Γ.Δ. Σέρμυντ, Τρία ποιήματα

Τοπία

Κάθε φορά που κοιτάζω έναν βράχο
σε σκέφτομαι.

Τότε,
γυρίζω το βλέμμα μου στη θάλασσα
και σε θυμάμαι.

*

Επαληθεύσεις

Έλεγες πέτρες είμαστε.
Κάποιος μας σήκωσε και
αδιάφορα μας πέταξε
στη θάλασσα.
Τώρα
σηκώνουμε το βάρος
των απρόσιτων λιμανιών.

Χρόνια αργότερα
σε θυμήθηκα
ένα μεσημέρι του Ιούλη
βγαίνοντας απ’ το νερό
με δέρμα σκισμένο
λίγο κάτω από την κνήμη
στο πρώτο μακροβούτι
του καλοκαιριού.

*

Νυχτερινή κιβωτός

Ξημερώνει πρωινό Σαββάτου
μα μέσα μου
είναι ακόμα Πέμπτη.
Δύο μέρες, τις έχασα
μες στα σκεπάσματά σου

αγνοούμενες
της νυχτερινής μας
κιβωτού.

Ίσως τις βρεις
να περισώνουν όνειρα
ξαγρυπνώντας
πλάι στους αστραγάλους σου.

*Από τη συλλογή “υγροί μετεωρίτες”, πρότζεκτ ερσίλια, 2012.

Βασίλης Βασιλειάδης, Νon provincial ποίηση

Με κοιτούσε γιά λίγα λεπτά άφωνη.
Πλησίασε χτυπώντας με τόν δείκτη τού χεριού της τό στήθος μου
“νομίζεις
πώς μπορούμε εγώ κι εσύ
όλοι αυτοί οι άνθρωποι γύρω μας
νά έχουμε ένα συλλογικό μέλλον
χωρίς νά πέφτει επάνω μας
έστω και μία αχτίδα
από τό φώς τής Ουτοπίας;
Ποιά κοινωνία
ποιός άνθρωπος
μπορεί να επιβιώσει
χωρίς νά βλέπει
έστω καί μία αχτίδα
από τό φώς τής Ουτοπίας;”
Έσκυψε το κεφάλι της
καί ψιθύρισε
“ακόμη κι αν δεν υπάρχει
η γαμημένη Ουτοπία
ακόμη κι αν ξεμείναμε από αυτή, εξαιτίας τών τρόπων
πού καταλαβαίνουμε καί ζούμε τή ζωή μας,
πάντα πρέπει νά τή δημιουργούμε μόνοι μας,
να τη βάζουμε σάν φώς στη ζήση μας”

Θεσσαλονίκη, 2019

Lisa Suhair Majaj, Θραύσματα

Μια τεχνική αποτυχία ένα τρομερό ατύχημα ένα ατυχές
γεγονός λυπηρό αλλά αναγκαίο έπρεπε
να δράσουμε δεν είχαμε επιλογή

Οι δικαιολογίες συσσωρεύονται σαν μέλη σώματος (χάσκον σαγόνι με κίτρινα δόντια χωρισμένο από το κεφάλι του, λαιμός κομμένος κάτω από πηγούνι που απουσιάζει, καμένο σώμα ξεφλουδισμένο σαν τσουρουφλισμένο χαρτί, μυαλό χυμένο από ένα σπασμένο κρανίο παιδικού μεγέθους, κομμένο χέρι που ακόμα γραπώνει).

Τα μέρη δεν φτιάχνουν ένα σύνολο.
Συνεργεία διάσωσης μαζεύουν κεφάλια και χέρια απ’ τον δρόμο μέσα σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών ξαπλώνουν αποκεφαλισμένα σώματα σε ασημένια φορεία νεκροτομείου, στοιβάζουν αποφύσεις δίπλα τους σαν χαμένα κομμάτια παζλ, μετά πάνε σπίτι και κρατάνε τα κεφάλια τους ανάμεσα στα χέρια τους.

Ίσως προσεύχονται για αμνησία. Ίσως ψάχνουν
για απαντήσεις: πόσα χέρια χρειάζονται για να σταματήσει να αιμορραγεί μια πληγή που δε σταματά να ματώνει, πώς να θυμηθείς το όνειρο μιας κανονικής ζωής. Μπορεί ένα σώμα δίχως κεφάλι δίχως χέρια να νανουρίσει ένα παιδί, να χαιρετήσει έναν γείτονα, να φυτέψει έναν μπαξέ, να οργώσει ένα χωράφι, να υπογράψει μια συνθήκη ειρήνης;

Μερικοί νεκροί διατήρησαν τα κεφάλια τους. Μια νεαρή μητέρα κείται κέρινη, κρατάει δυο παιδιά σε μια άκαμπτη αγκαλιά, πορτρέτο σε ύπνο ελαφρύ που διαψεύδεται απ’ το αίμα που κηλιδώνει τα μάγουλά τους –το στόμα του βρέφους ελαφρώς ανοιχτό, σαν να ονειρεύεται ένα στήθος, τη ζεστή ροή απ’ το γάλα˙ ένα μικρό κορίτσι με ανακατεμένα μαλλιά μετατρέπεται σε όνειρο θανάτου.

Μέρος αυτών έχει ειπωθεί φωναχτά εκατομμύρια φορές.
Μέρος αυτών δεν θ’ ακουστεί ποτέ.
Μέρος αυτών αντανακλάται σαν ήσυχο φως από το ρεύμα ανεπεξέργαστων αποβλήτων
και από τις λίμνες που αχνοφέγγουν αίμα στους δρόμους της Γάζας.
Μέρος αυτών κρύβεται πίσω από τίτλους ειδήσεων
όπου αυτό το θραύσμα της ιστορίας δεν θα ειπωθεί ποτέ.

Μπέιτ Χανούν, Νοέμβριος 2006

*Δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν #10 (2014). Η Lisa Suhair Majaj είναι Παλαιστίνια-Αμερικανή και το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή της “Γεωγραφίες Φωτός”.
**Μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου
***Εικονογράφηση: Νεκτάριος Παππάς
****Μπορείτε να κατεβάσετε το τεύχος στο παρακάτω λινκ: https://teflon.files.wordpress.com/2020/04/10teflon-full.pdf

Εύη Γκάλαβου, Τρία ποιήματα

  1. Κάτι πήγα να γράψω σήμερα, ανήμερα της διάρκειας
    δεν μπορούσα να θυμηθώ τι χρώμα είχαν τα χέρια σου. 
    Έτρεμαν;
    Ξανά συστήνομαι εμπρός τους, παριστάνω την αθωότητα μήπως
    και κερδίσω μια ανάμνηση παραπάνω στο έτος κατασκευής ονείρων και με βοηθήσει με εκείνο το ρημαγμένο ποίημα για τα χέρια
    που ακόμα δεν θυμάμαι τι χρώμα είχαν. 

2. Άλλαξε ο χρόνος της προσφοράς και επέστρεψε στα βήματα του.
Πάλι θα ζήσουμε τα ίδια,
μια επανάληψη των χρονικών διαστημάτων
στη μέση της ζωής.

Μου φωνάζεις να γράφω για τα χέρια σου, 
μα τα χέρια μου χαϊδεύουν λέξεις
για τα χείλη σου. 

Τι τους ετοίμασες σήμερα; 

Ποια νύμφη θα θυσιάσεις σ εκείνα τα χείλη που μιλάνε για έρωτα; 

  1. Μην ερωτευτείς τα χέρια μου, της λέει τα βράδια κάθε φορά που τα απομακρύνει απ’ το γυμνό της σώμα καθώς χαϊδεύει τελευταίο σημείο τα στήθη της.
    Εκείνη τα βράδια κλαίει μαζί με τους οργασμούς της για τα δάχτυλα όλο γοητεία που περιφέρονται γύρω της και μέσα της και πάνω της και τα αφήνει αφίλητα να μαραζώνουν κρεμασμένα στο σώμα του.
    Κι όταν τα αγγίζει… ω, τι γεύση έχουν, τι σχήμα τους δίνει μέσα στα χέρια της όταν τα κλείνει! Θα μπορούσε μια αιωνιότητα να ζήσει μαζί τους χωρίς το σώμα του, χωρίς τα φιλιά του, χωρίς τη φωνή του, άλλωστε έτσι ζει τόσα βράδια.
    Εκείνος έρχεται όταν την ποθεί από τρέλα, από ζήλια, από αγωνία, από την ανησυχία του μήπως εκείνη ξέχασε τα χέρια του κι ας καμώνεται πως έχει υπεροχή πάνω τους.

Έτσι κυλάνε οι χρόνοι τους με χέρια μπλεγμένα στα στήθη, στα δάκρυα, στους οργασμούς και στα τελευταία φιλιά εκεί στα ακροδάχτυλα.

*Από τη συλλογή «Τα Χέρια», 2021.

Αλεξάνδρα Β., Αισθητική

Τρία κορίτσια φωτογραφίζονταν
Βούιζαν ανέμελα, φλύαρα
με τα μεγαμπάιτ στο ένα χέρι
Έφυγαν οι πολύχρωμες μάσκες
Τα χέρια πήραν τη γνωστή στάση
Πολύσπαστα κορμιά
Δάκτυλα αυτιστικά
Πάλευαν την έκφραση
Στάθηκαν στον πράσινο κάδο
με την ξεθωριασμένη λέξη
του μαρκαδόρου
Ο κάδος έχασκε παραφορτωμένος
Τα σκουπίδια απόρησαν
Με την αισθητική άποψη
Πετάχτηκαν οι μύγες ενοχλημένες
Ζούμε σκουπιδότοπους
Αποποιηθήκαμε την τέχνη
Μηδενισμός ραδιενεργός
Η φωτογραφία θα χειροκροτηθεί
Το γυαλί και το σίδερο θα πνίγει
το μάρμαρο
Το σκυρόδεμα επιβεβαίωσε ότι
φωτογραφίζουμε απλώς πέτρες
Αρχαίες
Σκουπίδια παρελθόντος

Benjamin Peret, Από την κλειδαρότρυπα

Σήκωσε το κεφάλι και κάνε τον πεθαμένο
Όταν θα φύγεις με τα πόδια μπροστά
τα κάγκελα του κλουβιού θα έχουν ελαφριά φτερά
τα οποία θα δώσουν το σήμα της επίθεσης μες στο υπόγειο
και οι υγρές αναπνοές των μεταχειρισμένων χαλιών
θα σαρώσουν βαριά τις ύποπτες κραυγές των πουλερικών
Μεσάνυχτα ακριβώς μέσα στην έρημη καπνοδόχο
σαν ένας ριψοκίνδυνος αρουραίος
θα ξαναζωντανέψει το ντροπαλό χαμόγελο των καινούργιων κασκέτων
που ταξιδεύοντας στην σκιά
βλέπουν να περνούν από κοντά τους τα κλειστά παντζούρια
που δεν έχουν σκεφτεί ποτέ τα βάσανα των φιδιών καθισμένων οκλαδόν
μπροστά στις μεγάλες αυλόπορτες
Θα είναι νύχτα ίσως και ημέρα
Τα μεγάλα δέντρα θα είναι νεκρά
και τα στήθη που κρέμονται από τα κλαδιά τους
θα ανασηκωθούν κανονικά για να γνωστοποιήσουν τον ύπνο τους
Δεν θα πιαστείς κορόιδο όπως τα ξύλα του παρκέ
θα γελάς όμως δυνατά για να τρομάξεις τα μπαλκόνια
κακοπλυμένα κουρέλια που στεγνώνουν δίχως ελπίδα να στεγνώσουν
όπως πεθαίνεις
πληγωμένος στην άκρη ενός δάσους
και παρακολουθούμενος απ’ τις μεγάλες λευκές πεταλούδες
χορταρένια πουκάμισα
Όλα αυτά όλα αυτά γιατί ένας σκύλος τρέχει πίσω από την ουρά του
και δεν την βρίσκει ποτέ
γιατί τα λιθόστρωτα έχουν βγει κατά πυκνές σειρές και απειλούν τους ποταμούς
γιατί τα φυτά μαραζώνουν μέσα σε αχρησιμοποίητα σκάφανδρα
γιατί το νερό δεν στάζει πια ανάμεσα στα δάχτυλα
όλα αυτά τέλος πάντων γιατί εσύ δεν είσαι πια παρά μια φιγούρα
κομμένη σε ένα χαρτονόμισμα

*Από το βιβλίο “Μπενζαμέν Περέ, Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις και άλλα ποιήματα”, εκδ, Ύψιλον βιβλία, 2007. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ημερήσια παραφορά


Gina Litherland, Wolf Alice (for Angela Carter) (2011)

Δε ξέρουν οι άνθρωποι ν’ αγαπούν
Ούτε λέρωσαν ποτέ τα χέρια τους
Με ερειπωμένα στοιχειά των συμβάντων
Μέσα στα αστικά δαίδαλα και τα
Κοσμοπλημμυρισμένα κέντρα
Ό,τι γνωρίζεις είναι τα ονόματά των
Δρόμων και ετούτη η κίνηση που
Σφυροκοπά μέσα στη φλέβα σαν άγχος
Σαν άγχος υπαρξιακό
Εσένα σε ξεγέννησαν βρισιές και κορναρίσματα
Φρένα στους δρόμους λίγο πριν σκοτωθούν
Οι άνθρωποι, ναι οι άνθρωποι
Για λίγο θάνατο ακόμη, αφού δε ξέρουν
Ν’ αγαπούν, όπως όταν θέλουν να
Να αγοράσουν φτηνά, βολτάρουν
Στα κινέζικα Αγησιλάου και Μενάνδρου
Βουτώντας θαρρετά από τις χαρτόκουτες
Δαντελένια βρακιά φακουδάκια με κορδόνια
Και μπρελόκ ποδοσφαιρικών ομάδων
Πόσο πάει η Μπαρτσελόνα, πέντε,
Σου δίνω δύο, όχι πέντε, α να χαθείς κιτρινιάρη
Πέντε τα δάχτυλα στο πόδι του παιδιού μου
Πέντε ωκεανοί να ξεπλύνουν τη φιλονικία
Πέντε φορές να στραφούν αλλού τα μάτια μου
Και τα χέρια του υψώνονται να χτυπήσουν
Και φάσκελα κατάρες χριστοπαναγίες στο Θεό
Που σφήνωσε ψηλά μέσα στο γαλάζιο
Ανάμεσα σε απρεπή κτίρια που νοικιάζουν
Νταβαντζήδες και ξοφλημένοι καλλιτέχνες
Πιο κάτω, ο πατέρας βαφτίζει ένα μωρό
Αγίας Τριάδος και μπουρδέλου γωνία
Πιστεύω εις ένα Θεό πατέρα παντοκράτορα
Τι χαρά μεγάλη ο προαύλειος χώρος
Το γλυκό και το παιδί μέσα μου χοροπηδάει
Πάνω στα πλακάκια προσηλυτισμένο και
Ολότελα ευτυχισμένο. Άραγε, τότε, έκλαιγε
Από θλίψη ο δρόμος που σαλεύει κάθε τόσο
Στα φανάρια; Ένας νέος ακραιφνώς
Ναρκωμένος από ουσία χύνεται στο
Πάτωμα του λεωφορείου μιλώντας στα πόδια μου
Τα πόδια μου εραστές των πουλιών που δεν
Πέταξαν ακόμη πάνω από το ωράριο εργασίας
……………………………………………..
Κι απλώνει τα χέρια του να χαϊδέψει τα φτερά τους
Σαν του Ερμή τις φτέρνες πάνω στο βράχο
Και τις φιλώ, μου λέει, κοιτώντας δειλά προς τα πάνω
Ύστερα εντελώς απροσδόκητα φωνάζει
Χθες και σήμερα δόλια απάτη η ανθρωπότης!
Γιατί δε μύρισε κάτι απλό να το θαυμάσει
Ένα κτενόχορτο, μια μυριαλίδα ανθισμένη
Προτού να τη ρίξει στο ταψί μαζί με τα
Εντόσθια των κατοικίδιων ζώων του
Δεν ξέρει, όχι δεν ξέρει ν’ αγαπά
Κι ας αγαπά, αστείο κορίτσι, μα σκέψου
Η πόρτα του παραδείσου κλείνει και
Απ’ έξω κοντοστέκεται μια Εύα κρατώντας
Βαριά βαλίτσα και ένας Αδάμ με πληγές
Από την χαμένη του σάρκα
Να τη βρίζει και να τη χτυπά
Που τον παρέσυρε στο κακό

Γρηγόρης Σακαλής, Κραυγές στην έρημο, Εκδόσεις «Ενδυμίων»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


Υπάρχει μια λεπτή γραμμή μεταξύ της ποίησης, που λέει τα πράγματα με το όνομά τους, λιτά και περιεκτικά και της ποίησης που είναι κραυγαλέα και δεν διαφέρει από ένα πεζό χωρισμένο σε στίχους. Πολλοί ποιητές δεν καταφέρνουν να διακρίνουν αυτή τη γραμμή, υπάρχουν λίγοι, που ισορροπούν πότε από τη μια και πότε από την άλλη πλευρά και ακόμα λιγότεροι, που τα καταφέρνουν να είναι λιτοί και κατανοητοί χωρίς να κραυγάζουν.
Διαβάζοντας τη νέα ποιητική συλλογή του Γρηγόρη Σακαλή «Κραυγές στην έρημο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ενδυμίων», διαπιστώσαμε ότι ο ποιητής καταφέρνει να μας μιλήσει απλά και αντίθετα με τον τίτλο της συλλογής να μην είναι κραυγαλέος, αλλά λιτός και ουσιαστικός. Ο Γρηγόρης Σακαλής έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο γραφής, που δεν συναντάμε αλλού. Γράφει πολύ λιτά χωρίς περίτεχνα στολίδια. Η πένα του μπορεί να συγκινήσει τον καθένα και είναι προφανές πως η ποίηση του δεν είναι μόνο για τον φιλόλογο ή τον κριτικό λογοτεχνίας, αλλά για τον απλό αναγνώστη. Το αναγνωστικό κοινό της ποίησης είναι μικρό γιατί δυστυχώς πολλοί έχουν χάσει αυτή την επαφή.


Η ποίηση του Γρηγόρη Σακαλή είναι κυρίως κοινωνική. Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα είναι το «Αλλαγή», όπου σε μια αποικία το επικεφαλής τριμερές συμβούλιο σκοτώνεται από σαμποτέρ. Και τι έγινε; Τίποτα δεν αλλάζει: «η ανωτέρα τάξη / χαμογελά / γιατί βρέξει-χιονίσει / θα έχει τα προνόμιά της». Οι ελπίδες για αλλαγή αποδεικνύονται φρούδες: «μα άδικα ελπίζουν / θ’ αλλάξουν μόνο τα ονόματα.»


Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει γεμίσει το μυαλό του με σκουπίδια. Ο Γρηγόρης Σακαλής μας προτείνει να κάνουμε επανεκκίνηση: «με ένα λουλούδι / κι ένα ποτήρι κρασί / θα μας θυμίζει / ότι είμαστε άνθρωποι.»


Ένα από τα δυνατά ποιήματα της συλλογής «Κραυγές στην έρημο» είναι και το «8 Μαρτίου», που είναι αφιερωμένο στην Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας. Ο ποιητής αφού αναφέρεται στη θέση της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία κλείνει με αυτό το πολύ δυνατό τρίστιχο: «Γυναίκα / πολύς δρόμος ακόμη / για την ελευθερία σου.»


Σε μια βροχερή μέρα η ζωή μπορεί να μοιάζει και με εφιάλτη. Η παλιά αγάπη είναι γερασμένη πρόωρα. Οι φίλοι έχουν γίνει αγνώριστοι. Η πόλη έχει ερημώσει. Και ο ποιητής κοιτώντας στο καθρέφτη του, θα δει: «ένα θαμπό περίγραμμα / που δεν θύμιζε σε τίποτα / ανθρώπινη ύπαρξη.»


Κλείνοντας, ας μας επιτραπεί να διαφωνήσουμε λίγο με τον τίτλο. Η ποιητική συλλογή του Γρηγόρη Σακαλή «Κραυγές στην έρημο» εκτός του ότι είναι ποίηση, που δεν κραυγάζει, δεν είναι φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Υπάρχουν ήδη πολλοί αναγνώστες κοινωνικής ποίησης και ελπίζουμε πως θα γίνουν ακόμα περισσότεροι.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

Artwork: Peter Cakovsky

Ποίηση

σε πείσμα των καιρών
κάποιοι άναψαν μια μικρή φλόγα
με σκισμένα ρούχα και λιωμένα πρόσωπα
βάδισαν στα υπόγεια
εκείνοι προχώρησαν
προχώρησαν
όταν όλα γύρω τους έλεγαν
μείνε
εκεί

*

Άγνωστοι τόποι

Ω κοίτα!
οι πύλες του άδη ανθίζουν
ανοίγεις τα παραθύρια και ο ουρανός παίρνει ένα γαλαζοπράσινο χρώμα
και ξαφνικά
Εκτοξεύεσαι
οι λέξεις δεν είναι πληγή
-πρώτη φορά-
ξενυχτάς σε τούτη τη πολύχρωμη πολιτεία
και να
ζεστά χέρια σου απλώνονται
το κρασί δροσίζει τα χείλη
και τα τραγούδια ξεχειλίζουν
και τα μαλλιά σου λάμπουν
και οι κάτοικοι έχουν φωτεινά πρόσωπα
ω τι παράξενη ετούτη η νύχτα

οι λέξεις πρώτη φορά δεν είναι πληγή

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

Κούραση

Η κούραση της ημέρας στο γραφείο.
Η κούραση της εβδομάδας που τελειώνει.
Η επιστροφή στο παρόν.
Η επιστροφή στον εαυτό μου.
Η απομάκρυνση από τους πολλούς ανθρώπους.

Ξαναγύρισα.
Ξαναβρήκα τον εαυτό μου.
Έψαυσα εμέ τον ίδιο υπό τους ήχους μουσικής.

Ξανά οι ήχοι στο κεφάλι μες τη νύχτα.
Περπάτησα πολύ σήμερα.
Είδα τον εαυτό μου να περπατάει κουρασμένος.

Τα πόδια μου να ακουμπάνε με πόνο
Στις φθαρμένες πλάκες των λειψών
Πεζοδρομίων.

*

Κατάφαση

Πιο πέρα,
Μέσα στο φως,
Με υπέροχη θέα από τη μπαλκονόπορτα.

Έχοντας μελετήσει τους ποιητές.

Κωνσταντίνο Κρυστάλλη, Γιάννη Ρίτσο,
Άγγελο Σικελιανό και Κωστή Παλαμά.
Διονύσιο Σολωμό, Γιώργο Σεφέρη και
Ανδρέα Κάλβο.

Κώστα Καρυωτάκη, Ανδρέα Εμπειρικό και
Κ. Π. Καβάφη.

Percy Byshe Shelley, Walt Whitman και
Friedrich Hoelderlin.
Allen Ginsberg, Vladimir Mayakovsky και
Arthur Rimbaud.

Καλά κρυμμένος στο σπίτι το ζεστό,
Με τα νερά να κυκλοφορούν στους τοίχους,
Και τις φωνές μικρών παιδιών το μεσημέρι.

*Από τη συλλογή “Δηλώσεις της σιγαλιάς”, Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση-ΕΜΣΕ, 2001.