μια λάμψη από παγωνιά
αθάνατη
γυαλιστερή σα μαχαίρι
ώ απέραντα παιδικά μου
xρόνια
ώ απέραντή μου τώρα
με αίμα
νεότητα.

*Από τη συλλογή “Σφραγιάδα ή η όγδοη σελήνη” (1964). Το ποίημα και το βίντεο της ανάρτησης, τα πήραμε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2021/05/12/oh-se-pian-anoixi/

Μαρία (ένα ψευδώνυμο)

milenaphotopoetry's avatarmilenaphotopoetry

ΜΑΡΙΑ ένα ψευδώνυμο _________________________________________ Συχνά εκεί ψηλά στο υπέρδιπλο ταβάνι πετάριζαν οι μακρόσυρτες κορώνες από τα υπερκοπωμένα της λαγόνια η Μαρία δεν είχε πια πρόσωπο κάποιοι το ψέκασαν με σπρέι σμάλτου και έκτοτε τα πρωινά δανείζονταν μιμικά αντανακλαστικά απ τα ευαίσθητα κλαδιά του βορεινού κήπου ύστερα τα ζώνονταν σ ένα κλοιό φωτιάς παρατηρώντας τους σκορπιούς ν αυτοκτονούν εφ όπλου με σ υ ν έ π ε ι α την ίδια συνέπεια που στης νύχτας τις ακέραιες ώρες δίπλωνε τους γλυκείς της όρκους κάτω από σεντόνι λευκό όταν αυτό εξεγείρονταν δυό τρύπες του άνοιγε στ αντικριστά κι αντί για σάβανο κουκούλα το φορούσε εκεί έκρυβε τη μικροπαντρεμένη λύπη της δίχως ντροπές αναρωτιότανε πότε έγινε η ουτοπία της επάρατη που ως τα χτες είχε φτερά οι χαραμάδες του φευγιού πού κρύβονταν μήπως τις φράξανε με λάσπη εποικισμού τα ίδια περσινά χελιδόνια κι αφήσανε στη στέγη της έναν ζυγιασμένο ξύλινο σταυρό  διαλέγοντας να…

View original post 100 more words

Στη Γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι

«Ας αρχίσω για άλλη μια φορά.


Αγαπημένη μου μαμά,
Σου γράφω σε μια προσπάθεια να σε πλησιάσω – ακόμα κι αν κάθε λέξη που βάζω κάτω στο χαρτί με απομακρύνει περισσότερο από εσένα.»


Με αυτό τον τρόπο ξεκινά ο Βουόνγκ το αριστουργηματικό μυθιστόρημα – γράμμα προς τη μητέρα του με τίτλο «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι». Ένα γράμμα όπου δηλώνει πως «έχω το κουράγιο να σου διηγηθώ, απλώς και μόνο επειδή οι πιθανότητες να σε βρει αυτό το γράμμα είναι ελάχιστες – το γεγονός ότι δεν μπορείς να το διαβάσεις είναι ακριβώς αυτό που κάνει τη αφήγησή μου εφικτή.» Η αφήγησή του αυτή είναι εφικτή επειδή η μητέρα του δε γνωρίζει να διαβάζει αγγλικά καθώς εγκατέλειψε νωρίς το σχολείο στην πατρίδα της το Βιετνάμ λόγω του πολέμου.

Ο Όσιαν Βουόνγκ (Ocean Vuong) γεννήθηκε το 1988 στο Χο Τσι Μιν, στο Βιετνάμ, αλλά έζησε μόνο δυο χρόνια εκεί καθώς η οικογένειά του εγκατέλειψε τη χώρα κι αφού παρέμεινε οκτώ μήνες σε καταυλισμό προσφύγων στις Φιλιππίνες στη συνέχεια μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Η οικογένειά του (μητέρα και γιαγιά) αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Βιετνάμ γιατί η μητέρα του Ρόουζ, δεν ήταν αποδεκτή στην πατρίδα της, καθώς ήταν παιδί μεικτού γάμου που κατέληξε να αλλοιώσει το χρώμα του δέρματός της και κατά συνέπεια το βαθμό αποδοχής της από την τοπική κοινωνία. Μετά την εγκατάστασή τους στις ΗΠΑ, η μητέρα του θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τον πατέρα του καθώς εκείνος την κακοποιούσε.


Η μητέρα του του έδωσε το όνομα Όσιαν (Ocean) σε ανάμνηση και υπενθύμιση του μεγάλου ταξιδιού που πραγματοποίησαν από το Βιετνάμ στις ΗΠΑ, πετώντας πάνω από τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Ο Βουόνγκ μεγάλωσε στο Κονέκτικατ και συγκεκριμένα στο Χάρτφορντ. «Το Χάρτφορντ του Μαρκ Τουέιν, του Γουάλας Στίβενς και της Χάριετ Μπίτσερ Στόου.»

Μεγάλωσε σε μια εργατική συνοικία, ως μη λευκός, χωρίς να μιλάει αρχικά ούτε λέξη αγγλικά, κατάφερε να μάθει ανάγνωση στα έντεκα ενώ η μητέρα του και η γιαγιά του δεν μπόρεσαν ποτέ να μάθουν αυτή τη γλώσσα. Ανακαλύπτει σύντομα ότι είναι ομοφυλόφιλος. Στα χρόνια του σχολείου ο μικρός Βουόνγκ παρουσιάζει μεγάλες ικανότητες καθώς είναι ένα παιδί που παίρνει εύκολα τα γράμματα. Μετά το σχολείο μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων, αλλά εγκατέλειψε γρήγορα τις σπουδές και αποφάσισε να σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Γίνεται ο μόνος στην οικογένειά του που καταφέρνει να κάνει ανώτατες σπουδές, τη στιγμή που η μητέρα του ήταν αναλφάβητη και δούλευε ως μανικιουρίστα για τα προς το ζην.

Με την κυκλοφορία των δυο βιβλίων του «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι» και της ποιητικής συλλογής «Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου» απέσπασε διθυραμβικές κριτικές στην Αμερική και τον υπόλοιπο πλανήτη, βραβεύτηκε το 2017 με το βραβείο T.S. Eliot για την ποιητική του συλλογή και αποτελεί πλέον μια από τις σημαντικότερες και πολλά υποσχόμενες αμερικανικές συγγραφικές πένες.
Σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Τμήμα Λογοτεχνίας.

«Είμαι είκοσι οκτώ χρονών, ύψος ένα και εξήντα τρία, βάρος πενήντα ένα κιλά. Είμαι όμορφος από τρεις συγκεκριμένες γωνίες και απαίσιος από κάθε άλλη. Σου γράφω μέσα από ένα σώμα που κάποτε ήταν δικό σου. Που παναπεί σου γράφω ως γιος.»

Στο βιβλίο αυτό – γράμμα προς τη μητέρα του περιγράφει τη ζωή του με τις γυναίκες της ζωής του, τη μητέρα του και τη γιαγιά του, καθώς και τον πρώτο του έρωτα τον Τρέβορ βασιζόμενος τόσο σε πραγματικά γεγονότα και αναμνήσεις δικές του αλλά και στις διηγήσεις των δικών του από το μακρινό Βιετνάμ, τον πόλεμο και τη ζωή εκεί.

Η γιαγιά του η Λαν, αποτελεί το σημαντικότερο τόνο τρυφερότητας για τον ίδιο. Πάσχει από σχιζοφρένεια και μετατραυματικό σοκ, όπως κι η μητέρα του, αποτέλεσμα του άγριου πολέμου που έζησαν στη χώρα τους. Το όνομα Λαν σημαίνει Κρίνος και το έδωσε η ίδια στον εαυτό της καθώς δεν είχε αποκτήσει όνομα από την οικογένειά της. Ήταν απλώς το «Εφτά», δηλαδή το έβδομο παιδί της οικογένειας. Η γιαγιά του είχε μια πολύ δύσκολη ζωή για να καταφέρει να επιβιώσει και να μεγαλώσει τα παιδιά της.

Η Λαν έδωσε και στην κόρη της και μητέρα του Βουόνγκ όνομα λουλουδιού, Ρόουζ, ενώ για το μικρό Όσιαν διάλεξε το χαϊδευτικό Μικρός Σκύλος ακολουθώντας τις δοξασίες της πατρίδας της. Η Ρόουζ εργάστηκε σκληρά στην αρχή σε εργοστάσια και στη συνέχεια και για πολλά χρόνια ως μανικιουρίστα. Με τη μητέρα του ο Βουόνγκ μοιράζεται όμορφες αλλά και δύσκολες στιγμές καθώς κάποιες φορές η μητέρα του του φερνόταν με τρυφερότητα και αγάπη ενώ άλλες φορές τον χτυπούσε. «Είσαι μάνα, μαμά. Κι είσαι και τέρας. Το ίδιο όμως ισχύει και για μένα – κι αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορώ να σου γυρίσω την πλάτη. Και αυτός είναι ο λόγος που πήρα την πιο μοναχική δημιουργία του θεού και σ’ έβαλα μέσα της.»

Το καλοκαίρι που συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έπιασε δουλειά σ’ ένα αγρόκτημα με καπνά έξω από το Χάρτφορντ. Εκεί θα γνωρίσει τον Τρέβορ, τον πρώτο του έρωτα που θα τον βοηθήσει να αποδεχτεί την ομοφυλοφιλία του, την οποία ο ίδιος βέβαια γνώριζε από μικρός, από τότε που ντυνόταν με τα ρούχα της μητέρας του. Μέσα από τη σχέση τους ο Βουόνγκ θα γνωρίσει περισσότερο και το σκληρό πρόσωπο της Αμερικής, πλην των διακρίσεων που ήδη είχε υποστεί, αυτό που οδηγεί και καθοδηγεί πολλούς νέους ανθρώπους στα ναρκωτικά και τη βία.
Το βιβλίο είναι αυτοβιογραφικό με συνεχείς χρονικές αλλαγές στο παρελθόν. Ο Βουόνγκ ξεχειλίζει από λυρικότητα αλλά και βιαιότητα, από ωμότητα αλλά και βαθιά στοχαστικότητα. Συνδυάζει το ρεαλισμό με την ποιητικότητα, την αφαίρεση με τη λεπτομέρεια.
Η γλώσσα του είναι απλή όσο και ποιητική καθώς ακουμπά σημαντικά μικρές αλλά βαθιές αλήθειες της ζωής. Οι εικόνες διαδέχονται ρυθμικά σ’ ένα απαράμιλλο ρυθμό και μια οδυνηρή προσπάθεια δική του να εξοφλήσει παλιούς λογαριασμούς, να δεχτεί και να αποδεχτεί τα γεγονότα και τις αναμνήσεις του.

Το βιβλίο είναι προσωπικό, παρ’ όλα αυτά επειδή ο ίδιος είναι αφοπλιστικά ειλικρινής αυτό μεταφέρεται στον αναγνώστη που τον ακολουθεί πιστά σ’ αυτό το ταξίδι της μνήμης και της συγχώρεσης.

Παρόλο που το βιβλίο διατρέχει μια μελαγχολία, ο Βουόνγκ καταφέρνει μέσω της αγάπης και του σεβασμού που νιώθει για τη μητέρα του και τη γιαγιά του να διανθίσει το βιβλίο και με όμορφες και γλυκές στιγμές μαζί τους, γεγονός που αφήνει τον αναγνώστη με μια πικρή όσο και γλυκιά γεύση στο τέλος του βιβλίου. Σ’ αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι τόσο η γιαγιά του όσο και ο Τρέβορ πεθαίνουν στη διάρκεια των χρόνων που περιγράφει το βιβλίο.
«Αν, συγκρινόμενη με την ιστορία του πλανήτη μας, η ζωή ενός ατόμου είναι τόσο σύντομη, ένα βλεφάρισμα όπως λένε, τότε το να είσαι υπέροχος, έστω και από την ημέρα που θα γεννηθείς ως την ημέρα που θα πεθάνεις, σημαίνει ότι είσαι υπέροχος μόνο πρόσκαιρα.»

Το βιβλίο κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Gutenberg και τη σειρά Aldina, ενώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι εκδόσεις Gutenberg κυκλοφόρησαν και τα δυο βιβλία του Βουόνγκ σχεδόν ταυτόχρονα με εξαιρετικές μεταφράσεις. Αναφορικά με το βιβλίο «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι», η καταπληκτική μετάφραση ανήκει στην Έφη Φρυδά.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://passepartoutreading.gr/2021/05/14/sti_gi_eimaste_proskaira_yperoxoi/

Λεωνίδας Καζάσης, Τρία ποιήματα

Mandatory Credit: Photo by Kharbine-Tapabor/Shutterstock (6051092cu) ‘Revolt of the clergy, leaving for the Holy War, saving all cult objects’, anticlerical caricature for postcard, c. 1906 Art – various

Πίστις

Σιχαίνομαι την υποτέλεια στον πιστό,
του άθεου τον παλικαρισμό,
το άγνωστο επώδυν΄ηδονή,
τίμια η αβέβαιη σιγή.
Ανέμελη διέξοδος
σ’αχείμαντους ταιριάζει,
ο πλανιμός καταπονεί,
ο τολμητίας κράζει.

*

Μυστήριον

Του ιερέα ζοφερόν φως,
μίσος ανήδονο,
κόκκινος οίνος,
χείλη ευερέθιστα
τον σταυρό ακουμπούν,
του γυμνού κρεμάμενου κορμιού το σφρίγος.

Όπως υπερίπτασαι
αλγεινέ εραστή,
μ’ανοιχτά τα χέρια
το λαιμό προβάλλεις,
σου ρουφώ τα στήθη!
Ω γλυκιά αμοιβή!
Τι στο υπερπέραν κι αν μακριά με βάλεις.

*

Επικήδειος

Κατάρα στους προπάτορες, προμήτορες, προγόνους,
Βούδες, Άγιους Απόστολους, Μωάμεθ κι επιγόνους.
Αργυραμείβονται νά’ ναι ανοικτά, τα σκέλη των θηλέων.

Αποπατώ στους τάφους σας,
αισχρή η κληρονομιά σας,
σηκώστε τις ταφόπετρες
και ρίξτε τα παιδιά σας.

Νίκος Μιτζάλης, Τώρα

Τροχήλατες ζωές σε πορείες χωρίς συνθήματα
λόγια δίχως νοήματα
καρδιές χωρίς αισθήματα
φεγγάρια σε σκουπιδοσακούλες
περιμένουν αποκομιδή
χλωμή γιορτή
χωρίς φωνή
χωρίς χρώμα
αν ήξερες
αν πίστευες
ένα σάλτο
μια κραυγή
μια ανάσα δικιά σου
ολάκερο τον κόσμο μπορεί ν’ αλλάξει
τώρα
τώρα
ΤΩΡΑ
Εσύ
εσύ
ΕΣΥ
το αύριο φτιάσε
με ακένωτη σοφία
κάλυκες και πάθος
ΕΣΥ
ΤΩΡΑ

*Από την ποιητική συλλογή “Νυχτωδία”, εκδ.Οδός Πανός, σ.42.

Σκοινιά..

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Όσο περνούν τα χρόνια ανακαλύπτεις

ότι τα σκοινιά που σ’ έδεναν

Δεν ήτανε παρά κλωστές

Κλωστές που δεν μπορείς να σπάσεις πια.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ

View original post

Αλέξης Τραϊανός, ΒECAUSE

Δόντια των λέξεων
Δαγκάνοντας κρύον αέρα
BECAUSE
Το χάος μετριέται μόνο με χάος

Φέρετρο φέρετρο
Που πετάς γύρω μου γύρω μου
Μερόνυχτα τώρα
Ανάμεσα Τετέλεσται και Πριν
Μεσάνυχτα πάντα
Όλο δεξιά και καταστροφή
Ποίηση πάλι
Μ’ ένα νυστέρι που σκάβω
Ανάμεσα Σάββατο
Και φωτεινή επιγραφή

BECAUSE
Τ’ απόστημα τούτου του κόσμου
Ολοένα χοντραίνει
BECAUSE
Μισώ τα μισητά αντικείμενα
Όπως αυτό το χαλασμένο κρέας
Την καρδιά
Και τον τρόμο μέσα μου
Που του παίζω τόσο άσκημα παιχνίδια
Να τον τρομάζω

Όμως ζαλίζομαι
Στο δέκατό μου όραμα ανεβασμένoς
Καθώς η αυτόματη πωλήτρια του σεξ
Μου μιλά γι’ ανθρώπους
Τσάντες γεμάτες σάρκες
Και λέξεις που δε χρειάζομαι
Γι’ αυτό ανεβαίνω στο άλλο μου όραμα
Όμως το σώμα μου
Είναι τυλιγμένο ακόμα με ρολόγια
Για να θυμάται χαμόγελα
Που γλιστρούσανε πάνω σε τζάμια
Και πώς γελούσανε τα τζάμια

Μόνο που τώρα στο μυαλό τους
Τελευταία ανάμνηση πετρέλαιο κι αλουμίνιο
Οδοντόκρεμα ξυπνητήρια καφές ανία

Πράγματα που ξυπνάνε και ξεκινάνε
Από ’να καρμπόν
Μαζί τους και το πρωί

Πράγματι κομμάτια κάρβουνο μόνο
Ξεκάρφωτα

Μια μαύρη κάλτσα να την κουνά ο άνεμος
Μακραίνει μακραίνει
Βγάζοντας από μέσα της
Νύχια και κόκαλα
Βρύσες σκορπιούς
Χιλιόμετρα του λύκου μες στο στόμα μου
Που τρόμαξα
Έβγαλα τα λεφτά μου
Κι ένα κατοστάρικο μόνο βρήκα
Που ’γραφε πάνω του Άλλο πια δεν μπορώ
Αφήστε με να φύγω

BECAUSE
Αυτός είν’ ένας κόσμος
Όπου και τα πράγματα ακόμα
Δεν μπορούν να παραμένουν σιωπηλά
BECAUSE
Αυτός ο κόσμος τρελάθηκε

BECAUSE
Μες στο δωμάτιό μου τώρα μπαίνουν
Ο Άλαν με το κοράκι του
Ο Κώστας με τις κάργιες του
Ο Άλεν με το λιοντάρι του

Είναι μια βρώμικη νύχτα καπιταλιστική
Κι είναι ένας βρωμόκαιρος
Όπου και να κοιτάξεις
Παντού

Καθόμαστε όλοι μαζί
Και παίζουμε ρωσική ρουλέτα

“Από τη συλλογή «Το σύνδρομο του Ελπήνορα», που εκδόθηκε τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ρώμος Φιλύρας, Μοίρα άγει

Α, στο λαό πώς μ’ έριξεν η μοίρα,
πώς μ’ έκρουσε στη θείαν ανατροφή
και μ’ άφησεν ο δύσμοιρος και πήρα
τη χλεύη, τη βρισιά και τη ντροπή!

Πεθαίνει τ’ όνειρο, η ψυχή, το μέγα,
πάει το σκήπτρο, χάνεται η κορφή,
ξεθωριάζουν σαν τα βελούδια τα έργα,
στην τραγική μες στο λαό ταφή.

Όχλε, λαέ, βαρβάρων σπέρμα νόθο,
πού τη βρίσκεις την κρίση και χτυπάς
στη ρίζα τον ακόρεστό μου πόθο;
Α! μαστροπέ, στην άβυσσο με πας

(1926)

Κώστας Κουκούλης (Αγρίνιο, 15/1/1955 – Ουψάλα, 18/2/2021), Πορεία (αποσπάσματα)

Νυχτώνει.
Η πολιτεία στην ίδια θέση πάντα. Αμετακίνητη.
Στις φλέβες τού πληθυσμού γαλήνη.
Αργόσυρτα ένας ψίθυρος την έννοιά του αποκτάει ―
Το να υποδαυλίζεις, λέει,
μιαν επανάσταση ενάντια στη μοναξιά
ενώ δεν έχεις σπίρτα ν’ ανάψεις το τσιγάρο σου,
μοιάζει επίλογος αντί προλόγου.
(Ήσουν εσύ; Είσαι εσύ;
Πού έλειψες; Και τώρα, πώς να δείχνεις;)
Μυριάδες υποκείμενα δωροδοκούν τον ΄Υπνο.
Τα οδόσημα αχνοφαίνονται και χάνονται αμέσως.
Ανοίγω χαραμάδες. Ανοίγω χαραμάδες
στο σκοτάδι. Να περάσω.
……………………………………………….
Η Ποίηση, είπα,
δεν είναι όνειρο μέσα στον ύπνο
είναι ένα τεράστιο φορτηγό βαπόρι
που μανουβράρει μες στην αχλύ τής ανοιχτής θάλασσας
και, είναι να πάμε μακριά τόσο,
όσο μπορεί να φτάσει ένα ταξίδι.
Έπειτα καημούς κατέβασα στους δρόμους ― μα
το σκοτάδι με ξεγέλασε. Στον έρανο που έκανα
τ’ αστέρια με γέμισαν δαχτυλικά αποτυπώματα.
Απέτυχε η γιορτή.
…Είπα, μόνος και πάλι θα διαβώ τον Εύριπο των αισθημάτων.
Άλλα δυο βήματα στον χώρο. Ακόμη μια προσπάθεια.
Ποιος δρόμος;
Και τα δέντρα, ισχνά ― σύμβολα στίχων.
Στη σκοτεινή γωνία εκεί
στον εαυτό του κλεισμένος ένας μύθος
από αιώνες φώτιζε θαμπά το καφενείο.
Στους τοίχους του επάνω και στις καρέκλες του άλλοι καιροί, έδιναν
στίγμα, οστά και πρόσωπο αποκτούσαν, ρούχο ― απόμακροι καιροί,
σαν κοιμητήρια υγρά, που ’ναι βαθιά στη λήθη χωνεμένα.
Στα χνώτα των τζαμιών του σχεδίαζε το νυν η εφηβεία
και άναβε με του δικού της πόνου το κερί ένα τσιγάρο
ενώ στην άπνοια της νύχτας αργά αργά ο καπνός
ταξίδευε κατά το μέλλον το μήνυμα.
… Στην ησυχία κάποτε
θόρυβοι από γυαλιά που έσπαζαν
τη νύχτα κομματιάζοντας –δεν ξεχώριζες το σκοτάδι
απ’ το αίμα– ή και φωνές, ζητωκραυγές που έρχονταν
και έφευγαν, που ξανάρχονταν και αναιρούνταν.
Ρώτησα, ποιος είν’ εκείνος που δωροδοκεί;
Και η μνήμη, Κυνέγειρος, πάσχιζε να συγκρατήσει
κάποιες στιγμές και λάμψεις.
……………………………………………….
Σε λίγο, μια νέα θα ανθίσει μέρα
η πρωινή κυκλοφορία θα βουΐσει
θα βάλει τα καλά της η καθημερινότητα.
Εγώ, με μισόσβηστα τ’ άυπνα μάτια μου
θα εξακολουθώ να ωθούμαι προς μια νέα διέξοδο.
Η καρδιά μου στο σώμα μου θα πάλλει
ποίημα επίμονο
μέσα σ’ ένα κλονιζόμενο, παλιό λεωφορείο.
.

Nicholas Kachtitsis, Vulnerable Point*

Δεν ήθελα την αιωνιότητα
Καιρό μόνο ζητούσα

Δημήτριος Καπετανάκης**

ΑΔΕΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ

Λυκόφωτο γκρίζο
στην παγερή οδόν Αυτοκτονίας
κι οι ανεμοδείκτες
όλοι γυρνούν προς τον τάφο
εκείνου του υστερικού αηδονιού
που δολοφόνησαν χτες βράδυ.

Κάποιο γήινο μάτι
σε μιαν απόμακρη γωνιά αυτού
του έρημου πάρκου κατασκοπεύει
τα χαλύβδινα αγάλματα
και τις μοναχικές σιλουέτες
που τριγυρίζουν δίχως λόγο
στα ομιχλώδη μονοπάτια
σφυρίζοντας πένθιμους σκοπούς.

Μόλις γλιτώσω
απ’ αυτήν την ασπρίλα
θα πρέπει ν’ αγοράσω ένα πιστόλι
για να σκοτώσω το φάντασμα
που κουρνιάζει στο κρανίο μου
και με κατηγορεί κάθε φορά που λείπω.

Τα μεσάνυχτα οι φτωχοί ποιητές
με χειρόγραφα στις τσέπες
των φθαρμένων μαύρων κοστουμιών τους
στέκουν ακίνητοι σαν παγωμένοι
στο πλακόστρωτο του λιμανιού
προσμένοντας μ’ απελπισία τον Άνθρωπο
που δεν έρχεται από πουθενά
και που δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει
αφού δεν υπάρχει.

Όταν ήμουν παιδί
μισούσα ένα κοκαλιάρικο κορίτσι
και το βασάνιζα συνέχεια
μες στον περίβολο του κήπου.

Ύστερα από ’ναν τρομερό σεισμό 
που κλόνισε το νοσοκομείο
κι ολόκληρη την πόλη,
τα τζάμια του αδειανού κτιρίου
οι καθρέφτες και τ’ ανθογυάλια, 
όλα κείτονται χάμω συντρίμμια
κι άνεμος κουβαλά
ένα σιδερένιο φέρετρο στον ορίζοντα.

Τεντώνει τ’ ωχρό του χέρι
να πάρει το ξεφλουδισμένο πορτοκάλι
από το πιάτο…
μάταια όμως: δεν μπορεί να το φτάσει.

*

ΤΡΩΤΟ ΣΗΜΕΙΟ

Μες σ’ όλο τούτο τ’ απέραντο
διάστημα του Χρόνου
η επιφάνεια της Γης άρχισε πια
να διαβρώνεται
ενώ αυτή ακόμα περιφέρεται
με λυσσαλέο σφύριγμα
στο Χάος.

Και δε θα σταματήσει ποτέ
αν ένας αρχιτέκτων
δεν την χτυπήσει με σφυρί
στο πιο τρωτό της σημείο.

Μα μέχρι τότε
υπάρχει άφθονος καιρός
και τα κτίρια τα χτίζουν
μ’ ανθρώπινα κόκκαλα,
οι άνθρωποι σπάζουν τα ρολόγια τους
να σταματήσει ο χρόνος
βάφουν τα πρόσωπα τους
με διάφορα χρώματα
για να προφυλαχτούν
απ’ τον επερχόμενο Καύσωνα.

Κι όπως κυλούνε τα χρόνια
ολισθαίνουν βαθμιαία στον τρόμο
αλλά και στην ψευδαίσθηση
πως θα βγουν σώοι
από την τελική καταστροφή.

*Nicholas Kachtitsis, Vulnerable Point 1949. Fourteen Poems of Youth, “Anthelion Press” [ιδίοις αναλώμασιν], Μόντρεαλ, Δεκέμβριος 1968, βλ. Τρωτό σημείο, Δεκατέσσερα νεανικά ποιήματα, Πρόλογος, Μετάφραση και Σημειώσεις Γιώργος Δανιήλ,Θεσσαλονίκη, «Εγνατία», 1979, σειρά «Τραμ/ Λογοτεχνία», αρ. 47, σελ. 35.
**Το μότο προτάσσεται στη συλλογή. Να σημειωθεί ότι ο Καπετανάκης (1912-1944), όπως και ο Ν.Κ., πέθανε από λευχαιμία. Κι οι δυο νέοι: 32 και 44 ετών αντίστοιχα.