Μανόλης Αναγνωστάκης, Θά ῾ρθει μιὰ μέρα

Φωτογραφία: Fernando Pedro Salgado

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα
ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι
καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη,
μὰ δὲ βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία
ἢ γιὰ νὰ ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ
νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲ βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας
εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο
ἴσως καὶ στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ
δὲ μπορεῖς νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ -ξεχνῶ πάνω σὲ τί-
κι εἶναι κρῖμα
γιατὶ ἦταν τόσο μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου,
ἀλλὰ κι ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου,
νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.

Παναγιώτης Μηλιώτης, Ήταν σε πολύ καλή τιμή

Ήρθε η σκόνη
και σκέπασε τον ήλιο
τ’ αμάξια
τα φύλλα
τα μπαλκόνια
τους ανθρώπους
νύχτωσε
πιο γρήγορα
φεγγάρι δε φάνηκε καθόλου
από τα υπόγεια εργαστήρια
έντονα κοψίματα αντηχούσαν
και επίμονοι χτύποι
-πόνοι και ουρλιαχτά θηλυκής καταγωγής-
Ξημέρωσε
και η σκόνη του φονικού σκέπασε
ακόμη και την αφρικανική.
Στις βιτρίνες των κοσμηματοπωλείων
οι σιωπηλές και πάμφθηνες πωλήτριες
τοποθέτησαν τις νέες φεγγαρόπετρες.
Ήταν σε πολύ καλή τιμή.

Κορνηλία Καδόγλου, Η αθωότητα

Κοιτούσες τα γδαρμένα μου γόνατα
εγώ το τσέρκι στα χέρια σου
και ανάμεσά μας να σέρνουν
όλοι οι αμαρτωλοί
τον Έρωτα.
Να καταφθάνουν οπλοφορούντες τιμωροί
και πίσω τους πλήθος επαιτών
ψηφίδες αγριεμένες.
Μη σκιάζεσαι πλαστήκαμε από συντριβή
δε βάλλεται ο άνθρωπος απ’ τις θάλασσες
και ας παραμονεύουν.
Και μόνο τα ανείπωτα αρκούν
για να σωθεί η αθωότητά μας.

Λησμονημένες γραφές – Το διηγηματικό έργο τού Δημήτρη Χατζόπουλου στη δεκαετία 1890-1900

Ο Δημήτρης Χατζόπουλος (Μποέμ)

Βασίλης Γραμμενάς*

Υπάρχουν κάποια πρόσωπα που σκέφτεσαι πολύ πριν τα κοιτάξεις. Ακόμα πιο δύσκολα α-ποφασίζεις να καταπιαστείς σοβαρά μαζί τους. Πιστεύεις ότι μια τέτοια συστηματική προσπάθεια να τα ανακαλύψεις και να τα αποτιμήσεις, θα ισοδυναμούσε, ενδεχομένως, με κριτική θρασύτητα και κατά συνέπεια με τον κίνδυνο να οδηγηθείς σε λανθασμένα συμπεράσματα. Έτσι λειτούργησε πάνω μου, αρχικά, ο Δημήτρης Χατζόπουλος (Μποέμ): ένας άγνωστος και κατόπιν δύσκολος όγκος, που δεν μπορούσε εύκολα να τον αγκαλιάσει η δική μου ματιά.

Τον έψαξα, τον διάβασα, τον μελέτησα, κάποιες φορές συνομίλησα μαζί του νοερά, αλλά πάντα κάτι μου ξέφευγε από τη βαθύτερη ουσία τής πολύπλευρης ιδιοσυγκρασίας του. Ήταν κι εκείνοι οι εύκολοι και κάπως γραφικοί χαρακτηρισμοί με τους οποίους τον είχε φορτώσει η λογική ή και αφέλεια της γραμματολογίας. Τις περισσότερες φορές, εξάλλου, η λογική τής γραμματολογίας αρέσκεται σε πρόχειρους χαρακτηρισμούς και σε καθησυχαστικές κατατάξεις. Από την άλλη μεριά, ήταν και όσοι μιλούσαν για προχειρογραφία, για χασματικές και ασπόνδυλες αφηγήσεις ή, ακόμη, και για έλλειψη πρωτότυπου λογοτεχνικού έργου.

Φυσικό ήταν όλα αυτά να θολώνουν την εικόνα και μέσα σε μια τέτοια ρευστότητα, με τις πολλές αντιφάσεις, να επιτείνεται ακόμη πιο πολύ η σύγχυση. Γι’ αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο να αναζητήσει κανείς και να συλλάβει το αληθινό ποιοτικό και αφηγηματικό μέγεθος του Χατζόπουλου. Οι ελάχιστες, άλλωστε, αναφορές στο πρόσωπο και το έργο του, που συχνά περιορίζονταν σε κάποιες γενικόλογες και ρευστές επισημάνσεις, δε βοηθούσαν πάντα στο να πάρουν τα πράγματα ένα πιο διαυγές και καθαρό περίγραμμα.

Όμως, τώρα, στο πλαίσιο της διπλωματικής μου εργασίας με τίτλο «Λησμονημένες γραφές: Το διηγηματικό έργο του Δημήτρη Χατζόπουλου στη δεκαετία 1890-1900», που υποστηρίχτηκε τον περασμένο Φεβρουάριο στο τμήμα Φιλολογίας τού Α.Π.Θ. υπό την εποπτεία τού καθηγητή κ. Λάμπρου Βαρελά–, καθώς μάλιστα συμπληρώνονται και 153 χρόνια από τη γέννηση του Δημήτρη Χατζόπουλου, κατάφερα να νικήσω, κάπως, τους ενδόμυχους δισταγμούς μου και να ασχοληθώ συστηματικά μαζί του.

Από την αρχή με έθελγε το γεγονός ότι μέσα απ’ αυτήν την τριβή και την αναμέτρηση, θα έφερνα στην επιφάνεια ένα πρόσωπο με πλούσιο, όπως αποδείχτηκε, λογοτεχνικό και δημοσιογραφικό έργο, για το οποίο δε γνωρίζαμε τίποτε άλλο παρά μονάχα κάποιες πτυχές τής πολυάσχολης αυτής ζωής του. Θα είχα την ευκαιρία να κάνω μαζί του ένα ταξίδι στο χρόνο και χέρι-χέρι σαν συνεπιβάτες στο ίδιο βαγόνι να ξετυλίξουμε από κοινού το δικό του μίτο.

Με φόβισε όμως η ιδέα να συνθέσω, μια, ας πούμε, γενική εισαγωγή στο λογοτεχνικό έργο του. Θα εγκλωβιζόμουν στην εύκολη παγίδα μιας γενικόλογης κάπως αοριστολογίας. Περισσότερο με έθελγε η ιδέα μιας πιο «κλειστής» και πιο συγκεκριμένης σπουδής και ενασχόλησης. Μου ταίριαζε πιο πολύ ένα είδος ερμηνευτικής εισαγωγής και αναλυτικού σχολιασμού σε συγκεκριμένες όψεις του αφηγηματικού του έργου. Γι’ αυτό και διάλεξα να περιοριστώ στη δεκαετία 1890-1900 και στους πέντε θεματικούς κύκλους διηγημάτων-αφηγημάτων που ανέκυψαν από την έρευνά μου στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο.

Η επιλογή μου αυτή δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε και αυθαίρετη. Αντίθετα, πειθαρχεί και υπακούει σε συγκεκριμένα κριτήρια. Προσωπικά, θέλω να πιστεύω, ότι οι πέντε αυτοί θεματικοί κύκλοι περιέχουν και αποκαλύπτουν ουσιώδεις πλευρές και όψεις τής αφηγηματικής λογικής και τής ιδεολογίας τού Αγρινιώτη συγγραφέα. Η συσχέτιση της ζωής με το έργο του, ιστορικά-χρονολογικά τοποθετημένο, σε συνάρτηση δηλαδή με τη γενική, κοινωνική και πολιτική διάρθρωση της εποχής του, υπήρξε η ασφαλέστερη μέθοδος για τη διαφώτιση και την ανάδειξη της πνευματικής του δημιουργίας. Και τη μέθοδο αυτή ακολούθησα υποτάσσοντας τη λεπτομέρεια στη γενικότητα της γραμματολογίας ή επιμένοντας στη λεπτομέρεια όταν αυτή με βοηθούσε για να κατανοήσω πληρέστερα αυτή τη γενικότητα.

Πιο αναλυτικά, στο πρώτο κεφάλαιο και στα «Ρουμελιώτικα Διηγήματα» και τη «Ζωή εν Επαρχία» θα μας αποκαλυφθεί η ενασχόληση του Χατζοπούλου το διάστημα 1891-1893 με την ηθογραφία. Τα αφηγήματά του αυτά δείχνουν να πειθαρχούν στον παντοδύναμο νόμο που κυριαρχούσε στη λογοτεχνική πεζογραφία τής εποχής του, όταν οι Έλληνες ηθογράφοι αναζητώντας την καθαρή έκφραση της ελληνικής ζωής –παρακινημένοι σ’ αυτό και από τις λαογραφικές μελέτες τού Νικολάου Πολίτη– δε γοητεύητηκαν από τα μιξοφράγκικα μαϊμουδίσματα της νεοδημιούργητης αστικής ζωής. αντίκρυσαν το χωριό και την αγροτική ζωή στις γραφικές και συγκινησιακές εκδηλώσεις της με τους ανόθευτους τύπους και τα λαγαρά αισθήματα. Διαβάζοντάς τα κανείς θα αντιληφθεί αμέσως πως ο Χατζόπουλος προχώρησε το ρεαλισμό τής περιγραφής τής ηθογραφίας του ως το νατουραλισμό. Η στάση του αυτή φαίνεται πως αποτελούσε μια έμφυτη και ακατανίκητη έφεση της ψυχής του να αγγίξει αμεσότερα την αλήθεια.

Και την άγγιξε. Μα η επαφή του μαζί της, κεντρισμένη από την πείρα που συγκόμισε από τα διάφορα επαρχιακά περιβάλλοντα, που έτυχε να βρεθεί, και ερεθισμένη από τη γνωριμία του με ανθρώπους κάθε τάξης, επαφή που την έκανε φλογερή η άσβεστη δίψα τής ψυχής του να πε- τύχει, πολλές φορές μέσα και από τη σάτιρα, τη λύτρωση του ανθρώπου από τα βασανιστικά δε-σμά τής μίζερης ζωής του, τον έφερε πολύ μακρύτερα. Η προσγείωσή του στην ελληνική πραγματικότητα ήταν ένα κίνητρο όχι μόνο για μια απλή, επιδερμική, εποπτεία τού ψυχικού τοπίου, αλλά για μια ζύμωση εσωτερική, που ενέπνεε την πυρετική διάθεση της ολοένα βαθύτερης εισβολής στην κοινωνική ψυχοσύνθεση.

Είναι χαρακτηριστικό πως ο Χατζόπουλος το 1896, γεμάτος από τις εμπειρίες που αποκόμισε από τη μέχρι τότε ζωή του και ειδικά από την περίοδο που εκπλήρωνε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις σε κάποιο επαρχιακό στρατόπεδο, θα δημοσιεύσει μια άλλη σειρά αυτοβιογραφικών διηγημάτων αυτή τη φορά με τον τίτλο, «Λησμονημένα Στρατιωτικά”. Στο δεύτερο κεφάλαιο, που αναλύονται τα εν λόγω διηγήματα, θα δούμε πως η βιωμένη λογοτεχνική του έκφραση συγκροτεί συγχρόνως και μια παράλληλη έρευνα στο κοινωνικό σώμα του καιρού του.

Ο Χατζόπουλος εδώ καταφέρνει να ακολουθήσει ένα διαγεγραμμένο σχέδιο με όλα τα χάσματα και τα κενά που επιβάλλει η έλλειψη του συστήματος, για την περαιτέρω διερεύνηση της ελληνικής ζωής στις μάλλον προεξέχουσες εκδηλώσεις της. Ο στρατιώτης-άνθρωπος του χωριού, ο μεσαίος μικροαστικός τύπος, ο ξεπεσμένος αξιωματικός –και η καθημερινή ζωή στο στρατώνα ήταν ένας μικρογραφικός πίνακας– πέρασαν από το οπτικό πεδίο της παρατήρησής του. Κι αυτό γιατί, πέρα απ’ αυτήν την πρώτη ύλη τού βιώματος, υπάρχει η τέχνη τής αφήγησης και τής πλοκής.

Ο Χατζόπουλος δεν περιορίζεται στο αυτοβιογραφικό στοιχείο. Χρησιμοποιεί συνήθως το πρώτο πρόσωπο επειδή, όπως θα έλεγε και ο Απόστολος Σαχίνης, του χρειάζεται «ένας τρόπος εκφραστικής αμεσότητας, ένας τρόπος προσωπικής συναισθηματικής συμμετοχής». Μα σκοπός του δεν είναι να αυτοβιογραφηθεί και να αφηγηθεί τα ατομικά του παθήματα και τα παθήματα των άλλων στρατιωτών, αλλά να συνθέσει έργα ικανά να δώσουν μια εικόνα του στρατιωτικού-ανθρώπινου βίου, όπου ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα να κινούνται και να συμπλέκονται με τη ανίκητη δύναμη της ειμαρμένης.

Παρόλο που πολλοί από τους προγενέστερους, αλλά και σύγχρονούς του συγγραφείς, άρχισαν και τελείωσαν με την ηθογραφία, ο Χατζόπουλος δείχνει να μην αρκέστηκε σ’ αυτήν. Την ίδια χρόνια (1896) αξιοποιώντας τη λογοτεχνική του φλέβα και την ιδιότητα με την οποία έγινε ευρέως γνωστός, του δημοσιογράφου, θα δημοσιεύσει την τέταρτη –κατά χρονολογική σειρά– σειρά διηγημάτων του με τον τίτλο, Ιστορίες ενός ρεπόρτερ.

Στο τρίτο κεφάλαιο, που θα σχολιαστούν οι ιστορίες του αυτές, θα αντιληφθούμε πως τα θέματα και η σκοπιά με την οποία τα συλλαμβάνει ο Χατζόπουλος είναι δημοσιογραφική. Τα σώζει όμως από την εφημερότητα η λογοτεχνική τους παρουσίαση και το νευρώδες ύφος τους. Ένα ύφος που διαψεύδει τις συμβατικές προσδοκίες τής εποχής του, συνδυάζοντας σ’ ανοίκειο μείγμα στοιχεία ρεαλιστικά και αισθητιστικά. Δημοσιογραφία και τέχνη συγκεράστηκαν στα κείμενά του αυτά σε μια ιδιότυπη ισορρόπηση, κατορθώνοντας από πλευράς του να ταυτίσει τους εκάστοτε τύπους, που επέλεγε να θίξει, με κοινωνικές καταστάσεις διαμορφωμένες και να ερευνήσει την αλληλεπίδραση ανθρώπων και αστικού πια περιβάλλοντος.

Η Αθήνα γίνεται πλέον η πόλη εκείνη που επίμονα προσέλκυε το βλέμμα πολλών συγγραφέων τού 19ου αιώνα, μεταξύ των οποίων και του Χατζόπουλου. Στο τέταρτο κεφάλαιο λοιπόν θα αναλυθεί η τελευταία σειρά αφηγημάτων του με τον τίτλο, «Αθηναϊκά Ήθη» (1900). Σ’ αυτά ο Δημήτρης Χατζόπουλος μέσα από μια αποσπασματική γραφή θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τη ζωή στην πρωτεύουσα ως ένα μωσαϊκό κειμένων, ένα κολάζ σκηνών, ταξινομημένων από τον στοχαστικό παρατηρητή που σεργιανά στους δρόμους της.

Ο οξυδερκής Αθηναίος πλάνης εκλαμβάνοντας τις κάθε λογής εκφράσεις τού δημοσίου βίου ως σήματα κοινωνικής ψυχολογίας οδηγεί από τη λεπτομερειακή περιγραφή στην ερμηνεία του. έτσι η αφήγησή του φαίνεται να συντονίζεται με την κύρια λειτουργία τής λογοτεχνίας τού flâneur, η οποία αναλαμβάνει να διαλευκάνει τη φυσιογνωμία του άστεως.

Με αυτή τη σειρά κειμένων θα ολοκληρωθεί και η παρούσα εργασία δίνοντας σε καθέναν από εμάς, έπειτα από τη μελέτη των όσων παρεμβάλλονται, τη δυνατότητα να κατανοήσουμε σε μεγάλο βαθμό τη λογοτεχνική πορεία που ο Χατζόπουλος ακολούθησε μέσα στα χρόνια και τα
θέματα που προτίμησε ο ίδιος να καταπιαστεί.

*Δημοσιεύτηκε στο «Λογοτεχνικό Δελτίο», τεύχος 34, Ιούνης 2025.

Βίκυ Δερμάνη, Το δωμάτιο 

Φωτογραφία: Johan van de Keuken

Με τη γλώσσα του δρόμους πύρινους
στο σώμα της χάραζε
το δωμάτιο γινόταν σφαγείο
ασταμάτητα έπεφτε
του πάθους κόκκινη βροχή
το δωμάτιο γινόταν πλοίο
κάποια μέρα εκείνος έφυγε
το δωμάτιο κενοτάφιο έγινε
κάθε που γοερά εκείνη έκλαιγε
το δωμάτιο γινόταν εκκλησία

Viroqua Daniels, The Dream is Thine / Το όνειρο είναι δικό σου

Ah! dreams are such unstable things,
Like shadows cast by brinded wings,
Or echoes, soft, from yonder hills,
That half the words forget!
Unstable, yet how real were they-
The dreams of men who lived, we say,
Before their time; whose hearts, whose wills,
In dreams the Future met.
Is Nature a deformity?
Is Man her one abnormity?
The visionary answered, Nay!
Today his tones we hear
Reverberate in cadence sweet;
Add Freedom! Freedom! and repeat.
We eagerly take up the lay.
The multitude, in fear,
With ear attuned to harsher sound,
A moment listens-spell-bound,
Then scoff at music, vision, all-
Ha! ha! What—Rags be free?
Not subject to authority?
Nor longer grant priority
To Man sublime? Nor creep, nor crawl,
Nor bow to his decree?
If he the Face Divine hath seen,
Held converse with the Lord, I ween,
To him devoutly we’ll submit
Our treasures, labor, lives.
Aye, “if,” ye myriads of men;
The Dreamer questioned “ifs”, and then
The searching torch he brightly lit-
‘Twas damped by breath of Dives.
Unchangable, unstable Dream!
Fire cannot thee consume, it seems,
Nor prison walls thy form confine,
Nor leaden bullets quell
Thy riotous propensities!
Haste—measure the Immensities,
For, outcast Fairy, thou art mine!
I’ll hearken to thee tell
Of Progress, not o’er paths laid waste
By force perverted, lives debased,
Attracted by the glitt’ring froth
Of human dignities,
As moth to candle’s searching light;
But o’er the pathless plain and height
Of earth, born of unplighted troth
Of countless Entities.
Then, man shall be himself—not less;
Refuse, with laughter, to confess
His sins to one by fees upraised
To elevated seat;
Decline, disdainfully, to plead,
“Not guilty” to alleged misdeed;
Probe mysteries, and, unamazed,
His fellow mortals meet,
The Personality shall be
A birthright of manhood made free.
Self-abnegation, sacrifice,
Of virtue shall be shorn.
The Great shall work his bread to earn;
The Small shall trim his lamp to burn.
By force of arms, nor artifice,
Shall egos be upbourne.
The Weak, the Strong, their strength shall give
In unison that all may live.
Vile Competition’s savage strife
For wealth and nower shall cease
Man’s pride in domineering man,
En masse or singly, which began
In dark primeval times, true lives
Abhor. We shall have Peace.
“The dream is thine”-thrice welcome dream!
By thy unstable, steady beam,
Elusive, beautiful as bright,
The Future challenge we;
Its borders, dank with dire distress;
Revenge—for folly claims redress;
Beyond, we see the mountain heights
Of Peace, Eternity!

Αχ! Τα όνειρα είναι τόσο ασταθή πράγματα,
Σαν σκιές που ρίχνουν φτερωτά φτερά,
Ή ηχώ, απαλή, από τους λόφους εκεί πέρα,
Που ξεχνάει τα μισά λόγια!
Ασταθή, αλλά πόσο αληθινά ήταν –
Τα όνειρα των ανθρώπων που έζησαν, λέμε,
Πριν από την εποχή τους. Των οποίων οι καρδιές, οι θελήσεις,
Στα όνειρα συνάντησαν το Μέλλον.
Είναι η Φύση μια παραμόρφωση;
Είναι ο Άνθρωπος η μοναδική της ανωμαλία;
Ο οραματιστής απάντησε: Όχι!
Σήμερα ακούμε τους τόνους του
να αντηχούν σε γλυκιά ρυθμική μελωδία.
Προσθέστε Ελευθερία! Ελευθερία! και επαναλάβετε.
Με ενθουσιασμό υιοθετούμε το τραγούδι.
Το πλήθος, φοβισμένο,
Με το αυτί συντονισμένο σε πιο σκληρούς ήχους,
Ακούει για μια στιγμή, μαγεμένο,
Και μετά χλευάζει τη μουσική, το όραμα, τα πάντα –
Χα! Χα! Τι – Τα κουρέλια να είναι ελεύθερα;
Δεν υπόκεινται στην εξουσία;
Δεν δίνουν πλέον προτεραιότητα
Στον υπεράνθρωπο; Δεν σέρνονται, δεν γονατίζουν,
Δεν υποκλίνονται στο διάταγμά του;
Αν έχει δει το Θείο Πρόσωπο,
Έχει συνομιλήσει με τον Κύριο, υποθέτω,
Σε αυτόν θα υποταχθούμε ευλαβικά
Τους θησαυρούς μας, τον κόπο μας, τις ζωές μας.
Ναι, «αν», εσείς οι μυριάδες των ανθρώπων.
Ο Ονειροπόλος αμφισβήτησε τα «αν», και τότε
Η αναζητητική δάδα που άναψε λαμπρά
Σβήστηκε από την ανάσα του Ντίβες.
Αμετάβλητο, ασταθές Όνειρο!
Η φωτιά δεν μπορεί να σε καταστρέψει, όπως φαίνεται,
Ούτε τα τείχη της φυλακής να περιορίσουν τη μορφή σου,
Ούτε οι μολυβένιες σφαίρες να καταστείλουν
Τις ταραχώδεις τάσεις σου!
Βιάσου – μέτρησε τις Απέραντες Εκτάσεις,
Γιατί, απόβλητη Νεράιδα, είσαι δική μου!
Θα σε ακούσω να μιλάς
Για την Πρόοδο, όχι για μονοπάτια που έχουν καταστραφεί
Από τη διαστρεβλωμένη δύναμη, τις υποβαθμισμένες ζωές,
Προσελκυόμενες από τον αστραφτερό αφρό
Της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,
Όπως η πεταλούδα στο φως του κεριού.
Αλλά πάνω από την απάτητη πεδιάδα και το ύψος
Της γης, γεννημένη από την αδιάσπαστη πίστη
Αμέτρητων Οντοτήτων.
Τότε, ο άνθρωπος θα είναι ο εαυτός του – όχι λιγότερο.
Θα αρνηθεί, με γέλιο, να ομολογήσει
Τις αμαρτίες του σε κάποιον που έχει ανυψωθεί
Σε υψηλή θέση.
Θα αρνηθεί, με περιφρόνηση, να παρακαλέσει,
«Αθώος» για υποτιθέμενη ατασθαλία.
Θα διερευνήσει μυστήρια και, χωρίς να εκπλαγεί,
Θα συναντήσει τους θνητούς συντρόφους του.
Η προσωπικότητα θα είναι
Ένα αναφαίρετο δικαίωμα της ελεύθερης ανθρωπότητας.
Η αυτοαπάρνηση, η θυσία,
της αρετής θα εξαλειφθούν.
Ο Μεγάλος θα εργάζεται για να κερδίσει το ψωμί του.
Ο Μικρός θα φροντίζει το λυχνάρι του για να καίει.
Με τη δύναμη των όπλων, όχι με τέχνασμα,
θα ανυψωθούν τα εγώ.
Οι Αδύναμοι, οι Δυνατοί, θα δώσουν τη δύναμή τους
σε αρμονία, ώστε όλοι να ζήσουν.
Ο άγριος αγώνας του άθλιου ανταγωνισμού
Για πλούτο και δύναμη θα σταματήσει
Η υπερηφάνεια του ανθρώπου που κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο,
Μαζικά ή μεμονωμένα, που ξεκίνησε
Στους σκοτεινούς αρχέγονους χρόνους, οι αληθινές ζωές
Απεχθάνονται. Θα έχουμε Ειρήνη.
«Το όνειρο είναι δικό σου» – τριπλά ευπρόσδεκτο όνειρο!
Με την ασταθή, σταθερή ακτίνα σου,
Απώθητη, όμορφη και λαμπερή,
Προκαλούμε το Μέλλον.
Τα σύνορά του, υγρά από τρομερή δυστυχία.
Εκδίκηση – γιατί η τρέλα απαιτεί αποκατάσταση.
Πέρα από αυτά, βλέπουμε τα βουνά
Της Ειρήνης, της Αιωνιότητας!

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Γιάννης Τόλιας, Δύο ποιήματα

Η αυτοχειρία μιας ανάμνησης

Πόσο να αντέξουμε

Τόσα χρόνια πέρασαν από μέσα μας
κι ακόμα υποφέρουμε.

Είπε εκείνη η εύθραυστη ανάμνηση

Και αρπάζοντας από τα χέρια μου
το περίστροφο της νοσταλγίας
τίναξε τις εικόνες της στον αέρα.

*

Παράδοξο

Εμπειροτέχνης γραφιάς

Ένας απλός
εκτροφέας
των στίχων

Όμως υπάρχουν στιγμές
που τον μεταμορφώνουν
σε αιμοσταγή δυνάστη

Που σβήνει τη δίψα του
μεθώντας ηδονικά
Με το αίμα των λέξεων.

*Από τη συλλογή “Ονειροκτόνο φως”, Πάτρα 2023.

Αλέξης Τραϊανός, Αφίσα

Emilio Lopez Gelcich, Displaced

Μα επί τέλους τι είμαι
Εγώ που έψαυσα ένα χάρτινο πρόσωπο
Στημένο στην αμφιβολία των δρόμων
Στα σταυροδρόμια της σιωπής
Πάνω σε τόσες αφίσες το κοίταξα
Ν’ αλλάζει χρώματα ν΄ αλλάζει στάσεις
Να τού σχεδιάζουν ματογυάλια
Να τού προσθέτουν υπογένεια
Ερυθρά και γλυκά μάτια
Σκισμένες παρειές και μέτωπα

Αύριο ένα καινούριο πρόσωπο
Στο πρόσωπό μου θα επικολληθεί
Στιλπνό κι ακέραιο μες στη νύχτα
Για να ξυπνήσει και ν΄ αντιληφθεί
Πως πάλι έβρεξε πως πάλι πέρασε
Το νύχι το μαχαίρι

Σκισμένες παρειές
Σκισμένα μέτωπα

*Από την ενότητα “Οι μικρές μέρες” που περιλαμβάνεται στην ομότιτλη συλλογή (1973). Το ποίημα το πήραμε από την έκδοση ¨Φύλακας ερειπίων Τα ποιήματα”, Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1991.

Urs Böke, Ο Χάινριχ Μπελ δεν έχει καμία δουλειά στην μπάρα

Ακόμα ένα απ’ τα
ποιήματα της μπάρας
κι εγώ αράζω
μπροστά μου μια μπύρα
όταν έρχεται αυτός ο τύπος
και μου πιάνει κουβέντα
για το τι σημαίνουν
τα παλαιά γερμανικά
στην μπλούζα μπω
κι εγώ λέω
Ρε φιλαράκι είναι μόνο
λέξεις τίποτα παραπάνω
Και αφοσιώνομαι πάλι
στο μισόλιτρο μπουκάλι
αλλά αυτός δεν λέει
να μ’ αφήσει ήσυχο
με πιάνει απ΄ τον ώμο
και μου λέει
κάτι για τον Χάινριχ Μπελ
για τον Μπελ ρε γαμώτο!
και δεν φεύγει δεν φεύγει
δεν φεύγει με τίποτα
μέχρι που του λέω Εντάξει
ρε πιθήκι πάμε λίγο
έξω να τα πούμε
αλλά ο μπάρμαν
μας έχει πάρει πρέφα
μπαίνει ανάμεσά μας
κερνάει δύο ποτά
και επιβάλλει εκεχειρία·
πάντα το έλεγα ότι οι
αναγνώστες του Μπελ
έχουν λιγότερη τιμή
ακόμα κι απ’ την
Καταρίνα Μπλουμ

Λευτέρης Πούλιος, Δρόμοι / Calles

Φωτογραφία: Leonard Freed

Δρόμοι — στιλπνά σκούρα χταπόδια τούτης της χώρας μου,
που πάνω σας δίχως μορφή και δίχως βάρος
πορεύεται το μέλλον. Κούρσες, πούλμαν, δεξαμενόπλοια,
κάποιο ποδήλατο και κανένα σπουργίτι
που κυλά τις αόρατες ρόδες του πάνω στην άσφαλτο.
Από κάτω υπόγειοι δρόμοι. Από πάνω
αέρινες σήραγγες παίζοντας τζαζ.
Δρόμοι πλάι σε αστραφτερές βιτρίνες, πλάι
σ’ αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι
εργοστάσια. Δρόμε έξω απ’ το πανεπιστήμιο.
Έξω απ’ το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ.
Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι
από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές
και χαλίκια. Κάτω απ’ το βάρος
οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων.
Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσου.*
Δρόμοι – παιάνες. Δρόμοι γιορτής.
Δρόμοι – αγωνία. Δρόμοι – φονιάδες.
Ποια κατάρα πάνω σας έχει πέσει;
Περιμένουμε ο καθένας στη στάση του
περιμένουμε όλοι μαζί στο τσίγκινο υπόστεγο.

Calles

Calles — pulpos oscuros y brillantes de mi país,
que sobre vosotros sin forma y sin peso
El futuro avanza. Carreras, autobuses, petroleros,
alguna bicicleta y ningún gorrión
que hace rodar sus ruedas invisibles sobre el asfalto.
Abajo, calles subterráneas. Desde arriba
túneles de viento tocando jazz.
Calles junto a escaparates brillantes, junto
en estatuas o entre tiendas y
fábricas. Calles fuera de la universidad.
Fuera del edificio del Parlamento. Camino nacional.
Calles del barrio. Caminos azotados
de alquitrán y sangre. Hechos de voces
y grava. Bajo el peso
aplanadoras y miles de manifestaciones.
Calle, sudario de Gregorio, de Sotiris, de Tasos.
Caminos – himnos. Caminos de fiesta.
Carreteras – ansiedad. Carreteras asesinas.
¿Qué maldición les ha caído encima?
Esperamos cada uno en nuestra parada.
Esperamos todos juntos en el cobertizo de chapa.

*Ισπανική μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.