Ανέστης Ευαγγέλου, Προετοιμασία και ώρες αναμονής πριν από το μακρύ ταξίδι

Edvard Munch, Death in the sickroom

I
Στη σειρά καθόμαστε και περιμένουμε:
έτοιμες οι βαλίτσες, οι αποσκευές.
Βλέπεις την ώρα, βηματίζεις,
όλο αναμονή ’σαι, ανησυχία,
κι οι μελλοντικοί σύντροφοι, όλοι
σιωπηλοί, μοναχικοί, σαν χαμένοι
μέσα τους, μιλούνε και στη στιγμή
αισθάνεσαι στην αδιάκοπη απουσία:
μόνοι, πικροί και σαν υπνωτισμένοι.

II
Δεν σε αρνούμαι, ζωή, με όσα κι αν φέρνεις
όμως πολύ, με θάνατο, μου έρχεσαι αλλοιωμένη.
Πολλές παραχωρήσεις έκαμα, δείχτηκ’ απέναντί σου
συγκαταβατικός, στην οδύνη κατεύνεσα,
αγάπησα σχεδόν τούτους τους στενούς
λασπωμένους δρόμους, τη νύχτα, την ομίχλη και τα τρωκτικά –
όμως μη με εξαντλείς, στο έσχατο
μη με φέρνεις σημείο.

Lola Ridge, Freedom / Ελευθερία

Let men be free!
All violence is but the agony
Of caged things fighting blindly for the right
To be and breathe and burn their little hour.
Bare spirits—not debight
In smooth-set garments of philosophy;
But near earth forces, elemental, crude,
Scarce knowing their invicible, rude power;
Within the close of their primeval servitude
Half comatose.

Who, ravening for their depleted dower
Of so much sun and air and warmth and food,
And the same right to procreate and love
As the beasts have and the birds,
Strike wild—not having words
To parry with—at the cold force above.

Let men be free!
Hate is the price
Of servitude, paid covertly; and vice
But the unclean recoil of tortured flesh
Whipped through the centuries within a mesh
Spun out of priestly art.
Oh men, arise, be free!—Who breaks one bar
Of tyranny in this so bitter star
Has cleansed its bitterness in part. 

Ελευθερία

Αφήστε τους ανθρώπους να είναι ελεύθεροι!
Όλη η βία δεν είναι παρά η αγωνία
των εγκλωβισμένων πραγμάτων
που παλεύουν τυφλά για το δικαίωμα
να είναι και να αναπνέουν και να καίνε τη μικρή τους ώρα.
Γυμνά πνεύματα -όχι νυχτωμένα σε λείες ενδυμασίες φιλοσοφίας-
αλλά κοντά σε γήινες δυνάμεις, στοιχειώδεις, ακατέργαστες,
που μόλις που γνωρίζουν την αδιόρατη, άγρια δύναμή τους-
μέσα στο κλείσιμο της αρχέγονης δουλείας τους
μισοκοιμισμένα.

Οι οποίοι, αδηφάγα για την εξαντλημένη τους προίκα
Τόσο πολύ ήλιο και αέρα και ζεστασιά και τροφή,
και το ίδιο δικαίωμα στην αναπαραγωγή και την αγάπη
που έχουν τα θηρία και τα πουλιά,
χτυπούν άγρια -χωρίς να έχουν λόγια να παλέψουν-
την ψυχρή δύναμη των επάνω.

Αφήστε τους ανθρώπους να είναι ελεύθεροι!
Το μίσος είναι το τίμημα
της δουλείας, που πληρώνεται κρυφά-
και η βλακεία δεν είναι παρά η ακάθαρτη ανάκρουση
της βασανισμένης σάρκας
που μαστιγώνεται μέσα στους αιώνες
μέσα σε ένα πλέγμα που έχει δημιουργηθεί από την ιερατική τέχνη.
Όποιος σπάσει έστω και μια μπάρα της τυραννίας
σ’ αυτό το τόσο πικρό αστέρι,
έχει καθαρίσει εν μέρει την πίκρα του.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Στέλιος Καραγιάννης, Οι μυθογράφοι / Los mitografos

Έμενα τότε στο πιο σκοτεινό διαμέρισμα
του ποιήματος –και για να μην παρεξηγηθώ–
εννοώ το παράξενο ποίημα
που δεν έγραψα ακόμα·
τα βράδια έρχονταν απρόσμενα
οι φίλοι μου οι ταξιδεμένοι,
ανάμεσα σ’ αυτούς
κι ο Οδυσσέας.
Φορούσε πάντοτε ένα
ξεφτισμένο ένδυμα –δε σκέφτηκα ποτέ μου
το γιατί– ριχνόταν λοιπόν
απογοητευμένος
σε μια πολυθρόνα κι άρχιζε να καπνίζει
με μανία το τσιγάρο του.
Γιατί να με βασανίζεις
τις νύχτες –μου έλεγε– μ’ αυτές τις φανταστικές
ιστορίες σου,
άσε επιτέλους να ζήσω κι εγώ,
τη δική μου ζωή την αληθινή.
Όσο για μένα βέβαια, καθόλου δεν
τον άκουγα· σαν μαγεμένος του μιλούσα
για τον Τέννυσον, τον Τζόυς, τον Καβάφη.
Μη με μπερδεύεις άλλο με τους μυθογράφους –μου έλεγε–
αυτοί μου καταστρέψαν τη ζωή.

Los mitografos

Vivía entonces en el piso más oscuro
del poema –y para que no se me malinterprete−
quiero decir del extraño poema
que aún no he escrito;
por las noches llegaban imprevisibles
mis amigos los viajeros,
entre ellos
también Odiseo.
Llevaba siempre una
Indumentaria deshilachada –no pensé jamás
en el motivo −se echaba entonces
frustrado
en un sillón y empezaba a fumar
con ansia su cigarrillo.
Por qué me atormentas
por las noches con estas historias
fantásticas tuyas −me decía−,
deja por fin que viva también
yo mi propia vida, la verdadera.
En cuanto a mí, por supuesto, no lo escuchaba
en absoluto; como hechizado le hablaba
de Tennyson, de Joyce, de Cavafis.
No me confundas más con los mitógrafos, me decía,
ellos han arruinado mi vida.

*Μετάφραση στα ισπανικά: José Antonio Moreno Jurado.

Karayanis, Stelios (1956).
Poemas/ Stelios Karayanis–1ª ed.–
Coedición | EntreTmas Revista Digital & Agulha Revista de Cultura, 2025.
52 p. 21 x 14 cm.

Περιοδικό «Πάλι» – Ένα τετράδιο αναζητήσεων

Περιοδικό «Πάλι» – Ένα τετράδιο αναζητήσεων

Το περιοδικό «πάλι», ένα καθαρά μοντερνιστικό και υπερρεαλιστικό περιοδικό, κυκλοφόρησε από τις αρχές του 1964  έως τον Δεκέμβριο του 1966. Κύριος εμπνευστής και δημιουργός του ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, με την σημαντική οικονομική και συμβουλευτική βοήθεια του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή όπως ο ίδιος ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, σημειώνει στο ενδιαφέρον βιβλίο του «Μοντερνισμός πρωτοπορία και Πάλι» Με γράμματα των ποιητών γύρω από την έκδοση του «Πάλι»

Εισαγωγή και Σημειώσεις του Νάνου Βαλαωρίτη, εκδόσεις Καστανιώτη 1997.

Το σχήμα του ήταν μικρό, διαστάσεων 14,5Χ20 είχε λευκό εξώφυλλο και οπισθόφυλλο, με μαύρα έντονα γράμματα αναγράφεται ο τίτλος και το νούμερο του τεύχους, στην κώχη του γράφονταν και πάλι ο τίτλος και το νούμερο του. Το τελευταίο τεύχος, το έκτο, έχει λίγο μεγαλύτερο σχήμα τόσο το εξώφυλλο όσο και το οπισθόφυλλο κοσμούνται με σχέδια γνωστών ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Ο χρόνος κυκλοφορίας του είναι ακανόνιστος, χωρίς τακτικά χρονικά διαστήματα έκδοσης, τα ελληνικά κείμενα που δημοσιεύονται είναι στο γνωστό γραμματικό σύστημα της εποχής το πολυτονικό, σε ορισμένες περιπτώσεις οι ποιητές παρουσιάζονται και στην γλώσσα τους (Γαλλικά)-ιδιαίτερα οι Γάλλοι- κάθε τεύχος έχει την δική του αρίθμηση, υπάρχουν κείμενα ελλήνων υπερρεαλιστών που δημοσιεύονται σε συνέχειες.

Τόσο στην μέσα σελίδα του εξωφύλλου όσο και του οπισθόφυλλου δημοσιεύονται στοιχεία που αφορούν το περιοδικό-τα Περιεχόμενα ή Για τους νέους συνεργάτες, ή Οι νέοι συνεργάτες του «πάλι». Ο τίτλος είναι με μικρά μπολντ μαύρα γράμματα το δε νούμερο του τεύχους γράφεται στο κάτω δεξιό μέρος του περιοδικού, στο κάτω επίσης μέρος προς την μέση γράφεται το εξής: «ένα τετράδιο αναζητήσεων».

Τα τεύχη ακολουθούν το καθένα την δική του αρίθμηση.  

Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε το 1964 (δεν αναγράφεται ο μήνας), σελίδες 1 έως 96.

Το δεύτερο και το τρίτο τεύχος κυκλοφόρησαν μαζί (διπλό τεύχος) πάλι δεν αναγράφεται ο μήνας κυκλοφορίας, σελίδες 1 έως 144.

Το τέταρτο τεύχος κυκλοφόρησε το Καλοκαίρι του 1965 σελίδες 1 έως 80.

Το πέμπτο τεύχος κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1965 σελίδες 1 έως 96.

Και το τελευταίο, το έκτο τεύχος το Δεκέμβριο του 1966 σελίδες 1 έως 96.

Συνολικά σε ακανόνιστο διάστημα δύο περίπου χρόνων κυκλοφόρησαν έξι τεύχη, το ένα διπλό το νούμερο (2-3), σύνολο σελίδων περίπου 520. Εκδόθηκαν δηλαδή τρία τεύχη το 1964 δύο το 1965 και ένα το τελευταίο το 1966.

Στο εμπόριο παλιότερα βρήκα και αγόρασα τα μονά τεύχη, δεν έχω δει την ανατύπωση του περιοδικού σε έναν τόμο το 1975 από το περιοδικό «Σήμα».

Το περιοδικό κατά την γνώμη μου έχει μια συγγένεια υφολογική και θεματική με δύο άλλα περιοδικά που εκδόθηκαν τον μεσοπόλεμο και αργότερα, που έτυχε να πέσουν στα χέρια μου από ανατύπωση. «Το 3ο  μάτι» (1935-1937) έκδοση ΕΛΙΑ 1982 και το περιοδικό « Το Τετράδιο» (1945/1947) έκδοση ΕΛΙΑ (Ελληνικό Λογοτεχνικό Αρχείο) 1981, ένα άλλο, σε στυλ εφημερίδας, τον «Ιππόκαμπο» (1945) που έτυχε να συναντήσω σε παλαιοπωλεία δεν κατόρθωσα να βρω όλα τα τεύχη και έτσι είναι δύσκολη η παράλληλη συν-εξέταση.

Όλοι οι μελετητές που ασχολήθηκαν με το περιοδικό αλλά και ο ίδιος ο Νάνος Βαλαωρίτης στο παραπάνω  βιβλίο του, αναφέρουν ότι το «πάλι» δημιουργήθηκε για να αντιπαραβληθεί με το περιοδικό «Εποχές» που κυκλοφόρησε το πρώτο του τεύχος τον Μάϊο του 1963, ως «Μηνιαία έκδοση πνευματικού προβληματισμού και γενικής παιδείας» με διευθυντή τον γνωστό συγγραφέα Άγγελο Τερζάκη και Συμβούλους: τους Γιώργο Σεφέρη, Κωνσταντίνο Θ. Δημαρά, Γιώργο Θεοτοκά, Κ. Σκαλιόρα, Λέων Β. Καραπαναγιώτη και Χρήστο Δ. Λαμπράκη. Ένα περιοδικό του δημοσιογραφικού συγκροτήματος του ΔΟΛ στο οποίο κύριος σύμβουλος υπήρξε ο Νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης, το περιοδικό κυκλοφόρησε μέχρι τον Απρίλιο του 1967 που το έκλεισε η Δικτατορία. Σύνολο τευχών 48. Το περιοδικό αυτό ήταν το κύριο δημοσιογραφικό βήμα των μοντερνιστών, παραδοσιακών ή συντηρητικών της γενιάς του 1930 όπως τους αποκαλούσαν οι άλλοι, οι νεότεροι, οι πιο ρηξικέλευθοι, οι πιο επαναστάτες αυτοί που μετέφεραν στα λογοτεχνικά καθ’ ημάς τους Ευρωπαίους και Αμερικανούς Σουρεαλιστές και την γενιά των Beat. Επίσης, το «πάλι», ήρθε να συμπληρώσει τα θεματικά και αισθητικά κενά που άφηνε το γνωστό και πρωτοπόρο για την εποχή του φημισμένο περιοδικό της αριστεράς «Επιθεώρηση Τέχνης» το οποίο κυκλοφόρησε από τον Γενάρη του 1955 έως τον Φλεβάρη του 1967 σε 146 τεύχη.

Οι συνεργάτες που αναφέρω-αποδελτιώνω παρακάτω Έλληνες και ξένοι ανήκουν στην πρωτοπορία της εποχής τους με ιστορία και παράδοση.

Οι μεταφράσεις μοντέρνων ποιημάτων και πεζού και δοκιμιακού λόγου, το πλήθος των εικαστικών-προκλητικών για την εποχή τους σχεδίων όπως ήσαν τα σχέδια του Μιχάλη Μακρουλάκη, του Γιάννη Μιγάδη μαθητών του Γιάννη Τσαρούχη αλλά και των Αλέξη Ακριθάκη, Μίνωα Αργυράκη, Νίκου Εγγονόπουλου, Χρήστου Καρρά, Αλέκου Φασιανού και πολλών υπερρεαλιστών ξένων ζωγράφων όπως ο Χουάν Μιρό, τα νέα ποιητικά ξένα ρεύματα που παρουσιάζονται, η πρωτοτυπία των θεμάτων, ο νέος μεταμοντέρνος ποιητικός λόγος, η κυριαρχία του Σουρεαλιστικού κινήματος ως πρυτανεύουσα μόνη αναφορά, τα πεζά κείμενα ιδιαίτερα αυτά του Γιώργου Μακρή και του Αλέξανδρου Σχινά, οι ποιητικές συνθέσεις των νέων συνεργατών ανδρών και γυναικών όπως είναι η Εύα Μυλωνά, η Μαντώ Αραβαντινού κ.λ.π., η συμμετοχή ως συνεργατών ελλήνων επαναστατών πρωτοπόρων στον ποιητικό και κοινωνικό χώρο όπως υπήρξε ο ποιητής Νικόλαος Κάλλας αλλά και οι καθοδηγητικές με θετικό πρόσημο πρωτοποριακές για την εποχή τους συμβουλές και επισημάνσεις τόσο του Κώστα Ταχτσή όσο και του Νάνου Βαλαωρίτη, οι συμμετοχές ενός ψυχαναλυτή ποιητή του Ανδρέα Εμπειρίκου-ενός ακραιφνούς και μάλλον ακραίου υπερρεαλιστή και ενός εικαστικού και ποιητή του Νίκου Εγγονόπουλου, ο οποίος κατόρθωσε να συνενώσει στοιχεία της ελληνικής παράδοσης με τον υπερρεαλιστικό οραματισμό, η παρουσία του Γάλλου Ισιδώρου Ντυκάς αλλά και ενός από τους ηγέτες της αμερικάνικης γενιάς των Μπητ του Άλλεν Γκίνσμπεργκ δίπλα στον πάπα του Σουρεαλισμού τον Αντρέ Μπρετόν αλλά και τον επαναστάτη που δεν συνέγραψε μόνο το Μανιφέστο του Σουρεαλισμού (μαζί με τον Μπρετόν) αλλά και οργάνωσε τον Σοβιετικό στρατό, κατέστειλε την εξέγερση της Κροστάνδης και δημιούργησε τα πενταετή αγροτικά προγράμματα της ΕΣΣΔ, τον γνωστό μας θεωρητικό και στρατιωτικό επαναστάτη Λέων Τρότσκι, ο οποίος μας μιλά για το άλλο αντικομφορμιστικό επαναστατικό καλλιτεχνικό κίνημα αυτό του Φουτουρισμού, αλλά και οι απόψεις της Αγγλίδας πεζογράφου Βιρτζίνιας Γουλφ, μας δίνουν την εικόνα ενός περιοδικού το οποίο απείχε πάρα πολύ από τα μέχρι τότε καθιερωμένα και ακαδημαϊκά λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του. Μας δίνουν την εικόνα ενός κοσμοπολίτικου εντύπου που ανοίγει τα φτερά του σε κάθε νέα πρωτοποριακή φωνή και σίγουρα αρχινά μια συνομιλία των ελλήνων υπερρεαλιστών με τους ξένους ομοτέχνους τους. Το «πάλι» από το πρώτο του τεύχος μέχρι το τελευταίο δεν είναι μόνο μια διαρκής πρόκληση αλλά και μια έντονη ανατροπή στα μέχρι τότε καθιερωμένα μικροαστικά και αστικά ηθικά και λογοτεχνικά αξιακά πλαίσια. Εντύπωση ευχάριστη προκαλεί τόσο η συγγραφική παρουσία του ηθοποιού-τραγουδιστή Δημήτρη Πουλικάκου με τις συγγραφικές και μεταφραστικές του καταθέσεις όσο και οι μεταφραστικές προτάσεις του Κώστα Ταχτσή και οι διάφορες καλλιτεχνικές επιλογές του που φανερώνουν έναν συγγραφέα πανέξυπνο, πρωτοπόρο, μοντέρνο και ανατροπέα για την εποχή του σε σχέση με άλλους καλλιτέχνες, με ανοιχτές τις αντένες του στα νέα ρεύματα και ιδέες, άτομο καλλιεργημένο και κοινωνικά δραστήριο με τρομερό αισθητήριο όσον φορά τις διάφορες αποχρώσεις της ελληνικής γλώσσας, κάτι που φαίνεται όχι μόνο στο μυθιστόρημά του «το τρίτο στεφάνι» και σε άλλα του πεζά αλλά και στις μεταφράσεις αρχαίων έργων του Αριστοφάνη. Από την άλλη, βλέπουμε τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη να προσπαθεί να συμβιβάσει τις διάφορες απόψεις και θέσεις και να φέρει σε επαφή τους συντηρητικούς έλληνες μοντερνιστές με τα νέα ρεύματα που εκείνος γνώριζε και κατείχε από την θητεία του στο εξωτερικό. Για τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη-όπως και στο βιβλίο του διακρίνεται-το πρόβλημα της ελληνικής ποίησης, πεζογραφίας και δημιουργίας εν γένει, έγκειται ότι έχει αγκυλωθεί σε μια θεματολογία εντελώς στενάχωρη και περιθωριακή και σίγουρα ηθογραφικής υφής κάτι που την κάνει σχεδόν αδιάφορη τόσο στους ευρωπαίους διανοούμενους όσο και στο ευρύ ευρωπαϊκό κοινό.

Τα θέματα τα οποία διαπραγματεύονται οι Έλληνες συγγραφείς,-τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα- κινούνται μέσα στα στενά όρια ενός βαλκανικού περιφερειακού κράτους κάτι που τα αποκλείει από μια ουσιαστική και δημιουργική συνομιλία με τις λογοτεχνίες των πλούσιων ανεπτυγμένων δυτικών κρατών φυσικά και της Αμερικής. Η ποιητική παρουσία των ελλήνων δημιουργών πέρα από τις φιλότιμες προσπάθειες των ξένων φιλελλήνων μεταφραστών στο να γνωστοποιήσουν στο εξωτερικό την ελληνική ποίηση και πεζογραφία, όπως υπήρξαν οι μεταφραστικές προτάσεις του Κίμωνος Φράιερ, του Έντμουντ Κήλυ, του Φιλλίπ Σέρραντ και πολλών άλλων, δεν κατόρθωσε μάλλον να έχει μια ουσιαστική συνομιλία με την ποιητική γλώσσα άλλων ευρωπαίων και αμερικανών συγγραφέων. Τα έργα των ελλήνων δημιουργών έχουν μια έντονη «εθνικιστική» διάθεση μια σταθερή πατριδολατρία και μάλλον πολλά από αυτά, έχουν το στοιχείο του «ναρκισσισμού» αρκετά ισχυρό, τους λείπει αυτό το διεθνές άπλωμα, ο πειραματισμός προς κάτι το καινούργιο, το αχαρτογράφητο, η περιπέτεια μιας άλλης θεματικής πορείας που θα αγγίξει τα ενδιαφέροντα και τις οραματικές προκλήσεις των ξένων αναγνωστών. Ποια δηλαδή ελληνίδα πεζογράφος θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στην μάγισσα της πρόζας Βιρτζίνια Γουλφ, ποια θα μπορούσε να σχεδιάσει ιστορικά μυθιστορήματα με το ύφος και την τεχνική της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ; Ο έντονος ελληνοκεντρισμός, η επανάπαυση στην μακαριότητα της ένδοξης πολιτιστικής μας ιστορίας η καταφυγή σε παλαιές ιστορικές δάφνες, το πρόβλημα της γλώσσας (που δεν μιλιέται παγκοσμίως) είναι μερικά από τα προβλήματα που δεν κατόρθωσαν να ξεπεράσουν οι έλληνες συγγραφείς και έτσι, έμειναν καθηλωμένοι σε ένα περιβάλλον ελλαδικό με τα ανάλογα αδιέξοδα. Η Ελληνική λογοτεχνική και ποιητική παραγωγή για πολλά χρόνια έμεινε περίκλειστη στον εαυτό της και επαναπαυόταν στον μικρό και στενάχωρο χώρο της μικρής και πτωχής αποικιοκρατικής ευρωπαϊκής επαρχίας που είναι η χώρα μας. Σίγουρα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, η περίπτωση του κοσμοπολίτη Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, ενός ποιητή της περιφέρειας και όχι του κέντρου που κατόρθωσε να απαλλαγεί από τον εθνικιστικό μανδύα και να εμπλουτίσει το έργο του με θέματα και ζητήματα παγκόσμιου και διαχρονικού ενδιαφέροντος μας λέει πολλά, όπως και η περίπτωση του Κρητικού Νίκου Καζαντζάκη που ορισμένα του μυθιστορήματα καθώς και το έπος του «Οδύσσεια» είναι ελληνικά best seller στον αγγλοσαξονικό κόσμο και όχι μόνο. Τα δύο μας Νόμπελ δεν είχαν τέτοια απήχηση μεγάλη απήχηση και λόγω πολιτικών συγκυριών είχε ο τροβαδούρος του ελληνισμού Γιάννης Ρίτσος, αντίθετα ένας ποιητής που υπήρξε διαρκής συνομιλητής με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία της εποχής του και ουσιαστικός ποιητικός πειραματιστής ο γεραρός Κωστής Παλαμάς ξεχάστηκε γρήγορα, τόσο στο εξωτερικό και ίσως και στο εσωτερικό. Η γυναικεία φωνή της ποιήτριας Κικής Δημουλά είναι μάλλον αμφίβολο αν βρήκε την απήχηση που όλοι μας περιμέναμε αν δεν κάνω λάθος. Ανοικτό ερώτημα παραμένει ίσως η ποιητική και δοκιμιακή περιπέτεια του υπερρεαλιστή Νικόλαου Κάλλα, ενός ποιητή που δεν έχουν χαρτογραφηθεί μάλλον επαρκώς τα ίχνη του.

Στο πρώτο τεύχος όπως είναι αναμενόμενο αναφέρονται στο «Προοίμιο» ο σκοπός και ο στόχος της έκδοσης του περιοδικού καθώς και η φιλοσοφία και το όραμα της επιτροπής της έκδοσης. Διαβάζουμε στις σελίδες 2 και 3 του πρώτου τεύχους:
«Η επιτροπή που αποφάσισε την έκδοση του «ΠΑΛΙ», θάθελε με την εμφάνιση του πρώτου της τεύχους να διευκρινίσει όσα νομίζει συγκροτητικά για τα ίδια της τα κίνητρα. Και πρώτα-πρώτα για τον τίτλο, «Πάλι», δηλώνει βασικά μια επανάληψη: αλλά τι είδους επανάληψη προτίθεται να καλύψει η έκδοσή μας; Η απάντησή μας, θα θέλαμε να μην αφήσει κανένα έδαφος για παρανοήσεις.

Θέλουμε «Πάλι» ν’ ανοίξει ο ορίζοντας της έρευνας, της ανίχνευσης και της έκφρασης καθώς και της επικοινωνίας με τον ντόπιο και παγκόσμιο χώρο, ανεξάρτητα από οποιουδήποτε είδους αναστολές και απωθήσεις.

Θέλουμε να λειτουργήσει «Πάλι» οργανικά η ανακοίνωση, η διαμάχη και οι αντινομικές εκφάνσεις που συνιστούν τον χώρο της συνείδησης και της δημιουργίας, τις αυθόρμητες τάσεις και κατευθύνσεις της σκέψης και της αίσθησης.

Βλέπουμε δηλαδή το «Πάλι», σαν ξανάνοιγμα της αέναης οντότητας που συνιστά την ουσία κάθε αυθεντικής στιγμής στη σκέψη, στην τέχνη, όπως στην ζωή και την ιστορία.

Βέβαια αυτό το ξανάνοιγμα προϋποθέτει 1) την αίσθηση ενός «κλεισίματος» αποτελέσματος ποικίλων προελεύσεων φραγμών και Taboo’sπου η πρόθεσή μας είναι να συμβάλουμε στην άρση τους, στο βαθμό που η διάγνωση και η διαίσθησή μας θα λειτουργήσει σωστά. 2) Την ύπαρξη προηγουμένων «ouvertures», που αφού λειτούργησαν όσο (ή και λιγώτερο απ’ όσο) έπρεπε ή μπορούσαν, θάφτηκαν κάτω από συνθήκες αρτιοσκληρωτικές και συμβατικές, αφήνοντας την θέση τους στα υποπροϊόντα αυτών ακριβώς των συνθηκών, που στον τόπο μας απόκτησαν επί χρόνια μια σαθρή, σχηματική, μα παραδόξως ακλόνητη παντοδυναμία . *

Αυτά τα ανοίγματα του παρελθόντος, το «ΠΑΛΙ» δεν προτίθεται να το επαναλάβει με κλειστό τρόπο, είτε μορφολογικά, είτε ουσιαστικά, αλλά να ξαναπολεμήσει με τα ίδια, κι’ αν το κατορθώσει και με περισσότερο αδιάλλακτο θάρρος, όσα πολέμησαν, αγνοώντας όσα αγνόησαν, κι αυτά, όσες κι’ αν είναι οι επιφανειακές μεταβολές τους, παραμένουν σε (απελπιστικά;)μεγάλο βαθμό απαράλλακτα, ώστε οτιδήποτε  αρνιόμαστε, να μην υπάρχει καν λόγος να κατονομαστεί εξ αρχής, εντοπίζοντας έτσι εκείνο που διάχυτα είναι «εγκατεστημένο».

Το «Πάλι» δεν είναι μια επιθεώρηση κλειστών και εκ των προτέρων καθορισμένων κατευθύνσεων.

Εκείνοι που αποτελούν το πρώτο κλιμάκιο της εκκίνησής του, δεν προτίθενται ν’ αποκρύψουν ούτε τις διαφωνίες τους, ούτε την πιθανή ετερογένεια των καταβολών τους, σχετικά με βαθύτατες, όχι όμως αγεφύρωτες διαφορές αξιολόγησης ως προς τις βασικές τους «θέσεις» απέναντι στο αίνιγμα του είναι, στον οραματισμό τους για την τέχνη και στο πρόβλημα του ιστορικοπολιτικού γίγνεσθαι. Παραμένουν όμως σύμφωνοι σ’ ένα βασικό αίτημα: την από τα ίδια τα κείμενα προβολή και αυτοδιαγραφή των τάσεων, κλίσεων και «αποκλίσεων», όπως και την προσφορά τους στον εντός κι εκτός του χώρου του τετραδίου διάλογο.

Ύστερα από τα παραπάνω, αποσαφηνίζεται:

1ο Ότι το τετράδιο είναι ξένο προς κάθε πνεύμα συντήρησης, αλλά πως αυτό δεν σημαίνει ότι γόνιμες περιοχές του παρελθόντος δηλωτικές της βαθειάς ενότητας της ζωής καθώς και οι αντίστοιχες αναζητήσεις πάνω σε αυτές, δεν είναι ευπρόσδεκτες.

2ο Ότι το τετράδιο παραμένει έξω από κάθε πνευματική ή πολιτική «στράτευση», αλλά σεισμογραφικά ευαίσθητο σε κάθε απελευθερωτικό μήνυμα, προερχόμενο τόσο από το ιστορικό όσο και από το πνευματικό πεδίο.

3ο  Ότι το τετράδιο δεν αποτελεί όργανο ενός πνευματικού ή καλλιτεχνικού κινήματος, (χωρίς ούτε να προετοιμάζεται, ούτε να αποκλείεται η γέννησή του, από τους κόλπους του) αλλά πεδίο ελεύθερων αναζητήσεων και προσεγγίσεων όσων κινημάτων (ατομικών ή συλλογικών) έφεραν σε γονιμότερη πυκνότητα παρουσίας την ανθρώπινη σκέψη και ύπαρξη, την διαύγεια και την ελπίδα (με όλη τη τραγική διάσταση που συχνά χωρίζει τις δύο τελευταίες). Σ’ αυτήν την περιοχή θα θέλαμε οι συμπάθειες και οι θέσεις των συνεργατών μας, να μην ασκούν παρά μίαν αυτοδύναμη επίδραση από τα ίδια τους τα κείμενα καθώς κι από τα κείμενα που θα θελήσουν να μεταφέρουν στη γλώσσα μας σαν αντιπροσωπευτικά. Όσο για το διάλογο, παραμένει ανοιχτός.

Πάντως η επιτροπή του «Πάλι» έχει πλήρη επίγνωση της κρισιμότητας των καιρών, μέσα και έξω από την καλλιτεχνική περιοχή. Γιαυτό και θεωρεί καθήκον της την απόλυτη περιφρόνηση κάθε σχηματικού “esprit de serieux” και κάθε δογματισμού.

4ο Η τέχνη και η σκέψη ήταν, είναι, και θα είναι, ριψοκίνδυνη υπόθεση. Καθένας από τους συνεργάτες μας, είναι περιττό να το πούμε, επωμίζεται τους δικούς του κινδύνους, με τον τρόπο που νομίζει πιο πρόσφορο και μέσα από την διαδρομή απ’ όπου το ανέφικτο και το αναπόδραστο του αποκάλυψαν τα όριά τους.

Από το παιχνίδι ως την εμβρίθεια, κι’ από την πιο αινιγματική εσωτερικότητα ως την πιο εμπράγματη κριτική στάση, κάθε τι μπορεί, (με την έννοια του αρχαίου «δύνασθαι», που περιέχει το ζύγισμα με την οδυνηρή πιθανότητα να μη μπορέσει) ν’ ανοίξει τον δρόμο προς την μη «αποκεκαλυμμένη» (ακόμα;) ολικότητα* του πνεύματος, της ποίησης και του συγκεκριμένου κόσμου. The rest is silence».

*Δεν θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την παράγραφο, χωρίς να υπομνήσουμε (δεν θα τις κατονομάσουμε) ορισμένες ελάχιστες αλλοίμονο, εξαιρέσεις.
*Εδώ, ο συντάκτης αυτών των γραμμών υπαινίσσεται ίσως τον φιλόσοφο Ernest Bloch και το γραφτό του  “ Zur Ontologie des noch nicht Seins».

Το κείμενο, είναι του συγγραφέα και μεταφραστή Γιώργου Μακρή.
Σημειώνει μεταξύ άλλων ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο βιβλίο του «Μοντερνισμός Πρωτοπορία και Πάλι» σελίδα 50,

«Ο σκοπός του περιοδικού δεν ήταν να παίξει ένα συμπαντικό ρόλο, αλλά να προβάλει ορισμένες θέσεις και πρόσωπα που θεωρούσαμε ότι είχαν παραμεριστεί άδικα τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν με το τεύχος 2-3, τούτη τη φορά ανάμεσα σε άλλους πρωτοποριακούς που φιλοδοξούσαν μια θέση στον ήλιο της πρωτοπορίας, και τελικά με τα τεύχη 4,5,6, σταμάτησαν οι εξωτερικές εχθροπραξίες και εμφανίστηκε ένας εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους συνεργάτες, που μερικοί δεν μιλιόνταν, όπως είναι συνηθισμένο γενικά στα πρωτοποριακά περιοδικά και κινήματα, και ιδιαίτερα σε μας τους Έλληνες απ’ τον καιρό του Πελοποννησιακού Πολέμου».

Θέσεις ακόμα και σήμερα επίκαιρες θα προσθέταμε εμείς.

Η καθηγήτρια και μελετήτρια Ελισάβετ Αρσενίου στο βιβλίο της «Νοσταλγοί και Πλαστουργοί»-Έντυπα, Κείμενα και Κινήματα στη Μεταπολεμική Λογοτεχνία-εκδόσεις Τυπωθήτω 2003 στο κεφάλαιο «Ο λογοτεχνικός τύπος» αφιερώνει τις σελίδες 104-113 στο περιοδικό «Πάλι», έχοντας ως επικεφαλίδα «ΠΑΛΙ: Οι αναζητήσεις ενός νεουπερρεαλιστικού περιοδικού», γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Το περιοδικό Πάλι, που χαρακτηρίζεται στον υπότιτλο ως «ένα τετράδιο αναζητήσεων», είχε χαρακτήρα περιθωριακό και ριζοσπαστικό στην κριτική της σύγχρονης πνευματικής ζωής, διατηρώντας πολλά από τα χαρακτηριστικά του «μικρού περιοδικού». Το Πάλι μόνο περιφερειακά, συχνά χωρίς χρονολόγηση, και ήταν βραχύβιο(1963-1966)…Πάντως, η θεματική και υφολογική ομοιογένειά του οφειλόταν στις κατευθυντήριες παρεμβάσεις του Νάνου Βαλαωρίτη και του Κώστα Ταχτσή, των βασικών εκδοτών του περιοδικού, ενώ τα σχόλια του περιοδικού πρόβαλλαν τις απόψεις των συντελεστών του πάνω σε ζητήματα λογοτεχνικής κυρίως επικαιρότητας. Τους συντελεστές του Πάλι αποτελούσαν συγγραφείς διαφορετικών λογοτεχνικών προτιμήσεων, σταθερά όμως προσανατολισμένοι σε αναζητήσεις…»

Και παρακάτω: «Η θέση του Πάλι στη δεκαετία του 1960 συνδέεται στενά με το πολιτιστικό περιβάλλον που διαμόρφωσε ο καθιερωμένος λογοτεχνικός Τύπος της εποχής, ο οποίος με τη σειρά του καθιέρωσε τα ζητήματα που απασχόλησαν το περιοδικό». Και συνεχίζει:
«Οι αρχές του Πάλι δεν είναι σαφώς προκαθορισμένες».

Η θέση αυτή της Ελισάβετ Αρσενίου έχει μια βάση, όπως φαίνεται και από το κείμενο κατάθεση για το περιοδικό του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη, όμως έστω και έτσι, αν διαβάσει ο σημερινός αναγνώστης τα τεύχη του Πάλι θα ανακαλύψει κείμενα και θέσεις που είναι ακόμα επίκαιρες, μπορεί να μην απασχολεί κανέναν ίσως πλέον η διαφορά μοντερνιστών και μεταμοντερνιστών ή πρωτοπόρων και μετα-πρωτοπόρων, μπορεί να έχει χάσει πολύ από την αίγλη του το επαναστατικό κίνημα του Σουρεαλισμού, όμως μέσα στο γενικό ιστορικό διαχρονικό πανόραμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας και αναζήτησης όλα αυτά έχουν την δική τους σημασία, και σίγουρα προσθέτουν κάτι στην έρευνα και την οικοδόμηση του καθόλου της ελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνικής περιπέτειας.

Να τονίσουμε επίσης ότι η Ελισάβετ Αρσενίου υπογράφει και το λήμμα για το περιοδικό Πάλι στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» των εκδόσεων Πατάκη 2007.

Αντίθετα ο ιστορικός της λογοτεχνίας και μελετητής Αλέξανδρος Αργυρίου, αφιερώνει μάλλον καταχρηστικά εννέα καθαρά πληροφοριακές γραμμές για το περιοδικό.

«Το περιοδικό Πάλι (1964-1966) που αυτοπροσδιορίστηκε ως «Τετράδιο αναζητήσεων» επανέφερε στο προσκήνιο έναν «αδιάλλακτο» υπερρεαλισμό με γενναίες συνδρομές του Νίκου Εγγονόπουλου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικολάου Κάλα….» σελίδα 96, δες Αλέξανδρος Αργυρίου, «Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της όταν η δημοκρατία δοκιμάζεται, υπονομεύεται και καταλύεται» (1964-1974 και μέχρι τις μέρες μας), τόμος Ζ΄, εκδόσεις Καστανιώτη 2007.                  

  
«Η ποίηση τέχνη αριστοκρατική απομονώθηκε στα χέρια των ιερέων της»
                                                   Virginia Woolf
     

ΕΛΛΗΝΕΣ

–         Μαντώ Αραβαντινού,
     (ποίηση), «Από τη Γραφή Β», σελ. 32-36, τχ. 1/1964
–         Μαντώ Αραβαντινού,
     (μετάφραση), (Claude Simon), σελ. 25-31,  τχ. 2-3/1965 και 78-79,
      τχ. 4/1965.
–         Κείμενα Ελλήνων Αλχημιστών,
      «ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΗΝΠΕΡ ΣΟΛΟΜΩΝ ΕΤΕΚΤΗΝΑΤΟ», μτφ.
       Ν. Βαλαωρίτη  σελ.  54-56, τχ. 1/1964
–         Βασίλης Βασιλικός,
      σελ. 138-140, τχ. 2-3/1964.
–         Νάνος Βαλαωρίτης,
(ποίηση), «Το Θαύμα», σελ. 19-24, (Του Νικόλαου Κάλας),
 τχ. 1/1964
«Δανιήλ Φιλιππίδης»,
  «Το 1801 ο Δανιήλ Φιλιππίδης δημοσιεύει στη Βιέννη μια
    μετάφραση της Λογικής του Κονδιλλιάν…» σελ. 75-84,
     τχ. 2-3/1964
«Η γέννηση του Κόσμου», «Μετουσίωση» σελ. 12-13, τχ. 4/1965
«Προμελέων», σελ.39-44, τχ. 5/1965
 «Το μαρμαρωμένο Βασίλειο ή το άλλο άκρο», σελ. 92-94,
  τχ. 5/1965 
«Πέντε και Τέταρτο ακριβώς», σελ. 62-71, τχ. 6/1966
(για τον «Αντρέ Μπρετόν»), σελ. 74-81, τχ. 6/1966

  • Μάρκος Φίλιππος Δραγούμης,
      «Μουσική και Κριτική», σελ. 89-92, τχ. 6/1966
    –    Στέφανος Δημητριάδης,
          «Ένας άνθρωπος 700 ετών», (Κείμενο παρμένο από την Ανθολογία
            του Βαλέτα), σελ. 92-95, τχ. 1/1964.
    –    Τάσος Δενέγρης,
         «Δύο κείμενα», σελ. 68-69, τχ. 1/1964
         (ποίηση), «Λεωφόρος της Δύσεως ή Η οδός Λουκιανού…»,
          σελ. 33-34, τχ. 2-3/1964.
         (    //     ), «Ο θάνατος στην πλατεία και άλλα», σελ. 47-50, τχ. 6/1965
         (   //      ), “ Sketch”, “ Bossa Nova”, «Επτά», σελ. 27,  τχ. 4/1965
    –     Ανδρέας Εμπειρίκος,
         «Αργώ ή Πλους Αεροστάτου»…, σελ. 8-18, (αφιερωμένο στην
           Βιβίκα) τχ. 1/1964
         «Αργώ ή Πλους Αεροστάτου», ΙΙΙ σελ. 7-19, τχ. 2-3/1964
         «Αργώ ή Πλους Αεροστάτου», ΙV, σελ. 29-37, τχ. 4/1965
         (ποίηση), 6 Ποιήματα, σελ. 2-8, τχ. 5/1965
         «Ο Μεγάλος Ανατολικός», (Εικόνες από το μυθιστόρημα),
           Απόσπασμα εκ του 52ου κεφαλαίου, σελ. 15-21, τχ. 6/1966
    –    Νίκος Εγγονόπουλος,
         «Δύο μορφές ενός πίνακος και τρία ποιήματα για τον θάνατο τριών
           ποιητών», σελ. 2-5, τχ. 2-3/1964
         (ποίηση), «Ποίημα περί Γκέοργκ Τρακλ», σελ. 4-14, τχ. 6/1966
    –   Δημήτρης Ζορμπάς,
        «Ιεριχώ», σελ. 59-60, τχ. 4/1965
    –   Γιώργος Θέμελης,
        «Ποίηση και Ψευδαίσθηση», κρίσεις για τον Γ. Θ. σελ. 90-91,
         τχ. 5/1965
    –   Παναγιώτης Κουτρουμπούσης,
        «Ο ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ ΜΠΕΝΝΕΤ», (εφεδρικός τίτλος ασφαλείας: Η
          Σφιγξ, Προστατεύει την Μοναξιά), σελ. 46-48, τχ. 1/1964
        «Δεκήρικος ο Βολιώτης», σελ. 49-52, τχ. 4/1965
        (ποίηση), «7 μολυσμένα κομμάτια ύστερα από τη Μεγάλη Βόμβα»,
        σελ. 49-50, τχ. 5/1965
    –  Νικόλαος Κάλας,
       (ποίηση), «Οδός Νικήτα Ράντου», «Μέρος Α΄» σελ. 4-7, τχ. 1/1964
       (ποίηση), «Οδός Νικήτα Ράντου», «Μέρος Β΄» σελ. 21-24,
        τχ.2-3/1964
    –  Γιώργος Μακρής,
       «40 χρόνια Ελληνικού Κινηματογράφου από της «Μοίρας τ’
         αποπαίδι» στον Καραμανλή», σελ. 91-98, τχ. 2-3/1964
    –  Σπύρος Μεϊμάρης,
       «Η πρώτη κρίση», μτφ. Νάνος Βαλαωρίτης-Σπύρος Μεϊμάρης,
       σελ. 55-59, τχ. 6/1966
    –  Εύα Μυλωνά,
       (πεζό), «Ένας Βασιλιάς», σελ. 57-59, τχ. 1/1964
       (ποίηση), «Να βγω απ’ τη θάλασσα», σελ. 56-58, τχ. 4/1965
    –  Δημήτρης Πουλικάκος,
       (μυθιστόρημα), «ΤΟ ΜΙΚΡΟΝ ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΩΛΕΙΟΝ» ή
         αργότερον ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΟΙΕΙΟΝ», (Κεφάλαιο πρώτο
          σελ.25-31, τχ. 1/1964
       (ποίηση), «Τρελλός Χορός», σελ. 61-64, τχ. 4/1965
       «Εθεωρήθη υπό Χ»(Μαϊτούνα), σελ. 31-34, τχ. 5/1965
  • Τάκης Παπατσώνης,
      (ποίηση), «Νύχτες του Αυγούστου», σελ. 2, τχ. 4/1965
  • Γιώργος Παντελίδης,
      (ποίηση), «Υπερλεξιστική Εισαγωγή στην μοντέρνα ποίηση της
      Γραικίας», σελ. 80, τχ. 4/1965
  • Μιχάλης Παπανικολάου,
      (ποίηση), «Η Στοά», σελ. 59-61, τχ. 5/1965
  • Παπαπολίτης Σάββας Σωτήρης,
      (ποίηση), «Τρία Ποιήματα», σελ. 71-72, τχ. 5/1965
  • Λίνος Πολίτης,
      «Ανθολογίες Ελληνικής Ποίησης», σελ. 89-90, τχ. 5/1965
  • Αλέξανδρος Γ. Πωπ,
      (ποίηση), «Το νησί των Τρελλών», σελ. 33-40, τχ. 6/1965
  • Δημήτρης Ρικάκης,
      «Ημερολόγιο αγωνίας», (αφιερώνεται στην Νινέτ) σελ. 35-44,
        τχ. 2-3/1964
      «Η Λίμνη του Ντονέν», σελ. 41-46, τχ. 6/1966
  • Νίκος Στάγκος,
      «Γεγονότα, Μύθοι και προβλέψεις του Ν. Α.», Ι,ΙΙ, σελ.49-53,
        τχ. 2-3/1964
      (ποίηση), «Δύο απ’ τα ποιήματα για το Μάτι», σελ. 14, τχ. 4/1965
      «Η Αερομαχία», σελ. 51-54, τχ. 6/1966
  • Αλέξανδρος Σχινάς,
      «Περί Υπερλεξισμού, Κειμενοκολλήσεως και Αθανασίας»,
        σελ. 112-127, (Αλέξανδρος Παλινισταίς ευ ποιείν),
        τχ. 2-3/1964
  • Γιώργος Σεφέρης,
      «Ιδέες γύρω από την ποίηση VI», μτφ. Ν. Β(αλαωρίτης), σελ. 2-3,
        τχ. 6/1966
  • Γιάννης Τσαρούχης,
      «Δοκιμές για μια αυτοβιογραφία», σελ. 4-10, 79-80, τχ. 4/1965
  • Κώστας Ταχτσής,
      (διήγημα), «ΤΑ ΡΕΣΤΑ», στο Βασίλη Βόγλη, σελ. 37-40, τχ. 1/1964
      «Ζεϊμπέκικο, 1964: ένα Δοκίμιο», σελ. 85-90, τχ. 2-3/1964
      (μετάφραση), σελ. 73-65, τχ. 2-3/1964
      (διήγημα), «Το Άλλοθι», σελ. 15-26, τχ. 4/1965
      «Η πρώτη εικόνα»-Μικρό Αυτοβιογραφικό Δοκίμιο, σελ. 27-32,
       τχ. 6/1966
      «Σκέψεις ύστερ’ απ’ την ανάγνωση ενός Ελληνικού βιβλίου»,
       σελ. 86-88, τχ. 6/1966
    –  Κυριάκος Φραγκούλης,
       (ποίηση), «Σεληνιασμός», σελ. 54, τχ. 2-3/1964
    –  Λεωνίδας Χρηστάκης,
       (ποίηση), «Ποίημα», σελ. 87-88, τχ. 5/1965
    –  Μαίρη Χατζημιχάλη,
       (ποίηση), σελ. 93, τχ. 6/1966
    –  ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ
       «Αυτό είναι το αντίτιμο», «Βασιλικές φωτογραφίες», «Οι κριτικοί της
         ποίησης και η ποίηση των κριτικών», «η Μουσική της Ποίησης, Ώ
         Ποίηση!», «Η Ποίηση και το Θέατρο», «Κινηματογράφος»,
        «Δημόσιες απαγγελίες και δίσκοι ποιήσεως», «Η πολιτική της
          Ποίησης» και «Παροράματα», σελ. 137-144 

ΞΕΝΟΙ

–  Aldous Huxley,
   «ΟΙ ΘΥΡΕΣ ΤΗΣ ΕΝΟΡΑΣΕΩΣ»-Απόσπασμα, μτφ. Δημήτρης
     Πουλικάκος, σελ. 49-53, τχ. 1/1964
–  Arrabal,
   (θέατρο), «Η Επίσημη Κοινωνία»,(Μία Πράξη), σελ. 51-58,  
     μτφ. Δημήτρη Πουλικάκου,  τχ. 5/1965
–  Bill Barker,
   (ποίηση), «Σκοτεινό», σελ. 72, τχ. 6/1966
–  Samuel Beckett,
   «Ο Ανονόμαστος», μτφ Νίκος Στάγκος, σελ. 53-55, τχ. 4/1965
–  Jean Louis Bedouin,
   «Εισαγωγή στην Υπερρεαλιστική ποίηση», μτφ. Κώστας Ταχτσής,
     σελ. 65-73, τχ. 2-3/1964
–  Louis J. Borges,
   «Οι δυό που ονειρεύτηκαν», (Ιστορία από τις «Χίλιες και μία νύχτες»,
     που αναφέρεται στην «Ιστορία της Ατιμίας και της Αιωνιότητας»,
     του J. L. Borges),  μτφ. Ν. Β(αλαωρίτη), σελ. 55-56, τχ. 2-3/1964
–  Thomas Dylan,
   (ποίηση), «Έρωτας στο Άσυλο», μτφ. Κώστας Ταχτσής,
     σελ. 61, τχ. 2-3/1964
–  John Esam,
   (ποίηση), «Από το Ορφεύς και Ευρυδίκη», μτφ. Π. Κουτρουμπούσης,
   σελ. 61-, τχ. 6/1966
–  Charles Henri Ford,
   «Ποίημα-Εικόνα», σελ. 20, τχ. 2-3/1964
–  Allen Ginseberg,
   (ποίηση), «Αμερική», μτφ. Δ(ημήτρης) Π(ουλικάκος) σελ. 45-48,
     τχ. 2-3/1964
   (   //      ), «Μαγικός Ψαλμός», μτφ. Σπύρου Μεϊμάρη, σελ. 35-38.
     τχ. 5/1965
–  Ted Joans,
   (ποίηση), «Η Αλήθεια», μτφ. Δ. Πουλικάκου, σελ. 67, τχ. 1/1964
–  Alain Jouffroy,
   (μυθιστόρημα), «Ένα όνειρο πιο μακρύ κι από τη νύχτα», σελ. 58-59,
    (απόσπασμα μυθιστορήματος), μτφ. Ν. Β(αλαωρίτης), τχ. 2-3/1964
–  Μπόργκε Κνος,
   «Ιστορία των Ελληνικών Γραμμάτων», σελ. 79, τχ. 4/1965
–  Philip Lamantia,
   (ποίηση), «Η Ομορφιά του Κόσμου τούτου», σελ. 57, τχ. 2-3/1964
–  Comte de Lautreamont(Isidore Ducasse),
    «Τα τραγούδια του Μαλντορόρ»,Τραγούδι ΙΙ, Απόσπασμα, μτφ. Δ.
      Πουλικάκος, σελ. 60-65, τχ. 1/1964
–  Χουάν Μιρό, (Joan Miro),
   «Εργάζομαι σαν ένας Κηπουρός», μτφ. Α. Σ(χινάς), σελ. 63-69,
     τχ. 5/1965
–  Αντρέ Μπρετόν, (Andre Breton),
   σελ. 137-138, τχ. 2-3/1964
    «Ο παράγων άλογο», «Ελεύθερη Ένωση», μτφ. Νάνος
    Βαλαωρίτης, σελ. 74-85, τχ. 6/1966
   «Ο Αστερωμένος Πύργος», (λυρικό πεζογράφημα),
     μτφ. Τάκη Παπατσώνη, σελ. 38-48, τχ. 4/1965,
   «Ο Αστερωμένος Πύργος», σελ. 10-23, τχ. 5/1965
–  Jouce Mansour,
    (ποίηση), «Από τα «Ξεσκίσματα»», μτφ. Νάνου Βαλαωρίτη,
     σελ. 23-25, τχ. 6/1966
–   Harold Norse,
    (ποίηση), «ΤΩΡΑ», μτφ. Νάνου Βαλαωρίτη, σελ. 41-45, τχ. 1/1964
–   Octavio Paz,
    (ποίηση), «Πέτρα του Ήλιου», μτφ. Γιώργου Μακρή, σελ. 75-91,
      τχ. 1/1964
    (ποίηση), «Σαλαμάνδρα», μτφ. Νάνος Βαλαωρίτης, σελ. 25-29,
      τχ. 5/1965
–   Claude Simon,
    «Η Καταγραφή», μτφ. Μαντώ Αραβαντινού, σελ. 25-31, τχ. 2-3/1964
      σελ. 78-79, τχ. 4/1965
–   Jorge  Semprun,
    «Λογοτεχνία και Επανάσταση του Λέων Τρότσκι», σελ. 75-77,
     τχ. 4/1965
–   Jean Tardieu,
    (ποίηση), «Ο θρήνος του Απαιτητικού ανθρώπου», μτφ.
    Ν. Βαλαωρίτης, σελ. 63-64,
     τχ. 2-3/1964
–   Tristan Tzara,
    (DADA), μτφ. Νίκος Στεργίου, σελ. 99-104, τχ. 2-3/1964
–   Λέων Τρότσκι,
    «Ο Φουτουρισμός», μτφ. Κώστας Ταχτσής, σελ. 65-74, 75-77,
      τχ. 4/1965
    «Ο Φουτουρισμός», σελ. 73-85, τχ. 5/1965
–   Aldous Huxley,
    «Οι θύρες της ενοράσεως», σελ. 49-53, τχ. 1/1964
    «Οι θύρες της ενοράσεως», μτφ. Δημήτρης Πουλικάκος,
      σελ. 105-111, τχ. 2-3/1964
–   Virginia Woolf,
    (δοκίμιο), «Το κείμενο αυτό της Βιρτζίνιας Γουλφ (Virginia Woolf) γράφτηκε πριν από τριάντα περίπου χρόνια. Η συγγραφεύς με εκπληκτική διαίσθηση προφήτευσε την τύχη του μυθιστορήματος. Αναδημοσιεύουμε ένα από τα δοκίμια που κυκλοφόρησαν τότε με τον τίτλο “ For the common reader”, «Για το Μυθιστόρημα», μτφ. Μαντώ Αραβαντινού, σελ. 70-74, τχ. 1/1964

Ας τερματίσουμε την σύντομη αυτή περιδιάβαση και αποδελτίωση του ενδιαφέροντος αυτού περιοδικού, του περιοδικού που δεν είχε μακροζωία, είχε όμως πάθος, τόλμη, διάθεση για ρήξη, επιθυμία για αλλαγή, γενικά μια στάση αντίστασης απέναντι στα καλλιτεχνικά κατεστημένα της εποχής του, που μπορεί να μην ανέδειξε νέες φωνές, έβαλε όμως το λιθαράκι του στην σύγχρονη φωνή της ελληνικής λογοτεχνίας.

Ας κλείσουμε πάλι με τον λόγο του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη από τις σελίδες «Σημειώματα» και το κείμενο που έχει γενικό τίτλο «Γύρω από την έκδοση του Πάλι», τεύχος 4/ Καλοκαίρι 1965, σελίδες 77-78.

«…. Απ την εποχή αυτή παύει να υπάρχει πνευματική ζωή στην Ελλάδα. Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που είχαν κάτι να πούνε αραιώνουν, ώσπου να διακοπούν οριστικά. Φυλακισμένος ο καθένας αποφεύγει την οδυνηρή συντροφιά των άλλων φυλακισμένων. Τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, πραγματικά και φανταστικά-και τα δεύτερα είναι ίσως πολύ στυγνώτερα-είναι γεμάτα. Όσοι καταφέρνουν να μείνουν απέξω-επειδή είναι λίγο πιο δυνατοί-νοιώθουν να περπατάνε στους διαδρόμους μιας φυλακής. Ο πίθος των Δαναΐδων έχει ανοίξει κάτω από μια ολόκληρη χώρα. Μαζί με το αίμα και τα δάκρυα, κατρακυλάνε και τα έργα των ανθρώπων. Μια ολόκληρη χώρα είναι υπόδικη-με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μεσ’ στην σύγχυση και τις αντιφάσεις, η απάθεια και η πόρωση, κάνουν την εμφάνισή τους και θα μείνουν μόνιμα χαρακτηριστικά ως τις μέρες μας-της επικρατούσης νοοτροπίας, που υποδέχεται τον έκπληκτο επαναπατριζόμενο, σαν να μην είχε φύγει ποτέ του ή και ακόμα συμβουλεύοντάς τον να ξαναφύγει αμέσως. Φεύγει άραγε κανείς ποτέ από αυτό που τον περιμένει στην επιστροφή-απ’ την Κλυταιμνήστρα του πνεύματος με το μαχαίρι σηκωμένο; Η αντίδραση εκείνων που επέστρεφαν, ήταν να γυρίσουν την πλάτη τους στους ανθρώπους που είχαν γίνει ψυχικά αφιλόξενοι, όπως οι Λαιστρυγόνες, και να δουν την Ελλάδα απλώς σαν ένα τόπο αναψυχής, όπως οι άλλοι ξένοι, αυτοί που ήταν ξένοι στον ίδιο τους τον τόπο όπου μόνη πραγματικότητα απέμενε, ο ήλιος, η θάλασσα, τα βουνά, κι ο λαός με το φολκλόρ των μπουζουκιών και των πανηγυριών, εκφυλισμένα και αυτά σε απλά θεάματα για τους τουρίστες.

Σε μια τέτοια στιγμή, η εμφάνιση του «ΠΑΛΙ» έχει μια σχεδόν συμβολική σημασία. Σε μια Αθήνα, όπου κι ο χαιρετισμός στο δρόμο είναι απ’ τα πιο δύσκολα και πιο οδυνηρά πράγματα-και κατ’ επέκταση η αναγνώριση του άλλου-ακόμα κι’ η εντύπωσή του, πάλι εις πείσμα αντιστάσεων και νευρώσεων, ακόμα κι όσων είναι γύρω του, είναι ένας πραγματικός άθλος. Είναι ένα αίνιγμα του φράκτη, για να κυλήσει ΠΑΛΙ το νερό στ’ αυλάκι. Είναι μια προσπάθεια για να σπάσει η γκίνια, και να ειπωθούν επί τέλους τα λόγια-κλειδιά που θα διαλύσουν την κατάρα της στειρότητας, που βαραίνει το μαγεμένο βασίλειο.».

Νάνος Βαλαωρίτης

Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014, εδώ: http://giorgosbalurdos.blogspot.com/2014/10/blog-post.html

Αντωνία Μποτονάκη, Τρία ποιήματα

ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ

Δε μου επιτρέπεται να πίνω
Έχω ευάλωτο συκώτι
Ούτε και να καπνίζω
Οι πνεύμονες μου είναι κι αυτοί ευάλωτοι
Δε μου επιτρέπεται η χρήση ψυχοτρόπων
Αναζωπυρώνουν την επιθυμία αυτοχειρίας
Ούτε να σκαρφαλώνω στην πλαγιά
Να κολυμπώ στην κρύα βραχώδη θάλασσα

Μου επιτρέπεται το τζιν και η μπύρα χωρίς αλκοόλ
Να ατμίζω γλυκερίνη
Να καταπίνω ζάναξ
Να περπατώ στον κυλιόμενο διάδρομο
με ελαφρά μόνο κλίση
Να κολυμπώ στην ουροδόχο μέσα κύστη
της Δευτέρας
της Τρίτης
της Τετάρτης
της Πέμπτης
της Παρασκευής
του Σαββάτου

Τις Κυριακές
σηκώνω τα νεκρά παιδιά μου

ούτε ένα, ούτε δύο –έξι παιδιά– κοτζάμ δυο μέτρα

Τα πλένω, τα χτενίζω
Τους βάζω τα καλά τους
Τραπέζι στρώνω
Καταμεσής μια πέτρα παγωμένη
Κι ολόγυρα
Κριθάρι, κουκιά, λούπινα

Κανείς να μην αναστηθεί

Τους παραγγέλνω

*

ΑΤΡΟΠΟΣ

Τέτοιο μπουρίνι μανιασμένο που σηκώθηκε,
μεσονυχτίς,
που έδωσε μια
κι άνοιξε διάπλατη την πόρτα στο σκοτίδι.
Σκιάχτηκε το σκυλί
κι όρμησε μες στη νύχτα
(κι ούτε που ξαναφάνηκε).
– Μου ’πεσε κι άνοιξε κι αυτό,
μονολογούσε η λεχώνα οργισμένη,
στα θηλυκά τα σκέλια του νεογέννητου θωρώντας
τη ροδαλή πληγή, τη σχάση
κι έδενε κόμπο τ’ άντερο, τον λώρο.

Θηλιά να πεις, θηλιά

Ύστερα, χωρίς να περιμένει νύχτες τρεις,
τις άλλες δυο

τις μοίρες λέω

μονάχη αυτή και μοίρανε και μοίρασε.

Να ’μαι λοιπόν.
Μια ακόμα θηλυκιά.
Ίδια, όπως οι προβατίνες, οι αγελάδες και οι σκύλες.
Κι ολόιδια, όπως αυτές,
δεν επιτρέπεται να τρώω τσάμπα το ψωμί μου.
Ξανθιά.
Πάει να πει: τα θέλει ο κώλος μου.

Κακότροπη κι αυθάδης

*

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Αυτόπτης μάρτυρας των κεραυνών

Μου λείπουν
οι μακρόσυρτες βροντές, το ξυπόλητο ποδοβολητό
της βροχής, η μυρωδιά απ’ τα φρύγανα της πλαγιάς.

Οι φωνές του γερακιού, της πέρδικας, του κοτσυφού,
της σκλόπας, του συκοφά, του κοκκινομπέτη,
του τρυποφράχτη, του ζιγαρδελιού.

Η μυρωδιά απ’ τα έχνη, το καθησυχαστικό αναχάραγμά τους,
η αψιά μυρωδιά του κατωγιού, η γαλανή, η κανέλλα,
το φρογό, η κουτσοκέρα.

Τα μανουσάκια στο γυραλάκι του λιόφυτου, οι πετροφιλ λιές
στο Σοχορέλι, οι πρίμουλες του ποταμού, οι παπαρούνες
στη Δρακόβρυση, τα βάτσινα στο Σφανταχτόρυακο,
τα πεντάνευρα στην Κρυγιά Βρύση, ο σταφυλίνικας στον Αϊ-Γιώργη,
οι χατζίκοι, οι κουτσουνάδες και το μαγιοβότανο.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, Εκδόσεις Θράκα 2024.

Ολυμπία Θεοδοσίου, Αιαία 

Οχλοβοή
στον ναό της αστικής μάχης.
Θαμώνες και περαστικοί
με ένα κερί χλωμό στο χέρι
-φορώντας προβιά λύκου-
στέκουν στον μαρμάρινο σολέα,
και περιμένουν την γέννηση της Κίρκης.
Φωνασκούν και διαπληκτίζονται,
δίχως αίτιο και Ιούδα.
Στις τσέπες φυλούν γάλανθο
και κέρματα από ασήμι.
Στον ομφαλό του τρούλου,
άγιοι με βλέμμα στωικό
ακολουθούν την ραψωδία,
από τα μάτια τους
αναβλύζει αίμα μνηστήρων,
που καταλήγει στον Ιορδάνη ποταμό.
Κανένας ήρωας
δεν περνά το κατώφλι του ναού,
κανένα θαύμα δεν λαβώνει
την γέννηση της Κίρκης.
Ο χρόνος παντοκράτορας,
και η θλίψη δεν παύει
να δίνει χρησμούς στους απόντες θνητούς.

Hans Magnus Enzensberger, Δύο ποιήματα

ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΣΕ ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Δημιουργοί της Ιστορίας! Λύκοι φοβισμένοι
μακιγιαρισμένοι αγριόχοιροι, ευνούχοι
με τους βηματοδότες σας, πιθηκόζουμο
σε ζαρωμένη σπλήνα, ένα απολειφάδι στέργε ή
ανάμεσα στα σκέλια:

άυπνοι πάνω απ’ το ρεύμα του κόλπου
εκτιναγμένοι από υπέροχους υφάλους
μέσα σε λαγούμια νεφών, κι όμως
κανένα αερικό, καμιά θυγατέρα τ’ ανέμου
δεν σας κρατά μέσα στην άγρια καρδιά της
ούτε κι εσείς κουρνιάζετε
μες στο σοφό της κορμί.

πάντοτε μη ίδια μπαμπόγρια, η Ιστορία,
ετούτη η φρικτή οικοδέσποινα,
θα σκαρφαλώνει στα ξινά σας κρεβάτια
αρμέγοντας
τις θολές σας ηδονές.

κατεβείτε! χωρίς αλεξίπτωτο!
παλέψτε το!
ούτε ένα θηλυκό
δεν θα ρίξει για εσάς ένα δάκρυ:
ακόμα και η μπαμπόγρια θα σας ξεχάσει.

*

ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΤΡΟΜΟYΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ

Η νύχτα είναι ένα κρεβάτι από τσουκνίδες
τρίζει το χέρι σου σαν ρόδι
κάποτε χαμογέλασε στον λαιμό μου η θηλιά
έκαψε την τυφλή μου καρδιά
τ’ άλμπουρα του καραβιού τώρα φλέγονται

στους υφάλους της ακτής Bagouse
στη δαγκωματιά της θαλασσινής άλμης
ω δείξε μου το τσακισμένο ποδάρι
μυρίζει καμφορά το σκοτεινό μάτι σου
και βυθισμένο στο αίμα σέρνεται ένα μπλουζ

ω μίσος εσύ κούφιο σύνθημα
απελευθέρωσε την ύστατη ώρα μου
ένα τρένο σφυρίζοντας τη διαπερνά
θεόρατες αίθουσες αναμονής
οι σερβιτόροι καλούν σε προσευχή, μαζευτείτε!

*Από τη συλλογή “Η υπεράσπιση των λύκων έναντι των αμνών” (1957). Περιλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό “Η υπεράσπιση των λύκων και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2025. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.

Philippe Jaccottet, στίχοι

Το παιδί, από τα παιχνίδια του, διάλεξε μια βάρκα πήλινη
για να την αποθέσουν πλάι στον νεκρό.
Θα κυλήσει ο Νείλος μέχρι εκείνη την καρδιά;

Άλλοτε κοίταζα επί ώρες αυτά τα πορθμεία των μνημάτων
όμοια με το κέρας της σελήνης.
Σήμερα δεν πιστεύω πως η ψυχή τα χρησιμοποιεί, ούτε αυτά,
ούτε κανένα βάλσαμο, ούτε κανένα χάρτη του Άδη.

Αν όμως η τρυφερή εφεύρεση ενός παιδιού
έβγαινε απ’ τον κόσμο μας,
Θα συναντούσε αυτόν που τίποτα δεν τον συναντάει;

Ή είναι για παρηγοριά δική μας σ’ αυτή την όχθη;

*Το ποίημα ανήκει στο ποιητικό βιβλίο Leçons (πρώτη δημοσίευση το 1969). Περιλαμβάνεται σε μια πρώτη συγκεντρωτική έκδοση. Έιναι η έκδοση που κυκλοφόρησε από τον Gutenberg, σε μετάφραση Θανάση Χατζόπουλου.

Κώστας Ρεούσης, Το καρναβάλι των στίχων

στον Ηρακλή Παντελιδάκη

(I)
Ο ήχος απ’ το καπάκι
Μιας παγοθήκης
Προσγειώνει τα γαϊδουράγκαθα
Ενός βάζου Βοημίας
Στο στόχο της φαρέτρας
Μιας μπρούντζινης
Αρτέμιδος.

(II)
Η βάρβαρη δεκαετία
Μιας ηλικίας μεταιχμιακής
Εκεί στη νέκρα
Μιας πόλης συνοριακής ν’
Αγγίζει τον καύσωνα που
Ένας του νότου ποιητής
Αντέχει.

(III)
Βρισκόμαστε σ’ έναν
Αιώνα άκυρο
Νευμάτων ποντοπόρων
Όλα μες στην ταχύτητα
Μίας οθόνης αλγοριθμικής
Μ’ ανούσιες επαναλήψεις
Φλεγματικών καταρρίψεων.

(IV)
Κι όλα αυτά τα χέλια
Γλοιώδεις παρακρούσεις
Θαλασσινών σαλιγκαριών
Μέσα στο δίκοχο
Και στην αρβύλα
Ενός πολέμου που
Συνεχίζεται αναίμακτα κι επικερδώς.

(V)
Καθώς κι ενώ τα γράμματα
Συγκεντρώνονται στην
Ετήσια θερινή παράκρουση
Των αστρικών παρατηρήσεων
Ενός καρφωμένου ουρανού
Στο βλεφάριασμα του ακροτελεύτιου
Πελασγού στιχοπλόκου.

(VI)
Ακόμη και το «αίφνης»
Ξεφώνισε το «ξαφνικά»
Βρίσκοντας την καλοκαιρινή
Ποπλίνα βάλσαμο των
Εκροών μίας
Ανταριασμένης
Πνευμονικής συνουσίας.

(VII)
Σπερματικός εκτοξεύομαι και
Μαλάκας ολκής
Επίπλαστης σιωπής παρανυχίδα
Του δάκτυλου που είμαι αγωγός
Παράφωνων παιάνων και
Πενταγράμμου μυστικού
Κυκλαδικός πανηγυρτζής.

Λευκωσία, καλοκαίρι 2024

*Δημοασιεύτηκε στο exitirion.wordpress.com Επιμέλεια δημοσίευσης: Κωστής Παπαζάκ

Μετεπαναστατική συντριβή, μελαγχολία και αποποίηση στην ελληνική ποίηση

Βασίλης Λαμπρόπουλος*

Στο δοκίμιο αυτό επισημαίνω δύο μείζονα πολιτικά αισθήματα στη νεωτερική ελληνική ποίηση, την ανάταση και την απογοήτευση. Από την Επτανησιακή ποιητική γενιά του 1820 ως σήμερα, διατρέχουν την ποίηση ένα κυρίαρχο ρεύμα εθνικής απελευθέρωσης και ανάτασης και ένα υπόγειο ρεύμα μετεπαναστατικής απογοήτευσης και μελαγχολίας.  Η αρνητική στάση συμπορεύεται χρονικά με πολλές ξένες πρωτοβουλίες στοχαστικής αντίστασης και αποσύνδεσης των τελευταίων εβδομήντα ετών και αξίζει να μελετηθεί παράλληλα με διεθνείς τάσεις κομματικού μηδενισμού, φιλοσοφικού σκεπτικισμού και πολιτικού αναρχισμού.  Εδώ θα σκιαγραφήσω εν συντομία μια ελληνική διαδρομή του υπόγειου ρεύματος στο ευρύτερο πλαίσιο της μετεπαναστατικής διάψευσης στη λογοτεχνία από τη Γαλλική Τρομοκρατία ως τη ματαιωμένη Μετα-αποικιοκρατία.

Το ιστορικό φαινόμενο που αποκαλώ «μετεπαναστατική συντριβή» είναι επακόλουθο μιας συλλογικής αποτυχίας ‒ μιας πολιτικής, πολεμικής, ταξικής, εθνικής, πολιτιστικής και άλλης απόπειρας να ανατραπεί και να αλλάξει ένα κυρίαρχο καθεστώς πραγμάτων. Η σύγχρονη ιστορία των ιδεών ανάγει ιδέες επαναστατικής ήττας και απογοήτευσης στις απαρχές του Ρομαντισμού, όταν το απελευθερωτικό ιδεώδες του Διαφωτισμού άρχισε να διαψεύδεται για διάφορους λόγους ‒ επειδή δεν υλοποιήθηκε ή αυτοκαταργήθηκε, ή έγινε τυραννικό. Είναι αξιοσημείωτο πως ήδη από την αρχή της νεωτερικότητας η ποίηση χαιρέτησε την επανάσταση και θρήνησε τη ματαίωσή της. Ας αναλογιστούμε πως η ποίηση εξέφρασε μετεπαναστατική μελαγχολία για την περιοδική συντριβή τής επανάστασης από την εποχή των Chenier (1762), Wordsworth (1770), Kleist (1777) και Leopardi (1798). Ας αναλογιστούμε επίσης και πολλές κατοπινές εκφάνσεις αριστερής μελαγχολίας στο έργο ποιητών από διάφορες χώρες (κατά χρονολογική σειρά γεννήσεως): Alexander Blok (1880-1921), Anna Akhmatova (1889-1966), Osip Mandelstam (1891-1938), Vladimir Mayakovsky (1893-1930), Bertolt Brecht (1898-1956), Pablo Neruda (1904-1973), Léopold Senghor (1906-2001), W. H. Auden (1907-73), Tillie Olsen (1912-2007), Aimé Césaire (1913-2008), Pier Paolo Pasolini (1922-75), Denise Levertov (1923-1997), Christopher Logue (1926-2011), Hans Magnus Enzensberger (1929-2022), Heiner Müller (1929-95), Amiri Baraka (1934-2014), Audre Lord (1934-92), Wolf Biermann (1936) και Ngũgĩ wa Thiong’o (1938-2025).

Ο όρος «αριστερή μελαγχολία» είναι ένας ειδικός όρος πολιτικής και πολιτιστικής κριτικής. Προέρχεται από μια συγκεκριμένη βιβλιογραφία που αρχίζει με τον εβραϊκό γερμανόφωνο μοντερνισμό (Freud, Warbourg, Benjamin, Adorno) και φτάνει ως τη σημερινή πολιτική, κοινωνική και και αισθητική θεωρία.  O όρος έγινε εξαιρετικά επίκαιρος με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου (1989) και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (1991) και αναφέρεται σε μια στοχαστική στάση απογοήτευσης από το επαναστατικό ιδεώδες, η οποία αρνείται ταυτόχρονα να το απαρνηθεί, διότι εξακολουθεί να πιστεύει στην εξέγερση. Η στάση αυτή μπορεί να επέλθει πριν ή ύστερα από ένα επαναστατικό γεγονός, αλλά εκφράζει μια ριζική απογοήτευση από το σχετικό πρόταγμα. Το αριστερό άτομο αισθάνεται προδομένο ή από την επαναστατική πορεία ή από το αποτέλεσμά της. Όμως, παρ’ όλη την οδύνη, αρνείται να πενθήσει το όραμά του και να το ξεπεράσει. Εξακολουθεί να ατενίζει τα ερείπιά του και να πιστεύει στην ακεραιότητά του, πιστεύοντας πως η ιστορία καταρράκωσε την πραγματοποίηση αλλά όχι την αξία του. Το όραμα της εξέγερσης διαρκεί.

Θέτω τις απαρχές της μετεπαναστατικής συντριβής της ελληνικής ποίησης στους επαναστατικούς Αντρέα Κάλβο και Διονύσιο Σολωμό και στους συγχρόνους τους Αδριατικούς λόγιους και διανοούμενους της μεταιχμιακής εποχής μεταξύ της Αυτοκρατορίας και του Έθνους, όπως την περιέγραψε η Κωνσταντίνα Ζάνου στο βιβλίο της Τραυλίζοντας το έθνος: Διεθνικός πατριωτισμός στη Μεσόγειο, 1800-1850 (2019). Θεωρώ πως η αφετηριακή συντριβή της ελληνικής ποίησης είναι το χαμένο μέλλον εκείνης της διεθνικής γραφής που την εποχή των νοτιο-ευρωπαϊκών επαναστάσεων, για 30 περίπου χρόνια στις αρχές του 19ου αιώνα, κυκλοφορούσε ανάμεσα σε διάφορα γλωσσικά ιδιώματα, λογοτεχνικά είδη, πολιτικά καθεστώτα, γεωγραφικά σύνορα και πολιτιστικά πλάτη.

Εδώ και δύο αιώνες, από τον Ρομαντισμό ως τον ύστερο Μεταμοντερνισμό, στα περιθώρια και υπόγεια της ελληνικής ποίησης υποβόσκουν η περιοδική μετεπαναστατική συντριβή και μελαγχολία που κάνουν ποιήτριες και ποιητές κάθε είδους, φύλου, τάξης, γλώσσας και καταγωγής να διαταραχτούν, να οργιστούν, να σαρκάσουν, να καταδικάσουν, να σωπάσουν. Αναφέρω μερικά αντιπροσωπευτικά και πολύ διαφορετικά ονόματα (κατά χρονολογική σειρά γεννήσεως): Ανδρέας Kάλβος (1792), Αλέξανδρος Σούτσος (1803), Παναγιώτης Πανάς (1832), Μικέλης Άβλιχος (1844), Κ. Π. Καβάφης (1863), Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888), Θεόδωρος Ντόρρος (1895), Κ. Καρυωτάκης (1896), Νικόλαος Κάλας (1907), Μιχάλης Κατσαρός (1919), Γιώργος Μακρής (1923), Βύρων Λεοντάρης (1932), Κατερίνα Γώγου (1940), Κυριάκος Σταμέλος (1951) και Κατερίνα Ζησάκη (1984).  Σπεύδω να τονίσω πως δεν προτείνω έναν εναλλακτικό κανόνα. Ο κατάλογος που παρέθεσα δεν έχει ενότητα, συνέχεια ή εγκυρότητα. Απλώς περιέχει παραδείγματα και ερεθίσματα. Τα άτομα αυτά, και δεκάδες παρόμοια, δεν άφησαν μνημεία, σχολές ή κανόνες. Έθεσαν όμως τα πιο καίρια ζητήματα ποιητικής στον δημόσιο χώρο.

Έχω αποκαλέσει «αποποίηση» τη φιλοσοφική και υπαρξιακή στάση η οποία αρνείται να αποδεχθεί τίτλους, περιουσίες, δικαιώματα και αρχηγίες, δηλαδή απορρίπτει κάθε νομική, φιλοσοφική και ηθική κυριότητα και κυριαρχία. Όχι μόνο δεν διεκδικεί, αλλά ούτε καν αποδέχεται. Αποδοκιμάζοντας προβλέψιμες στρατηγικές παραχωρήσεις και τακτικούς συμβιβασμούς, διαχωρίζει τη θέση της αρνούμενη να συνεργαστεί, χωρίς όμως να αποκηρύσσει τις αρχές της, πράγμα για το οποίο υφίσταται εξοστρακισμό και από τις δύο εξουσίες: κυβερνητική και αντικυβερνητική. Αποποίηση είναι η στάση ζωής όσων έχασαν, αποσχίσθηκαν και αποχώρησαν, αλλά δεν παραιτήθηκαν από τον καθημερινό αγώνα. Όσοι αρνήθηκαν, χωρίς όμως ποτέ να απελπιστούν και να αποκηρύξουν, είναι εκείνοι που έχασαν την πίστη τους στην ουτοπία, αλλά παραμένουν πιστοί στη μοναδική εξέγερση. Το συμβάν της εξέγερσης είναι μια έκρηξη που αναλώνεται, μια έκλαμψη που σβήνει ‒ μια ρήξη με τη νομιμότητα, όχι με την Ιστορία· μια ρωγμή στην κανονικότητα, όχι μόνο στην κυριαρχία.

Στον αιώνα μας μπορούμε να συλλάβουμε αυτή την περιθωριακή και ασυνεχή διαδρομή καλύτερα από ποτέ, επειδή για πρώτη φορά έχουμε μια ολόκληρη ποιητική γενιά να κινείται σε τέτοια πλαίσια. Η συντριβή της επανάστασης δεν έχει πια την παρηγοριά της εξιλέωσης και της ουτοπίας, καθώς ο μεσσιανισμός χρεοκόπησε. Η απογοήτευσή της έχει μεγαλύτερο πλάτος και βάθος, καθώς η γενιά του 2000 φέρνει δυναμικά στο προσκήνιο ένα περιθωριακό και απωθημένο ποιητικό φαινόμενο με ιδιαίτερη πολιτιστική σημασία, την μετεπαναστατική συντριβή, μελαγχολία και αποποίηση, και έχει πλήρη επίγνωση της γενεαλογίας του, όπως φαίνεται στα παρακάτω λόγια:

«Εδώ και διακόσια χρόνια, με ελάχιστα διαλείμματα, αυτός ο τόπος εξουσιάζεται απ’ τους ‘νόμιμους’ ιδιοκτήτες του, τους Μαυρομιχαλαίους, τους κοτζαμπάσηδες και τα αργυρώνητα πολιτικά φερέφωνά τους, κάτι κωλοπαιδαράδες και γελοιωδέστατους Κωλέττηδες, αφιονισμένους απ΄ τη μέθη της Εξουσίας.  Απέναντι σ’ αυτούς και σ’ όσους, με τον έναν ή άλλο τρόπο, τρέφονται απ’ αυτούς βρίσκονταν πάντα, εδώ και διακόσια χρόνια, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πόσες διαδοχικές γενιές, που ονειρεύτηκαν ένα άλλο μέλλον γι’ αυτόν τον τόπο.  Λίγοι, όχι πολλοί.  Σαν τον Σίσυφο ανεβάζουν τον βράχο στην κορυφή κι εκείνος κατρακυλά και πάλι, χαμηλότερα κάθε φορά.  Διαψεύσεις, ήττες, πανωλεθρίες, συντριβές.  Κι όμως.  Αυτόν τον βράχο εξακολουθούν να τον κυλούν και να τον ξανανεβάζουν τόσες γενιές, πιστεύοντας κι ελπίζοντας η καθεμιά στην επόμενη.  Η σύγχρονη ελληνική ιστορία είναι και θα μείνει διφυής.  Από τη μια μεριά θα στέκονται πάντοτε οι ‘νόμιμοι’ ιδιοκτήτες αυτής της χώρας και από την άλλη όσοι και όσες, σε πείσμα των πάντων, στέκονται και θα στέκονται απέναντί τους.  Όσο και να προσπαθούν να μας πείσουν ότι κάτι τέτοιο δεν έχει νόημα, ότι πρέπει πια ν’ αποδεχτούμε τη συντριβή μας, να συμφιλιωθούμε με τη διαγενεϊκή μας διάψευση και να κάτσουμε αποκαμωμένοι και φοβισμένοι σε κάποια γωνιά της ανηφόρας, στον ίσκιο ίσως αυτού του τεράστιου βράχου που εμείς οι ίδιοι κουβαλάμε, η Ιστορία επιμένει να τους διαψεύδει.  Καμιά γενιά σ’ αυτόν τον τόπο δεν συμβιβάστηκε μ’ αυτήν τη μοίρα.  Επιμένουμε και θα επιμένουμε ‘να τραβάμε την ανηφόρα’ σπρώχνοντας τον βράχο προς την κορυφή με τις πλάτες μας» («Σημείωμα της Συντακτικής ομάδας»,  Βόρεια Βορειοανατολικά 7, 2023, σελ. 9-10).     

Η αριστερή μελαγχολία της γενιάς του 2000 κατάγεται κατ’ αρχάς από τις πολιτικές και ποιητικές απογοητεύσεις της γενιάς του 1950. Από τον Εμφύλιο και μετά, η ελληνική Αριστερά υπήρξε ή εθνική (ιστορικά συμβιβασμένη) ή διαψευσμένη (ιδεολογικά ηττημένη), δηλαδή ή της εξουσίας ή της απόγνωσης (και γι’ αυτό δεν μπόρεσε να γίνει της διακυβέρνησης). Η δεύτερη στάση είναι η επαναστατική διάψευση και απογοήτευση. Εδώ και εβδομήντα χρόνια ο ένας μετά τον άλλο οι ανυποχώρητα απογοητευμένοι του ΚΚΕ, του Τροτσκισμού, της ΕΔΑ, του Ρήγα, του Μαοϊσμού, του ΠΑΣΟΚ, του Συνασπισμού, του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων σχημάτων ήταν πάντα οι μελαγχολικοί και ανένταχτοι.  (Δεν αναφέρω τους διάφορους αντι-εξουσιαστές επειδή δεν ανήκαν σε οργάνωση ή κόμμα, ήταν έγκαιρα πληροφορημένοι κι έτσι δεν απογοητεύτηκαν.)  Ήταν αυτοί που δεν ήλπισαν σε μια επόμενη φορά, δεν επένδυσαν σε μια καλύτερη ευκαιρία, δεν κράτησαν τίποτε δικό τους ‒ εκείνοι που διαφοροποιήθηκαν, αλλά δεν παραιτήθηκαν. Αυτή η διαφοροποίηση οδηγεί στη φιλοσοφική και υπαρξιακή στάση της αντι-εξουσιαστικής σκέψης στην Ελλάδα, τη στάση μιας κάθετης απόρριψης απέναντι σε κάθε κυριαρχία, ακόμη και αριστερή.

Η «αριστερή μελαγχολία» έγινε κοινόχρηστος όρος πολιτικο-κοινωνικής ανάλυσης από Έλληνες και ξένους σχολιαστές ειδικά από το 2015, για να δηλώσει την αυτο-ματαίωση του ΣΥΡΙΖΑ, πρώτα ως κυβέρνησης και ύστερα ως κινήματος.  Το αξιοσημείωτο είναι πως η ποιητική παραγωγή της δεκαετίας του 2000 δείχνει πως, πολύ πριν οι πρώτοι αριστεροί αναλυτές και αγωνιστές αρχίσουν το 2015 να κάνουν κριτική εκ των έσω, πολλοί ποιητές (μεταξύ των οποίων και ράπερς!), οι οποίοι δεν κομματικοποιήθηκαν, έκαναν ποιητικά παρόμοια κριτική στο ίδιο το κίνημα, διαχωρίζοντας τη θέση τους περίπου δέκα χρόνια πριν αυτό έρθει στην εξουσία και προφητεύοντας τη μετεπαναστατική συντριβή του.  Εκείνο που τους έκανε ανυπέρβλητα μελαγχολικούς ήταν η αθεράπευτη και τρυφερή αφοσίωσή τους στο ιδανικό της εξέγερσης, σε έναν αγώνα που η ιστορία ματαιώνει, αλλά δεν μπορεί να ακυρώσει.

Μετά την πολιτική συντριβή, η μετεπαναστατική αριστερή μελαγχολία σε όλο τον κόσμο δραστηριοποιήθηκε βαθμιαία σε θέματα φύλου, εθνότητας, φυλής, μετανάστευσης, ανεξαρτησίας, κοινών κτλ., καθώς και στη λογοτεχνική ταυτότητα. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα βλέπουμε πως η πιο πρόσφατη ποίηση, εκτός από τη χαμένη επανάσταση, δίνει έμφαση στις διαστάσεις του φύλου, της τάξης και της φύσης, τις οποίες στοχάζεται με όρους αγωνιστικότητας και αλληλεγγύης, επιδιώκοντας να βιώσει και να αρθρώσει ένα εναλλακτικό παρόν.

Καταγράφω λοιπόν εδώ με όρους λογοτεχνικής γενεαλογίας ένα σημερινό και αξιομνημόνευτο φαινόμενο, συγκεκριμένα, ένα εγχείρημα πολιτιστικής αυτονομίας. Δανείζομαι τον όρο «αυτονομία» από την αναρχική παράδοση, για να τονίσω ότι οι ριζοσπάστες ποιητές/τριες και οι συνεργάτες/τριές τους που εμφανίστηκαν στον αιώνα μας κρατούν μια στάση αποποίησης και επιχειρούν να αυτονομηθούν από θεσμούς που επιτηρούν τα ποιητικά πράγματα –από το κόμμα, το πανεπιστήμιο, τον μείζονα εκδοτικό οίκο, το παραδοσιακό περιοδικό, την κυρίαρχη κριτική, το κοινό γούστο, τις καθιερωμένες παρουσιάσεις‒ και να παίξουν έναν εναλλακτικό, αμφισβητησιακό ρόλο στην παραγωγή και την κατανάλωση της ποίησης και των συναφών λόγων.

Ποιο θα είναι το μέλλον αυτής της ασυμβίβαστης ποίησης;  Συγκρίνοντας διαφορετικά είδη επαναστάσεων, ο Karl Marx έγραφε το 1852: «Η κοινωνική επανάσταση του 19ου αιώνα δε μπορεί να αντλήσει την ποίησή της από το παρελθόν, αλλά μόνον από το μέλλον. Δε μπορεί να αρχίσει με τον ίδιο τον εαυτό της, προτού σβήσει όλες τις προλήψεις σχετικά με το παρελθόν. Οι προηγούμενες επαναστάσεις είχαν ανάγκη από κοσμοϊστορικές αναμνήσεις για να κρύψουν από τον εαυτό τους το περιεχόμενό τους. Για να φτάσει στο δικό της περιεχόμενο, η επανάσταση του 19ου αιώνα πρέπει να αφήσει τους πεθαμένους να θάψουν τους νεκρούς τους».[1] Παρατηρούσε δηλαδή ο Μαρξ πως, αν οι αστικές επαναστάσεις χρησιμοποίησαν με συμβολικό τρόπο κλασικά ενδύματα, η επόμενη επανάσταση δεν πρέπει να κάνει το ίδιο για να στηριχτεί σε κοσμοϊστορικές αναμνήσεις, αλλά να σχεδιάσει μια διαφορετική πάλη μαθαίνοντας από μια διαφορετική ποίηση. Η παρατήρηση αυτή παραμένει επίκαιρη. Η κοινωνική εξέγερση του 21ου αιώνα πρέπει να σβήσει όλες τις προλήψεις και τις ξεπερασμένες αφηγήσεις, ώστε να αντλήσει την ποίησή της από το μέλλον και όχι από το παρελθόν. Μια τέτοια μελλοντική ποίηση καλλιεργεί η γενιά του 2000.

Το κείμενο αυτό αποτελεί αναθεωρημένη και αναδομημένη μορφή του φετινού κειμένου μου «Δύο αιώνες επαναστατικής συντριβής και μελαγχολίας στην ελληνική ποίηση» (επιμ. Δημήτρη Τζιόβα:  Η ελληνική λογοτεχνία στον 21ο αιώνα, Διόπτρα 2025, σελ. 168-80).

[1] Καρλ Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Αθήνα, Ηριδανός 1977, σ. 14.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://culturebook.gr/logotechnia/diagonios/vasilis-labropoulos-metepanastatiki-syntrivi-melagcholia-kai-apopoiisi-stin-elliniki-poiisi/?fbclid=IwY2xjawNRFotleHRuA2FlbQIxMAABHr6FPI584Y675hCGLT95r0ZDT7QmFV9_0YpOAdCm6adFb91ldcxzgOhDtuU8_aem_Ztlr8t-k0gax-ObmjavSIA