Hafez Mousavi, Τρία ποιήματα

Η σκιά

Ήμουν ένας απ’ αυτούς
που τρέχαμε λαχανιασμένοι
και οι σκιές μας
μπλέκονταν στου δρόμου την άσφαλτο.

Ξαφνικά
άνοιξαν πυρ από μπροστά
εν ριπή οφθαλμού.
Εκείνοι έπεσαν κάτω
κι εγώ συνέχισα να τρέχω.
Οι σκιές τους
στην άσφαλτο
ήταν ακόμα μαζί μου
λαχανιασμένες.

*

Δικάστηκε ο ποιητής

Δικάστηκε ο ποιητής

Για συνενοχή με τον δραπέτη.
Εκείνος δεν είχε τίποτε να πει
Για να υπερασπιστεί
Κι έτσι δέχτηκε την κατηγορία.
(Είχε ανοίξει μια πόρτα στα όνειρα του δραπέτη)
Ο ποιητής καταδικάστηκε σε ισόβια ξαγρύπνια.

*

Το φθινόπωρο δεν έχει τίποτα νέο να πει

Το φθινόπωρο δεν έχει τίποτα νέο να πει
όμως
μόλις σκαρφαλώσει
στου ανέμου την έδρα
ξεσπάνε σε δάκρυα τα δέντρα!

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος Ιανουαρίου-Αυγούστου 2021. Μετάφραση: Babak Sadeq Khanjani.

Οι επιστολές του Νίκου Καββαδία από την Αυστραλία στην ανιψιά του Έλγκα, που έφυγε από τη ζωή 

Σύμφωνα με ανακοίνωση των Εκδόσεων «Άγρα», πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή η Έλγκα Καββαδία. Η Έλγκα Καββαδία γεννήθηκε το 1937 και ήταν κόρη της αδελφής του Νίκου Καββαδία, Τζένιας. Για 35 χρόνια υπήρξε πιστή φίλη και συνεργάτιδα των Εκδόσεων «Άγρα».

Το ελληνοαυστραλιανό ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι η Έλγκα ήταν αποδέκτης επιστολών από τον θείο της, Νίκο Καββαδία, όταν αυτός ήταν εν πλω. Σε βιβλίο που εκδόθηκε από τις Εκδόσεις «Άγρα», με τίτλο «Νίκος Καββαδίας, Γράμματα στην αδελφή του Τζένια και στην Έλγκα», περιλαμβάνονται και δύο επιστολές του Νίκου, που στάλθηκαν μία από το Φριμάντλ της Δυτικής Αυστραλίας και μία από τη Μελβούρνη, το 1951.

Η γνωριμία της Έλγκας με την «Άγρα» έγινε το 1985 περίπου, όταν συμφωνήθηκε να εκδοθούν τρία τεύχη με το ιστορικό του θεσμού των 25-29 Παιδικών Βιβλιοθηκών που έστησε και διηύθυνε η Έλγκα στις δεκαετίες ’80 και ’90. Πειραματικές και πρότυπες παιδικές βιβλιοθήκες σε διάφορα σημεία της Ελλάδας (στο Βελβενδό, τα Πομακοχώρια, την Ελευσίνα και αλλού), τις οποίες ζωντάνεψε η ίδια με υποδειγματικό τρόπο, βάζοντας τον πήχυ πολύ ψηλά. Δυστυχώς, το ελλαδικό Κράτος οδήγησε αυτόν τον θεσμό σε κλείσιμο μετά το 2000.

Το 1987 συμφωνήθηκε να εκδοθούν τρία μικρά πεζογραφήματα του Νίκου Καββαδία, τα αριστουργηματικά «Λι», «Του Πολέμου» και «Στο Άλογό μου», που της τα είχε προσφέρει προσωπικά για να τα διαχειριστεί όπως ήθελε ο πολυαγαπημένος θείος της. Εκδόθηκαν σε δύο μικρά βιβλιαράκια που έκαναν αμέσως μεγάλη αίσθηση το 1989, και το 1990 η μητέρα της Τζένια και η ίδια εμπιστεύθηκαν στην «Άγρα» τις τρεις κεντρικές ποιητικές συλλογές του Νίκου Καββαδία «Μαραμπού», «Πούσι» και «Τραβέρσο» καθώς και το σπουδαίο πεζογράφημά του «Βάρδια».

Στις ίδιες Εκδόσεις σχεδιάστηκαν δύο τόμοι επιστολών του Καββαδία («Αλληλογραφία Νίκου Καββαδία – Μ. Καραγάτση», με επιμέλεια της Μαίρης Μικέ, και «Νίκος Καββαδίας, Γράμματα στην αδελφή του Τζένια και στην Έλγκα»). Ακολούθησαν άλλοι τόμοι, όπως το «Ημερολόγιο ενός τιμονιέρη», με έρευνα, σύνθεση και επιμέλεια του Michel Saunier, και «Ο αρμενιστής ποιητής» με έρευνα, σύνθεση και επιμέλεια του Μιχάλη Γελασάκη, που περιείχαν άγνωστα, ανέκδοτα ποιήματα, πεζά, επιστολές και φωτογραφίες.

Με την έγκριση πάντα της Τζένιας (όσο ήταν εν ζωή) και της Έλγκας Καββαδία, εκδόθηκαν αρκετές μελέτες για το έργο του ποιητή.Τα τελευταία χρόνια, η Έλγκα Καββαδία μετέφραζε υποδειγματικά για τις Εκδόσεις «Άγρα» τα βιβλία του Μαροκινού πεζογράφου Μαχί Μπινμπίν («Τα Αστέρια του Σιντί Μουμέν», «Χαρράγκα» και «Ο τρελός του βασιλιά», που κυκλοφόρησε τέλη Ιουλίου του 2021).

Όπως αναφέρεται, η Έλγκα Καββαδία υπήρξε μια πολύ έξυπνη γυναίκα, με πολλά αποθέματα κεφαλλονίτικου χιούμορ, πλούσια λογοτεχνική παιδεία, αυστηρότατο ηθικό κώδικα, μεγάλη γενναιοδωρία με τους ανθρώπους που εκτιμούσε, απόλυτα πιστή φίλη για τους ανθρώπους που αγαπούσε και άσβεστο πάθος για το έργο του θείου της, που φρόντιζε με πολύ σοφές κινήσεις να το διαδώσει και να το προστατέψει.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Έρως φανίζεται

Μια ψυχή ταριχευμένη
ανθός αποξηραμένος
που εγκλωβίστηκε στην παραφίνη
σήμερα καίει
το φιτίλι της
πιο γρήγορα από ποτέ
προχωρώντας στον άνεμο
με τη χείρα του επιταφίου
να την προστατεύει όπως – όπως

κι όμως σκέπτεται

/όπως σκέπτεται κανείς μεταθανάτια

πώς θα ήταν ένα τελευταίο ταξίδι
/ορθρινά περάσματα του μοίχου εαυτού
με εισιτήριο που πέρασε ο ελεγκτής
αδιάφορα
/βεβαίως
και μια απόβαση πολεμόχαρη σαν αυτή
των δυνητικών αισθημάτων
ντροπή το μίσος
/κι ο έρωτας ίσως
που νικηφόρα εκβαίνει
για τα μάτια σου μόνο.-

Λεωνίδας Καζάσης, Βάγια κατακόκκινα, δώρα βαθιάς πληγής

Οδύνη τον ήλιο έσβησε,
που τις ροές στέγνωσε!
κι οι συμφορές
καπνιά έγιναν σιβυλλική, απροσπέλαστη.

*

Λεξειλίκτης
στις θηλές σου ανεπαισθήτως,
ακραία διακυβεύοντας,
αποβαλλόμενος,
τα όμματά σου αποσπώντας,
καταρρίπτων και καταρριπτόμενος,
από το αποκορύφωμα βουτώ
ενώ τα χείλη σου τα αφίλητα,
των ρημάτων την διακονία υπονομεύουν.
Μέσα στον δράκο που ανετράφης,
ο ερωτισμός σου κίβδηλος, διανοητικός
τα λοίσθια πνέει!
Τα σκέλη σου, ανοίγοντας, στην Αλγηδόνα προτάσσεις,
θύμα της, ικεττεύοντας, να γίνεις.
Στα μάτια σου βαθιά δεν θα κοιτάξω.
Των θηλών σου την σκληρή ανατριχίλα
τα χείλη μου δεν θα γευθούν.
Φαντασίας τυράγνια, των βλεννών σου εύοσμη αφή ηδονική!
Άγρας ερώτων παρωδία,
θηλυμανούς συγκομιδή αποκαρδιωτική.

Υ.Γ. Κι αν δράκος τρομοκράτησε το πρώτο σκίρτημά σου,
το θηλυκό μειδίαμα φωλιά!
των υμένων το σμίξιμο γητειά!

το σαπφικό αγκάλιασμα!

Sine Lege, Η ομορφιά

εξεφράσθη ο – δικός – κυρίαρχος λαός
λήξαν το ζήτημα

η ομορφιά – της επανάστασης αιωνόβια συνηγορέσα -παραμένει
ασύνορη, ανελέητη, απάτριδη
επώνυμη – άνευ προελεύσεως ονομασίας –
εις πάντας αφειδώς δωριζόμενη, αφόβιστη, απάτητη
από τας γενικός των αρχηγών συνελεύσεις πάντοτε
φυγόδικη
αντάρτισσα που δεν κρατάει από υμών προγόνους
λυσσαλέα της εθνικής σας θλίψεως εχθρός
ασφυκτιώσα μέσα στα δια της βίας φορεμένα
στερητικά
ποτάμι κόκκινο που κυλάει ανάμεσα σε γκρίζα
σύρματα και πλέγματα
μόνη της πάντοτε και πλάι μας για πάντα
παντιέρα δίχως όνομα με όνομα που το χαρίζει σε
όλους
η ομορφιά – συνηγορέσα αιωνόβια της επανάστασης –

*Από τη συλλογή “Π”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Χρίστος Κασσιανής, Το λυκόδοντο μιας διαφυγής

Ο γερο-λύκος είχε σχεδιάσει την απόδραση. Συνεννοήθηκε με τον λύκο της κόρης του να διαφύγουν – με μια διαδρομή που χρόνια είχε οργανώσει στο μυαλό του- το ζευγάρι και τα λυκάκια του.
-«Κι εσύ;» τον ρώτησε ο νεότερος αρσενικός λύκος.
-«Θα σας βρω εκεί που είπαμε. Είναι μια υποχρέωση δική μου που απομένει». Η λυκοοικογένεια έφυγε κι ο γερο-λύκος ξεκίνησε.
Στον ουρανό κοίταξε το γεράκι που πετούσε από το πρωί κι είχανε αλλάξει βλέμματα, όταν είδε κι αυτός μια λάμψη και μετά από λίγο μια απότομη δρασκελιά καπνού να σηκώνεται πιο μακριά στο δάσος, σ’ αυτό το πυκνό δάσος που σ’ όλη του τη ζωή έζησε, με τη λύκαινα και τα παιδιά τους. Η λύκαινα είχε πεθάνει ένα μήνα πριν και σήμερα η μέρα έφερνε το μήνυμα των καιρών.
-«Ξεκίνησε» σκέφτηκε ο γερόλυκος κι ο ήλιος πύρωνε εκείνο το πρωϊνό.
Πρώτα συνάντησε τον λαγό, που έμεινε ακίνητος, με τρίχα τεντωμένη.
-«Έλα μαζί μου» του έγνευσε ο λύκος. Πιο κάτω βρήκαν την αλεπού που κάρφωσε τα μάτια της πάνω του. «Έλα μαζί μας» της είπε. Τα σκιουράκια είχαν συγκεντρωθεί ανήσυχα σ’ ένα μικρό ξέφωτο. «Ελάτε μαζί μας» τα προσκάλεσε ο γερο-λύκος.
Τραβούσανε προς το ρυάκι που πιο κάτω συναντούσε το μικρό ποτάμι. Άρχισε να μυρίζει ο καπνός, η ζέστη μεγάλωνε. Κοντά στην όχθη βρήκανε τη χελώνα, παλιά του φίλη, και τα μικρά ελάφια μαζί της.
-«Θα πάμε όλο το ρυάκι ως το ποτάμι» της ένευσε εκείνος κι η χελώνα απάντησε: «Το ίδιο σκεφτήκαμε, τραβάτε σεις, πάρτε και τα ελαφάκια μαζί σας, σας ακολουθώ με το βάδισμά μου»
-«Όχι παλιά μου φίλη» ακούστηκε η αρκούδα. Πήρε την χελώνα στα χέρια της, της χαμογέλασε, ενώ στο βλέμμα της μια πελώρια ευγένεια απλώνονταν. «Όλοι μαζί, καλή μου φίλη».
Όπως άρχισε να πέφτει τέφρα, αποχαιρέτησαν τα δέντρα, τ’ άνθια, τα θαμνιά. Το γεράκι βρέθηκε από πάνω τους, πετούσε σε μικρούς κύκλους.
Ο γερο-λύκος είχε χαράξει τη διαδρομή στο μυαλό του από χρόνια. Τότε που συνάντησε τον άνθρωπο περιπατητή των βουνών Αυγέρη, που χάρασσε κι ο ίδιος μονοπάτια με αγάπη για τη φύση.
Όταν συναντήθηκαν τότε, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους κι ο λύκος πήγε κοντά του. Έκτοτε, μιλήσανε αρκετά, στην κοινή γλώσσα του αλληλοσεβασμού και της φιλίας. Κατάστρωσαν μαζί στις κοινές τους περιπλανήσεις, το σχέδιο διαφυγής με τις εναλλακτικές του διαδρομές για τα τυχόν απρόβλεπτα εμπόδια.
Το γεράκι κάνει μια βουτιά και χάνεται μέσα στα δέντρα που οι φλόγες πλησίαζαν. Το ξαναβλέπουν να πετάει και να ’ρχεται προς αυτά. Αφήνει στο έδαφος ένα ζωντανό μικρό σκαντζόχοιρο. Τα κοιτάζει κι ο γερο-λύκος είναι να βγάλει ένα λυγμό. Συνεχίζουν την πορεία τους και φτάνουν στο μικρό ποτάμι. Κοιτάζουν πίσω τους και βλέπουν.
Φλόγες, δέντρα, άνθια, θαμνιά, τα σύννεφα κάπνας που κρύβουν τον ήλιο όλα γίνανε ένα, μια ενότητα καταστροφικής ενέργειας.
Ο γερο-λύκος, η χελώνα κι η αρκούδα που την κουβάλησε στη ράχη της, κοιτάζονται. «Όχι, ακόμα δεν έχουμε σωθεί». Στο βάθος παρατηρούνε να πλησιάζει ένα ανθρώπινο μεταλλικό πουλί. Στη θέα του αποφασίζουν να συνεχίσουν, μέχρι τη θάλασσα, εκεί που γέρνει το βουνό.
Είναι το ίδιο σημείο, που είχαν ορίσει την τελική τους συνάντηση ο γερο-λύκος με την οικογένειά του. Στο σημείο αυτό ειδικά, σχηματίζονται απότομα βράχια κι η βλάστηση αγγίζει τη θάλασσα.
Το γεράκι πετάει ψηλά στον ουρανό. Τραβάει για το πέρα ψηλό βουνό. Το περιμένει η γερακίνα του κι οι αητοί.

7-10 Αυγούστου 2021

Η Γωγώ Λιανού στο βιβλιοκαφέ red n’ noir

Ψιλή κουβέντα, τζιν τόνικ και ποίηση

Η Γωγώ Λιανού γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1994 και μεγάλωσε στη Στυλίδα του Νομού Φθιώτιδας. Έχει σπουδάσει μουσική τεχνολογία και συντήρηση έργων ζωγραφικής τέχνης. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Κάτι Κόκκινο, Όμοιες Λήξεις, Θλίψη Καιρική με πιο πρόσφατη το Σύνδρομο της Ραγισμένης Καρδιάς που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις red n’ noir. Επίσης έχει δικιά της στήλη στο ηλεκτρονικό περιοδικό του red n’ noir (Ιστορίες από τον Ακάλυπτο) στην οποία δημοσιεύει ένα ποίημα κάθε Πέμπτη. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Την Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου και ώρα 19:45 θα βρίσκεται στο βιβλιοκαφέ red n’ noir (Δροσοπούλου 52, Κυψέλη) για να παρουσιάσει την δουλειά της ή στην πραγματικότητα για μερικά τζιν τόνικ και ψιλή κουβέντα για ποίηση.

*Η εκδήλωση θα γίνει στον εξωτερικό χώρο, επί της Δροσοπούλου, και θα τηρηθούν όλα τα υγειονομικά μέτρα.

Γιάννης Τόλιας, Λυγίζω από νοσταλγία

Κι όμως υπάρχουν αυτοί οι σιωπηλοί αυτόπτες
των συγκλονισμών.
Άψυχα αντικείμενα, φυτά, δέντρα ή πετούμενα.
Όλο αυτό το σκηνικό που η επιθυμία κάποτε κατοίκησε.
Πάντα, σε κάτι που εμείς δεν θα γνωρίζουμε,
θα είναι χαραγμένη η θύμηση των αγγιγμάτων.

Να με πιστέψεις, όταν σου λέω πως όταν φυσάει
ο άνεμος του φθινόπωρου ταξιδεύει τόσες εικόνες
επισκέπτριες από το παρελθόν,
που τα βράδια αποκαμωμένες κουρνιάζουν
πάνω στα εύθραυστα κλαδάκια της μνήμης.

Κάθε τόσο λοιπόν, λυγίζω από νοσταλγία
κι έτσι πενθώ με σιωπή το θέρος.

Czeslaw Milosz, Μετά τον Παράδεισο

Μην τρέχετε άλλο. Ησυχάστε. Πόσο απαλά βρέχει
Πάνω στις στέγες της πόλης. Πόσο τέλεια
Είναι όλα. Τώρα, για τους δυό σας
Που ξυπνάτε σ’ ένα βασιλικό κρεβάτι κάτω απ’ το παράθυρο της σοφίτας.
Για έναν άντρα και μια γυναίκα. Για ένα φυτό χωρισμένο
Σε αρσενικό και θηλυκό που ποθεί το ένα το άλλο.
Ναι, αυτό είναι το δώρο μου σε σας. Πάνω απ’ τις στάχτες
Σ’ ένα πικρό πικρό χώμα. Πάνω απ’ την υπόγεια
Ηχώ των κραυγών και των όρκων. Έτσι τώρα την αυγή
Πρέπει να προσέξετε: η κλίση ενός κεφαλιού,
Το χέρι με τη χτένα, δυό πρόσωπα στον καθρέφτη
Είναι αιώνια για μια στιγμή μονάχα, ακόμη κι αν λησμονηθούν,
Γι’ αυτό κοιτάξτε αυτό που υπάρχει, έστω κι αν σβήνει,
Και ευγνωμονείτε την κάθε στιγμή που ζείτε.
Αφήστε αυτό το μικρό άλσος με τις πρασινισμένες μαρμάρινες προτομές
Να μείνει όπως ήταν όταν ανοίξατε την πύλη.
Και στο δρόμο με τις ψηλές φθαρμένες κολόνες
Που αυτή η αγάπη σας ξαφνικά μεταμόρφωσε.

1936

 Ρένα Χατζηδάκη (Μαρίνα), «Κατάσταση Πολιορκίας» 

Ι

Καθώς το παιδί, που σημαδεύεται απ’ την πρώτη γνώση της μοναξιάς,
ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε συντρίμμια την καρδιά μου
και θα ‘χω χάσει για πάντα τους δρόμους, τους δρόμους μου,
σα θα μ’ αφήσουνε να βγω από δω.
Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού,
στα ισοπεδωμένα τοπία,
στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη,
στις σπαταλημένες ματιές,
να βρω ξανά το πρόσωπό σου,την καρδιά μου γυρεύοντας
και θα μιλώ και θα μιλώ τη γλώσσα,
που ήταν κάποτε δική μας,
που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας που μας είχε απομείνει
μέσα στους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων
των νεκρών εικόνων
όταν οι νύχτες μας ήταν απλά επεισόδια
της μεγάλης νύχτας που άρχισε πριν -πόσον καιρό;
Πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα,
τις σεληνιακές σου διαλείψεις,
τ’ αστρικά σου πηδήματα.
Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη,
την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου,
μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο,
μες στην καρδιά της πόλης που ήταν κάποτε δική μου
και τώρα την διαγουμίζουνε τα τανκς;
Εφτάπυλο το χάος,
στεγανό πολιορκημένο μέσα κι έξω από το φόβο με τα χίλια πρόσωπα.
Οι φωνέςτων ανιάτων κοπάζουν κάθε αράδυ στις πεντέμισι.
Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή.
Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί.
Και πάλι, πάντα πού είναι τα χέρια σου;
Η φωνή σου πού;
Θ’ αντέξουν και απόψε τα τοιχώματα; Ή θα χιμήξει το σκοτάδι;
Πώς να μετρήσω;
Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς
που σημαδεύει -έφηβο κιόλας το παιδί
η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου
άνοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα
η ασχήμια, που ενεδρεύει να με κατααροχθίσει,
ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει,
μ’ αφύσικα τινάγματα
η μελλοθάνατη ειμ’ εγώ
Και γύρω μου παντού,
καταμεσίς
κατάστηθα,
στο χάος, στην καρδιά μου,
αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,
κι απ’ το φόνο στην τύψη,
στο μοιρολόι κι από κει στον άλλο φόνο.
Να σου τραγουδήσω;
Μα κι η φωνή μου, π’ αγαπούσες, μαχαιρωμένη.
Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια
τα μαλλιά μου, π’ αγαπούσες,
τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα
κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πια.
Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού πίσω απ’ τα σίδερα.
Η ρωμιοσύνη προδομένη, προδοσιά μαχαίρι στην καρδιά.
Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα,
οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες.
Η δίχως νόημα θυσία,
η πολιορκία,
η απουσία
το τσιγάρο του φρουρού.
Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα
«Πώς άλλαξε αυτό το παιδί, θα λένε οι άλλοι,
κοιτώντας με με το μοναδικό μάτι του τουρίστα Κύκλωπα
ζητώντας να τους μιλήσω για ήρωες
κοιμώντας, οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς, τα αεροπλάνα,
το φόβο,
το βήμα του φρουρού,
τις νύχτες χωρίς εσένα
που θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού
που θα ουρλιάζουνε τα συντρίμμια της καρδιάς μου,
τα συντρίμμια σαν τα παιδιά της Ζηνοβίας,
απ’ τα πέρατα της γης και της απόγνωσης.
Γιατί και σένα θα σ’ έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι
όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα ‘ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι,
Χωρίς εσένα, πώς;
Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί
το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα θ’ αποσυνδεθούν,
πάνω σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη, τον καιρό,
το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ’ όνομά σου σ’ όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου,ένα προς ένα θα κινήσουν να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης,
με το μαβί καπνό του δειλινού πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα ‘ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
«δραπέτευσε», θα πουν οι άλλοι,
παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις
μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
-τι είν’ αυτό που ανεσαίνει με τα πόδια, και το κατεβάζουνε με κουσέρτα –
και μόνο εσύ θα ξέρεις πώς,
πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγιν’η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπα.
«Θεέ μου και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;»
Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.

ΙΙ

Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η ζωή,
ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
-ίσως- τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ’ το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.
Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις,
Σα να μπορώ ν’ αφουγκραστώ το γέλιο σου,
ξανθό, πίσω απ’ τους λεκιασμένους τοίχους.
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ’ αναλιώσει το παγωμένο κέντρο της μνήμης
-τώρα, παντού, «η κατάθεσή μου, να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου» –
και θα ξανάρθουνε τα χρώματα
ίσως κάποτε που θ’ ανοιχτούν οι πόρτες των τάφων,
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ
μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω.

III

Χρόνος παραμορφώθηκε,
Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις πού θα με βρεις,
Εγώ ο Φόβος.
Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου,
εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.
Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με τη αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ’ άσεμνα, φρικιαστικά βεγγελικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν’ αρχίσουν να σφαδάζουν
ώσπου ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται.
Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.
Όμως θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως -καταλάβουν θα ναι τα παιδιά,
πλούσια απ’ την κληρονομιά μας
πρώτη φορά, τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να ‘ρθει.

Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που αναδαίνω
βγαίνει τ’ όνομά σου
όταν θ’ αρχίσω να γυρίζω στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου,
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες να μ’ οδηγούν
τυφλώνοντας τον κόσμο με τις λάμψεις του τρελού γέλιου σου,
της καλόγριας που κρατούσε τα κλειδιά,
κουφαίνοντας τον κόσμο με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν κι αυτών που βασανίζουν
τραντάζοντας τον κόσμο με τη γλώσσα τούτη του θανάτου
ίσως τότε θα ‘χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ’ όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ’ όλα τα παιδιά,
να προλάαουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ’ το χάος.
Και πια δε θα ‘χει μείνει τίποτ’ από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου,
μα θα ‘χω διαλυθεί σ’ όλους τους ποταμούς του κόσμου
θα ‘χω γράψει τ’ όνομά σου, που φοβόμουνα,
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου -ίσως- νεκρό
μα πάλi ακέραιο θ’ αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και τη λιόλουστη ζωή.

*Το ποίημα το πήραμε από εδώ: http://www.poiein.gr/2012/08/29/nyia-aoaecauec-ianssia-eaouooaoc-dhieeinessao-a-yeaioc-aea-ieeuo-1974/