Ο μαχητής – “Με μια εμμονή στην κωλότσεπη” – Μια προσέγγιση  

Γράφει η Μαρία Πανούτσου

Στα ποιήματα της συλλογής αυτής, ο ποιητής είναι ξεκάθαρος. Απόλυτα ειλικρινής, κρατά τον χάρακα και βάζει ο ίδιος πρώτος τα όρια της επικοινωνίας. Συνεσταλμένος για να μην μας τρομάξει, με έναν ρυθμό υπόγειο που μας ηρεμεί. Ξεδιπλώνει αργά αργά, από στίχο σε στίχο και από θεματολογία σε θεματολογία, όλα όσα τον απασχολούν. Μιλάει για τις χαμένες πατρίδες, τα χαμένα ιερά για ό,τι έχασε και ό,τι κέρδισε ο άνθρωπος μέσα στους αιώνες για ό,τι κέρδισε και έχασε ο ίδιος…

Προσεχτικός, δεν αφήνει την νοσταλγία να τον ημερέψει, ημερεύει μόνο εκφράζοντας τον εσωτερικό αγώνα και ισορροπεί την ζωή του με μια εξωτερική δράση καλά μελετημένη.

Η ποίησή του, είναι η ζωή του σε στίχους. Μας επαναφέρει με την επιλογή των λέξεων στην πραγματικότητα, μέσα στην οποία έχει σκοπό να κινηθεί και δεν θέλει να αφήσει τον πόνο να τον κατευθύνει, αλλά εκείνος να κατευθύνει μέσα από τον ρυθμό της ποίησης, τον πεζό του λόγο και τις επιλογές του.

Η ποίησή του δεν αποσκοπεί να αρέσει όσο να επικοινωνήσει. Δεν μεγαλοστομεί έχει μια ταπεινότητα που την έθρεψε η δική του προσωπική πορεία στην ζωή. Πίσω από την νηφάλια προσωπίδα του, στεγάζεται ένας ευαίσθητος μαχητής της ζωής. Πετάει τα βαρίδια της επιτυχίας και ζητά να τον δούμε, να τον κοιτάξουμε στο πρόσωπο και όταν θυμώνει και όταν απελπίζεται και όταν ριγά από πόνο. Η πιο ώριμη ποιητική συλλογή του ποιητή κατά την γνώμη μου. Με ιδιαίτερη ισορροπία κινείται ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό τοπίο με μια συνείδηση της πραγματικότητας χωρίς ψευδαισθήσεις και καμώματα. Η ποίηση του δεν δείχνει την αθέατη πλευρά της ζωής -αν υπάρχει- δείχνει και θίγει με ρεαλισμό και πάθος, τα πάθη της καθημερινότητας. Επιλέγω οχτώ ποιήματα από την συλλογή των 44 ποιημάτων. Εκτιμώ και θαυμάζω τον Δημήτρη Τρωαδίτη και με συγκινεί η ποίησή του.

ΝΕΑ ΟΝΕΙΡΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΟΥΝ
Αλαλάζοντες με υπόσταση
η θλίψη μάς ξέρει πολύ καλά
και την ξέρουμε
τα βήματά μας διαθλώνται
στις καθημερινές μας πράξεις
σαν τους υπνοβάτες
η ισορροπία μας γίνεται απέριττη
χορεύουμε σε αναμμένα κάρβουνα
τρεκλίζουμε σε τεντωμένο σκοινί.
Ωστόσο, δεν μας καταβάλλει καμία πτώση
τα όνειρα αναπροσαρμόζονται
αποδιώχνουν νυχτερινές αμαρτίες
οπτασίες σε καιόμενες βάτους
τα πολύχρωμα φωτάκια του μυαλού
όλα σε συγχρονισμό
ταυτίζουν τους ιλίγγους με τις ηδονές
το ένα συμπληρώνει το άλλο
νέα όνειρα φτερουγίζουν.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Ποια αληθινή ελευθερία διακυβεύεται
μ’ αυθαίρετη δύναμη ξένη από μας;
Ποιος μας καταδικάζει να μένουμε
στάσιμοι μ’ απονεκρωμένες κεραίες;
Ποιος μας τυραννά εμποδίζοντάς μας
να γίνουμε αφέντες του εαυτού μας;

ΣΤΙΓΜΙΑΙΕΣ ΑΝΑΣΕΣ
Ι
αυτός που μας ελέγχει
τρεκλίζει
από προκλητική μέθη

II
τα φώτα μιας μεγάλης πόλης
υποδέχονται το φεγγάρι
που μόλις ξεμύτισε

III
κάποιοι
κοινωνικά ατημέλητοι
καμώνονται τους ευγενείς

IV
η σκόνη μας ακολουθεί
από το ένα μέρος
στο άλλο

V
οι θεσμοί
κοιτούν επίμονα
προς τη μεριά μου

VI
ένας σκάβει τον λάκκο του
κι επτά άλλοι
του ρίχνουν χώμα

VII
μας ήρθε μια ανάπηρη
λιακάδα μετά από
μια όξινη βροχή

VIII
στον επαρχιακό σταθμό
ένας μόνος του
μοιρολογούσε

IX
ψηλαφώντας σε πυκνή
ομίχλη
να ψάχνεις για το τίποτα

X
σε πιάνει ίλιγγος
στις χιονισμένες
βουνοκορφές

ΧΙ
σε πλημμυρισμένα χωράφια
οδηγείς ποδήλατο
φορώντας βατραχοπέδιλα

ΧΙΙ
η βροχή συνεχίζει
και τα μάτια μου
ξεραίνονται

ΧΙΙΙ
τα γέρικα
ρυτιδιασμένα πρόσωπα
φεγγοβολούν

ΧΙΙΙ
τα νοτισμένα μαξιλάρια
της πάχνης
περιμένουν τη δύση

XIV
ένα ποταμίσιο μονοπάτι
η μόνη διέξοδος
προς την ανατολή

XV
η φύση ολόγυρα
σηκώνει
έναν υπνάκο

XVI
κάποιοι ήχοι
μπερδεύουν
τη διάθεσή μου

XVII
σε μια γκρίζα αυγή
τα όνειρα
δεν έχουν καμία θέση

XVIII
στην πρωινή ομήγυρη
τα μυρμήγκια έχουν ήδη
πιάσει δουλειά

XIX
είναι κάτι σπίτια
με τα παραθυρόφυλλα
πάντα ανοιχτά

ΕΞΑΓΓΕΛΙΑ
Θα καταργήσω
τις στάσεις
των λεωφορείων
θα τις κάνω
κρυψώνες
ενάντια
στους χάρτινους πύργους
των εμμονών μας
γιατί η ποίηση
ή θα γίνει επανάσταση
ή δεν θα υπάρξει ποτέ

ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ
Οι πατρίδες
ξεπουλημένα γραμμάτια
στην αγορά της υποκρισίας
σκυλιά που εξακοντίζουν άγος
στις παραληρούσες μάζες
οι πατρίδες
λίστες φοροφυγάδων
αμείλικτων πολιτικών
που αγορεύουν
σε ρημαγμένους δρόμους
οι πατρίδες
μοιάζουν με νύχτες
ξέχειλες από αγυρτείες
ανέξοδα μεθύσια
ανύπαρκτες ηδονές

ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ
Θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που πέφτουν τα φύλλα
για τον τρόπο που πέφτει μια σταγόνα ιδρώτα
στο ξέφωτο στήθος σου
για τον τρόπο
που κάθεσαι απέναντί μου
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που δίνουμε υποσχέσεις
σαν τους μεγάλους
που όλο μιλούν για ειρήνη
και διαφυγόντα κέρδη
θα ήθελα να μιλήσω
για τις αποβάθρες
τις πλατφόρμες
τα μουχλιασμένα από την πολυκαιρία
και την εγκατάλειψη διαμερίσματα
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που διασταυρώνονται
τα συνοικιακά λεωφορεία
φρακαρισμένα από ιδρωμένες γραβάτες
και σκονισμένα παπούτσια
αγχωμένων δημοσίων υπαλλήλων
τα απογεύματα
θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που καταλαβαίνουμε τον καιρό
στα πρώην εργατικά μαυσωλεία
στις λέσχες βιομηχάνων
και τα κρατικά μπουρδέλα
όπου συνωστίζονται έγχρωμες
αλαφιασμένες μετανάστριες
θα ήθελα να μιλήσω
για τις σκληρές μέρες
των οικονομικών κρίσεων
και τις σκοτεινές νύχτες
των ξεχειλισμένων ερώτων.

ΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΑΥΛΟΠΟΡΤΑ
Είναι ώρες που σκέφτομαι
ότι γεννήθηκα σε κάποιο άπειρο
ένα σύμπαν απροσδιόριστο
κι ότι κάποια στιγμή χάθηκα μαζί του
είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα
μες στα σκισμένα ρούχα μου
και τις λάγνες παρωπίδες
κλείσε την αυλόπορτα
έχω κρυφτεί στο απέναντι στενό
να παραφυλάξω τη θετή μου οπτασία
να κρυφακούσω τους εμπόρους
του μαύρου θανάτου
κλείσε την αυλόπορτα
όπως κλείνεις τα μάτια
στις γραφίδες που εξουσιάζουν
κι αιματοκυλούν το μυαλό μας

Η ΠΟΛΗ
Η πόλη αυτή
κινείται χωρίς εμάς
κι ας νιώθουμε δυνατοί
η πόλη αυτή
είναι φιγούρες
ασπρόμαυρες
σε ρυθμό
αργόσυρτο
εξαρτημένο
ανασφάλεια απ’ όπου
οι τοίχοι δανείζονται
το χρώμα
παίρνουμε τους δρόμους
της πόλης αυτής
ενάντια στις θέσεις
της Κεντρικής Επιτροπής
των φίλων
ενάντια στην εξουσία
των υπονοούμενων
έτσι κι αλλιώς
οι συναινέσεις
δεν θα έρθουν ποτέ
δολοφονήθηκαν
κι οι κυκλοθυμίες
της εργατικής τάξης
είναι σαν κοιλιές
και στόματα ορθάνοιχτα
με πνευμόνια πνιγμένα
στις υποσχέσεις
των πολιτικάντηδων
οι ήλιοι αυτής της πόλης
απόκαμαν να περιμένουν
την ευημερία
στον τριακοστό τρίτο
τετραγωνική ρίζα του δύο
δια τέσσερα
δρόμο για
τον σοσιαλισμό

Κώστας Ρεούσης, 3 από τους 45 αφορισμούς

.13.
Πρέπει να ίπτασαι να μεταλάβεις
τη γεωμετρία τούτου του τόπου.

.14.
Το ρήμα μυστικεύω
παραλλήλως χρωματίζει.

.15.
Στη χαρτογράφηση του τείχους
τα υλικά κινούνται.
[…]

*Από τη συλλογή “Inscrito [ 45 αφορισμοί ]”, δίγλωσση έκδοση, εκδ. Τυφλόμυγα, Ιούνιος 2022.

Αλέξης Τραϊανός, Τρία ποιήματα

ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΥ ΗΡΘΑ ΚΙ ΕΦΥΓΑ

Εδώ όταν ήρθα το ποίημα κατέβαινε ολοένα στην κόλαση
Από ‘να απόγευμα κοίταζα τη ζωή
Με αέρα και νύχτα
Δρόμους κι εμένα
Εδώ είπα όλα τα τριαντάφυλλα καπνίζουν
Μ’ ένα γενετήσιο μαύρο καπνό
Όταν μπαίνω σπίτι κρεμώ τον εαυτό μου στην κρεμάστρα
Κάθε απόγευμα βγάζω λίγο απ’ τον εαυτό μου
Και στον εαυτό μου το ακουμπώ
Μέρες τώρα δίχως να γράψω
Πήρα ‘ένα ξυράφι να κομματιάζω το δέρμα μου
Να λιγοστεύει λίγο λίγο το χρέος μου Καλύτερα να κοιμόμουν
Μα ξύπνησα μαζεύοντας άρρωστο φως
Μαραμένους αγγέλους
Ποιήματα άσκημα σαν την ψυχή μου
Από τις χαραμάδες του κορμιού μου άκουγα τον καιρό
Έστελνες κάτι λέξεις παλιές και ξερές
Ξερές και παλιές Τίποτα δε φυτρώνει
Μια μέρα γίνεται από μπετόν
Ξεκινά ήσυχα απ’ τις μαύρες σάρκες της νύχτας
Μια μέρα όπως για τον Μπετόβεν
Που κοίταζα να σε δω και με κοίταζες και δε φαινόμασταν
Ώσπου η μουσική να σκεπάσει κάθε θόρυβο
Με λέξεις και θρόμβους και κάτι μερικές φορές πολύ τρομερό
Που η γυναίκα με τα φίδια και τα μαύρα μαλλιά της
Τυλίγει και ξετυλίγει σαν το μαύρο κρεβάτι της
Τυλίγει και ξετυλίγει το δέρμα της
Σηκώνεται και με βρίσκει απελπιστικά θανάσιμον
Πέφτουν οι τοίχοι οι κήποι
Οι άρρωστες μέρες απ’ το κεφάλι μου
Μέσα σε βράδια που ήρθα κι έφυγα
Και πέρασα πια πίσω απ την ιστορία της ζωής μου
Με τον κόκκινο άγγελο και τον κόκκινο διάβολο
Το ερωτικό της οξύ χυμένο επάνω μου
Και τον άγριο άνεμο που φύσηξε απ’ το πρόσωπό μου
Τα τελευταία χαρτιά
Για πάντα

*

ΗΣΥΧΙΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ

Ησυχία και νύχτα
Ταξιδεύω μέσα στο σπίτι που ταξιδεύει
Είναι κάτι που ανεβαίνει όταν σ’ εγκαταλείπω χαρτί
Κάποιος που γράφει αφού σταμάτησε να γράφει πια
Ως τη νύχτα ως τη ζωή
Ώσπου χειμώνιασε
Τα χρόνια αυτά μαγκώθηκαν πάνω μου σαν ουλή
Ένα ξυράφι σ’ ένα χρατς βαθύ
Σε σας μιλώ απ’ το πηγμένο αίμα της κονσέρβας του σώματος
Γκρίζο και δίχως όνειρο
Πρέπει να ‘χα κάτι το άσκημο μέσα μου
Που επιδεινώθηκε περισσότερο σ’ αυτή τη ζωή
Μ’ όλες τις μέρες της κρεμασμένες σ’ ένα έρημο τέλος
Γιατί το τίποτα έγινε πιο πολύ
Ένα χιονισμένο μάτι πέφτει μες απ’ τον ύπνο μου
Κι αυτός που πιάνει όλο ομίχλη ο εαυτός μου
Αυτός ο εαυτός μου κι ο εαυτός μου
Δεν είναι τίποτα είπα
Σκόνταψα μόνο πάνω στο θάνατό μου
Μες στο δωμάτιο κατρακυλάει κάτι φρικτό
Ως τη νύχτα και τη ζωή
Και την απουσία εμένα από εμένα
Που πέταξα απ’ το παράθυρο
Και κάθομαι σ’ όλα τα μεταχειρισμένα ξημερώματα των ποιητών
Κουρέλι σώμα και μυαλό κουρέλι
Ένα μάτι Ένα της κούκλας πλαστικό
Ένα έγχορδο νεκρό

*

ΣΗΚΩΘΗΚΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΣΑ ΕΔΩ

Σηκώθηκα και κάθησα εδώ
Ο σκονισμένος δρόμος του κρανίου μου
Αύριο μια φωτογραφία θα είναι
Κέρινο πόδι ή επουλωμένο δόντι
Τώρα όμως γιατί η πραγματικότητα λύθηκε χίλια κομμάτια
Ένα κλειδί δε θα επαναφέρει στο κάδρο καμιά ζωή
Κι όλο μιλώ για μια ιστορία σκιάς
Σ’ αυτό το άχρηστο βλέμμα από παράθυρα και ορίζοντα
Αυτός είναι ο άχρηστος ορίζοντας
Ένα διάστημα σίδερο και σίγουρο
Παγωμένο μιλώ και πηγαίνω
Να δω το φόβο πίσω απ’ τα μαύρα μαλλιά μου
Στο σκονισμένο δρόμο
Απ’ την ανοιχτή πόρτα στο μαύρο
Που έτρεξε πάλι σ’ ένα φοβισμένο τριγμό
Και χύθηκαν κάτι χειμωνιάτικα χρόνια
Κλεισμένο μαύρο παπούτσι μαύρο παλτό
Χύθηκε η ανατριχίλα
Τι κάνεις
Που πας
Δε βλέπεις ότι τίποτα δε φεύγει
Τα χέρια μου άσπρισαν
Μέρες που ζούνε σιγά και ήσυχα σε τοίχους
Σηκώθηκα και κάθησα εδώ
Τα γόνατά μου στην καρδιά
Και την ψυχή στα δόντια

*Από τη συλλογή “Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancer Poems” (1977) – Μέρος Β’.

Ποιήματα του Παναγιώτη Πανά

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Του γκιώνη όποιος λέει πως φωνή,
‘Σ της φύσις τη μεγάλη αρμονία
Δεν είναι αναγκαία – με συγχωρεί –
Μα λέει μια μεγάλη ανοησία…
Μονότονο θα ήτανε το αηδόνι,
Εάν δεν ήταν κ’ η φωνή του γκιώνη.
Είναι, οπού τη νύχτα αντηχάει.
Δεν είναι από εκείνα τα ποιήματα,
Οπού η Μούσα μας κανοναρχάει…
Και αν κανένας τέτοια τα προσμένη,
Η γνώμη του θα έβγη γελασμένη.
Συμπέρασμα λοιπόν… λεπτό δεν δίνω
Τι τύχη θε να λάβουν… Δεν με μέλει.
Αν κανένας Ροίδης… Τον αφήνω
Ελεύθερον να ψάλη ό,τι θέλει…
Γιατί πρώτος κ’ εγώ – μα την αλήθεια! –
Ανάλατα τα βρίσκω κολοκύθια.
(1883)
«Πρόλογος», 1-6. Έργα αργίας, 1883. Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Ε΄. Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες. «Δωδώνη», χ.χ. 154.

ΣΑΡΑΚΟΣΤΙΑΝΟ
Αγύρτες! Έως πότε η αγυρτεία
Τον κόσμο θε να σέρνει από τη μύτη,
Και σαράκι θα τρώη την κοινωνία;
Ως πότε θε να κάνη τον προφήτη
Ο ένας και ο άλλος, κ’ οι αλαλιές του
θα βρίσκουν ανοιχτό καθενός σπίτι;
(1875)

ΚΥΚΕΩΝ
Παράδοξον! Γηράσκομεν, πλην μένομεν παιδία,
Ουδ’ ένα κόκκον εις τον νουν προσθέτει η ηλικία!
Αλλάζομεν τα παίγνια μ.όνον.
Αντί ξυλίνων Όπλων έχομεν Σνάιδερ.
Αντί των μολυβδίνων Στρατών,
έχομεν τάγματα με κόκκαλα και κρέας.
Αντί των πάλαι αετών, έχομεν τας σημαίας.
Αντί σφαιρών ελαστικών, έχομεν βόμβας τώρα…
Έπειτα του πολιτισμού εξαίρομεν τα δώρα!
(1876)

ΚΑΛΑΝΔΑ
Πάει, επέταξε και άλλος χρόνος
Μέσα στου Απείρου το χωνευτήρι…
Μ’ αυτόν τα βάσανα, τα πάθια, ο πόνος,
Να πάνε εύχομαι εις το μη γύρι.
Στους δικηγόρους, εις τους μεσίτες,
Να παύσουν πλέον να λένε ψεύματα.
Εις τους μπακάληδες τους αγιογδύτες,
Να μη νερόνουνε τα οινοπνεύματα,
Να μη ζυγιάζουνε με ζύγια σκάρσα.
Στους βουλευτάδες, να παύση η φάρσα.
Στους μαθητάδες του Ιπποκράτη,
Λιγότερα εύχομαι διαβατήρια…
Εις τους ανάργυρους, χρυσές ελπίδες
Εις ταανδρόγυνα, να μη μαλώνουνε
Και σ’ όσους γράφουν εφημερίδες,
Συνδρομητάδες που να πληρώνουνε…
Σε λίγα λόγια έτη πολλά
Εύχομαι σ’ όλους, γρόσια, μυαλά!
(1877)

*«Νεοελληνική ποίησις: Ρωμαντική σχολή», 1-8. Έργα αργίας, 1883. Κ.Θ. Δημαράς (επιμ.), Ποιηταί του ΙΘ΄ αιώνα. Βασική Βιβλιοθήκη, 12. «Αετός» Α.Ε., 1954. λζ΄.

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Στον τόπο αυτό ύπνος και ξημερώματα

Απ’ το λιμάνι στο σπίτι
πόσες φορές έκανα το δρόμο!
Στρίβεις μετά την εκκλησιά
και πάντα κάτι κόβει την ανάσα
το φεγγάρι, ο άνεμος
ή κάποιος νέος θάμνος ανήσυχος.
Απ’ το λιμάνι στο σπίτι
δέκα, δεκαοκτώ χρονώ
πέθανε η κυρά-Ξανθή
χάθηκε η κόρη
γκρεμίστηκε το κονάκι της τρελής.
Νύχτα προς το κτήμα
μαγικός χορός το γνωστό
απλώνεται μέσα μου
παραδοχή, επανάσταση
ξεκινούν απ’ το δικό μου χώμα.

Γιώργος Σαραντάρης, Δεν είμαστε ποιητές

Δεν είμαστε ποιητές
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον ἀγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά τοῦ ἀνέμου
Και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Και ἡ ζωή μας έγινε ξένη
Ο θάνατος βραχνάς.

*Το ποίημα και η φωτογραφία είναι από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/07/25/den-eimaste-poihtes/

Μανόλης Αναγνωστάκης, Ήρθες όταν εγώ… 

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση — Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής — πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δυο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτε από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας
Γιατί έχει μείνει κάτι —αν έχει μείνει—
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://poiimata.com/2022/08/03/irthes-otan-ego-anagnostakis/

Ελίνα Αφεντάκη, Υποθαλάσσιο

Έχω πετάξει από καιρό το σκάφανδρο και σε ανασαίνω με βράγχια.
Κι όσο βαθιά κατεβαίνω
τόσο το φως πυκνώνει.
Το δικό σου φως.
Κάποτε σε ανεβαίνω,
υποθαλάσσιο όρος όπου αναβλύζεις καυτό μάγμα
κι άλλοτε έρπω σε τάφρους παραμερίζοντας χρυσό και αργυρό.
Ματιά δεν έχω παρά μόνο για το ψήγμα σου.

Κάποτε οι ωκεανογράφοι θα με αναφέρουν μονολεκτικά ως ίζημα…

Λογικό!

Το παράπονο ποτέ δεν αποτιμήθηκε ως εύρημα.

Νικόλας Μιτζάλης, Δύο ποιήματα

Werner Bischof, Genoa, Italy, 1946

ΤΟ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΑΓΑΘΟ

φαντάσου
ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του
στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του
χωρίς καταναγκασμούς
χωρίς αφέντες
χωρίς κέρδη
μόνο με προσταγές προσωπικές
φαντάσου
ανάσαινε
αχάρακτες διαδρομές
απέραντες θάλασσες
και κείνο το αεράκι που σου μισοκλείνει τα μάτια
λογίσου το ζύγι του αίματος
το τί είσαι διατεθειμένος να χάσεις
και μόνο τότε θα βρεις το πιο σημαντικό αγαθό
φαντάσου

*

ΑΣΗΜΑΝΤΟΤΗΤΕΣ

Στις αντιστροφές των φωτεινών λεωφόρων
Εκτοπισμένοι από την κανονικότητα του νέον
Μισότριβοι αλλόφρονες περπατάνε τα χειρότερα όνειρά τους
στο ήμισυ του πεζοδρομίου
άπρεπα
σκυφτά
χολωμένα
παρέα μ’ ένα τρύπιο καροτσάκι σουπερμάρκετ
γεμάτο ασημαντότητες:
άλογες συνεπαγωγές
αυτονομία
αξιοπρέπεια
αληθοτιμή
Σε μια διαρκή φουσκοθαλασσιά που όλο μεγαλώνει.

*Από τη συλλογή “Νυχτωδία”, εκδ. Οδός Πανός, 2021.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τυχαίοι θάνατοι  

Τελευταία όλοι τυχαία πεθαίνουν
Τυχαίος ο θάνατος του αναρχικού,
του μαθητή, του εργάτη.
Τυχαία ατυχήματα
Όπλα που βάλουν μόνα τους
Κακές στιγμές
Άδικες μοίρες
Μα κάποτε θα αλλάξουν οι καιροί
Κι οι θάνατοι των αυτουργών
δεν θα ‘ναι πια τυχαίοι.