Κατερίνα Λιάτζουρα, Κάπου στις γειτονιές της Στουτγκάρδης

Ξάπλωσα και είδα σύννεφα. Σύννεφα που ο αγέρας τρέφει κατά βούληση. Και ξάφνου νόμισα πως βρέθηκα ξανά εκεί. Εκεί. Πάνω στο πλέγμα μιας παιδικής χαράς να δίνω μορφή στα σύννεφα και με κάποιο τρόπο μαγικό να αγγίζω την ευτυχία. Τότες, δεν αποζητούσα τίποτα άλλο. Ξάπλα σ’ ένα πλέγμα που σημαδεύει το κορμί και τον αέρα να δροσίζει υπόκωφα το πρόσωπό μου. Ασυνείδητα και ανυποψίαστα. Τώρα, αποζητώ την ανεμελιά των χρόνων εκείνων, όπου νόμιζα πως με την ανάσα του ο αγέρας θα πήγαινε την ψυχή ψηλά και πως με τη σιωπή του θα με προσγείωνε σε εδάφη γνώριμα, ονειρεμένα. Δακρύζω, όταν έρχεσαι στον νου. Αντιλαμβάνομαι το βάθος και, όταν διάβασα το μοίρασμά σου αυτό του πατέρα που έφυγε, επιβεβαίωσα την αίσθηση πως είσαι ο ένας.

*Από το βιβλίο “Η κρεμμυδαποθήκη”, Εκδόσεις Βακχικόν, Μάρτης 2020.

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Εἶδα τὸν κόσμο νὰ μοῦ γνέφει ἀντίο

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)

Εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο

καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου

(I Watched The World Glide Effortlessly Bye)

ΗΜΑΣΤΕ ὅλοι κά­πο­τε μι­κρὰ παι­διά.


Βι­βλί­ο πρῶ­το

κε­φά­λαι­ο 1ο

        Μιὰ φο­ρὰ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κι ἕ­ναν και­ρὸ ἤ­μουν ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 3ο

        ἐ­ρω­τευ­μέ­νο μ’ ἕ­να κα­φὲ ἀρ­κου­δά­κι.

κε­φά­λαι­ο 4ο

        Ἔ­πει­τα

κε­φά­λαι­ο 5ο

        ἤ­μουν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν

κε­φά­λαι­ο 6ο

        καὶ κα­θό­μουν σὲ μιὰ αἴ­θου­σα στὸ δι­κα­στι­κὸ μέ­γα­ρο τῆς κο­μη­τεί­ας τοῦ Λέ­ιν.

κε­φά­λαι­ο 7ο

        Μέ­σα στὴν αἴ­θου­σα ἦ­ταν κά­τι ἄν­τρες.

κε­φά­λαι­ο 8ο

        Οἱ ἄν­τρες

κε­φά­λαι­ο 9ο

        μοῦ εἶ­παν γιὰ τὸν ἐ­πι­κεί­με­νο ἐγ­κλει­σμό μου

κε­φά­λαι­ο 10ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Ἔ­πει­τα στε­κό­μουν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αἴ­θου­σα.

κε­φά­λαι­ο…

View original post 890 more words

Χ.Π.Σοφίας, Duke

Ἀπ’ τὰ σπλάχνα τοῦ ἔρωτα οἱ
ἦχοι τῆς νυχτερινῆς σιωπῆς
γίνονται λύκοι ποὺ παραφυλᾶνε
τὴν ἄνοιξη. Ξένα χέρια
προσεύχονται ταξιδεύουν
τὶς μυρωμένες σκιὲς στὴν
ἐβένινη πολιτεία. Παρθένες
τοῦ φεγγαριοῦ στὸ φῶς τοῦ
καθρέπτη μὲ αἱμάτινα χείλη
αὐνανίζονται.


*Από τη συλλογή “Τετράφωνη συγχορδία”, Ἐκδόσεις στὸ Περιθώριο

**Βίντεο: Αλέξα Σκλείδη
***Μουσική: “Caravan” Duke Ellington

Θεοδώρα Βαγιώτη, Η διαδρομή

Όπως ανοίγουν οι σελίδες
στην αγκαλιά μου κρύβεται ο Βιζυηνός
αληθώς κοιμήσας τον Πασχάλην βαθέως
όταν οι πόρτες του λεωφορείου
ανοίγουν στη στάση Κίκιζα
το κεφάλι μου γέρνει φρικτά χτυπώντας στο παράθυρο
και από το χτύπημα
σκέφτομαι ξάφνου το μουσείο
που αφήσαμε πίσω
εκείνο με τις δωρεές πασών των εκκλησιών
όπου στην άκρη του πεζοδρομίου έπαιξα μιούζικαλ∙
από ξενύχτι κι όμως καλά τα καταφέρνω στους στροβιλισμούς
και στ’ αμερικανικά τραγούδια
στον αέρα και η καρδιά μου
πάει να σπάσει
όταν μ’ αγκαλιάζει ο απόλυτος ζεν πρεμιέ
/μα τι ‘ναι αυτό που στο χέρι του κρατά απειλητικά
τώρα που οι περαστικοί κοντοστάθηκαν
να μας ζηλέψουν
μια σιδερένια βέργα κι αρχίζει να
μου χτυπάει τα πλευρά
δίπλα μου περνούν βηματίζοντας αργά οι εύζωνες
κι ο νους μου μετρά τα κεντίδια
πάνω στη φέρμελη
άπονοι ληστές κάναν τις πέτρες τις ζεστές λημέρι*
/ο Βιζυηνός στο στήθος μου μέσα
μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως τώρα
μα είναι αργά
δεν έχω το τσαγανό της Μάσιγγας
να τραγουδώ τάχα σαν Σειρήνα
κι ο μπαμπάς δεν καπνίζει πούρα
παρά καμιά φορά ρουφάει το μεδούλι
από τα οστά του νεκρού ζώου∙
αυτή είναι μια σκηνή εξωφρενική να τη βλέπει η κόρη
/σε αντίθεση με το λεωφορείο
το τρένο έχει μια πληθωρική
θέρμη
που τη νιώθω στον ηχηρό του ρυθμό
εκεί το παράθυρο με υποδέχεται
στην άρση
εδώ, στο αέναο λεβάρε
όλα τα όνειρα χαλνούν

*Νίκος Γκάτσος, “Στου Όθωνα τα χρόνια”.

Γιώργος Μπλάνας, Ο σκαντζόχοιρος των ονείρων μου

Ένας μικρός σκαντζόχοιρος φωλιάζει
στον ύπνο μου. Δεν ξέρει
ακόμα πως τα έντομα είναι η προγονική
τροφή του και τρομάζει όταν βλέπει
τις νεαρές πυγολαμπίδες να στολίζουν
τους θάμνους των αγωνιών μου.
Επιχειρεί να μαζευτεί
γύρω στο σώμα του, να ορθώσει
τα παιδικά του αγκάθια, όμως κάτι
τον κρατά προσηλωμένο
στα όνειρά μου. Δεν γνωρίζω
με τι τρέφεται. Ωστόσο
όσο πάει λιγοστεύει
το σκοτάδι στα όνειρά μου.

Άγγελος Πετρουλάκης, Να επιστρέψω ξυπόλητος στις αναμνήσεις

Να επιστρέψω ξυπόλητος στις αναμνήσεις,
ακροποδητί,
μην τις ξυπνήσω.

Δικαιούνται έναν ύπνο – θάνατο,
σκεπασμένες με τη σκόνη της σιωπής
και οι αναμνήσεις.
Άλλωστε, τις υποβρύχιες νύχτες
δεν τις αντέχει εύκολα ο λυγμός.
Κάθε άρνηση και το σχήμα της,
κάθε απόρριψη και το πρόσωπό της.
Η αμφισβήτηση ακροβατεί
ανάμεσα στο υπαρκτό και το ανύπαρκτο.
Ζωή σε αυτοαναίρεση.
Τα νηολόγια των ερώτων σε άγονες δημοπρασίες,
σ’ ένα ταξίδι που μιλά για έγκοπα όνειρα
και δειλινά εικονογραφημένα με ματαιώσεις.

Σε μιαν άλλη ζωή ίσως μιλήσουμε μιαν άλλη γλώσσα.

*Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: https://poiimata.com/2021/05/15/na-epistrepso-xypolitos-stis-anamniseis-aggelos-petroylakis/

Κατερίνα Γώγου, Έβρεξα στη χώρα μου (αποσπάσματα)

«[…]
Πίστευα τόσα χρόνια πως η τέχνη είναι διαφυγή. Και λύτρωση. Με το δεξί μου χέρι σηκωμένο στον ουρανό -πράξη αλήθειας- ταπεινά κι όχι ταπεινωμένη, λέω πως η τέχνη δε με λύτρωσε κι ούτε διέφυγα απ’ τις απόκρημνες στροφές της τρέλας.

Όσοι ακόμα ορκίζονται στ’ όνομα της και δεν ψεύδονται σωστά κάνουν. Δεν ήρθε καιρός. Γιατί η τέχνη περιέχει άμετρο εγωκεντρισμό. Η τέχνη -εγώ για μένα μιλάω- γουόκμαν στ’ αυτιά μου και πατίνια στα πόδια, στα χρώματα σου… στη μοναξιά σου να ρολάρεις…

Δώδεκα χρόνια περάσανε από το πρώτο βιβλίο.

Μέχρι τότε στην πολιτική, στο αλκοόλ, στην ανεργία μπλεγμένη.

Την έβγαζα με τρελόχαπα και τσαμπουκάδες.

Μετά χτύπησε η πρώτη νοσοκομειακή κρίση. Ήρθανε οι απανωτές εκδόσεις, παρέα με τις Ερινύες.

Λουλούδια.
Γράμματα.
Άνθρωποι.

Λεφτά κάτω απ’ την πόρτα. Ενοχές. Δάχτυλα που με δείχνανε, φωνές που με ρωτάγανε: “Γιατί μας πούλησες;” Κι εγώ τις πίστεψα τις φωνές.

Ποια είμαι εγώ; Με ποιο, ποιος μου ‘δώσε το δικαίωμα να γράφω “εμείς”;

Όσο περνάνε και χάνονται πίσω μου τα χρόνια για μένα, να πάνε αλλού, άδειασε το αίμα μου, δοτικό για όλους και για όλα. Έβρεξα στη χώρα μου – μια χούφτα γη και τόσο πολλή η θάλασσα και ξηρασία ήρθε… Αίμα να ποτίζω όλα τα στενοσόκακα, τις έρημες εισόδους και εξόδους της φυλακής Κορυδαλλού, βαποράκι για τα γράμματα από τις στέγες των εξεγερμένων ισοβιτών, γιάφκα το σπίτι που έμενα, ταξίδια πάνε-έλα με προκηρύξεις κι αφίσες, ψαξίματα μ’ ανιχνευτές – λες να ‘φαγά εγώ τον Πέτρου και Σταμούλη; Ύποπτη για πάντα και για όλα, διάτρητη από το κράτος.

Να τα βλέπουνε όλα, ό,τι γίνεται μέσα μου κι έξω, τρόμος και ξανά την ανάσα, την ψυχή μου, δεν τους έπαιρνε να την ελέγξουνε. Βλέπεις τα μάτια τους τους τα ‘χει βάλει ο διάολος στα όργανα τους. Ξεχνιόντουσαν χαζομένοι να τα τρίβουνε, ε, και καμιά φορά, γονατίζανε για να σκοπεύσουν σωστά τον πιτσιρικά που καινούργιος ήτανε, δεν πρόλαβε να την κάνει, να τρέξει… Τώρα τι μ’ έπιασε και θυμάμαι. Μεγάλες παρενθέσεις κάνω όσο περνάνε τα χρόνια, λοιπόν, ετοιμάζομαι να γυρίσω στον τόπο μου, από κει που ήρθα. Ερμής Τρισμέγιστος. Από τα έγκατα της ζωοδόχου γης, ταξίδι μακρινό στον Ουρανό, αγαπημένε πατέρα, φτεράκια ολοκαίνουργια μου ξανάβαλε στα πόδια, φτεράκια γερά, σφιχτά, δυνατά, άτρωτα από τις κωλόσφαιρές τους.

Πάει, έφυγε το έκτο γραφτό, γραφτό κακό, από άσυλο μέσα σε άσυλο γραμμένο. Χρέος υπέρτατο, εν σώματι, το έβδομο γραφτό στη ζωή να καταθέσω……..

Κουράστηκα. Είμαι άρρωστη. Η χημεία με τσάκισε. Θα την τσακίσω».

*Από το βιβλίο «Με Λένε Οδύσσεια», Εκδόσεις Καστανιώτη, 2020. Μεταθανάτια κυκλοφορία που περιλαμβάνει αδημοσίευτα γραπτά της Κατερίνας, μικρά πεζά, τα ποιήματα του έβδομου βιβλίου (τίτλος που η ίδια είχε επιλέξει), προσωπικές χειρόγραφες ημερολογιακές σημειώσεις και τέλος κάποιες παραλλαγές σεναρίων.

Θωμάς Γκόρπας, Δόξα τής Κυριακής

Η κοπέλα απέναντι στο άλσος
συνομιλεί μ’ επιθυμίες κι ατσάκιστα μυστικά.
Τα χέρια της δείχνουν τους δρόμους
τα πόδια της προσανάβουν το τραγούδι της χλόης
τα μάτια της καλημερίζουν το δροσερό φως.
Ο ήλιος λάμπει στο μέτωπό της
το μέτωπό της λάμπει πιο καλά από τον ήλιο.
Τα ανεξάντλητα μαλλιά της μουσική
που θέλει να τρελαθεί.
Ολόκληρη είναι το καλωσόρισμα της αγάπης
ο πιο αρμόδιος τίτλος της Κυριακής

*Από την ενότητα “Σπασμένος καιρός”, στη συλλογή “Στάσεις στο μέλλον”.

Στράτος Κοσσιώρης, Τρία ποιήματα

Τα μολύβια

Από τα μηχανικά
πάντα προτιμούσα τα ξύλινα μολύβια.
Είναι αυτή η αίσθηση προσωρινότητας
που σου προσφέρουν.

Κάθε ξυσιματιά
κι ένας μικρός θάνατος.

*

Το αποτσίγαρο

Το αποτσίγαρο αυτό
πάνω στο πεζοδρόμιο
μάταια προσμένει
μια τελευταία ρουφηξιά.

*

Τα βήματα

Τα λασπωμένα βήματα στο πάτωμα
μην βιάζεσαι να καθαρίσεις
είναι πρωί ακόμη
κι έξω
βρέχει.

*Από τη συλλογή “Τα κάρβουνα”, (.poema..) εκδόσεις, 2014.

Δημήτρης Βούλγαρης, Από την «Κονστάνς»

Σημείωση 3

Θυμάμαι που τα βιβλιοπωλεία ήταν ο κόσμος μας.
Εκεί βρίσκαμε τα κοστούμια που θα φορέσουμε για την καθημερινή μας παράσταση. Τότε που μιλούσαμε με τίτλους και σπάζαμε τη ζωή μας σε κομμάτια για να την κάνουμε περιλήψεις σε οπισθόφυλλα.
Τώρα προτιμώ εκδόσεις άδειες, λευκές. Χωρίς τίτλους, περιεχόμενα ή περιλήψεις. Οι λέξεις να λείπουνε για-τί τις κάναμε να τσακωθούν. Τις προδώσαμε και τώ-ρα παρουσιάζονται σαν μαύρες κηλίδες που περιφέ-ρονται άτακτα στα πλαίσια της σελίδας.
Για αυτό προτιμώ πια λευκές σελίδες. Φτιάχνω μόνος μου τις ιστορίες. Παίρνω κενές σελίδες, τις δένω μαζί και τις βάζω στο ράφι. Το μέγεθος του βιβλίου εξαρ-τάται από το πόσο διαρκεί η καθημερινή παρουσία σου στον καθρέφτη μου.
Τις εκδόσεις μου τις λέω «Άχρωμη Καθημερινότητα» και είναι εκτός εμπορίου.

Σημείωση 4

Πήραμε το καλοκαίρι από το αυτί κα, το σύραμε μαζί μας για να το κάνουμε να κρατήσει.
Αλλά δεν αντέξαμε.
Ούτε εμείς ούτε αυτό.
Και καήκαμε.

Σημείωση 5

Στέκω να κοιτάζω τον υπνόσακο μου, που με κουβάλησε μέσα του στις παραλίες που θάψαμε τα κορμιά μας. Όταν φύγαμε αφήσαμε εκεί τα χέρια μας, με την προϋπόθεση να τα βρούμε το επόμένο καλοκαίρι. Μείνανε εκεί πιασμένα μεταξύ τους να συντηρούνται στην κρύα άμμο.
Όταν έφυγες δεν είχα τρόπο να σε κρατήσω. Μόνο τα χέρια μου μπορούσαν να σε νιώθουν πια, σε εκείνη την παραλία. Σε εκείνο το καλοκαίρι. Ευτυχισμένος διαμελισμός. Σύντομα όμως ξέθαψες το δικό σου ζευγάρι και χάθηκες στη θάλασσα. Όταν βρήκα τα δικά μου, ήταν ιδρωμένα κι αλμυρά. Ξέρω ότι πριν φύγεις σου είχαν σκουπίσει τα δάκρυα.
Τώρα πια όταν θέλω να κρατώ το χέρι σου, χώνω τα δικά μου στην άμμο. Βλέπεις η υγρασία και η χρόνια επαφή μαζί σου μου προκάλεσαν μόνιμη νευρολογική βλάβη.

*Από το βιβλίο «Κονστάνς», Εκδόσεις «Απόπειρα», Αθήνα 2015.