Η σκέψη του ανέφικτου ανήκει στους ποιητές / Roberto Garcia de Mesa 

Κριτική από τον Δήμο Χλωπτσιούδη*

Για τον Roberto Garcia de Mesa έχουμε γράψει και στο παρελθόν με αφορμή ποιητικές του συλλογές που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά (βλ. «Η υπερρεαλιστική ανυπακοή στη λογική του Roberto Garcia De Mesa»). Ο de Mesa ξεχωρίζει με την απλότητα της έκφρασής του και την δημιουργική αξιοποίηση του υπερρεαλισμού. Η λογοτεχνικότητα όμως δεν κρύβεται τόσο στα υπερρεαλιστικά στοιχεία, που διατρέχουν συχνά το ποιητικό του κείμενο και στις αναδυόμενες εικόνες, αλλά στο αναστοχαστικό περιεχόμενο και τον ποιητικό του λόγο.

Η τελευταία ποιητική του δουλειά («Περί της φύσεως της ευθραυστότητας», Ρώμη, 2021, μτφ. Ιφιγένεια Ντούμη) ξεχωρίζει με την πειραματική πνοή της και τις έντονες υπερρεαλιστικές επιρροές, οι οποίες δημιουργούν ένα μωσαϊκό εικόνων. Με εικόνες του ασυνείδητου να ανασύρονται διαρκώς μέσα από ένα τοπίο ονειρικό, ο ποιητής καταθέτει ένα πολυεπίπεδο έργο, στο οποίο η εικαστική δένεται λειτουργικά με το περιεχόμενο και τη μορφή, επιχειρώντας μία ανανέωση της φόρμας. Ο υπερρεαλισμός ως θεωρία περί ποιητικής, ως πρόταση για αλλαγή και ως αξίωμα για την υπέροχη της φαντασίας και του αυθόρμητου, οδηγεί τον de Mesa σε μια νέα επανεπεξεργασία της μορφής, ώστε να κάνουμε λόγο για έναν διαρκή πειραματισμό με πολιτικές προεκτάσεις. Ο ποιητής παραδίδει μία σύνθεση που μοιάζει με ένα θρυμματισμένο υβριδικό συνεχές με έντονη την επίδραση του θεάτρου. Η διαρκής χρήση του β’ ενικού γραμματικού προσώπου δημιουργεί ένα μονολογικό ποιητικό μονόπρακτο. Η υιοθέτηση δραματικών τεχνικών –με την εισαγωγή ερωτήσεων, επαναλήψεων και μονολεκτικών στίχων– αποδίδει μια κλιμακούμενη ένταση, που ενισχύει το συναίσθημα της ματαιότητας και αφήνει να διοχετευτεί ένα φως ειρωνείας απέναντι στις βεβαιότητες του σύγχρονου πολιτισμού.

Το υπερρεαλιστικό υπόβαθρο προσφέρει εκφραστική ελευθερία στον ποιητή, αυτό που ο Jean-Paul Sartre αποκάλεσε «πρωτεϊκή δύναμη» του σουρεαλισμού. Η στιχουργική κίνηση μοιάζει να ρέει αργά, με μία σταθερότητα που ενσωματώνει τις υπερρεαλιστικές παρεμβολές, χωρίς όμως να απωθεί τον αναγνώστη. Πρόκειται για έναν πειραματισμό που οδηγεί σε δημιουργική συμπόρευση το καινοτόμο και τις καθιερωμένες συμβάσεις, εκείνες που αναμένει να εντοπίσει ο αναγνώστης. Ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν έργα της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας είναι ότι, ενώ προσπαθούν αυθεντικά να εκφράσουν μέσα από την τέχνη τις σύγχρονες συνθήκες ταχείας αλλαγής, καταλήγουν να δημιουργούν έργα που αποδεικνύονται εφήμερα, όπως ακριβώς εκείνα της μαζικής κουλτούρας. Τα κείμενα αυτά, επειδή οδηγούνται σε σύγκρουση με τις κανονικές διαδικασίες ανάγνωσης, μνήμης και κατανόησης, διαβάζονται και ξεχνιούνται. Δεν μπορούν να ενωθούν για να σχηματίσουν ένα λογοτεχνικό «κίνημα», επειδή υπάρχουν μόνο τη στιγμή της ανάγνωσης.

Αντίθετα, ο ποιητικός συγκρητισμός και η πλουραλιστική αισθητική που προτείνει ο de Mesa, δεν προσπερνά το παρελθόν, το οποίο αξιοποιεί ως γόνιμη ιλύ, αλλά ταυτόχρονα προσπερνά μία σειρά παραδοσιακών συμβάσεων. Για τον de Mesa το παρελθόν δεν αποτελεί βάρος, αλλά ένα κουτί με θησαυρούς που αξιοποιεί προς όφελος της ποιητικής ιδέας και του αισθητικού προσανατολισμού του. Και αυτή η αισθητική του πρόταση είναι ανοιχτή σε επιρροές από το θέατρο, τον σουρεαλισμό και την ανοικείωση της φόρμας μέχρι τον πολιτικό και υπαρξιακό προβληματισμό, αποφεύγοντας την ανακύκλωση και την παρωδία που συνήθως συναντάμε στη μεταμοντέρνα τέχνη. Έτσι, ο ποιητικός υβριδισμός της σύνθεσης δεν φοβίζει τον αναγνώστη. Με την αμφισβήτηση της διάκρισης υψηλής και λαϊκής τέχνης και τις ήπιες υπερρεαλιστικές παρεμβάσεις, τον ενθαρρύνει να συνεχίσει την ανάγνωση και να αφουγκραστεί τις αγωνίες του δημιουργού.

Στην ποιητική σύνθεση όμως ο συγκρητισμός δεν αφορά μόνο τη φόρμα και τις στιλιστικές επιλογές του δημιουργού, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο. Στον στιχουργικό μονόλογο συμπλέουν φιλοσοφικά σπαράγματα με στοχασμούς για τον ανθρώπινο βίο και τον έρωτα, την ποίηση και τη δύναμη της γλώσσας, την Ιστορία και την πόλη ως πολιτισμική οντότητα, τον χρόνο που περνάει και αλλάζει τα πάντα. Ο ποιητής στοχάζεται για τη ζωή, τις δυσκολίες και τα απρόοπτα, τις αντιστάσεις και τις υποχωρήσεις των ανθρώπων. Το ερωτικό στοιχείο είναι διάσπαρτο σε όλο το έργο σε συνδυασμό με την υπαρξιακή αγωνία για τον χρόνο. Το ζήτημα του χρόνου, άλλωστε, μπαίνει πολλές φορές άμεσα ή με αλληγορίες.

Ο de Mesa επιχειρεί μια ανακατασκευή των λέξεων και των εμπειριών του αναγνώστη με τη δύναμη της φαντασίας. Εξερευνά τη μεταφυσική διάσταση της μνήμης αμφισβητώντας τις βεβαιότητες του κοινού. Καλεί τον αναγνώστη να εγκαταλείψει τον μικρόκοσμό του και τις εμπειρίες του και να περιπλανηθεί στο ποιητικοθεατρικό συνεχές με όχημα τον υπερρεαλισμό. Και ίσως τέλος να κάνει τη δική του αυτοκριτική.

*Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi/h-skepsi-tou-anefiktou-aniki-stous-poihtes-roberto-garcia-de-mesa-kritiki-apo-ton-dimo-chloptsioudi.html?fbclid=IwAR20h_KGcQR6jnqXw0SpPYsatNNm1BJYx_JvM1eo75Zi6yTm7vizsODTpiw

Γρηγόρης Σακαλής, Πέταγμα

Χιλιάδες χελιδόνια
πάνω στα καλώδια
ετοιμάζονται
για το μεγάλο ταξίδι
πόσο τα ζηλεύω
που έχουν φτερά
και πετούν
ήθελα κι εγώ
να πετάξω μακριά
σ΄άλλους τόπους
άλλες πολιτείες
να γνωρίσω
άλλους ανθρώπους
πόσο πληκτική
είναι η ζωή
στο ίδιο μέρος
μια μεγάλη φυλακή
που σου δίνει απλά
μια ψευδαίσθηση ελευθερίας.

Άρης Γεράρδης, από τον “Αειθαλή αποθηκάριο”

153
Δεν έφταναν τα τελευταία κέρματα να πάρει το λεωφορείο.
Πήρε μια βάρκα κι ανοίχτηκε.

154
Καρφώνουν τη μέρα τσιμεντάρουν τον ουρανό
κι όμως βρέχει ελπίδες πάλι.

155
Δεν τρέχει ο λαγός στην κατηφόρα, φυλάει
δυνάμεις για μετά.

156
Στη μίζερη χώρα πάνω στο κρέας σκοτώνουν
τις μύγες.

*Από τη συλλογή “Αειθαλής αποθηκάριος”, Εκδόσεις Οδός Πανός.

Άννα Δερέκα, Το σκηνικό

Όταν κοιμάμαι
βγαίνει ο στρατιώτης
με ωραία λουλούδια.
Προχωρεί στις τέσσερις γωνίες
του σπιτιού.
Βγαίνει ο παπάς.
Κρατάει το άγαλμα
του πεθαμένου δεσπότη.
Βγαίνουν από τον νεροχύτη
τα αγριολούλουδα που σάπιζαν.
Δεν θα ξαναδώ
όνειρα.
Καληνύχτα.

*Από τη συλλογή ”Αιμάσσων”, Εκδόσεις Κέδρος.

Χρίστος Λάσκαρης (1931 – 11 Ιουνίου 2008), Πέντε ποιήματα

ΕΡΩΤΑΣ

Στην πρώτη επαφή που είχαμε,
μιλήσαμε όπως δυο ξένοι
για πράγματα διάφορα σχεδόν.
Στη δεύτερη μπορώ να πω το ίδιο,
με κάποια στη φωνή μας διαφορά,
ένα χρωμάτισμα.
Ώσπου στην Τρίτη,
τα λόγια μας ακολουθούσαν παύσεις –
εκείνες οι γλυκές σιωπές
του έρωτα.

ΦΟΒΕΡΟΤΕΡΟΣ ΑΥΤΟΣ

Εκτός από τον φυσικό,
υπάρχει και ο άλλος θάνατος:

αυτός, της Κυριακής.

ΜΑΝΤΕΝΙΑ

Ένα κρεβάτι
και να είναι Αύγουστος,
και ξέρω εγώ να ξαναζήσω.

ΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ

Σ’ αυτό το απέραντο σούπερ-μάρκετ,
που πάνω του τσακίζονται
όλα τα όνειρα,
εδώ,
στη μοναξιά των διαδρόμων
θα με βρεις.

με το καρότσι μου να περιφέρομαι.

ΚΑΘΟΜΑΙ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

Κάθομαι στη βεράντα κι αγναντεύω
σιωπηλός.
Ανόρεχτη που ‘ναι η ματιά μου.

Απ’ τις ταράτσες
κεραίες με κοιτάζουνε βουβές.
τέντες πληκτικά κατεβασμένες,
σαν την ψυχή μου.

Έρμα Βασιλείου, Αρχίζεις και τελειώνεις σαν ποίηση 

Αρχίζεις και τελειώνεις σαν ποίηση
που γνωρίζω καλά…
την φτιάχνω κάθε μέρα
γραμμένο χαλί
που πρέπει να ξηλώσω,
και που όταν φτάσω στην τελευταία βελονιά
ενώνεται μόνο του, γίνεται ένα
είναι όλα ερμητικά εξαντλητικά
στα ερμητικά εξάλλου χωρίς να το θέλω αναγνωρίζεται
και τ’ όνομά μου
από το ερμητικό φως…
το τι λέει ο κόσμος αφορά τον κόσμο
το τι λέει η ορτανσία στα μεγάλα φύλλα της
δεν τ’ ακούει κανένας
τι λέμε οι δυο όταν κοιμόμαστε χώρια
μας λένε πολλά
ακόμα κι όταν δεν βλεπόμαστε μιλάμε
ακόμα κι όταν δεν αγαπιόμαστε μιλάμε
από μακριά σαν πελαργοί συνεκφωνούμαστε
αρσενικός με θηλυκό σε συναστρία
και πάντα μένει η φωλιά
μέσα στην πιο λιασμένη μας πλευρά, εργαζόμαστε γλυπτή την επικοινωνία
σε σκοτεινά δωμάτια και άηχες κάμαρες
είναι πια αδύνατη η κάθαρση
δεν έχει τόπο να χωρέσει
ούτε κανένα αγγείο δέχτηκε ποτέ να βάλουμε απάνω τους μια ετικέτα στ’ όνομά της
παρότι συνενωμένοι συνεργάτες
στα δυο ή στα πέντε ή στα δώδεκα χρόνια
ένας δικηγόρος δέχτηκε να γράψει το συμβόλαιό μας
γιατί ξεχωρίζει από τ’ άλλα σώματα στο δρόμο
η λαχτάρα να βρεθούμε χώρια
η αμοιβή να βολευτούμε στο ξέσχισμα μια μετάνοιας
και η αγάπη, καλύτερα να πω ο έρωτας,
που φωσφορίζει σαν εξορία
στα κορμιά τα νησιά τα πανύψηλα νοερά μας κάστρα
αυτά και η λογική, η λογική
των άλλων ανθρώπων μας χώρισαν

*Από την ενότητα “Άκρατος οίνος” (στο βιβλίο “Νηρηίδες”, 2021, Μελβούρνη, αδημοσίευτο).

Misha the Maniac, From “Ύβρις”

Babushka

The house was cold, like a wind had come in through the front door and stayed there.
I crawled down the corridor (Turkish hall runner beneath me) and knocked on the door where my grandmother slept. No answer.
I reached for the door handle, turned it and tottered inside. There she was-a torpid, veiny form sprawled out on the bed.
Her arms were covered with injection bruises that looked like watercolour droplets.
“Little Misha, little Misha, where are you?”
She had been blind for over 30 years.
Up on the bedside table-a black plasticky unit that played the local AM radio. Chanting music (always on Sundays) and crispy-thin voices penetrating through the static.
“Misha, Misha, are you there?”
I crawled back out the door.
She made me aware from a very young age that the body was a site of suffering.
Just the thought of it. There on the bed, for so many years.

Hypatia’s Cunt-rag

In a large Byzantine encyclopaedia of the 10th pentury we learn of the ancient Alexandrian philosopher Hypatia and her infamous cunt-rag.
During one of her lectures, a pupil became so enamoured with her beauty that he promptly informed this illustrious teacher that he wanted to fuck her.
Hypatia responded by flinging her bloody cunt-rags at the student.
“This is what you love,” she announced before the symposium, “and there is nothing beautiful about it.”
But what she meant to say was that this pupil was the most incorrigible, pestilent whore that she had ever known; that he was a slimy asshole hair and a cuckolded bag of shit that couldn’t keep his dick in his pants, an animal cantankerous, sacrificed on the altar.
Crinkled photograph of my great-grandmother Hypatia. A refugee from the outskirts of the city of Smyrna, her male relatives rounded up, shot, decapitated, or sent on death marches.
They buried gold and jewellery in the earth, thought they would come back, never did.
Came to Australia on a boat. 1930s heyday blues, rural frontier, hot summers, government reserves, a new Anglo name, fish ‘n’ chips and a proxy bride.
I can see her now washing her cunt-rags by the river.

*“Ύβρις”, Apothecary Archive, January 2021.
http://www.apothecaryarchive.com

Áris Alexándrou (1922-1978), Poems 

Translated from the Greek by Yannis Goumas

ADVICE TO A CONSCIENTIOUS OBJECTOR
There are always ways of avoiding prosecution
for instance if you’re suffering from something akin to melancholia
or ― ideally ― you write paranoid verses such as
“Soldiers have eyes to see with’
or “Sergeant, I’m colour blind; I see the target as my heart’.
There’s ways.
But if you’re now certain in your mind that through bribery
you’re paying for another to have his own way
collect from every corner what remains of your despair
and steady
and composed
as a prompter
go whisper the words that need be enounced
by prosecutors and court-martial officers.
When in jail don’t count the days.
As you observe the forecourt narrow bit by bit
it’s best for you to shorten your own stride.
Best also you should make light of reports.
Ceremonies, party turncoats and elections
probably have as much effect on the passage of time
as the evening sea breeze
on coal miners lamps.
Then again if you can’t go on living without hope
build your dreams upon earthquakes,
These ― everything’s possible ― may grant you
the lovely journey
of a transportation.

AND YET THEY KILLED HIM…
He wanted to live
as much as we did
― and yet they killed him.
He had a smile
as I have when I turn the corner
and see light
at your window
― and yet they killed him.
He was able to accept the fact that we would forget him
as one forgets a stone holding up one’s house
― and yet they killed him.

THE ARMS
The arms of men just before they die
Are almost like marble, almost foreign.If you were not by me
I would have started chiselling their hard fingers.
Now I’ll stay close to them
Like a dog that licks the palm of a hand.
I’ll stay here for my warmth to open
Their sealed lips
So that they can tell
How much they fear, how much they have repented.

DRAFT FOR A STORY
One day you must write about that blue-eyed boy
On his face the soot and rust of ports.
Mention
That he was taken by chance, that he renounced nothing.
That later in that piece of sky lined like an exercise book
He read and studied
results and causes.
All this without psychology, based on facts and exchange of views
alone, without leaving anything out.
From the time he stretched a hand to steal a cigarette,
And touching the packet he felt he had dipped his hands
in his mate’s freshly-operated insides,
Up to the very last moment
When he managed to scribble down
His final lesson:
“Mother,
don’t cry.
Tomorrow you’ll lose your child
But you’ll have gained
his name.’

THE ILLICIT NOTE
We are fractured,
and time is against us.
We prick our ears to hear the latest news,
and they are snatched from us, heavily wounded,
on makeshift stretchers.
We make an effort to count the stars,
and they fall on the pavements like drawing pins, upside down.
With a small fracture
I persevere and drive on through the mud,
uprooting my every step like a hollow tooth.
I raise the people’s chins
and make a quick note
of the light left in their sockets,
then I hide the note
in my heart
so that at the autopsy they’ll see
how very little we lived.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Χορός στα ερείπια 

Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ-Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου–Σ’ ακάλυπτο–Με μονοκατοικία–Του μπουντρουμιού μου σε πολυκατοικία-Τα πίσω βλέπανε μπαλκόνια- Αληθινός παράδεισος μ’ αυλή και oπωροφόρα-Ευεργετούνταν πολλές πολυκατοικίες με ορίζοντα για χρόνια- Μέχρι το βράδυ μεγάλης φασαρίας-Ο γιος μουρντάρει τους γέρους στη γωνία- Να την γκρεμίσουνε τη μονοκατοικία-Να ζήσουν κι αυτοί σε πολυκατοικία-Και όλα καλά μέχρις εκεί-Αλλά ένα χάραμα- Oριστικά πριν σωριαστεί- Ο γιος καταφθάνει με αμάξι που δονείται απ’ τα ηχεία-Στα ερείπια αρχίζει με φίλους να χορεύει με μανία-Του ακάλυπτου οι περίοικοι του φέρνουν μπατσαρία––Μία φωνή του λέει από παντζούρι δυνατά-Σε ρετιρέ εσύ να κατοικείς-Στο ερείπιο θα μένεις μια ζωή-Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ-Αποβάθρα Φυλών της Γης- Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου––

*Από τη συλλογή ‘’Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα’’, Εκδόσεις Οδός Πανός.

Αργυρώ Αξιώτη, Ζέστη

Στην πίσω όψη του καλοκαιριού
είναι γραμμένα
όσα δεν έγιναν
όσα χάθηκαν με τον νοτιά
όσα κάηκαν από πάθος ανήμερο
και τα ονόματα των πνιγμένων.

*Από τη συλλογή “Τρύπα στο πάτωμα”, Εκδόσεις των άλλων, Ιούλιος 2021.